Η άρπα της αμάντας

Σεπτεμβρίου 8, 2011

Η στρίλντα ξέσπασε σε ένα γέλιο που θύμιζε λάμα καλοτροχισμένου μαχαιριού και βγήκε από το δωμάτιο σέρνοντας πίσω της το άψυχο σώμα του Μπρούνκαλ. Ο πολεμιστής τα είχε καταφέρει με τον καλύτερο τρόπο κι αυτό την εξυπηρετούσε θαυμάσια. Δεν το χρειαζόταν το σώμα του αλλά θα το προστάτευε για πολλούς λόγους. Κι άλωστε ίσως ήθελε να το γνωρίσει η κόρη της, η σκέψη αυτή της έφερε κι άλλα δυνατά γέλια μα προσπάθησε να τα Καταπνίξει. Χωρίς βιασύνη μπήκε στην αίθουσα όπου την περίμεναν ο δάλκιρ και η λίγκρα. Πήγε και κάθισε κοντά τους μισοχαμογελώντας ακόμη. Όταν μίλησε στη Λίγκρα εκείνη τινάχτηκε από τη θέση της.
-είναι όλα έτοιμα. Φυλάκισα την ψυχή του.
-Μπράβο, στρίλντα. Η νεράιδα χαμογέλασε και κείνο το χαμόγελο φάνηκε ακτινοβόλο στο δάλκιρ αλλά απόδιωξε την αίσθηση φέρνοντας ξανά στο νου του τη ραλκ.
-τι πρέπει να γίνει τώρα; Η Λίγκρα μίλησε ξανά, γονατίζοντας μπροστά από τη Στρίλντα. Εκείνη της χάιδεψε τα μαλλιά κι ένα ρίγος διέτρεξε το σώμα της νεράιδας. Στα τόσα χρόνια που την υπηρετούσε είχε μάθει πολλά για τη θεά και ένα από αυτά ήταν πως το χάδι στα μαλλιά θα την έβαζε σε μεγάλους μπελάδες. Δεν έπεσε έξω.
-γλυκιά μου Λίγκρα, είπε η θεά μελιστάλαχτα, εξακολουθώντας να τη χαιδεύει, ήρθε η ώρα να επιστρέψεις στο παλάτι κοντά στην αΜάντα. Σε χρειάζεται αληθινά. Θα έχεις μαζί σου το δώρο σου που είναι πραγματικά ανεκτίμητο.
Η στρίλντα σηκώθηκε κάνοντάς την στην άκρη και η νεράιδα βιάστηκε να τη μιμηθεί. Ο δάλκιρ τις παρακολουθούσε προσπαθώντας να βγάλει κάποιο νόημα ενώ αναρωτιόταν αν τον είχαν ξεχάσει.
Η Στρίλντα πλησίασε την πανέμορφη άρπα κι άρχισε να τη χαιδεύει με τα ακροδάχτυλά της γλυκά κι αργά, σχεδόν ερωτικά.
Ο δάλκιρ άρχισε να νιώθει ακόμη πιο άβολα καθώς στριφογυρνούσε στη θέση του νευρικά. Χρειάστηκε να του μιλήσει πολλές φορές η στρίλντα για να του αποσπάσει την προσοχή.
-σε παρακαλώ, πολεμιστή, μετέφερε το σώμα του μπρούνκαλ στον καναπέ, δε θέλω να πάθει το παραμικρό. Ο δάλκιρ σηκώθηκε σαν υπνοτισμένος κι έκανε ό,τι ακριβώς του ζήτησε η θεά. Καταλάβαινε πως κάτι σημαντικό θα γινόταν από στιγμή σε στιγμή.
Σήκωσε εύκολα το σώμα του άνδρα που έμοιαζε πανάλαφρο στα χέρια του και το ξάπλωσε στον καναπέ. κΟίταξε για μια στιγμή το πρόσωπό του αλλά την επόμενη στιγμή απόστρεψε το βλέμμα από πάνω του, Δεν του άρεσε αυτό που έβλεπε. Μια θανάσιμη χλωμάδα ήταν απλωμένη στο πρόσωπο εκείνου του άνδρα. Τι του είχε κάνει άραγε η θεά; Να περίμενε και τον ίδιο παρόμοια τύχη;
Άρχισε να μετατοπίζει το βάρος του σώματός του από το ένα πόδι στο άλλο, χωρίς να συνειδητοποιεί πως είχε αρχίσει να κατευθύνεται προς την έξοδο της αίθουσας.
Το πρόσεξε όμως η Λίγκρα που του φώναξε παγερά να επιστρέψει πίσω στη θέση του. Ο πολεμιστής έγνεψε καταφατικά κι ετοιμάστηκε να κάνει αυτό που του ζήτησε αλλά όταν δοκίμασε να περπατήσει τα πόδια του αρνήθηκαν να τον υπακούσουν και παρέμειναν καρφωμένα στο έδαφος. Τότε άκουσε εκείνη την παράξενη φωνή πολύ κοντά στο αφτί του, ή τουλάχιστον έτσι του φάνηκε.
«δάλκιρ, με ακούς»; «Μη μιλήσεις, μόνο τηλεπαθητικά επιτρέπεται η επικοινωνία μαζί μου, άλωστε ακόμη κι αν το κάνεις εγώ δε θα σε ακούσω κι εσύ θα μπεις σε μπελάδες».
-Ναι, σε ακούω, πολύ καθαρά, μα δεν ξέρω ποια είσαι.
-είμαι πνεύμα, ανήκω στην ομάδα που σε προστατεύει.
-υπάρχει τέτοια ομάδα πνευμάτων;
-Ναι, βέβαια.
-και γιατί δεν επικοινώνησε κανείς μαζί μου ως τώρα;
-δεν υπήρχε λόγος. Τώρα βρίσκεσαι σε κίνδυνο.
-Ξέρεις που είμαι;
-ναι, εκεί όπου δεν πρέπει. Ο πολεμιστής ανατρίχιασε.
-τι πρέπει να κάνω για να φύγω από εδώ;
-θα σου πω, δεν είναι τόσο εύκολο… προηγούνται άλλα.
Η Στρίλντα εξακολουθούσε να χαιδεύει την άρπα όλο και πιο γρήγορα ενώ τα χείλη της κινούνταν ρυθμικά αλλά κανένας ήχος δεν έβγαινε από αυτά. Η Λίγκρα δεν την έχανε στιγμή από τα μάτια της και μόνο όταν βεβαιώθηκε πως δεν τη χρειαζόταν εκείνη την ώρα άρχισε να απομακρύνεται βιαστικά.
-Κάτι κακό γίνεται εκεί αυτή τη στιγμή, συνέχισε η αρχηγός των πνευμάτων. Μπορείς να μου το περιγράψεις;
-θα προσπαθήσω…
Η Λίγκρα έκανε γοργά τα τελευταία βήματα που τους χώριζαν και τον αγκάλιασε σφιχτά τραβώντας τον μαζί της.
-μην κουνιέσαι, δάλκιρ, η φωνή άρχισε να σβήνει. Μην κουνιέσαι…
-τι κάνεις εκεί; Η λϊγκρα μίλησε στο αφτί του σιγανά.
Ο δάλκιρ ένιωσε τα πόδια του να κόβονται.
-τίποτα, απλά στεκόμουν εδώ. Δε μου είπε κανείς να κάνω κάτι. Προσπάθησε να τραβηχτεί αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
-γιατί στεκόσουν σε αυτό ακριβώς το σημείο; Η λίγκρα τον τράβηξε μαζί της και η φωνή δεν ακούστηκε ξανά.
Τον οδήγησε πίσω στον καναπε όπου κάθονταν πριν λίγο.
-Τι κάνει η στρίλντα;
-θα δεις… έπλεξε τα δάχτυλά της με τα δικά του κι έστρεψε πάλι την προσοχή της στη θεά, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόταν πως έβρισκε τόσο γρήγορα τις διόδους ο δάλκιρ. Κάτι έπρεπε να γίνει με αυτό, ίσως έφταιγε η εκπαίδευσή του.
Τότε ήταν που άρχισε η μουσική. Τη στιγμή που η στρίλντα τραβούσε επιτέλους τα χέρια της από την άρπα, ο χώρος γέμισε από μια εξαίσια μελωδία που όμοιά της δεν είχε ξανακούσει κανείς τους. Η μουσική στην αρχή ήταν σιγανή αλλά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε οδηγηθεί σε ένα απίστευτο κρεσέντο χωρίς ωστόσο να γίνεται δυσάρεστη.
Η στρίλντα που είχε αρχίσει να απομακρύνεται πλησίασε ξανα την άρπα και γονάτισε μπροστά της. Την αγκάλιασε σφιχτά με τα δυο της χέρια κι έσκυψε μπροστά ώσπου τα χείλη της να αγγίξουν τη μια καλοκρυμμένη δίοδο.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και φύσηξε στο εσωτερικό της. Η μουσική άλλαξε στη στιγμή κι ο ήχος έγινε πιο σκληρός. Τώρα δε θύμιζε σε τίποτα το γλυκό ήχο του οργάνου. Ο δάλκιρ και η Λίγκρα ανατρίχιασαν κι έσφιξαν πιο πολύ τα πλεγμένα τους δάχτυλα.
οΙ ήχοι άρχισαν να μπερδεύονται κι αυτό που πλημμύριζε το χώρο απείχε πολύ από το τραγούδι. Μια γυναίκα φώναζε κάτι ρυθμικά ενώ δυνατοί ήχοι από πολλά ξύλινα τύμπανα τη συνόδευαν. Κανείς από τους δυο τους δεν αναγνώρισε τη φωνή όχι όμως και η στρίλντα που ξεκόλλησε για μια στιγμή τα χείλη της από την άρπα για να φωνάξει πάνω από τη φασαρία.
-φύγε, αράλ, μη με εμποδίζεις γιατί θα το μετανιώσεις.
-Η θεά της μουσικής, μουρμούρισε συνεπαρμένος ο δάλκιρ, είναι δυνατό;
-όλα είναι δυνατά εδώ κάτω, αποκρίθηκε η Λίγκρα.
-φύγε αράλ, η φωνή της θεάς έγινε ακόμη πιο επιτακτική. Και τότε ο ήχος των τυμπάνων άρχισε να υποχωρεί σιγά σιγά ώσπου λίγα δευτερόλεπτα αργότερα είχε χαθεί εντελως.
-απίστευτο, είπε πάλι ο δάλκιρ. Μα πώς την έδιωξε τόσο γρήγορα; Πίστευα πως η θεά της μουσικής ήταν ισχυρή.
-είναι, μα η στρίλντα διαθέτει ακόμη αρκετή από την παλιά της δύναμη και τώρα που βλέπει τα σχέδιά της να πραγματοποιούνται ένα ένα η δύναμη της μεγαλώνει.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Σεπτεμβρίου 3, 2011

16.
-Η κόρη σου μεγαλώνει, έλεγε την ίδια στιγμή η ανζελίν χαιδεύοντας με στοργή το μωρό της Μέριλιν. Κάθονταν στο σαλόνι της τρώγοντας πάστες με κρέμα και κεράσια. Τις είχε φέρει η ανζελίν όταν ήρθε στο σπίτι, λίγες ώρες πριν. Είχαν ταίσει το μωρό, το είχαν κάνει μπάνιο και τώρα ετοιμάζονταν να το βάλουν για ύπνο
-ναι, τελικά τα μωρά μεγαλώνουν πολύ γρήγορα, η μέριλιν έβαλε στα πιατάκια ακόμη λίγο γλυκό
-δεν το πίστευα πριν το δω.Ξέρεις… πρέπει να διαλέξουμε και το όνομά της. Η άλλη γυναίκα σταμάτησε να τρώει για να την κοιτάξει πιο προσεκτικά.
-Μα γιατί βιάζεσαι; Δεν είναι ακόμη η ώρα!
-το ξέρω αλλά θέλω να το αποφασίσω από τώρα, το όνομα είναι πολύ σημαντικό για κάθε άνθρωπο. Άλωστε κάτι τέτοιο συζήτησα χθες και με τον ιγνάτιο. Δαγκώθηκε ξαφνικά κι έσφιξε πιο πολύ στο δεξί της χέρι το κουταλάκι του γλυκού. Αλλά η ανζελίν που την ήξερε παρακολούθησε την κάθε της αντίδραση. Αυτό πουέβλεπε τώρα δεν το είχε ξαναδεί ποτέ, της άρεσε ωστόσο.
-τι σου είπε δηλαδή; Η μέριλιν έφαγε ένα κεράσι κι ανασήκωσε τους ώμους με προσποιητή αδιαφορία, ίσως το είχε παρακάνει.
-Τίποτα πιο συγκεκριμένο, πες μου έχεις καμιά ιδέα;
-Για να είμαι ειλικρινής… υπάρχουν πολλά και πανέμορφα ονόματα, κάτι θα σκεφθώ, αν θέλεις θα ετοιμάσω μια λίστα με τα πιο αγαπημένα μου. Ξαφνικά η ανζελίν ένιωσε πάλι εκείνη τη γνωστή έξαψη που την κυρίευε όταν βοηθούσε τη Μέριλιν στο μεγάλωμα της μικρής. Μα μαζί με αυτή ήρθε και το επόμενο συναίσθημα που συνόδευε αυτή τη χαρά, η λαχτάρα για ένα δικό της παιδί. Είχε αρχίσει να απογοητεύεται πια. Τα χρόνια κυλούσαν γρήγορα, πιο γρήγορα από όσο ήθελε αλλά τίποτα τέτοιο δε φαινόταν στον ορίζοντα. Τις σκέψεις αυτές διέκοψε η φωνή της Μέριλιν.
-ναι, να τη φτιάξεις όσο πιο γρήγορα μπορείς, θα την περιμένω και στο μεταξύ θα σκεφθώ κι εγώ κάποια.
Μάζεψε τα πιατάκια και σηκώθηκε για να τα πάει στην κουζίνα. Στο νου της είχε έρθει ο Ομάρ, είχε αρχίσει χωρίς να το θέλει να αναρωτιέται πιο όνομα θα ήθελε εκείνος για την κόρη του. Χαμογέλασε σχεδόν με πίκρα κι ακούμπησε τα σκεύη στο νεροχύτη για να επιστρέψει κοντά στη φίλη της. Δε θα τον ενδιέφερε καθόλου αυτό, ποιος ξέρει που να βρισκόταν τώρα, σε ποια θάλασσα… καλύτερα να μην τον σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή, η ανζελίν τη διάβαζε εύκολα, δεν υπήρχε λόγος να τη βάζει σε σκέψεις.
Κάθισε κοντά της χαμογελώντας και πάλι ανέμελα.
-τι θα κάνεις σήμερα, ρώτησε όσο πιο φυσικά μπορούσε.
-Μμμ, δεν ξέρω, δεν έχω να κάνω κάποια συγκεκριμένη δουλειά, εσύ;
-Η αλήθεια είναι πως θέλω να πάω για ψώνια, δε θυμάμαι από πότε έχω να μαγειρέψω ένα αληθινά νόστιμο φαγητό.
Η ανζελίν γέλασε.
-μπορείς να πας τώρα αν θέλεις, θα μείνω με το μωρό και θα βάλω μια τάξη εδώ μέσα.
-Δε χρειάζεται να κάνεις δουλειές, δε θα αργήσω.
-πήγαινε εσύ και μη νοιάζεσαι, αφού με ξέρεις, το κάνω με χαρά, δε με περιμένει κανείς στο σπίτι μου.
Η μέριλιν πήγε κοντά της και την αγκάλιασε χαλαρά από τους ώμους.
-Ξέρεις τι θα γίνει; Θα πάω για ψώνια κι ύστερα θα γυρίσω για να μαγειρέψουμε. Θα μείνεις εδώ για φαγητό, εντάξει φάγαμε πρώτα τις πάστες αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα… θα πάρω κάτι άλλο για επιδόρπιο.
-εντάξει, θα βάλω και το μωρό για ύπνο, μην καθυστερείς λοιπόν!
Η μέριλιν κούνησε το κεφάλι και πήγε προς την πόρτα ενώ η ανζελίν έπαιρνε στην αγκαλιά της το μωρό.
Ο Ιγνάτιο βγήκε από ττην εκκλησία κι άρχισε να περπατάει άσκοπα. Το στήθος του είχε αρχίσει και πάλι να πονάει αλλά δεν έδινε σημασία, μόνο που χρειαζόταν λίγο καθαρό αέρα. Κι επιπλέον ήθελε να αδειάσει το μυαλό του από τις σκέψεις που του είχε προκαλέσει εκείνη η κοπέλα, η Σολ. Την είχε λυπηθεί αμέσως και το αίσθημα αυτό είχε δυναμώσει από την επίγνωση πως δε θα μπορούσε να κάνει πολλά για κείνη. Γι’αυτό έκανε ό,τι μπορούσε για να τη βγάλει από το νου του. Συνειδητά την αντικατέστησε με την εικόνα μιας άλλης γυναίκας, ήταν νέα κι εκείνη, την είχε γνωρίσει μόλις το προηγούμενο βράδυ.
Η εικόνα της ήταν αρκετή για να βελτιώσει τη διάθεσή του. Έστριψε σε μια γωνία κι εκεί έμεινε αναποφάσιστος. Είχε δει πως πλησίαζε κοντά στην περιοχή όπου ήταν το σπίτι της. Το είχε προσέξει και χθες, όταν έφτασε εκεί αλλά τότε δεν ήταν σίγουρος για την ιδιοκτήτρια του.
Τότε δεν είχε λόγο να πάει ως εκεί, αλλά σήμερα; Πήρε βαθιά ανάσα κι αυτό έφερε ένα νέο κύμα πόνου στο στήθος του αλλά το αγνόησε κι άρχισε να περπατάει ξανά, προσπαθώντας να μένει μακριά από τα μάτια των περαστικών.
Κι ήταν αυτή η συνειδητοποίηση πως τα είχε ξαναζήσει όλα αυτά που έκαναν τον πόνο ακόμη πιο δυνατό. Τότε ωστόσο δε βρισκόταν εδώ αλλά κάπου αλλού. Ήταν κι εκείνο το μέρος όμορφο, όπως και η γυναίκα εκείνη. Η ομορφιά της δεν ήταν σκληρή και δεν οφειλόταν αποκλειστικά στα χαρακτηρηστικά του προσώπου της αλλά πήγαζε από μέσα της. ΚΙ αυτό ήταν που τον είχε μαγέψει. Αυτό που τους είχε καταστρέψει και τους δυο, εκείνη ολοκληρωτικά.
Έφτασε μπροστά στον κήπο του σπιτιού της και κρύφτηκε εκεί. Κι όταν βγήκε την είδε. Ήταν τυληγμένη με μια κατάλευκη γούνα και φαινόταν βιαστική, ίσως και χαρούμενη. Πέρασε σχεδόν τόσο κοντά του που αν άπλωνε το χέρι θα την άγγιζε. Δεν το έκανε βέβαια, απλά την άφησε να φύγει και πήρε άλλη μια οδυνηρή ανάσα.
Πού να πήγαινε; Περπατούσε γρήγορα και τα χείλη της κινούνταν, σαν να μιλούσε σε κάποιον, μα μήπως σιγοτραγουδούσε; Θέλησε να την ακολουθήσει αλλά δεν κουνήθηκε, θέλησε να της μιλήσει αλλά την είδε να χάνεται από μπροστά του
Και τότε το μυαλό του άρχισε και πάλι να λειτουργεί κανονικά και κατάλαβε πως αν άρχιζε πάλι τα ίδια σύντομα θα έφευγε από εκεί, αν δηλαδή δενν του συνέβαινε τίποτα χειρότερο. Αναστέναξε προσπαθώντας να ηρεμήσει και πήρε αργά το δρόμο της επιστροφής.
Θα γύριζε στην εκκλησία κι αν δεν προέκυπτε κάποια δουλειά εκεί θα άκουγε λίγη μουσική και θα άρχιζε να γράφει τη συνέχεια σε κείνη την επιστολή που είχε αφήσει στο γραφείο του. Έπρεπε να τα γράψει όλα να τα κάνει βιβλίο μήπως κι έτσι εξαγνιζόταν, μήπως και έβρισκε τη λύτρωση, μήπως κι εκείνη έβρισκε και πάλι το δρόμο της κι επέστρεφε εκεί από όπου την είχε αρπάξει.
Δεν ήξερε αν θα τα εμπιστευόταν σε κάποιον τα χειρόγραφα όταν θα τέλειωνε μαζί τους, δεν ήξερε αν θα άντεχε να μοιραστεί τη ντροπή του με κάποιον, το μόνο που ήξερε ήταν πως όταν τέλειωνε μαζί τους αν δεν άλλαζε κάτι άμεσα στη ζωή του και το δικό του τέλος δε θα ήταν μακριά.
Θα έγραφε ως το βράδυ λοιπόν χωρίς διακοπή γιατί δεν ήξερε πόσο χρόνο είχε στη διάθεσή του και πόσα ψυχικά αποθέματα διέθετε. Κι αν ως τότε έμενε ικανοποιημένος με τον εαυτό του θα πήγαινε και πάλι στο λιμάνι. Με τη σκέψη αυτή, άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Αυγούστου 11, 2011

15.
Ο αλμπέρτο έριξε λίγες βιαστικές κλεφτές ματιές στο διάδρομο και μόνο όταν βεβαιώθηκε πως δεν τον παρακολουθούσε κανείς έχωσε το χέρι στην τσέπη του ρούχου του κι έβγαλε από μέσα με προσοχή ένα μικρό αντικείμενο τυληγμένο σε μια πετσέτα. Την ξετύληξε και βρέθηκε να κρατάει ένα κλειδί. Το στριφογύρισε για λίγο αναποφάσιστος στα χέρια του. Διχαζόταν ανάμεσα στην περιεργια και στη σύνεση, πάντα αυτά τα δυο τον παίδευαν με τη συνύπαρξή τους μέσα του. Από τότε που ήταν παιδί έμπλεκε στις πιο απίστευτες περιπέτειες ενώ την επόμενη στιγμή σκάλιζε προσευχές στους τοίχους του δωματίου του. Μα μήπως δεν ήταν ο συνδυασμός τους που τον είχε φέρει στη θέση που κατείχε σήμερα; Όργανο της εκκλησίας, πειθήνιο εκτελεστικό ή…
Τελικά του ξέφυγε ένας αναστεναγμός και με προσοχή έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά. Η πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως χωρίς τον παραμικρό ήχο κι εκείνος έβγαλε αργά τον αέρα από τα πνευμόνια του. Να που δεν ήταν και τόσο δύσκολο.
Μπήκε στο γραφείο και κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Το καταλάβαινε καλά πως δεν είχε στη διάθεσή του πολύ χρόνο. Λίγες μέρες αργότερα θα ερχόταν εκεί ο αντικαταστάτης του Ιγνάτιο. Γέλασε δυνατά με τη σκέψη αυτή. Κανείς δε θα τα κατάφερνε τόσο καλά όσο εκείνος, δεν υπήρχε αμφιβολία γι’αυτό. Κι ο ίδιος ο αΛμπέρτο αναγνώριζε τις μαγικές σχεδόν ικανότητες αυτού του ανθρώπου που τα κατάφερνε τόσο καλά σε τόσους πολλούς τομείς, από τις πολύπλοκες υποθέσεις της δουλειάς ως και την επικοινωνία με τους πιο ιδιόρυθμους ανθρώπους που αναζητούσαν λίγη ηρεμία κοντά στο θεό.
Άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω στο γραφείο παρατηρώντας τους αναρίθμητους τόμους των εκκλησιαστικών βιβλίων που στοιβάζονταν παντού στο χώρο. Ήταν βέβαιος πως ο Ιγνάτιο τα είχε διαβάσει όλα κάμποσες φορές και πως δεν είχε αρκεστεί μόνο σε αυτά. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον έβλεπε μέσα σε κάποιο μεγάλο βιβλιοπωλείο να χαζεύει τίτλους βιβλίων για ώρες.
Απομάκρυνε τη σκέψη προσπαθώντας να εστιάσει στο πρόβλημα που τον απασχολούσε. Είχε έρθει ως εδώ επειδή κάτι αναζητούσε, μα τι ακριβώς; Μια επιστολή. Ήξερε καλά πως ο Ιγνάτιο την είχε γράψει λίγο πριν την αναχώρησή του για το νησί. Χαμογέλασε βεβιασμένα, αν εκείνος δεν είχε μεσολαβήσει δε θα κέρδιζε ποτέ τη θέση αυτή αφού η παρουσία του εδώ ήταν απαραίτητη το λιγότερο. Ωστόσο αυτός ο Αλμπέρτο, ήταν φίλος και καταλάβαινε καλά τις ανάγκες του κληρικού. Κι όταν μάλιστα ταίριαζαν με τις δικές του…
Γονάτισε προσεκτικά μπροστά στη βιβλιοθήκη κι άρχισε να τραβά κάποιους τόμους που του φαίνονταν πιο πιθανές κρυψώνες. Η επιλογή τους γινόταν με βάση την προτεραιότητα που πίστευε πως θα τους έδινε ο ιγνάτιο.
Δεν ήταν καθόλου ανόητος ο αΛμπέρτο, ένιωθε πως αυτό που προσπαθούσε να ανακαλύψει δεν ήταν εύκολο κι ίσως να μην τα κατάφερνε ποτέ. Αλλά θα προσπαθούσε όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του. Έπρεπε να ανακαλύψει την κορυφή του μυστικού που βάραινε τον Ιγνάτιο για τόσα χρόνια, έπρεπε να μάθει την ταυτότητα εκείνης της γυναίκας. Κι όταν θα τη μάθαινε θα έβλεπε πως θα χρησιμοποιούσε την πληροφορία αυτή. Όχι πως ήθελε να τον καταστρέψει, κάθε άλλο μάλιστα. Κατανοούσε καλύτερα από πολλούς την ανάγκη του για λίγη ηρεμία… όχι πως τον έστειλε κατευθείαν σε αυτή…
Το ράφι είχε αδειάσει αλλά καμιά επιστολή δεν είχε βρεθεί. Άνοιγε ένα ένα τα βιβλία και τα αναποδογύριζε για να πέσει το χαρτί. Μα όσο περνούσε η ώρα τόσο περισσότερο πίστευε πως είχε ακολουθήσει τη σωστή οδό. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να πιάσει στα χέρια του το σωστό βιβλίο.
Κάποτε σηκώθηκε όρθιος τινάζοντας τη σκόνη από τα ρούχα του. Το μυαλό του είχε αρχίσει να δουλεύει πιο γρήγορα. Τι διάβαζε τον τελευταίο καιρό ο Ιγνάτιο, πως του άρεσε να περνάει τον ελεύθερο χρόνο του;
Αλήθεια… άγγιξε το μέτωπό του ευχαριστημένος ξαφνικά. Ήταν τόσο προβλέψιμος, είχε καθυστερήσει πολύ να το σκεφθεί
Η λύση στο πρόβλημα ήταν η μουσική. Ο Ιγνάτιο είχε πραγματικό πάθος με τα θρησκευτικά κομμάτια των πολύ περασμένων αιώνων. Αν είχε γράψει κάτι σαν αυτό που αναζητούσε δε θα το έκρυβε ποτέ μέσα στη βιογραφία κάποιου επιφανούς εκκλησιαστικού άνδρα. Η συνειδητοποίηση αυτή του έδωσε νέα δύναμη και σταματώντας να τινάζει τις σκόνες από πάνω του έστρεψε και πάλι το βλέμμα στα ράφια της βιβλιοθήκης. …
Βρήκε το ράφι που τον ενδιέφερε κι άρχισε να μελετά τους τίτλους, ιστορία της μουσικής του μεσαίωνα, Παλεστρίνα και αναβιώσεις της τέχνης της πολυφωνίας… όλα αυτά του φαίνονταν πολύ εξειδικευμένα κι αναρωτιόταν πως μπορούσε κάποιος που δεν ήταν μουσικολόγος να βγάλει κάποιο νόημα από αυτά.
Μια ματιά στο ρολόι του τον έκανε να βιαστεί, δεν ήθελε να τον ανακαλύψουν… άρπαξε στην τύχη έναν τόμο και χωρίς να προσέξει τον τίτλο τον αναποδογύρισε γρήγορα με την ευχή να έβρισκε επιτέλους αυτό που έψαχνε.
Το χαρτί γλίστρησε στο πάτωμα χωρίς ήχο κι εκείνος έμεινε να το κοιτάει για λίγο μην πιστεύοντας στην καλή του τύχη. Τελικά επέστρεψε τον τόμο πίσω στην αρχική του θέση κι έσκυψε να μαζέψει την επιστολή, διότι δεν είχε καμιά αμφιβολία πως επρόκειτο για το χαρτί που έψαχνε. Κι άλωστε μια πρώτη ματιά ήταν αρκετή για να φανεί πως δεν ήταν κάποια παρτιτούρα, αυτές μπορούσε να τις ξεχωρίσει κι ας μην τις καταλάβαινε.
Λίγες στιγμές αργότερα κλείδωνε το γραφείο του Ιγνάτιο και κατευθυνόταν με βήμα αδιάφορο προς το δικό του.
Μπήκε μέσα όσο πιο αδιάφορα μπορούσε χαιρετώντας την κοπέλα που έκανε τη δουλειά της σκυμμένη πάνω από ένα σωρό χαρτιά και κάθισε πίσω από το δικό του γραφείο. Δεν ήθελε να τραβήξει την προσοχή της αλλά ούτε και να τη διώξει. Αν το έκανε εκείνη θα το ανέφερε σε κάποια φίλη…
Έβγαλε την επιστολή του Ιγνάτιο κι άρχισε να διαβάζει αργά αργά κοιτώντας την κάθε τόσο.
Σιγά σιγά τα κομμάτια έμπαιναν στη θέση τους κι εκείνος εξηγούσε καλύτερα τη στάση του φίλου του αφού τώρα έβλεπε γιατί είχε αλλάξει χαρακτήρα.
Όσα διάβαζε τον συγκλόνιζαν κι ας μην το ομολογούσε. Ο ιγνάτιο διέθετε μια πολύ καλή και ισχυρή πένα, ικανή να αποτυπώνει την κάθε στιγμή που είχε ζήσει γλαφυρά και με ακρίβεια και δύναμη. Άλλοτε πάλι οι λέξεις γίνονταν πιο τρυφερές, ξεχείλιζαν σχεδόν από αγάπη, μα αυτό ήταν το λάθος του.
Δε μπόρεσε να μη δακρύσει λίγο πριν το τέλος, ίσως και να μην είχε καταλάβει σωστά… άρχισε να κουνά με δυσπιστία το κεφάλι του αλλά όταν κατάλαβε πως η κοπέλα είχε στρέψει τα μάτια της πάνω του βιάστηκε να γυρίσει στο διάβασμα.
Και τότε είδε επιτέλους αυτό που περίμενε, το όνομά της. Το διάβασε πολλές φορές για να βεβαιωθεί πως τα μάτια του δεν του έπαιζαν κανένα παιχνίδι. Την έλεγαν κάτια ντεσάντ.

Η άρπα της αμάντας

Αυγούστου 7, 2011

-Τι άλλο μένει λοιπόν;
-βιάζεσαι, ας είναι. Ο λόγος σου είναι μεστός, η ψυχή σου ακόμη αμόλυντη από τα πάθη που βάφουν κόκκινα τα μάγουλα των ανθρώπων. Γι’αυτό δε θα καθυστερήσουμε άλλο. Θα περάσουμε στην τελευταία και πιο σκληρή δοκιμασία. Είσαι έτοιμος; Ο πολεμιστής ετοιμάστηκε να απαντήσει μα εκείνη τη στιγμή ένας δυνατός παράξενος πόνος τον διαπέρασε. Κρέμασε γρήγορα το σπαθί στον ώμο τουκι έφερε τα χέρια στο στήθος του. Τα αφτιά του γέμισαν με τους ήχους μιας άγριας συμπλοκής. Προσπάθησε να τους ξεδιαλύνει και τελικά ξεχώρισε κάποιους. Μια γυναίκα έπαιρνε σύντομες κοφτές ανάσες δίνοντας εντολές σε μια άγνωστη γλώσα ενώ κάποιος άνδρας πάλευε να της ξεφύγει. Έσφιξε το στήθος του προσπαθώντας να εντοπίσει την αιτία του πόνου.
-Τι γίνεται εδώ, στρίλντα; Μίλησε προτού το καταλάβει. Η θεά απάντησε κι η δική της φωνή έμοιαζε να έρχεται από πολύ μακριά.
-προσπαθώ να κλέψω την ψυχή σου. Εγώ είμαι που μιλάω μέσα σου κι εσύ αυτός που προσπαθεί να με εμποδίσει. Μα μη σε ταράζει αυτό, αυτό ακριβώς θα έπρεπε να κάνεις, αυτή είναι η λογική αντίδραση ενός ελεύθερου ανθρώπου. Θα παλέψεις μαζί μου για ώρα πολύ, σταμάτα να προσπαθείς να εμποδίσεις τον εαυτό σου. Δεν έχει κανένα νόημα αυτό που κάνεις. Πες μου τι νιώθεις.
-νιώθω πόνο, δεν έχω ξανααιστανθεί κάτι τόσο απόλυτο. Η ανάσα μου κόβεται.
-γονάτισε πολεμιστή, τώρα. Άσε το σπαθί σου να πέσει στο έδαφος. Η θεά τον πλησίασε. Ο Μπρούνκαλ ξεκρέμασε το σπαθί και το ακούμπησε με προσοχή δίπλα του. Έπειτα γονάτισε πειθήνια. Αμέσως ένιωσε καλύτερα.
-Έτσι μπράβο, επιδοκίμασε η στρίλντα. Τα πας καλά, το ξαναλέω. Βλέπω πως η ψυχή σου είναι έτοιμη να μου παραδοθεί. Γι’αυτό αν έχεις κάτι να πεις κάνε το τώρα. Ο Μπρούνκαλ μίλησε με μια φωνή που ακουστηκε ξένη ακόμα και στον ίδιο.
-αφού γεννήθηκα γι’αυτόν ακριβώς το σκοπό δε θα σε εμποδίσω άλλο. Πάρε την ψυχή μου και φυλάκισέ τη στην άρπα σου. Μα πες μου πρώτα κάποια πράγματα, τι θα γίνει με το σώμα μου; Έχω παλέψει σκληρά γι’αυτό, δε θέλω να το χάσω.
-Μην ανησυχείς γι’αυτό, δε θα το χάσεις. Όσο η ψυχή σου θα κάνει το καθήκον της εγώ θα προστατεύω το σώμα σου από τη φθορά. Θα το κρατήσω εδώ, ώσπου να πετύχεις το σκοπό σου.
-Και ποιος ακριβώς είναι ο σκοπός μου; Ο πόνος στο στήθος του δυνάμωσε και πάλι κι ο πολεμιστής πίεσε το μέρος με την παλάμη του.
-τι νιώθεις; Ρώτησε η Στρίλντα αντί για άλλη απάντηση.
-νιώθω την πληγή να ανοίγει.
-Η ψυχή σου σε εγκαταλείπει. Τότε η φωνή του πολεμιστή δυνάμωσε ακόμη πιο πολύ.
-Πες μου το σκοπό μου θεά.
-πρέπει να με βοηθήσεις να αποκτήσω ξανά την παλιά μου αίγλη αλλά κυρίως τα δικαιώματα που μου στέρησε ο πατέρας των θεών. Αυτό θα το πετύχω αν πρώτα από όλα γίνω και πάλι βασίλισσα αυτού του κόσμου. Θα ξεκινήσω από το βασίλειο της πριγκίπισσας αμάντας, όπως ξέρεις. Θέλω να είσαι μέσα στην κάθε νότα που θα παίζει, να της μιλάς, να κλαίει και να γελάει μόνο όταν εσύ το επιθυμείς. Με καταλαβαίνεις;
-απόλυτα.
-Δε θα την αφήσεις να παντρευτεί κανέναν αν κι εκείνη βέβαια επιθυμήσει κάτι τέτοιο. θα την κάνεις να σε ερωτευθεί μέσα από την άρπα. Η φωνή σου θα είναι μαζί σου για να σε βοηθάει. Το ίδιο κι εγώ. Θα μιλάμε συχνά, κάθε φορά που θα χρειάζεται. Θα παλεύεις για μήνες. Αν τα καταφέρεις να την κάνεις να σε ερωτευθεί, θα σπάσω την άρπα και θα σου ξαναδώσω το σώμα σου για να ολοκληρώσεις το γάμο σας. Αν όχι… όλα θα έχουν τελειώσει για σένα αλλά θα σου ξαναδώσω και πάλι το σώμα σου μόνο για μια στιγμή, για να τη σκοτώσεις.
-γιατί;
-γιατί θα μου είναι πια άχρηστη.
-Κι εγώ τι θα απογίνω;
-θα παλεύεις να βγεις από την άρπα κι αν ποτέ το καταφέρεις, πράγμα για το οποίο αμφιβάλω, θα ψάξεις για νέο σώμα αφού εγώ θα έχω καταστρέψει αυτό που σε φιλοξενεί.
-Είσαι σκληρή.
-Σε περιμένει η δόξα ωστόσο αν τα καταφέρεις. Θα γίνεις βασιλιάς αυτού του τόπου, τουλάχιστον για λίγο. Αυτό θα το δούμε αν έρθει εκείνη η ώρα. Μα ουσιαστικά δε θα κυβερνάς εσύ αλλά εγώ. Τι λες, δεν αξίζει τον κόπο να δοκιμάσεις;
-αξίζει. Πάρε την ψυχή μου για να λυτρωθώ από τον πόνο και να ξεκινήσω την προσπάθεια. Πόσο χρόνο έχω;
-Ο χρόνος δε μετράει το ίδιο για εμάς τους δυο πολεμιστή. Μα σου μένουν κάποιοι μήνες. Θα εξαρτηθεί από τον κύκλο της αγάπης. Και τώρα κοιμίσου, σε αποδεσμεύω από την ψυχή και το πνεύμα σου. Ο Μπρούνκαλ βρέθηκε ξαπλωμένος στο πάτωμα.
Η ραλκ μπήκε στη σπηλιά προσπαθώντας να προσανατολισθεί. Ο χώρος ήταν πολύ περιορισμένος. Άρχισε να κοιτά το πλήθος των βράχων που την περικύκλωναν. Ήταν σε διάφορα σχήματα και χρώματα και τους πιο πολλούς δεν τους είχε ξαναδεί ποτέ. Τα τοιχώματα της σπηλιάς ήταν καλυμμένα με διάφορα παράξενα σύμβολα τα οποία της ήταν επίσης άγνωστα. Όταν κατάλαβε πως δε θα έβγαζε κάποια άκρη από αυτά τράβηξε τα μάτια της από πάνω τους και επικαλούμενη τις δυνάμεις της προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Το πέτυχε πολύ εύκολα, πιο εύκολα από κάθε άλλη φορά κι αυτό την ικανοποίησε. Ο πρώτος με τον οποίο θέλησε να επικοινωνήσει ήταν η μεγάλη μητέρα. Άρχισε να της στέλνει μηνύματα ζητώντας της βοήθια. Εκείνη δεν άργησε να ανταποκριθεί.
-πΟύ είσαι κόρη μου; Νιώθεις καλά; Νιώθω την άβρα σου πολύ κοντά μου.
-είμαι καλά, μητέρα, μα νομίζω πως χάθηκα.
-Τι θέλεις να πεις;
-θέλησα να ξεκουραστώ για λίγο και βούτηξα σε ένα ποτάμι. Το νερό ήταν υπέροχο και ξαφνικά έφτασε ως εμένα η φωνή του δάλκιρ.
-Τον εντόπισες κι εσύ;
-Γιατί ποιος άλλος; Εγώ τον έχασα την επόμενη στιγμή. Μου φώναξε κάτι αλλά ο άνεμος το πήρε μακριά. Άρχισα να κατευθύνομαι προς τα εκεί από όπου νόμιζα πως ερχόταν η φωνή αλλά την έχασα κι αυτή.
-Και τώρα πού είσαι;
-δεν ξέρω ακριβώς. Μπήκα σε μια παράξενη σπηλιά γεμάτη σύμβολα και πολύχρωμους βράχους.
Όταν μίλησε η μεγάλη μητέρα η ραλκ την ένιωσε ανήσυχη.
-Μπορείς να ξεχωρίσεις κάποιο από τα σύμβολα;
-όχι, μητέρα, φοβάμαι πως δε μπορώ.
-σε παρακαλώ, προσπάθησε.
-δεν ξεχωρίζω τίποτα. Έχουν σχέδια σε κάθε γωνιά μα δεν τα καταλαβαίνω. Γιατί ανησυχείς; Αν ήμουν σε κάποιο επικίνδυνο μέρος δε θα έχανα τις δυνάμεις μου;
-είσαι στο πιο επικίνδυνο μέρος που θα μπορούσες να βρεθείς. Μόνο από την παράδοση και τους θρύλλους το ξέρουμε όλοι, κι εμείς και οι άνθρωποι.
-μη με τρομάζεις, σε παρακαλώ.
-Δεν είναι αυτός ο σκοπός μου μα θα πρέπει να σε κανω να δεις την κρισιμότητα της κατάστασης. Η σπηλιά αυτή είναι το όριο ανάμεσα στους τρεις κόσμους. Διαθέτει τρεις θύρες, η μια σε βγάζει στον κόσμο των ανθρώπων, η άλλη στον κόσμο των θεών και η Τρίτη σε πάει κατευθείαν στο θάνατο. Η ραλκ τη διέκοψε τρελή από φόβο.
-Πού δηλαδή;
-στο κρυστάλινο παλάτι της στρίλντα. Εκεί όπου είναι τώρα κι ο αγαπημένος σου Δάλκιρ.
-Λες να τον σκότωσε;
-όχι, είναι ζωντανός. Επικοινώνησε μαζί του η δάρκα. Δηλαδή τον είδε, δε νομίζω πως την αντιλήφθηκε.
-είναι καλά;
-Ναι, ξέχνα το αυτό για λίγο. Πρέπει να δούμε τι θα κάνεις εσύ τώρα. Θα βρεις έναν τρόπο να αποκρυπτογραφήσεις τα σύμβολα που οδηγούν στις θύρες.
-Πώς;
-Αυτό δεν το ξέρω. Σκέψου, σε παρακαλώ. Σκέψου, δεν έχεις χρόνο. ΟΙ δυνάμεις σου θα αρχίσουν να σε εγκαταλείπουν σε λίγο. Πρέπει να καταλάβεις πως αυτή τη στιγμή βρίσκεσαι στο κενό.

Η άρπα της Αμάντας

Ιουλίου 23, 2011

Η αμάντα ξύπνησε πολύ νωρίτερα από ό,τι συνήθιζε και μάλιστα χωρίς τη βοήθια της πιστής της υπηρέτριας. Τεντώθηκε στο κρεβάτι διαπιστώνοντας με έκπληξη πως ένιωθε εντελώς ξεκούραστη, σχεδόν ανανεωμένη. Η θλίψη για το θάνατο του πατέρα της εξακολουθούσε να τη μαστιγώνει αλλά ο νους της ήταν εξαιρετικά καθαρός κι έτοιμος να δεχθεί τις νέες πληροφορίες που προόριζε γι’αυτή ο Κραντ. Πέταξε τα σκεπάσματα αποφασιστικά και μπήκε στο λουτρό χωρίς να καλέσει τη ραλτίνα. Αυτή την ώρα σίγουρα θα κοιμόταν ακόμα. Κι άλωστε ήθελε να μείνει μόνη και να συγκεντρωθεί για το μάθημα. Καθώς άλειφε το σωμα της με κάποιο πλούσιο και μυρωδάτο λάδι που είχε το άρωμα ενός σπάνιου φρούτου αναρωτήθηκε αν η δασκάλα της μουσικής θα επέστρεφε εκείνη τη μέρα κι αν θα της έφερνε την πρώτη της άρπα. Η σκέψη τη γέμισε ενοχές κι έτσι βιάστηκε να τη διώξει μακριά. Πόσο καλά ένιωθε, πόσο γαλήνια. Σαν κάποιος να είχε κάνει κάποιο μαγικό ξόρκι. Λίγο αργότερα βγήκε από το λουτρό κι άρχισε να σκουπίζεται βιαστικά. Δεν ήθελε να αργήσει στο πρώτο της ραντεβού με τον Κραντ, δεν του άξιζε σίγουρα κάτι τέτοιο. Ήξερε πως θα την περίμενε αδιαμαρτύρητα αλλά δεν υπήρχε λόγος για ανόητες καθυστερήσεις και κλάματα. Άλωστε είχε γεννηθεί για να γίνει βασίλισσα, δεν της επιτρέπονταν τέτοια πράγματα. Κι άλωστε το βράδυ της ίδιας μέρας θα συναντούσε τη ραντ, μαζί με τη ραλτίνα, κι εκείνη θα την καθοδηγούσε με τον καλύτερο τρόπο για τις μετέπειτα κινήσεις της. Ήθελε να νιώθει ψυχικά και σωματικά έτοιμη γι’αυτό, τη μέρα της στέψης της.
Η δάρκα σταμάτησε να πετάει αόρατη βέβαια πάνω από το κεφάλι της πριγκίπισσας. Είχε γλιστρήσει στο παλάτι με το πρώτο φως του ήλιου. Αυτή ήταν η αγαπημένη της ώρα. Είχε καθίσει πάνω στα μαλλιά της πριγκίπισσας για ώρα πολλή, όσο εκείνη κοιμόταν, προσπαθώντας να γαληνέψει τον ύπνο της και να διώξει τα ταραγμένα όνειρα που χόρευαν αγκαλιασμένα γύρω από το κεφάλι της. Δεν είχαν καμιά δουλειά εκεί. Μόνο όταν η Αμάντα άνοιξε τα μάτια της την εγκατέλειψε η δάρκα για να αρχίσει την περιήγησή της στο μεγάλο παλάτι. Καταλάβαινε πως έπρεπε να το γνωρίσει καλύτερα, για να μπορεί να την ακολουθεί με ευκολία υπηρετώντας την με τον καλύτερο τρόπο. Είχε αρχίσει ήδη να συμπαθεί την πριγκίπισσα, της φαινόταν τόσο απροστατευτη εκείνη την ώρα του ύπνου. Δε θα άφηνε να της συμβεί κανένα κακό. Ήταν αλήθεια πως ένιωθε ήδη εξαντλημένη από τη μάχη της με τους εφιάλτες αλλά αυτό δε θα τη σταματούσε από τη δουλειά της. Έτσι, όσο η Αμάντα ετοιμαζόταν, εκείνη κατευθυνόταν προς τη μεγάλη βιβλιοθήκη. Εκεί θα την περίμενε και ίσως να ξεκουραζόταν και λίγο.
Ο Κραντ βρισκόταν ήδη στη μεγάλη βιβλιοθήκη, προτού καλά καλά ανοίξει τα μάτια της η πριγκίπισσα για ν’αντικρύσει την καινούρια μέρα. Δεν είχε κλείσει μάτι εκείνη τη νύχτα αναλογιζόμενος τα νέα του καθήκοντα. Προσπαθούσε να ξεδιαλέξει όλα όσα θα της ήταν απαραίτητα για τη νέα της αρχή. Γνώριζε καλά πόσο έξυπνη ήταν κι ήθελε να εκμεταλευθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την έφεσή της στη γνώση. Βέβαια οι μέρες που είχαν στη διάθεσή τους κάθε άλλο παρά αρκετές ήταν αλλά αυτό δεν τον στενοχωρούσε καθόλου. Αν η πριγκίπισσα το επιθυμούσε θα μπορούσαν να συνεχίσουν τα μαθήματα και μετά τη στέψη, ακόμα και κρυφά αν η ίδια δεν επιθυμούσε να μαθευτεί. Μα είχαν καιρό γι’αυτά. Τώρα προείχαν άλλά, πιο σπουδαία.
Κάθισε σε έναν καναπέ και τράβηξε μπροστά του μια μεγάλη στίβα από τυληγμένα χαρτιά. Εκείνη τη μέρα θα μιλούσαν για ιστορία και διπλωματία. Σίγουρα η Αμάντα θα θυμόταν κάποια βασικά πράγματα γύρω από την ιστορία του λαού της και το τυπικό του βασιλείου, κι ας ισχυριζόταν το αντίθετο. Δε μπορεί να τα είχε διαγράψει όλα για χάρη της τέχνης της θεάς άραλ!
Η πόρτα άνοιξε αθόρυβα και η κοπέλα μπήκε μέσα ορμητικά. Δε χρειάστηκε να την κοιτάξει για πολύ για να διαπιστώσει πως τα χειρότερα είχαν περάσει.
-καλημέρα κραντ, τον πλησίασε βιαστικά για να καθίσει απέναντί του.
-Καλημέρα, πριγκίπισσα Αμάντα, αποκρίθηκεχαμογελώντας της. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε και πάλι εκείννο τον καταραμένο πόνο στο κεφάλι του αλλά ορκίστηκε σιωπηρά πως θα τον αγνοούσε. Δε θα άφηνε τίποτα και κανέναν να τον αποσπάσει από το έργο του.
-Κοιμήθηκες καλά;
-όσο παράδοξο κι αν ακουστεί, ξεκουράστηκα. Κάθε φορά που ξυπνούσα έφερνα στο νου μου την τωρινή δυσάρεστη κατάσταση μα ο ύπνος δεν αργούσε να έρθει και πάλι.
-Ωραία, καλό είναι αυτό. Θα χρειαστείς όλες σου τις πνευματικές δυνάμεις σήμερα. Λοιπόν, είσαι έτοιμη να αρχίσουμε;
-ναι, Κραντ, σε ακούω.
Η Δάρκα την πλησίασε και πάλι, κουρνιάζοντας ανάμεσα στα μακριά της μαλλιά.
Η Στρίλντα κι ο μπρούνκαλ μπήκαν σε ένα μικρό, πολύ μικρο δωμάτιο, κι εκείνη κλείδωσε πίσω της την πόρτα. Ο πολεμιστής άρχισε να παρατηρεί το χώρο με μάτια άπληστα. ΟΙ τοίχοι ήταν στρογγυλοί, καμωμένοι από ένα υπέροχο πανάκριβο γυαλί, μέσα από το οποίο μπορούσε να δει καθαρά τον εαυτό του. Η Στρίλντα τον περιεργαζόταν σχεδόν ξεδιάντροπα όσο εκείνος παρατηρούσε τον αλλόκοτο χώρο.
-μα πού είμαστε, θεά Στρίλντα; Ρώτησε ύστερα από λίγο, σαν είδε πάνω του το βλέμμα της.
-σε καλωσορίζω στο δωμάτιο των ψυχών, αποκρίθηκε ατάραχη εκείνη. Τους βλέπεις αυτούς εκεί τους καθρέφτες; Εκείνος έγνεψε καταφατικά για να την αφήσει να συνεχίσει.
-Αντανακλούν την ίδια σου την ψυχή. Όση ώρα θα μιλάμε εγώ θα ερευνώ μέσα της για να βεβαιωθώ πως είναι έτοιμη να κανει ό,τι την προστάξω και πως δε δειλιάζει μπροστά σε τίποτα. Ένα ρίγος άρχισε να διαπερνά το Μπρούνκαλ αλλά κατόρθωσε πολύ γρήγορα να επιβληθεί στον εαυτό του.
-Μπράβο, εξακολούθησε η θεά, διαθέτεις μεγάλη πειθαρχία βλέπω κι αυτό είναι ένα πολύ καλό σημάδι.
Κάνω ό,τι μπορώ, αποκρίθηκε εκείνος ψύχραιμα. Κι άλωστε έχω εκπαιδευθεί γι’αυτό.
-σωστά, μίλησέ μου λοιπόν λίγο για την εκπαίδευσή σου!
-από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, άρχισε ο μπρούνκαλ, ήμουν μ’ένα σπαθί στο χέρι. Πάλευα να το δαμάσω για να μου αποκαλύψει όλα του τα μυστικά κι αυτό δεν ήταν εύκολο γιατί κάθε φορά που κατακτούσα μια κορυφή, ο εκπαιδευτής μου πρόσθετε στο όπλο άλλον ένα μαγικό λίθο. Και τότε γινόμουν εντελώς ανίσχυρος μπροστά του κι εκείνο έμοιαζε να με κοροιδεύει. Αυτό δε μου άρεσε κι άρχισα να σκέφτομαι τι να κάνω για να εξολοθρεύσω τους λίθους. Ίσως το βρεις παιδιάστικο αλλά για πολλές νύχτες πάλευα να τους ξεριζώσω από το όπλο. Δε σταματούσα ακόμη κι όταν τα δάχτυλά μου καίγονταν από μια παράξενη δυνατή κι άσβεστη φωτιά. Κάποτε δεν άντεξα τον πόνο κι έτρεξα με την ανάσα κομμένη στον εκπαιδευτή μου. Εκείνος έσβησε τις φλόγες και θεράπευσε τα χέρια μου εξηγώντας μου πως δεν έφτανε η τέχνη του σπαθιού για να ολοκληρωθώ σαν πολεμιστής. Έτσι άρχισε να μου αποκαλύπτει ένα ένα τα μυστικά της αυτοίασης, της σύνεσης και φυσικά της μαγείας. Αυτό το τελευταίο με δυσκόλευε πολύ στην αρχή. Βλέπεις δε μπορούσα να προφέρω καλά τα ξόρκια. Αλλά με τον καιρό το συνήθισα κι αυτό.
-πΟλύ καλά, βλέπω πως όσα λες είναι αλήθεια. Συνέχισε όμως, τι άλλο περιελάμβανε η εκπαίδευσή σου;
-Όταν έφτασα σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο άρχισα να γυμνάζω το σώμα μου με διάφορους τρόπους. Η ξιφομαχία μου άρεσε, κι όσο για το τόξο έγινα αμέσως ένα μαζί του. Το κάθε βέλος καθοδηγούνταν από τη σκέψη μου, δεν αστοχούσα ποτέ.
-Και με τον έρωτα, πώς τα πήγαινες; Ο Μπρούνκαλ μίλησε την επόμενη στιγμή χωρίς φόβο.
-Τον έρωτα τον γνωρίζω μόνο μέσα από όσα έχω διαβάσει στη σύντομη ζωή μου. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που δίνει χρώμα στη ζωή των ανθρώπων και τι είναι αυτό που τους την παίρνει πίσω.
-τότε είσαι πραγματικά ευτυχισμένος ακόμη, είπε η στρίλντα γελώντας. Κι αυτό επίσης μου αρέσει σε εσένα. Νομίζω πως για την ώρα είσαι εντάξει. Μα δεν έχουμε τελειώσει ακόμη.

Σεμίρα

Ιουλίου 22, 2011

Κεφάλαιο όγδοο
-είστε πλέον σύζυγοι. εύχομαι ο γάμος σας να είναι ευτυχισμένος και η ένωσή σας τέλεια.
Ο αρχιερέας τους έσφιξε τα χέρια.
Ο Αρντάν ανταπέδωσε τη χειραψία θερμά αλλά το χέρι της Βάλμα έσφιξε πολύ χαλαρά το δικό του. Είχε πάψει να ακούει τα λόγια του από ώρα. Το μόνο που είχε στο νου της ήταν πως τα είχε επιτέλους καταφέρει κι ο δρόμος για την ευτυχία της ήταν πια ανοιχτός.
Ο αρντάν της έριξε μια σύντομη αλλά διαπεραστική ματιά κι εκείνη συνήλθε. Ήταν η ώρα να αρχίσουν να δέχονται συγχαριτήρια.
Του ανταπέδωσε το βλέμμα κι έπειτα τον έπιασε από το μπράτσο και πήγαν να σταθούν και πάλι ακριβώς στο κέντρο της αίθουσας.
-θα είσαι εντάξει αν σε αφήσω μόνη; Ο βασιλιάς τράβηξε το χέρι του από τονώμο της ράνα.
Εκείνη τίναξε τα αρωματισμένα μαλλιά της. Το πρόσωπό της ήταν γαλήνιο από ώρα αλλά όσοι την ήξεραν καλά καταλάβαιναν την τρικυμία που την τάραζε.
Έκανε ένα βήμα μπροστά για να επιτρέψει στο βασιλιά να αρχίσει να περπατάει.
-μην ανησυχείς για μένα. Θα πάω στη βασίλισσα αμέσως. Ξέρω πως δεν της αρέσει η μοναξιά.
Εκείνος γύρισε να τη δει.
-Μα δε θα μείνεις για τη δεξίωση;
Η ράνα έφερε το χέρι στη βάση του λαιμού της.
-Το κρίνεις αναγκαίο;
-βέβαια. Μείνε μόλις λίγα λεπτά αν θέλεις κι έπειτα βρες έναν τρόπο να αποχωρήσεις διακριτικά.
-εντάξει. Η φωνή της ακούστηκε γεμάτη απογοήτευση.
-Ξέρεις πως η απουσία σου θα σχολιασθεί αρνητικά, οι κυρίες θα σε αναζητούν κι αν δε σε δουν…
-εντάξει, κατάλαβα. Θα είμαι εκεί. Μα να μη σε καθυστερώ, πήγαινε να συγχαρείς το ζευγάρι, όλοι εσένα περιμένουν. Κοίτα πόσος κόσμος έχει μαζευθεί εκεί! Έδειξε το συνοστισμό κι ο βασιλιάς κούνησε το κεφάλι.
-έχεις δίκιο, λοιπόν, θα σεδω σύντομα.
Άρχισε να περπατάει βιαστικά αλλά μεγαλόπρεπα χαιρετώντας με το κεφάλι τους ανώτερους αξιωματούχους που στέκονταν όρθιοι κοντά του μαζί με τις οικογένειές τους.
Λίγο αργότερα έφτασε μπροστά στο ζευγάρι. Κανείς άλλος δεν ήταν δίπλα τους αφού όλοι περίμεναν να κάνει εκείνος την αρχή.
-εύχομαι βίον ανθόσπαρτον. Το χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του καθώς τους άπλωνε το δεξί του χέρι.
Ο Αρντάν το έπιασε πρώτος και το έσφιξε με δύναμη. Ωστόσο τα μάτια του ήταν παγωμένα, αφού ο φόβος έκανε ξανά την εμφάνισή του. Τα λόγια του βασιλιά και το μαχαίρι δεν είχαν φύγει λεπτό από το νου του, μόνο που κατά τη διάρκεια της τελετής είχαν θολώσει.
-Η γυναίκα σου είναι πανέμορφη, αρντάν, πιστεύω πως είναι κι εξίσου έξυπνη. Εύχομαι να σου είναι πάντα πιστή κι αφοσιωμένη.
Ο βασιλιάς εξακολουθώντας να χαμογελάει άφησε το χέρι του αρχιδικαστή χωρίς να πει τίποτα άλλο κι έκανε ένα βήμα μπροστά, για να βρεθεί λίγο πιο κοντά στη βάλμα.
Εκείνη κάρφωσε πάνω του τα βαμμένα μάτια της. Το βλέμμα αυτό ήταν σκληρό διαπεραστικό γεμάτο πρόκληση. Κι εκείνος το κατάλαβε κι ένιωσε ένα έντονο ρίγος, το οποίο κατόρθωσε να κρύψει.
-έκανες πολύ καλή επιλογή, Βάλμα. Ο αρντάν είναι ένας υπέροχος άνθρωπος, γεμάτος χαρίσματα. Νομίζω πως συναγωνίζεστε ο ένας τον άλλο. Η δική σου ομορφια, που θα στολίζει από σήμερα αυτό το παλάτι, θα είναι πλάι στη δική του εξυπνάδα.
Η βάλμα τράβηξε το βλέμμα της από πάνω του και το κάρφωσε και πάλι στον άνδρα της. Τώρα τα μάτια της ήταν γεμάτα αγάπη και χαρά.
-σας ευχαριστώ πολύ για τα λόγια σας, χαίρομαι τόσο πολύ που ανήκω από σήμερα σε τούτο το παλάτι! Θα κάνω ό,τι μπορώ για να ανταποκριθώ στα καθήκοντά μου. Είμαι πολύ ευτυχισμένη που με διάλεξε ο αρντάν, δε νομίζω πως υπάρχει πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο αυτό.
-Θα σας δω στη δεξίωση και τους δυο. Δε θέλω να κάνω κατάχρηση του χρόνου σας. Φροντίστε να περάσετε όσο καλύτερα γίνεται απόψε.
Ο βασιλιάς άρχισε να απομακρύνεται. Τα μάτια της γυναίκας στράφηκαν πάλι προς το μέρος του, μόνο για μια στιγμή. Την επόμενη το βλέμμα της προσηλώθηκε στο πρόσωπο του άνδρα της που είχε αρχίσει να κοιτά προς την κατεύθυνση που ήταν στραμμένα τα μάτια της.
Η ράνα τους παρακολουθούσε διακριτικά αξιολογώντας τη νύφη και παλεύοντας να ελέγξει τα συναισθήματά της. Έπρεπε να είναι έτοιμη όταν ερχόταν η σειρά της. Και ήταν πράγματι. Τους έσφιξε δυνατά τα χέρια χαμογελώντας τους αστραφτερά και μιλώντας τους με μια παράξενη οικειότητα που ξάφνιασε τη Βάλμα. Σημείωσε νοερά να κάνει μερικές ερωτήσεις για κείνη στον άνδρα της όταν θα έμεναν μόνοι.
-Θα χαρώ να γνωρίσω τη βασίλισσα, της είπε διερευνητικά την ώρα που εκείνη ετοιμαζόταν να απομακρυνθεί.
-θα ήθελε πολύ κι εκείνη να βρίσκεται μαζί μας τώρα, πιστέψτε με. Ωστόσο είναι αναγκασμένη να μείνει στο κρεβάτι για λίγες μέρες. Θα την επισκεφθούμε αύριο, αν το θέλετε.
Η Βάλμα προσπάθησε να κρύψει τη χαρά της, ή τουλάχιστον να τη μετριάσει. Ήξερε πως δεν έπρεπε να εκδηλώνει έντονα τα συναισθήματά της εδώ. Έτσι αρκέστηκε να πει πως θα την περίμενε να έρθει να την πάρει το επόμενο πρωί.
Όταν η ράνα χάθηκε από τα μάτια τους η προσοχή της αποσπάστηκε από την έκφραση του αΡντάν. Φαινόταν έντονα προβληματισμένος.
-Συμβαίνει κάτι, αγάπη μου; Μίλησε τόσο σιγά που μόνο εκείνος την άκουσε.
-όχι, γλυκιά μου, μην ανησυχείς. Σκεφτόμουν απλά τη βασίλισσα.
-Ξέρεις τι έχεις;
-όχι αλλά θα μάθω.
Τη συζήτηση διέκοψε η Κάρλα, η αρχιμουσικός του παλατιού.
Τους μίλησε εγκάρδια και για κάποιο άγνωστο λόγο η Βάλμα τη συμπάθησε σχεδόν αμέσως.
-ελπίζω πως θα έχουμε το χρόνο να μιλήσουμε ξανά στη δεξίωση.
Η γυναίκα κούνησε με ένταση το κεφάλι.
-Χωρίς αμφιβολία. Θα το κάνουμε όποτε το θελήσετε, θα είμαι εκεί.
-εντάξει, θα σε περιμένουμε.
Η Βάλμα στράφηκε στην επόμενη γυναίκα που στεκόταν πίσω από την Κάρλα ενώ εκείνη άρχιζε να περπατάει γρήγορα.

Ο Σέλμοντ άρχισε να κουνάει με δύναμη τη Σεμίρα που έκλαιγε δυνατά ουρλιάζοντας. Ήταν καθισμένοι στο κρεβάτι της τις τελευταίες ώρες.
Εκείνη κοιμόταν ακουμπώντας στον ώμο του ενώ αυτός την παρηγορούσε χαιδεύοντάς της τα μαλλιά.
Όταν τελικά άνοιξε τα μάτια της εξακολουθούσε να τρέμει αλλά η ένταση της φωνής της είχε μειωθεί αισθητά.
-σε παρακαλώ, κορίτσι μου, ησύχασε. Δεν πρέπει να ταράζεσαι τόσο εξαιτίας ενός ονείρου.
Την ανασήκωσε και την κάθισε στην αγκαλιά του.
Εκείνη τύληξε τα χέρια της γύρω του προσπαθώντας να ηρεμήσει.
-Σέλμοντ, η μαμά μου…
-Μην το σκέφτεσαι τώρα, θέλω να ησυχάσεις. Αν συνεχίσεις έτσι πολύ σύντομα θα πρέπει να δεις κι εσύ κάποιο γιατρό, θα αρρωστήσεις.
-Μα δεν…
-Τι ήταν αυτό που ονειρευόσουν και σε τάραξε τόσο; Είχε σχέση με εκείνη;
-Όχι, έβλεπα πως με κηνυγούσε κάποιος άνδρας.
Τα χέρια του Σέλμοντ τηλήχτηκαν πιο σφιχτά γύρω της.
-αΛήθεια; Ποιος; Η φωνή του χρωματίστηκε ανεπαίσθητα από μια νότα ευθυμίας που εξανεμίστηκε πολύ γρήγορα.
-δεν ξέρω, δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ, ξύπνια ή κοιμισμένη.
-Πώς ήταν; Της ανασήκωσε λίγο το πηγούνι.
-δε θυμάμαι, πιο μεγάλος από εσένα, επιβλητικός… Δεν ξέρω…
-Ξέχνα το, είσαι κουρασμένη. Θα σε φροντίσω εγώ και θα κοιμηθείς γαλήνια.
Κρατώντας την πάντα ξάπλωσε στο κρεβάτι τραβώντας πάνω τους τα σκεπάσματα.
Σιγά σιγά εκείνη άρχισε να νιώθει καλύτερα και η ανάσα της έγινε πιο ήρεμη.
-για πες μου, μικρή, μήπως μου τα είπες όλα αυτά επειδή θέλεις μια καλή δικαιολογία για να με αφήσεις και να φύγεις;
Η σεμίρα στριφογύρισε ξαφνιασμένη.
-τι είναι αυτά που λες; Δεν πιστεύω να…
Η φωνή της γέμισε και πάλι τρόμο.
Ο σέλμοντ πίεσε το χέρι του στα χείλη της.
-αστειευόμουν, και μάλλον δεν έκανα καλά. Αυτή δεν ήταν η σωστή στιγμή για κάτι τέτοιο. Σε αγαπώ πολύ, σεμίρα, από εδώ και στο εξής δε θα σε αφήσω στιγμή. Θα σου αφιερώσω το κάθε μου λεπτό, τη ζωή μου ολόκληρη. Θα σε προστατεύω, θα σε αγαπάω και θα σε φροντίζω, αρκεί να το θέλεις πάντα όσο κι εγώ. Κανείς δε θα σε πειράξει, σου το υπόσχομαι.
Εκείνη κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του.
-ναι, το θέλω αυτό, κι εγώ σε αγαπάω, Σέλμοντ.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Ιουνίου 27, 2011

14.
Ο Ιγνάτιο ξύπνησε πολύ νωρίτερα από ό,τι συνήθιζε. Στην πραγματικότητα δεν είχε κοιμηθεί και πολύ. Τα όνειρά του ήταν ταραγμένα αν και είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι νιώθοντας υπέροχα αφού είχε γνωρίσει ένα σπάνιο πλάσμα. Ξύπνησε με τη σκέψη της μέριλιν μέσα στη βαθιά νύχτα αλλά ακόμη κι αυτή δεν ήταν αρκετή για να τον κάνει να νιώσει καλά. Ξαφνικά ένιωθε μια έντονη δυσφορία, σηκώθηκε από το κρεβάτι παλεύοντας να ηρεμήσει και να ξαναβρεί την ανάσα του. Χρειάστηκε να περάσουν ώρες για να αποκτήσει η αναπνοή του το φυσιολογικό της ρυθμό. Και τότε, είχε βάλει ξανά να παίζει το αγαπημένο του θρησκευτικό κομμάτι κι είχε ξαπλώσει πάλι στο κρεβάτι του. Κι ο ύπνος ήρθε και πάλι, σύντομος αλλά ευεργετικός.
Εκείνο το πρωί λοιπόν ένιωθε έναν ελαφρύ πόνο στο στήθος του αλλά έκανε ό,τι μπορούσε για να τον παραβλέψει. Ντύθηκε και μπήκε στον κυρίως χώρο της εκκλησίας. Είχε δουλειές να κάνει. Άρχισε να καθαρίζει μια μια τις εικόνες αγγίζοντάς τες πολύ προσεκτικά. Αυτή η καθημερινή ιεροτελεστία του έκανε πάντα καλό. Ηρεμούσε κι έβρισκε λύσεις για τα δικά του προβλήματα και των άλλων. Δεν το είχε πει σε κανέναν αλλά αντλούσε κάποιου είδους δύναμη από το άγγιγμα των εικόνων. Δεν ήταν μόνο το θρησκευτικό κομμάτι, αυτό ήταν δεδομένο, μα υπήρχε και κάτι άλλο, κάτι που δε μπορούσε εύκολα να εξηγήσει.
Αλήθεια, σε ποιον θα μπορούσε να το πει και να το κατανοήσει; Ίσως σε κείνη… σταμάτησε να καθαρίζει μια χρυσή εικόνα για να συνεχίσει απερίσπαστος τη σκέψη του. Θα τον καταλάβαινε άραγε εκείνη; Να άξιζε άραγε η προσπάθια; Η σκέψη διακόπηκε από τον ήχο της εξώπορτας που άνοιγε.
Ο Ιγνάτιο αναστέναξε και στράφηκε να δει αυτόν που έμπαινε. Ήταν ώρα να γνωρίσει κάποιον πιστό ακόμη.
Χαμογέλασε έκπληκτος βλέποντας ένα νέο ζευγάρι να μπαίνει στην εκκλησία. Ο άνδρας κρατούσε την κοπέλα από το χέρι. Ήταν όμορφη, με κόκκινα κοντά μαλλιά. Μόνο που έδειχνε κάπως θλιμμένη, εκτός κι αν ήταν μια αόριστη εντύπωση.
Τους πλησίασε βιαστικά και τους μίλησε με το γνωστό και κάπως επίσημο τόνο που είχε για αυτές τις περιστάσεις.
-καλωσορίσατε
Εκείνοι τον κοίταξαν παραξενεμένοι.
Αλλά τελικά μίλησε ο άνδρας πρώτος και για τους δυο.
-Καλώς σε βρήκαμε.
Η κοπέλα του χαμογέλασε κι εκείνη δειλά.
-ελάτε, μη στέκεστε. Με λένε Ιγνάτιο. Εκείνοι μπήκαν κοιτώντας ο ένας τον άλλον. Τότε κατάλαβε πως η κοπέλα δεν ήταν θλιμμένη αλλά άρρωστη. Τα χαρακτηρηστικα του προσώπου της ήταν τραβηγμένα και φανέρωναν πόνο. Ο νέος άνδρας που εξακολουθούσε να την κρατάει από το χέρι την οδήγησε μπροστά από την εικόνα που καθάριζε λίγα λεπτά πριν.
-πότε φτάσατε; Η φωνή του ήταν βαθιά, ευγενική και κουρασμένη.
Ο Ιγνάτιο τους πλησίασε κρατώντας ωστόσο μια διακριτική απόσταση.
-Χθες, είμαι καινούριος. Εσείς; Μένετε εδώ;
-ναι, παντρευτήκαμε πριν λίγους μήνες αλλά αμέσως μετά το γάμο φύγαμε για ένα ταξίδι στην Ευρώπη και γυρίσαμε μόλις πριν δυο ώρες. Η Σολ μου ζήτησε να έρθουμε, της κάνει καλό. Έσκυψε και χάιδεψε τα μαλλιά της γυναίκας του που του χαμογέλασε αχνά.
Ο ιγνάτιο ήρθε πιο κοντά.
-σολ, ωραίο όνομα είπε χαμογελώντας κι εκείνος πιο πλατιά. Όπως κι ο ήλιος.
Η Σολ κούνησε ανεπαίσθητα το κεφάλι.
-αυτό το έλεγε κι ο Πατέρας τόνιο. Αλήθεια; πΟύ είναι;
Ο Ιγνάτιο ξεροκατάπιε.
-δυστυχώς, δε βρίσκεται πια μαζί μας.
Τότε η σολ άρχισε να τρέμει κι ο άνδρας της της έσφιξε ακόμη πιο πολύ το χέρι. Στράφηκε στον ιγνάτιο που τους κοιτούσε γεμάτος αμηχανία.
-Πότε συνέβη; Ξέρετε, η γυναίκα μου τον εκτιμούσε πολύ. Κι εγώ το ίδιο για να πούμε την αλήθεια.
-λίγο καιρό πριν. Είμαι ο αντικαταστάτης του. Η σολ άρχισε να κλαίει σιγανά κι ο άνδρας την οδήγησε απαλά προς την πόρτα.
-δεν ήθελα να την αναστατώσω, λυπάμαι…
-μην ανησυχείτε, ταράζεται εύκολα, δεν είναι πολύ καλά κι άλωστε ήταν πολύ δεμένη με τον καημένο τον τόνιο.
-Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι για εσάς. Ελάτε ξανά όταν νιώσετε καλύτερα, στράφηκε στη σολ που συνέχιζε να κλαίει αλλά χωρίς ήχο τώρα.
-Θα μας δείτε σύντομα, υποσχέθηκε ο άλλος άνδρας. Αμέσως μόλις ηρεμήσει θα έρθουμε ξανά.
Άνοιξε την πόρτα.
-Να πάτε στο καλό, τους αποχαιρέτισε ο Ιγνάτιο. Μην ξεχνάτε να προσεύχεστε, από σήμερα θα βρίσκεστε και στις δικές μου προσευχές.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Μαΐου 31, 2011

13.
Η μέριλιν ξύπνησε λίγο μετά τις δέκα το πρωί. Δεν έμεινε στο κρεβάτι ούτε λεπτό. Η πρώτη της σκέψη αμέσως μόλις άνοιξε τα μάτια της ήταν η κόρη της. Φόρεσε τις γούνινες παντόφλες της κι έτρεξε στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η μικρή. Για λίγο έμεινε πάνω από την κούνια να την παρατηρεί, φαινόταν ήρεμη. Έτσι δεν την ξύπνησε για να την ταίσει, το φαγητό θα μπορούσε να περιμένει λίγη ώρα. Μπήκε στην κουζίνα κι άρχισε να ετοιμάζει ένα ζεστό τσάι με άρωμα βατόμουρου. Όση ώρα έψαχνε μέσα στα διάφορα φακελάκια οργάνωνε το πρόγραμμα εκείνης της ημέρας. Με χαρά διαπίστωνε πως η διάθεσή της είχε βελτιωθεί κατά πολύ από την προηγούμενη. Δε μπορούσε να βρει την αιτία γι’αυτό αλλά ούτε κι ενδιαφερόταν και πολύ.
Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, μόλις είχε ετοιμάσει το τσάι. Το πήρε και μπήκε γρήγορα στο σαλόνι όπου ήταν η συσκευή.
-εμπρός;
-Καλημέρα μέριλιν. Η δροσερή φωνή της Ανζελίν έφτασε πεντακάθαρη ως τα αφτιά της.
-Καλημέρα, τι κάνεις;
-Καλά είμαι. Ξύπνησα πριν δυο ώρες. Πήγα για ψώνια και μόλις επέστρεψα. Εσύ; Νυσταγμένη ακούγεσαι. Η μέριλιν σταμάτησε να ανακατεύει το τσάι της με το ασημένιο κουταλάκι και ήπιε μια μικρή γουλιά. Έκαιγε ακόμη.
-όχι δε νυστάζω καθόλου, μόνο που τώρα ξύπνησα, δηλαδή πριν λίγο.
Η Ανζελίν γέλασε δυνατά.
-Αλήθεια; Δε σε ξύπνησε η μικρή μας;
-όχι, κι απορώ γιατί. Από τη στιγμή που την έβαλα στο κρεβάτι χθες δεν την άκουσα ξανά. Ίσως επειδή ήταν κουρασμένη.
-κουρασμένη; Γιατί; Τι κάνατε χθες; Η μέριλιν άρχισε ξανά να ανακατεύει το τσάι της. Απάντησε χωρίς δισταγμο.
-Χθες βράδυ πήγαμε μια βόλτα.
Η Ανζελίν τράβηξε μια καρέκλα κοντά στο τηλέφωνο το οποίο δεν ήταν ασίρματο. Η φίλη της μόλις είχε πει κάτι ενδιαφέρον.
-Βόλτα; Πώς κι αυτό; Πού πήγατε;
-Στο λιμάνι. Είχα ανάγκη να βγω από το σπίτι. Ήπιε άλλη μια γουλιά κι αυτή τη φορά η θερμοκρασία την ικανοποίησε.
-Καλά έκανες. Μόνο που είχε λίγο κρύο χθες.
-Ναι, κι αυτός ήταν ο λόγος που επιστρέψαμε νωρίς. Φοβήθηκα για τη μικρή. Πήρε βαθιά ανάσα θέλοντας να πει κι άλλα αλλά την τελευταία στιγμή το μετάνιωσε. Ωστόσο η ανζελίν την ήξερε καλά κι όταν μίλησε η φωνή της ακούστηκε ήρεμη μα σίγουρη.
-κάτι έγινε χθες, δεν είναι έτσι;
-τι θέλεις να πεις;
-τίποτα, απλά ρωτάω τι συνέβη.
Η μέριλιν το σκέφθηκε. Αφού τα μοιραζόταν σχεδόν όλα μαζί της γιατί να μην της μιλούσε και για τη συνομιλία της με τον Ιγνάτιο;
-εντάξει, κάτι έγινε αλλά δεν είναι και τόσο σημαντικό! Χθες συνάντησα κάποιον στο λιμάνι.
Η Ανζελίν άρχισε να τραβάει το καλώδιο του τηλεφώνου.
-πΟιον;
-τον αντικαταστάτη του Πατέρα τόνιο. Σταμάτησε πάλι. Η απάντηση της ακούστηκε ξερή και στην ίδια.
Η Ανζελίν κράτησε την ανάσα της.
-ήταν κι εκείνος στο λιμάνι;
-ναι. Τον λένε Ιγνάτιο.
Η ανζελίν έμεινε σιωπηλή για λίγο αλλά τελικά πήρε την απόφασή της. Δε θα της έλεγε τίποτα, θα έκανε την ανήξερη.
-αλήθεια; Πότε ήρθε;
-Χθες νομίζω.
-Πώς είναι;
Η μέριλιν το σκέφθηκε. Δυσκολευόταν να βρει τις σωστές λέξεις. Αν και είχε διαβάσει χιλιάδες περιγραφές ανδρών δεν της ήταν εύκολο να φτιάξει κι εκείνη μια. Ωστόσο η μορφή του ήταν ολοζώντανη μέσα της.
-Με ακούς; Η Ανζελίν μίλησε ξανά.
-ναι, σκεφτόμουν. Είναι νομίζω ωραίος άνδρας, νέος θα έλεγα κι όχι άσχημος.
Η Ανζελίν χαμογέλασε. Αυτά ήταν αρκετά για την ώρα. Δεν ήθελε να την πιέσει περισσότερο.
-Τι είπατε;
-να σου πω την αλήθεια μιλήσαμε για πολλή ώρα. Του άρεσε το μωρό, τη χάιδευε και της μιλούσε γλυκά.
-θα είναι καλός άνθρωπος. Σταμάτησε να τραβάει το καλώδιο για να κάνει την επόμενη ερώτηση.
-σε ρώτησε ποια είσαι;
-ναι, είπε πως ήθελε να μας γνωρίσει όλους σιγά σιγά.
Η καρδιά της άλλης γυναίκας χτυπησε γοργά. Όλα είχαν γίνει πιο γρήγορα από ό,τι είχε ελπίσει.
-λογικό το βρίσκω. Τον βρίσκεις συμπαθητικό;
-Ναι, φυσικά. Τον άφησα ωστόσο λίγο αργότερα επειδή έπρεπε να γυρίσουμε πίσω. Το μωρό νύσταζε. Του είπα πως θα τα ξαναπούμε στην εκκλησία.
Η ανζελίν προσπάθησε ανεπιτυχώς να κρύψει τη χαρά της.
-Αλήθεια; πΟλύ ωραίο ακούγεται. Αποφάσισες να έρθεις ξανά;
-μα ναι, τι περίμενες; Φυσικά και θα έρθω ξανά. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε το κλάμα του μωρού.
-Να σε αφήσω τώρα; Νομίζω πως πρέπει να ετοιμάσω πρωινό.
-εντάξει. Ξέρεις… έλεγα να έρθω σε λίγο εκεί, αν θέλεις. Έχουμε καιρό να…
-Έλα, θα σε περιμένω. Ναι, έχουμε καιρό.
Γέλασαν και η μέριλιν έκλεισε το τηλέφωνο.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Μαΐου 30, 2011

-Δεν τον έχω δει αυτόν τον πίνακα. Μα με τι ασχολείστε; Μήπως η δουλειά σας σχετίζεται με την τέχνη; Ο άνδρας ανασήκωσε τους ώμους χαμογελώντας ξανά.
-Όχι δυστυχώς. Την τέχνη τη λατρεύω, μα δεν την υπηρετώ, τουλάχιστον όχι έτσι όπως το θέσατε. Είμαι ιερέας.
Η Μεριλιν ανασήκωσε ξαφνιασμένη τα φρύδια της.
-αλήθεια; Δεν το περίμενα.
-γιατί όχι; Μόλις σήμερα έφτασα, θα πάρω τη θέση του Τόνιο. Τον γνωρίζατε υποθέτω.
-μα ναι, πολύ καλά. Τον εκτιμούσα πολύ. Ώστε σήμερα φτάσατε, γι’αυτό δε σας είχα ξαναδεί. Πίστευα πως ανήκατε στους ρομαντικούς εκείνους παραθεριστές που επιλέγουν να ζουν κοντά στη θάλασσα ακόμη και το χειμώνα. Εκείνη τη στιγμή τους διέκοψε το κλάμα του μωρού. Η μέριλιν άρχισε να το χαιδεύει μιλώντας του ξανά. Ο Ιγνάτιο τους παρακολουθούσε σιωπηλός, μην τολμώντας να τους διακόψει. Κάποτε το κλάμα έσβησε και τότε η κοπέλα στράφηκε πάλι προς το μέρος του.
-Αφού λοιπόν θα μείνετε μαζί μας θα έχουμε την ευκαιρία να τα ξαναπούμε. Δυστυχώς πρέπει να γυρίσω στο σπίτι για να τη βάλω για ύπνο. Έχουμε ήδη αργήσει.
-ζητάω συγγνώμη αν ήμουν η αιτία αυτής της καθυστέρησης. Απόλαυσα την κουβέντα και θα σας περιμένω ξανά.
Έσφιξαν ξανά τα χέρια κι η Μέριλιν άρχισε να απομακρύνεται. Μόνο μια φορά στράφηκε να τον δει πιστεύοντας πως εκείνος δεν την παρακολουθούσε πια. Μα έκανε λάθος. Ο Ιγνάτιο περίμενε ώσπου να τη χάσει από τα μάτια του κι ύστερα έστρεψε το βλέμμα του στη θάλασσα.
Η Μέριλιν μπήκε στο σπίτι σχεδόν τρέχοντας. Ένιωθε τήψεις, σχεδόν αδικιολόγητα πολλές αφού το μωρό ήταν καλά τυληγμένο και προστατευμένο στην αγκαλιά της. Μόνο που αντί για μερικά λεπτά η βόλτα τους είχε διαρκέσει κάτι λιγότερο από μια ώρα.
Άφησε την τσάντα της στο διάδρομο και μπήκε στο μπάνιο ανάβοντας τα φώτα στο πέρασμά της. Με γρήγορες κινήσεις που γίνονταν όλο και πιο σταθερές έγδυσε το μωρό και σταθεροποιώντας το στον ώμο της για μια στιγμή, άνοιξε τη βρύση για να ελέγξει τη θερμοκρασία του νερού. Την επόμενη στιγμή τραβούσε γρήγορα το δάκτυλό της, το νερό έκαιγε. Άρχισε να πλένει το μωρό με το ειδικό σαπούνι που μύριζε γάλα και μέλι, ενώ σιγοτραγουδούσε κι ένα νανούρισμα. Μα δεν ήταν σίγουρη αν το έλεγε σε κείνο ή στον εαυτό της. Το νερό επέδρασε ευεργετικά πάνω στο μωρό που άρχισε και πάλι να χαμογελάει ευτυχισμένο.
Όταν τέλειωσε με το μπάνιο, το έντυσε με τα ρουχαλάκια του ύπνου και πήγε κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα. Ήταν ήδη ώρα για ύπνο. Κι αφού το είχε ταίσει αμέσως πριν φύγουν, η διαδικασία θα επαναλαμβανόταν αργά τη νύχτα. Το έβαλε με προσοχή στην κούνια κι ύστερα βγήκε αφού πρώτα το φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού. Ήξερε καλά πως δε θα αργούσε να κοιμηθεί.
Έπειτα, άρχισε και η ίδια να ετοιμάζεται για τη βραδινή της ξεκούραση. Καθώς περνούσε από το σαλόνι για να πάρει το βιβλίο της είδε το κουτί με τα μπισκότα στον καναπέ και συνειδητοποίησε πως σχεδόν δεν είχε φάει τίποτα όλη εκείνη τη μέρα μα δεν πεινούσε πολύ. Ωστόσο αφού έκανε ένα ζεστό μπάνιο κι άπλωσε στο σώμα και στο πρόσωπό της κρέμες με άρωμα φρούτων του δάσους, μπήκε ξανά στην κουζίνα. Βιαστικά έφτιαξε ένα σαντουιτς με τυρί κι αγκούρι κι άρχισε να τρώει τακτοποιώντας πλυμένα πιάτα και μαγειρικά σκεύη. Πάντα της άρεσε να κάνει δουλειές το βράδυ, αθόρυβα βέβαια για να μην ταράξει τον ύπνο της κόρης της. Όταν τέλειωσε κι αυτό, πήρε ξανά το βιβλίο της και ξάπλωσε στο μεγάλο της κρεβάτι. Ένιωθε το σώμα της κρύο και μουδιασμένο, το νερό δεν είχε βοηθήσει πολύ στη δική της περίπτωση. Μα αυτό δεν την πείραζε. Τυλήχτηκε πιο σφιχτά με το πάπλωμα και άνοιξε το βιβλίο. Μα λίγα λεπτά αργότερα κατάλαβε πως δεν είχε όρεξη για διάβασμα. Εκείνο το ανάγνωσμα ήταν πολύ βαρύ κι αυτό το έβλεπε σε κάθε σελίδα. Σήμερα δεν το άντεχε. Το έκλεισε και το ακούμπησε δίπλα της. Κι ύστερα έκλεισε τα μάτια της κι άλλαξε πλευρό. Ήταν ώρα να κοιμηθεί. Λίγες στιγμές πριν σφραγίσουν τα βλέφαρά της ήρθε στο νου της η μορφή του άνδρα που γνώρισε το ίδιο βράδυ. Και μαζί με αυτήν έφτασε στα αφτιά της η φωνή του καθώς ζητούσε να μάθει το όνομά της. Την επόμενη στιγμή, είχε περάσει στη χώρα των ονείρων.
Ο Ιγνάτιο μπήκε στο δωμάτιό του την ίδια ώρα που το μωρό της μέριλιν είχε αποκοιμηθεί. Άρχισε να βγάζει τα ρούχα του, τραβώντας τα αργά αργά, φανερά αφηρημένος. Τον απασχολούσαν πολλά, κι αυτό δεν ήταν παράλογο.
Όταν λίγο αργότερα τέλειωσε με τη φροντίδα του εαυτού του, έβαλε να παίζει ένα εκκλησιαστικό κομμάτι εκτελεσμένο από τον αγαπημένο του οργανίστα και κάθισε σε μια καρέκλα για να σκεφθεί. Δεν αισθανόταν ίχνος νύστας. Μα ποτέ δεν κοιμόταν πολύ. Την είχε συναντήσει τυχαία, αμέσως μόλις βγήκε από την εκκλησία, δεν είχε χρειασθεί να περιμένει καθόλου. Η Ανζελίν είχε δίκιο, ήταν καλλιεργημένη κι ευαίσθητη. Ήταν κι όμορφη, αυτό δεν το είχε πει για πολλές γυναίκες. Διέθετε οξυμένο πνεύμα και ζεστό χαμόγελο. Όπως ακριβώς την είχε περιγράψει. Κι ακόμη είχε δει για μια στιγμή κάτι σχεδόν αδιόρατο να περνά από τα μάτια της, αλλα για την ώρα δε θα το λογάριαζε αυτό. Το κομμάτι τέλειωσε κι άρχισε ξανά από την αρχή, κι έτσι οι σκέψεις του δε διακόπηκαν καθόλου. Πότε θα ερχόταν άραγε στην εκκλησία; Μήπως αύριο, μαζί με την Ανζελίν; Μπα, αυτό δεν ήταν πιθανό. Μάλλον θα χρειαζόταν να περιμένει κάμποσο, εκτός κι αν εκείνη το αποφάσιζε. Του είχε πει άλωστε πως θα μιλούσαν ξανά σύντομα. Άρα έτσι θα γινόταν.
Ξάπλωσε τελικά με τη σκέψη πως δεν είχε ζητήσει να μάθειτ ο όνομα που είχε διαλέξει για την κόρη της. Σίγουρα θα είχε διαλέξει για κείνη ένα όνομα εξείσου όμορφο με το δικό της.

Η άρπα της Αμάντας

Μαΐου 21, 2011

Η Λίγκρα κι ο Δάλκιρ μπήκαν στο κρυστάλινο παλάτι. Η νεράιδα που είχε κουραστεί από το βάρος των όπλων τα ακούμπησε με θόρυβο στο δάπεδο και έπειτα γονάτισε και η ίδια. Αργά και προσεκτικά, πήρε στα χέρια της τον πολεμιστή που έδειχνε να κοιμάται κι άρχισε να προφέρει τη μαγική της φράση. Όπως ήταν αναμενόμενο ο πολεμιστής απέκτησε ξανά το κανονικό του μέγεθος και το σπαθί βρέθηκε στο χέρι του. Για λίγο έμεινε εξτατικός να κοιτά το παλάτι κι όλα όσα ήταν άγνωστα γι’αυτόν μα έπειτα μίλησε με βαθιά φωνή.
-πού είμαστε; Δεν το’χω ξαναδεί ετούτο το παλάτι. Η Λίγκρα γέλασε και τον πήρε από το χέρι.
-είναι λογικό να μην το έχεις ξαναδεί ποτέ. Είναι κρυμμένο από τα μάτια όλων σχεδόν των πλασμάτων. Εγώ το ξέρω επειδή εδώ μέσα έχω ζήσει αμέτρητα χρόνια. Ανήκει σε μια μεγάλη αλλά ξεχασμένη για τους πολλούς θεά, το όνομά της είναι στρίλντα.
-έχω ακούσει να μιλούν γι’αυτήν, δεν είναι η κόρη της φωτιάς;
-ναι, ακριβώς. Η νεράιδα γέλασε παρασέρνοντάς τον στο βάθος ενός διαδρόμου.
-πίστευα πως δεν υπήρχε πια.
-Ω ναι, αυτό πιστεύουν οι πιο πολλοί σε τούτον τον κόσμο αλλά γελιούνται. Η στρίλντα υπάρχει και μια μέρα που δεν αργεί να φτάσει θα δείξει σε όλους την αξία της.
-εσύ την υπηρετείς;
-ναι.
-εκείνη σε έβαλε να δολοφονήσεις το βασιλιά;
-Βέβαια. Μα μη ρωτάς το λόγο, θα τα μάθεις όλα στην ώρα τους. Ο δάλκιρ στέναξε κι ετοιμάστηκε να κατεβεί ένα σκαλοπάτι που θα τον οδηγούσε στο άγνωστο, όταν ξαφνικά ένιωσε μια δυνατή σουβλιά πόνου στο στήθος του. Έσφιξε τα χείλη για να εμποδίσει την κραυγή να ξεφύγει από αυτά και γονάτισε. Η λίγκρα έσκυψε ανήσυχη από πάνω του.
-τι συμβαίνει πολεμιστή; Πονάς; Ο δάλκιρ τίναξε το χέρι της που είχε απλωθεί για να τον βοηθήσει.
-Μα τι με ρωτάς, εσύ δεν ήσουν που μου το προκάλεσες αυτό; Η νεράιδα πισοπάτησε.
-εγώ δεν έκανα τίποτα αυτή τη φορά. Ο πολεμιστής ετοιμάστηκε να απαντήσει όταν άκουσε τη φωνή της. «δάααααλκιιιιρ»! ήταν αναμφίβολα η φωνή της ραλκ. Πετάχτηκε όρθιος προσπαθώντας να της στείλει μια απάντηση αλλά δεν όριζε τη σκέψη του.
-τι μου έχετε κάνει; Μούγκρισε σφίγγοντας τη λαβή του σπαθιού του. Είναι δυνατό να την ακούω;
-Ποια;
-Να μη σε νοιάζει. «ρααααλκ»; πΟύ είσαι»; Το μήνυμα όμως δεν έφτασε ποτέ στον τελικό του προορισμό. Την επόμενη στιγμή εκείνη είχε εξαφανισθεί.
-Οδήγησέ με αμέσως στη θεά σου, πρόσταξε τη Λίγκρα χωρίς να καταλαβαίνει κι ο ίδιος από πού άντλησε αυτή τη δύναμη.
-αυτό σκόπευα να κάνω κι εγώ. Τον τράβηξε ξανά από το χέρι.
Η στρίλντα τους άκουσε να έρχονται και σηκώθηκε να τους υποδεχθεί. Μόλις την πλησίασαν αγκάλιασε δυνατά τη νεράιδα.
-Γύρισες, επιτέλους, δε φαντάζεσαι πόσο ανησύχησα.
-Μα γιατί; Δε λάμβανες τα μηνύματα;
-ναι μα… ήθελα να έρθεις εδώ, να μου τα πεις όλα. Κι ύστερα στράφηκε στο δάλκιρ.
-εσύ ποιος είσαι;
-με λένε δάλκιρ, κι ανήκω στην αδελφότητα των αγγέλων της αλήθειας. Ο πολεμιστής έκανε ένα βήμα μπροστά. Η Στρίλντα γέλασε.
-Μα βέβαια, είσαι ένας από τους προστατευόμενους της μεγάλης μητέρας, τι ωραία έκπληξη.
-Μπράβο, Λίγκρα, καλά έκανες και τον έφερες μαζί σου. Θα μας φανεί χρήσιμος. Τους κάλεσε να καθίσουν κοντά της.
-Η μεγάλη μητέρα τον έστειλε στο παλάτι για να εμποδίσει τη δολοφονία του βασιλιά. Η θεά χαχάνισε.
-είναι έξυπνη, της το αναγνωρίζω, αλλά όχι περισσότερο από εμένα.
-μου αρέσεις Δάλκιρ, έχω σχέδια για σένα.
-τι σχέδια; Εγώ το μόνο που θέλω είναι να φύγω από εδώ. Αυτή η γυναίκα, έδειξε τη Λίγκρα, με μάγεψε… Δεν ξέρω πως παρασύρθηκα μα χρειάστηκαν μόλις λίγα λεπτά.
-το διασκέδασες, βλέπω. Ας είναι, αφού όλα πήγαν καλά.
-μα αν δεν το έκανα ίσως ετούτος ο άνδρας να με είχε σκοτώσει. Είναι πολύ δυνατός.
-δεν αμφιβάλω.
-Να τον μεταμορφώσω ξανά σε ξοτικό;
-Μπα όχι, κάτι έχω σκεφθεί.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος, σαν αυτόν που κάνουν δυο μεταλικές πλάκες που συγκρούονται με δύναμη. Η Στρίλντα σηκώθηκε.
-μη φύγετε, έχουμε επισκέπτες, ελπίζω να είναι αυτοί που περιμένω.
Τους άφησε και βγήκε από το δωμάτιο. Έφτασε στην είσοδο του παλατιού όπου την περίμεναν δωδεκα πάνοπλοι πολεμιστές. Ο ένας, αυτός που έμοιαζε να είναι ο αρχηγός τους, κρατούσε ένα μεγάλο ξύλινο κουτί, σκεπασμένο με βελούδο. Η Στρίλντα τον πλησίασε.
-Ποιο είναι το όνομά σου, στρατιώτη;
-δεν είμαι στρατιώτης μεγάλη θεά. Με λένε Μπρούνλκαλ. Γεννήθηκα για να εκτελέσω αυτή την αποστο λή Τα μάτ ια της θεάς έλαμψαν.
-αν είσαι αυτός που λες, σε καλωσορίζω αφού εγώ ήμουν που διέταξα να έρθεις στον κόσμο. Μπες μέσα λοιπόν μαζί με τους υπόλοιπους. Όσο θα μιλάμε, θα αναπαυθούν. Προχώρησε μπροστά για να τους οδηγήσει κι ο μπρούνλκαλ με τους άλλους την ακολούθησαν.
-ελπίζω αυτό που κουβαλάς να σχετίζεται με τη θεά άραλ.
-μάλιστα μεγάλη θεά, είναι το δώρο της για σένα. Η στρίλντα στράφηκε να τον κοιτάξει για μια στιγμή. Η λάμψη είχε χαθεί από τα μάτια της.
-Η Άραλ με μισεί, πάντα με μισούσε αλλά θα το μετανιώσει. Το ξέρω καλά πως είναι γεμάτη έπαρση επειδή ήταν πάντα μια από τις ευνοούμενες του πατέρα των θεών. Αλλά θα φροντίσω να αλλάξουν τα πράγματα.
-Η άρπα, μεγάλη θεά, είναι υπέροχη. Θα χαρώ να κατοικήσω μέσα της έστω κι αν αναγκαστώ να αποχωρησθώ για λίγο το σώμα μου. Δεν έχω ξαναδεί όμοιά της.
-χαίρομαι που το λες, μα πριν γίνει αυτό θα πρέπει να μιλήσουμε λίγο ακόμη. Η στρίλντα σταμάτησε έξω από μια μεγάλη αίθουσα γνέφοντας στους υπόλοιπους να μπούνε μέσα.
-είστε κι εσείς εκλεκτοί, τους είπε, καθώς στέκονταν μπροστά της. Θα μιλήσω με τον καθένα σας χωριστά, για να τον ενημερώσω για το έργο του. Μα πριν γίνει αυτό, μπορείτε να ξεκουραστείτε όσο εγώ θα κουβεντιάζω με τον Μπρούνκαλ. Εκεί μέσα θα βρείτε όσα χρειάζεστε. Τους άφησε και συνέχισε το δρόμο της ακολουθούμενη από το Μπρούνκαλ.
Η μεγάλη μητέρα εξακολουθουσε να κάθεται κοντά στο νερό των θαυμάτων. Σκεφτόταν όσα της είχε πει η Δάρκα για τη ραλκ. Σίγουρα τα πράγματα δεν ήταν εύκολα για κείνη μα δεν ήθελε να φορτώσει παραπάνω τη δάρκα. Είχε κι εκείνη να αντιμετοπίσει πολλά προβλήματα. Όταν της μίλησε η αρχηγός της ομάδας που προστάτευε το Δάλκιρ ξέχασε στη στιγμή κάθε τι άλλο.
-είναι ζωντανός, μεγάλη μητέρα. Τον είδα. Μπήκε σε κείνο το καταραμένο παλάτι. Ήταν μαζί του μια γυναίκα, νέα κι όμορφη.
-Η Λίγκρα, απάντησε η μεγάλη μητέρα. Πώς ήταν;
-Φαινόταν καλά. Εκείνη η γυναίκα του έδωσε πάλι το κανονικό του μέγεθος, αυτή τη στιγμή είναι ο πολεμιστής που στείλατε χθες στο παλάτι.
-είσαι σίγουρη;
-απόλυτα.
-Ωραία, προσπάθησε να επικοινωνήσεις μαζί του.
-Φοβάμαι πως δεν το μπορώ αυτό. Από ό,τι κατάλαβα μόνο όταν στεκεται σε κάποια συγκεκριμένα σημεία του παλατιού είναι δυνατή η επαφή και η επικοινωνία. Τον έχασα σχεδόν αμέσως.
-τότε πρέπει να εντοπίσουμε αυτά τα σημεία. Θα το κάνεις;
-Βέβαια, θα ασχοληθώ με αυτό αμέσως. Το πνεύμα εξαφανίσθηκε.
Η μεγάλη μητέρα αναστέναξε και σηκώθηκε. Άρχισε να απομακρύνεται από το νερό των θαυμάτων φέρνοντας ξανά στο νου της την προφητεία.


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.