Archive for Σεπτεμβρίου 2009

η πρώτη υπόθεση

Σεπτεμβρίου 19, 2009

Κεφάλαιο ενδέκατο
«Βρήκα τη Λίντα καθισμένη στο κρεβάτι της. Είχε αλλάξει ρούχα λίγο πριν. Το μακρύ της φόρεμα είχε αντικατασταθεί από μια ρωζ ρόμπα που της άρεσε πολύ. Μου χαμογέλασε όταν με είδε και με κάλεσε να καθίσω κοντά της. Έκανα όπως μου είπε. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού κι άρχισα να χαιδεύω τα μαλλιά της. Της άρεσε η κίνηση αυτή, φαίνεται πως έτσι της μετέδιδα την αγάπη μου. Μου πρόσφερε ένα από εκείνα τα σοκολατάκια με το λικερ κεράσι αλλά αρνήθηκα ευγενικά. Δε μου αρέσει το ποτό και η μυρωδιά του και μόνο με ενοχλεί. Της το είχα εξηγήσει πολλές φορές αλλά το ξεχνούσε πάντα. Θυμάμαι καλά πως έφαγε εκείνη το σοκολατάκι που προοριζόταν για μένα. Πρόσεξα πως το βάζο ήταν γεμάτο. Εγώ κι η αλίκη φροντίζαμε να έχει άφθονα γλυκά στο δωμάτιό της. Της άρεσαν. Αρχίσαμε να μιλάμε για το σχολείο και για τα μαθήματά της. Δεν αγαπούσε τα μαθηματικά και τη φυσική και το καταλάβαινα απόλυτα.τον τελευταίο καιρό μας απασχολούσε πολύ το τι θα έκανε η λίντα όταν τέλειωνε το σχολείο. Πλησίαζε τα δεκαοχτώ και δε θα αργούσε η μέρα πουθα έπρεπε να πάρουμε μια απόφαση για εκείνη.πολλές φορές της μιλούσαμε για αυτό το θέμα προσπαθώντας να καταλάβουμε από τα λόγια της κάποια κρυμμένη επιθυμία μα εκείνη δε μας βοηθούσε και πολύ. Έμοιαζε μπερδεμένη κι ανήμπορη να πάρει μια απόφαση. Τημια έλεγε πως ήθελε να ασχοληθεί με το χορό την άλλη με το μακιγιαζ. Θέλησα να κάνω άλλη μια απόπειρα το βράδυ εκείνο αλλά απέρριψα αμέσως τη σκέψη. Δεν ήθελα να τη στενοχωρήσω με αυτή τη συζήτηση, ήταν χαρούμενη και δεν την έβλεπα συχνά έτσι. Ετοιμαζόμουνλοιπόν να της προτείνω να παίξουμε ένα παιχνίδι στο οποίο θα φτιάχναμε λέξεις όταν χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού. Η συσκευή βρισκόταν στον κάτω όροφο κι έτσι μόλις που πρόλαβα να απαντήσω. Ήταν η μίλβα που τηλεφωνούσε, η γιατρός που είχε βάρδια εκείνο το βράδυ στο νοσοκομείο. Ακουγόταν ανήσυχη κι όταν τη ρώτησα τι συνέβαινε μου είπε πως ο συνάδελφος μου ο χειρούργος Κ.Ανδρέου δεν ήταν σε θέση να χειρουργήσει εκείνη τη στιγμή. Τη ρώτησα γιατί μην καταλαβαίνοντας τι προσπαθούσε να μου πει. Τελικά έμαθα πως ο Κ.ανδρέου έπρεπε να φύγει εσπευσμένα από το νοσοκομείο επειδή η γυναίκα του είχε γεννήσει πρόωρα. Δυστυχώς αντιμετόπιζε κάποιο πρόβλημα υγείας κι ο σύζυγός της έπρεπε να βρίσκεται πάντα κοντά της. Εκείνη τη μέρα κάτι δεν είχε πάει καλά στον τοκετό και η ίδια και το μωρό κινδύνευαν».
Η ενριέτα σταμάτησε για μια στιγμή το διάβασμα κι έχωσε στο στόμα της μερικά καρύδια. Άρχισε να τα μασά με απόλαυση. Ευτυχώς ο πόνος δεν την είχε πιάσει ξανά ωστόσο είχε αλλάξει στάση και τώρα δούλευε μισοξαπλωμένη έχοντας ένα μεγάλο μαξιλάρι πίσω από την πλάτη της. Την είχε διαβάσει πολλές φορές αυτή την κατάθεση και κάθε φορά που το έκανε ένιωθε πως κάτι της ξέφευγε αλλά δεν ήταν σε θέση να το προσδιορίσει. Ίσως να ήταν πιο τυχερή απόψε. Ήπιε μια γουλιά τσάι και κάρφωσε πάλι τα μάτια της στην οθόνη.
«ο Κ.ανδρέου ζητούσε συγνώμη και με παρακαλούσε να αναλάβω εγώ το προγραμματισμένο του χειρουργείο. Αν η αλίκη ήταν στο σπίτι δε θα δίσταζα ούτε για μια στιγμή. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά που θα έκανα κάποια εξυπηρέτηση στο συγκεκριμένο συνάδελφο. Μας έδενε μια παλιά στενή φιλία από τα χρόνια που είμαστε συμφοιτητές στην ιατρική.έτσι ήξερα καλά τα προβλήματα που τον βάραιναν.Εξάλλου, είχα ζητήσει κι εγώ κάποιες φορές κάτι αντίστοιχο από εκείνον κι έτσι είχε κάθε δικαίωμα να το κάνει ξανά. Η μίλβα που είχε σταματήσει να μιλάει επιτέλους περίμενε με αγωνία την απάντηση μου. Το συγκεκριμένο χειρουργείο δε μπορούσε να περιμένει. Της είπα ποιο ήταν το πρόβλημά μου κι εκείνη κατάλαβε αμέσως το δισταγμό μου. Κάτι έπρεπε να γίνει ωστόσο. Έκλεισα το τηλέφωνο λέγοντας πως θα επικοινωνούσα μαζί της σε λίγα λεπτά κι ανέβηκα ξανά στο δωμάτιο της κόρης μου.
Αυτή τη φορά βρήκα τη λίντα να ζωγραφίζει κάτι καθισμένη στο γραφείο της. Την κοίταξα κλεφτά και μου φάνηκε γαλήνια. Μπορούσα άραγε να την αφήσω μόνη για λίγο με μόνη συντροφιά μια νέα υπηρέτρια; Έπρεπε να το κουβεντιάσω μαζί της, την πλησίασα λοιπόν και της εξήγησα αργά αργά τα γεγονότα. Εκείνη με άκουσε προσεκτικά ως το τέλος κι ύστερα είπε πως θα έμενε μόνη στο σπίτι και πως θα ζωγράφιζε ώσπου να επιστρέψουμε. Ένα βάρος έφυγε από πάνω μου και στράφηκα προς την πόρτα. Ωστόσο δεν ήμουν απόλυτα ήσυχος με αυτό που ετοιμαζόμουν να κάνω. Ποτέ δεν την αφήναμε μόνη από φόβο μήπως της συμβεί κάτι κακό. Η αντωνία θα ήταν βέβαια στο σπίτι αλλά δε δούλευε πολύ καιρό για μας και δεν ήξερε τι ακριβώς έπρεπε να κάνει με τη Λίντα.μακάρι να μην την είχα αφήσει.
Ντύθηκα βιαστικά προσπαθώντας να σκεφτώ τι άλλο θα μπορούσα να κάνω. Δεν είχα όμως καμιά άλλη ιδέα ως τη στιγμή που πήρα στο χέρι την ιατρική μου τσάντα. Τελικά διέσχισα γρήγορα το διάδρομο και μπήκα στην κουζίνα. Η αντωνία που εκείνη τη στιγμή έφτιαχνε κάποια κρέμα για ένα γλύκισμα αγαπημένο της αλίκης, σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε. Πήγα κοντά της και της εξήγησα την κατάσταση παρακαλώντας τη να προσέχει τηΛίντα όσο θα έλειπα. Εκείνη με διαβεβαίωσε πως θα τη φρόντιζε όσο καλύτερα μπορούσε και πως αν προέκυπτε κάτι όσο ασήμαντο κι αν ήταν θα τηλεφωνούσε αμέσως στην Αλίκη αφού εγώ θα βρισκόμουν στο χειρουργείο. Ξαφνικά ένιωσα θυμωμένος με τη γυναίκα μου, πού είχε πάει έτσι ξαφνικά και γιατί δεν είχε θελήσει να μου μιλήσει γι’αυτό; Όλη της η συμπεριφορά μου φαινόταν αλλόκοτη και ανεξήγητη αλλά δεν ήταν η ώρα να ασχοληθώ μμε αυτό το θέμα. Κάποιος άνθρωπος με χρειαζόταν. Χαιρετισα λοιπόν την κοπέλα που γύρισε ξανά στις κατσαρόλες της και βγήκα από το σπίτι τρέχοντας. Δυστυχώς δε θα επέστρεφα πριν περάσουν κάμποσες ώρες κι ευχόμουν να με προλάβαινε η Αλίκη.
Τηλεφώνησα στη μίλβα από το κινητό την ώρα που έμπαινα στο αυτοκίνητό μου ενημερώνοντάς τη πως θα έφτανα σε είκοσι λεπτά και ζητώντας της να έχει έτοιμα τα πάντα για το χειρουργείο. Δεν υπήρχε λόγος να καθυστερήσουμε παραπάνω.
Οδηγούσα γρήγορα και κάπως νευρικά εκείνο το βράδυ και στη διάρκεια της διαδρομής άκουγα τη μίλβα να μου αναλύει με λεπτομέρειες την κατάσταση του ασθενούς. Θυμήθηκα αμέσως το συγκεκριμένο περιστατικό. Ο φίλος μου, μου είχε μιλήσει για τον άνθρωπο αυτό μόλις πριν λίγες ημέρες. Είχα μελετήσει το φάκελό του κι έτσι ήξερα ακριβώς τι έπρεπε να κάνω. Έφτασα στο νοσοκομείο λίγο αργότερα. Μόλις μπήκα στο γραφείο για να ρυθμίσω τις τελευταίες λεπτομέρειες ομολογώ πως έβγαλα από το μυαλό μου την κόρη μου. Έπρεπε να ηρεμήσω και να προετοιμαστώ για το έργο που με περίμενε».
Η ενριέτα άρχισε να τρίβει τα μάτια της. Διάβαζε αργά κι έτσι της είχε πάρει κάμποση ώρα για να διαβάσει το πρώτο μέρος της κατάθεσης του πατέρα της κοπέλας. Δεν το διακινδύνευε να ανάψει κάποιο από τα φώτα του σαλονιού γιατί αν το έβλεπε ο Αλέξανδρος δε θα αργούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Δεν ήθελε να σκέφτεται αυτά που θα ακολουθούσαν. Κοίταξε την ώρα. Δύο παρα τέταρτο το πρωί. Χασμουρήθηκε. Αυτή τη φορά είχε αρχίσει να νυστάζει πραγματικά. Αύριο το πρωί είχε πολλά να κάνει, δε θα δούλευε άλλο εκείνη τη νύχτα. Έκλεισε τον υπολογιστή και τέλειωσε γρήγορα τα καρύδια. Σηκώθηκε και τεντώθηκε. Το σώμα της είχε αρχίσει να μουδιάζει, έπρεπε να κοιμηθεί το γρηγορότερο.
Μπήκε στην κουζίνα κι ακούμπησε το μπωλ και το ποτήρι του τσαγιού πάνω στον ξύλινο πάγκο. Αύριο έπρεπε να βάλει πλυντήριο πιάτων αν δεν την προλάβαινε ο αλέξανδρος. Πριν βγει από το δωμάτιο ήπιε λίγο νερό. Ξαφνικά ένιωθε κουρασμένη. Έγιναν πολλά εκείνη τη μέρα μα δεν είχε το κουράγιο να τα δουλέψει στο νου της. Κι αύριο θα γίνονταν ακόμη περισσότερα. Επιτέλους θα έπαιρνε στα χέρια της την έκθεση του γραφολόγου. Πόσα θα της αποκάλυπτε άραγε;
Έφτασε νυχοπατώντας έξω από την κρεβατοκάμαρά της. Ακουμπησε στην πόρτα το αφτί της αλλά δεν ακουγόταν τίποτα από μέσα. Ευτυχώς ο αλέξανδρος κοιμόταν. Γύρισε αργά αργά το χερούλι και μπήκε αθόρυβα. Έφτασε στο κρεβάτι της αγγίζοντας τον τοίχο. Έβγαλε τις παντόφλες της και γλίστρησε κάτω από τα σκεπάσματα.. Ξαφνικά ένιωθε απόλυτα ευχαριστημένη. Ήταν ζεστά εκεί μέσα. Έψαξε το χέρι του άντρα που κοιμόταν δίπλα της. Εκείνος αναστέναξε μισοξυπνώντας και την τράβηξε στην αγκαλιά του.

η πρώτη υπόθεση

Σεπτεμβρίου 18, 2009

Κεφάλαιο δέκατο
Η σάρα του είχε πει πως το γράμμα αφορούσε μια υπόθεση παλιά σχετική με τον θάνατο μιας κοπέλας πράγμα που επιβεβαιωνόταν κι από το γράμμα. Στην αρχή το διάβασε μια δυο φορές προσπαθώντας να συλλάβει το νόημά του. Ο ίδιος δεν είχε καμιά σχέση με την αστυνομία και την εξιχνίαση φόνων αλλά τη δουλειά αυτή την έκανε χρόνια κι είχε διακριθεί πολλές φορές βοηθώντας με το δικό του τρόποτις έρευνες. Την επιθεωρήτρια δεν τη γνώριζε προσωπικά αλλά είχε ακούσει πολλά γι’αυτήν από τη φίλη του. Κατάλαβε λοιπόν πως έπρεπε να δουλέψει μεθοδικά και γρήγορα αν ήθελε να τη βοηθήσει επειδή εκείνη ήταν άνθρωπος που αναλάμβανε αμέσως δράση. Είχε κλείσει το κινητό κι είχε αφοσιωθεί λοιπόν στο έργο του. Τώρα ώρες αργότερα ήταν σε θέση να μιλήσει για την κοπέλα που έγραψε το γράμμα αυτό. Είχε πολλά να πει στην ψυχολόγο, πολλά κι ενδιαφέροντα. Δίπλωσε το γράμμα και το έβαλε στο φάκελό του. Μετά πήρε μια λευκή σελίδα κι άρχισε να γράφει αργά και προσεκτικά. Το μεγαλύτερο και δυσκολότερο μέρος της δουλειάς είχε γίνει αλλά έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικός στη σύνταξη της έκθεσής του. Όταν τελείωσε η πρώτη σελίδα συνειδητοποίησε πως είχε αρχίσει να νυστάζει αφού ο καφές είχε τελειώσει εδώ και ώρα. Δε μπορούσε ωστόσο να αφήσει μισοτελειωμένη την έκθεση. Πήρε μια δεύτερη κόλλα και συνέχισε το γράψιμο. Αύριο θα τις έστελνε με φαξ στη σάρα. Εκείνη του είχε προτείνει να δακτυλογραφήσει την έκθεση στον υπολογιστή αλλά ο δημήτρης αρνήθηκε γρήγορα. Δεν του άρεσαν καθόλου εκείνα τα μικρά πλήκτρα, δε θα τα συνήθιζε ποτέ. Μια φορά δοκίμασε να δακτυλογραφήσει ένα κείμενο 300 λέξεων και είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της μέρας του ψάχνοντας τα γράμματα στο πληκτρολόγιο. Έτσι δεν είχε κάνει άλλη απόπειρα. Τελικά μόνο όταν γέμισε τρεις σελίδες πίστεψεπως είχε γράψει όλα όσα είχε ανακαλύψει για την κοπέλα εκείνη. Τα υπόλοιπα δεν ήταν δική του δουλειά. Έβαλε τις σελίδες σε ένα μικρό ντοσιέ κι έκλεισε το χαρτοφύλακά του. Είχε έρθει η ώρα να ξεκουραστεί κι εκείνος.
Η άρτεμη γύρισε στο σπίτι της κοντά στα μεσάνυχτα. Ένιωθε πολύ κουρασμένη κι αναστατωμένη.Η δεύτερη συνάντηση της με τον άρη την είχε ταράξει πολύ. Ο άνθρωπος αυτός ήταν παράξενος. Κι όσο περισσότερο τον σκεφτόταν τόσο πιο πολύ κυριευόταν από μια ανεξήγητη αγωνία. Από τη μια ανυπομονούσε να τον συναντήσει κι από την άλλη έλεγε στον εαυτό της να απομακρυνθεί από κοντά του, μα δεν ήταν μόνο αυτό. Στο ξενοδοχείο έπρεπε πολλά να γίνουν αφού όλες οι σουίτες είχαν κόσμο. Ο ιδιοκτήτης της μιας ήταν πολύ καλός πελάτης κι έπρεπε όλοι να τον προσέχουν καισε καμιά περίπτωσηνα μην τον δυσαρεστούν. Επρόκειτο για έναν αστροφυσικό, οπου είχε κλείσει τη σουίτα για να σκεφθείγια κάποιο σύγγραμμα που ετοίμαζε. Του άρεσε το περιβάλλον εκείνου του ξενοδοχείου και ισχυριζόταν πως ανάμεσα στα πορσελάνινα σερβίτσια και στις βελούδινες κουρτίνες συγκεντρωνόταν εύκολα. Ήταν πλούσιος και ιδιόρυθμος άνθρωπος και σχεδόν κάθε ένα τέταρτο τηλεφωνούσε στη ρεσεψιον για να ζητήσει κάτι, Πότε κάποιο ρόφημα και πότε κάποια τάρταεξωτικών φρούτων. Η άρτεμη που εκνευριζόταν εύκολα ήταν αναγκασμένη να καταπίνει το θυμό της και να του μιλά με έναν επιτηδευμένο γλυκό κι ευγενικό τρόπο. Ως το τέλος της βάρδιας της, ο συγκεκριμένος άνθρωπος της είχε τηλεφωνήσει 17 φορές. Ευτυχώς η ώρα είχε περάσει κι εκείνη τον παρέπεμψε στην κοπέλα που πήρε τη θέση της στη ρεσεψιον. Ήθελε πολύ να του πει πως υπήρχαν κι άλλες δουλειές που έπρεπε να γίνουν και πως την εμπόδιζε αλλά αν έκανε κάτι τέτοιο την επόμενη μέρα θα έπρεπε να ριχτεί στην αναζήτηση νέας δουλειάς.
Άναψε όλα τα φώτα κι άρχισε να φωνάζει τον Αντρέα σύντομα όμως διαπίστωσε πως δεν ήταν εκεί. Αυτό δεν την πείραξε καθόλου. Τον τελευταίο καιρό δεν τα πήγαιναν πολύ καλά οι δυο τους. Είχε προσπαθήσει να του εξηγήσει πως κάτω από ισχυρή πίεση δε λειτουργούσε καλά αλλά εκείνος αδιαφόρησε εντελώς και συνέχισε να την ανακρίνει τακτικά και να τη ρωτάει για τα πάντα. Έτσι, είχε αρχίσει να σκέφτεται το ενδεχόμενο του χωρισμού. Δεν ήθελε όμως να το κάνει έτσι εύκολα γιατί ο Αντρέας την είχε στηρήξει στις δύσκολες στιγμές της ζωής της. Δεν ήταν κακός άνθρωπος, αυτό το καταλάβαινε αλλά πολύ δύσκολα ανεχόταν αυτή τη συμπεριφορά του. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού διώχνοντας τη σκέψη του απ’το νου της. Ήταν ώρα να χαλαρώσει. Άρχισε να βγάζει τα ρούχα της. Δεν είχε κουράγιο για μπάνιο εκείνη τη στιγμή. Το μόνο που ήθελε ήταν να δει μια ταινία στο dvd. Φόρεσε το πρώτο νυχτικό που βρήκε μπροστά της κι άνοιξε την τηλεόραση. Θα παρακολουθούσε ένα θρυλερ με πρωταγωνίστρια μια πασίγνωστη αμερικανίδα ηθοποιό. Κι όπως τα διάφορα κανάλια της κρατικής και ιδιωτικής τηλεόρασης διαδέχονταν το ένα το άλλο, άγνωστο γιατί, θυμήθηκε την αυριανή συνάντηση της με την επιθεωρήτρια. Η σκέψη αυτή δεν της άρεσε. Σίγουρα θα δεχόταν αφόρητη πίεση αφού η ενριέτα δεν είχε χρόνο να χάνει. Σήμερα της είχε φερθεί φιλικά και συμβιβαστικά χάρη στη μεσολάβηση της ψυχολόγου ήταν βέβαιη. Αύριο όμως; Βρήκε το κανάλι κι άνοιξε το dvd για να βάλει την ταινία. Αφού είχε γράψει εκείνο το γράμμα έπρεπε να συνεχίσει ως το τέλος.
Η ενριέτα τράβηξε απαλά το χέρι της από το δικό τουκι αφουγκράστηκε προσεκτικά την ανάσα του. Ο αλέξανδρος κοιμόταν χωρίς αμφιβολία. Επιτέλους, λίγο έλειψε να κοιμηθεί και η ίδια. Αθόρυβα γλίστρησε κάτω από τα βαριά σκεπάσματα και σηκώθηκε σιγά σιγά. Η γλυκιά υπνηλία που λίγο πριν απειλούσε να την τυλήξει εξαφανίστηκε μεμιάς στη σκέψη της Λίντας Αλεξάνδρου δίνοντας τη θέση της σε μια καταπληκτική ευεξία. Πήρε στο χέρι τις παντόφλες της και έβαλε το χέρι της στο χερούλι της πόρτας η οποία αποφάσισε να της κάνει το χατίρι αυτή τη φορά κι άνοιξε χωρίς να τρίξει καθόλου. Βγήκε γρήγορα και την έκλεισε ξανά. Επιτέλους ήταν ελεύθερη. Φόρεσε τις μαλακές της παντόφλες και μπήκε τρέχοντας στην κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο κι έριξε μια ματιά. Αυτή τη φορά ήταν γεμάτο αφού λίγο πριν είχε πάει τελικά στο σούπερμάρκετ. Στάθηκε για λίγο αναποφάσιστη αλλά τελικά πήρε ένα ice tea λεμόνι, μια σοκολάτα με γέμιση πορτοκαλιού κι ένα μπωλ γεμάτο καρύδια. Μόλις την επόμενη μέρα θα ανακάλυπτε ο Αλέξανδρος πως έλειπαν και τότε θα ήταν πια πολύ αργά για φωνές. Χαμογέλασε και κατευθύνθηκε προς το σαλόνι. Η ώρα που περίμενε είχε φτάσει επιτέλους. Μπήκε κι έκλεισε απαλά τη συρταρωτή πόρτα. Μετά, ακούμπησε τα λάφυρα της πάνω σε ένα χαμηλό στρογγυλό τραπεζάκι στο κέντρο του δωματίου κι άρχισε να ψάχνει για την τσάντα της. Τη βρήκε κάτω από ένα μεγάλο τετράγωνο κόκκινο μαξιλάρι και ανοίγοντάς τη, πήρε απόμέσα τη δισκέτα. Το λαπτοπ ήταν ήδη πάνω σε ένα άλλο τραπέζι πιο μεγάλο. Το είχε φέρει λίγο πριν ξαπλώσουν. Έτριψε τα χέρια της ανακουφισμένη και βολεύτηκε σε μια πολυθρόνα. Άνοιξε τον υπολογιστή κι έβαλε μέσα τη δισκέτα. Λίγο αργότερα άρχισαν να εμφανίζονται στην οθόνη τα αρχεία της υπόθεσηςδιπλό αδιέξοδο. Όσο περίμενε είχε σχίσει το περιτύληγμα της σοκολάτας κι είχε φάει ήδη μερικά κουτάκια. Το πορτοκάλι τελικά είχε ένα υπέροχο άρωμα, κακώς αρνήθηκε τόσες φορές να τη δοκιμάσει. Ο αλέξανδροςτολάτρευε. Αύριο θα δυσκολευόταν να πιστέψει πως η αγαπημένη του σοκολάτα είχε κάνει φτερά. Φυσικά θα την πλήρωνε με το ίδιο νόμιςμα, ήταν σίγουρη γι’αυτό τρώγοντας τη δική της αλλά αυτό δεν είχε καμιά σημασία. Ξαφνικά ένιωσε σαν παιδί που καταφέρνει να κάνει μια όμορφη σκανταλιά. Εκείνη τη μέρα είχε φάει ήδη παραπάνω από όσο έπρεπε αφού μετά τη μακαρονάδα και την πίτσα ο Αλέξανδρος είχε επιμείνει να πάρουν επιδόρπιο. Πώς θα μπορούσε να του χαλάσει χατίρι; Έφαγαν λοιπόν μια υπέροχη πουτίγγα με καραμέλα και σαντιγή. Ωστόσο δε μπορούσε να μελετήσει την υπόθεση αυτή χωρίς να μασάει κάτι.κάποτε,
βρήκε την κατάθεση του πατέρα της λίντας και την άνοιξε, εκεί είχε μείνει. Ετοιμάστηκε να αρχίσει το διάβασμα όταν ένας δυνατός πόνος στην πλάτη την έκανε να μείνει ακίνητη για λίγο. Μόλις πρόλαβε να συγκρατήσει μια κραυγή αγωνίας που λίγο έλειψε να ξεπηδήσει από το λαιμό της. Ο Αλέξανδρος δεν έπρεπε να ξυπνήσει με τίποτα. Λίγα λεπτά αργότερα ο πόνος υποχώρησε το ίδιο ξαφνικά όπως ήρθε. Πάει κι αυτό σκέφτηκε αλλά αποφάσισε να τηλεφωνήσει στο γιατρό της το πρωί της άλλης μέρας.

η πρώτη υπόθεση

Σεπτεμβρίου 18, 2009

Κεφάλαιο ένατο
Η ενριέτα μπήκε στο εστιατόριο ακριβώς στις τρεις. Το μαγαζί ήταν μισογεμάτο και στα αφτιά της έρχονταν ανάκατες κουβέντες και γέλια. Μια ευχάριστη μυρωδιά τυριού και κανέλας έφτασε στα ρουθούνια της κι εκείνη τη στιγμή άρχισε να ευγνωμονεί τον αλέξανδρο για την πρόσκληση. Μόνο όσο βρισκόταν στο γραφείο δεν ένιωθε πείνα.μα κάθε φορά που έκλεινε την πόρτα άρχιζε να σκέφτεται κάθε λογής φαγητά και γλυκά. Συνήθως προσπαθούσε να τιθασεύσει την επιθυμία της αυτή και να ελέγχξει την όρεξή της αλλά κάποιες φορές άφηνε τον εαυτό της ελεύθερο και τότε το ψυγείο του σπιτιού της γέμιζε γλυκά και πίτσες. Αλήθεια, πάλι το ξέχασε, αν ήθελε να φάει κάτι για βραδινό έπρεπε πριν πάει στοσπίτι να επισκεφθεί κάποιο σούπερμάρκετ. Ξεκούμπωσε το πρώτο κουμπί του παλτού της και άρχισε να περπατά ξανά για να φτάσει στο τραπέζι τους. Έκλειναν πάντοτε τοίδιο, ένα μικρό γωνιακό που είχε όμορφη θέα. Χαμογέλασε όταν είδε τον αλέξανδρο να την περιμένει καθισμένος στη γνωστή του θέση πλάι στο παράθυρο. Είχε μπροστά του ένα μπουκάλι παγωμένο λευκό κρασί. Τον πλησίασε γρήγορα.
-Μη μου πεις πως άργησα είπε με κομμένη την ανάσα. Τα μάγουλά της ήταν αναψοκοκκινισμένα.
-ένα με δυο λεπτά απάντησε πειρακτικά και πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους της.
-πώς πήγε σήμερα; Ανακάλυψες κανέναν δολοφόνο; Αυτή ήταν η συνηθισμένη φράση που έλεγε κάθε φορά που τη συναντούσε μετά τη δουλειά της.
-σήμερα όχι αλλά θα γίνει κι αυτό. Την άφησε για να της τραβήξει την καρέκλα.
-Για να σου πω την αλήθεια είχα πιστέψει πως δε θα ερχόσουν αφού άργησες να απαντήσεις στο μήνυμά μου. Η ενριέτα βολεύτηκε στην καρέκλα της κι ιαπάντησε.
-το ξέρεις καλά πως δεν το ακούω σχεδόν ποτέ. Μα δε θα έχανα με τίποτα κάτι τέτοιο. Πόσο της άρεσαν αυτοί οι διάλογοι, γι’αυτό τον λάτρευε τον Αλέξανδρο. Τις ώρες που ήταν μακριά από το σπίτι και τη δουλειά κρατούσε μακριά τα προβλήματα και τις ανησυχίες του φροντίζοντας να περνούν όσο καλύτερα γινόταν. Έβγαιναν συχνά οι δυο τους, πήγαιναν για ποτό η φαγητό όπως εκείνη τη μέρα ακόμη και στον κινηματογράφο καμιά φορά. Φλυαρούσαν ασταμάτητα για το ένα ή το άλλο θέμα αποφεύγοντας να αναφερθούν σε ο,τιδήποτε δυσάρεστο τους απασχολούσε. Η ώρα γι’αυτά ερχόταν αργότερα, τα βράδια συνήθως πριν κοιμηθούν. Άρχιζαν να εκμυστηρεύονται ο ένας στον άλλο τα προβλήματα της μέρας και μαζί έψαχναν να βρουν λύσεις. Πάντα το ίδιο γινόταν γι’αυτό και η συμβίωση τους ήταν αρμονική κι ευτυχισμένη.
-δε σε κατάλαβα το πρωί που έφυγες είπε ο άντρας γεμίζοντας το ποτήρι της.
-Λογικό, κοιμόσουν τόσο ήσυχα που ούτε για μια στιγμή δε σκέφτηκα να σε ξυπνήσω. Άλωστε ήταν πολύ νωρίς για σένα. Σήκωσαν τα ποτήρια τους την ίδια στιγμή.
-στην υγειά την πιο έξυπνης γυναίκας είπε ο αλέξανδρος κι άδειασε το ποτήρι του.
-στην υγειά του πιο καλού αρχιτέκτονα της πόλης ανταπέδωσε η γυναίκα αδειάζοντας και το δικό της ποτήρι.
Τι θα φάμε είπε πιάνοντας το μενού.
-μάλλον τα γνωστά. Μια πίτσα χωρίς πολλά αλαντικά και…….
-Και μια μακαρονάδα με κείνη την υπέροχη σάλτσα έτσι δεν είναι;
-Ακριβώς, θα πρωτοτυπήσουμε σήμερα. Ο Αλέξανδρος γέλασε κι έκανε νόημα στο σερβιτόρο που έστεκε λίγο πιο μακριά.
Μπήκε στο σπίτι της δυο ώρες αργότερα κι ακούμπησε στο χαλί τις τρεις μεγάλες τσάντες. Ήταν γεμάτες ρούχα και παπούτσια. Είχε ξοδέψει το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής της αλλά αυτό δεν την ενοχλούσε καθόλου. Είχε αγοράσει πολλά κι ωραία πράγματα. Η σχέση της με τα ψώνια ήταν παθολογική. Αγόραζε κάτι σχεδόν κάθε μέρα με αποτέλεσμα να έχει τρεις γεμάτες ντουλάπες στο σπίτι.
Κλείδωσε την πόρτα και κρέμασε το κασκόλ και το παλτό της στην μεγάλη κρεμάστρα. Μετά έπιασε ξανά τις τσάντες και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Άρχισε να βγάζει τα κουτιά και να τα τοποθετεί πάνω στο τραπέζι. Σύντομα σχηματίστηκε μια μεγάλη στίβα. Ήταν πολύ ευχαριστημένη με τον εαυτό της,. Τώρα είχε όλο το χρόνο που της χρειαζόταν για να ξεκουραστεί. Μόλις εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε πόσο κουρασμένη ήταν. Είχε ξυπνήσει πολύ πρωί κι είχε φύγει αμέσως από το σπίτι. Έπρεπε να προλάβει διαφορετικά θα έχανε τη δουλειά. Είχε πάρει το λεωφορείο κι είχε πάει σε κείνη την καφετέρια πριν καλά καλά ανοίξει. Λίγο αργότερα έφτασε εκεί κι ο άρης. Ο άρης. Πόσα χρόνια είχαν περάσει; Το κεφάλι της άρχισε να πονάει κάνοντάς τη να σκεφτεί πως είχε ξεχάσει να αγοράσει παυσίπονα. Βγήκε από την κουζίνα κι άρχισε να ψάχνει σε όλο το σπίτι αλλά δε βρήκε κανένα. Μα πώς το ξέχασε; Στη σκέψη και μόνο πως θα έβγαινε από το σπίτι ένιωθε να τη διαπερνάει ένα δυνατό ρίγος. Δε μπορούσε όμως να κάνει διαφορετικά. Φόρεσε ξανά το παλτό και βγήκε, ένιωθε δυστυχισμένη εκείνη τη στιγμή.
Μπήκε στο πρώτο φαρμακείο που βρήκε μπροστά της κι αγόρασε ασπιρίνες παυσίπονα και μια κρέμα για τα μάτια, αδύνατο να αντισταθεί. Ο πόνος στο κεφάλι της δυνάμωνε όλο και περισσότερο κι ολαιμός της είχε αρχίσει να ξεραίνεται. Δοκίμασε να καταπεί κι ένιωσε ένα αγκάθι να την εμποδίζει. Τα μάτια της δάκρυσαν από τον πόνο. Ήταν ανάγκη να συμβεί τώρα κι αυτό; Πλήρωσε και βγήκε.
Στο σπίτι ήπιε δυο παυσίπονα μαζί. Δυσκολεύτηκε όπως πάντα να τακαταπιεί αλλά δε μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Τα μάτια της έπεσαν πάνω στη στίβα με τα διάφορα κουτιά. Πότε θα τα φορούσε όλα αυτά; Ποτέ μάλλον. Αλλά δεν την πείραζε αυτό. Κάθισε σε μια καρέκλα και περίμενε με τα μάτια της κλειστά να υποχωρήσει ο πόνος.
Λίγο αργότερα βρισκόταν κάτω από το καφτό νερό. Αυτό θα τη βοηθούσε σίγουρα να χαλαρώσει. Θα έφτιαχνε μια ζεστή σούπα αμέσως μόλις θα υποχωρούσεο πόνος κι ύστερα θα ξάπλωνε στο ζεστό της κρεβάτι, να που είχε κι αυτό τη χρησιμότητά του. Ούτε λόγος να χρησιμοποιήσει τον υπολογιστή της. Αισθανόταν τόσο άσχημα εκείνη τη στιγμή που παρέλυε και μόνο στη σκέψη του. Υπήρχαν πολλά που έπρεπε να κάνει, έπρεπε να στείλει κάποια ηλεκτρονικά μηνύματα και να προσπαθήσει να σπάσει εκείνον τον καταραμένο κωδικό αλλά το μυαλό της ήταν ναρκωμένο κι όσο περνούσε η ώρα σίγουρα τα πράγματα θα χειροτέρευαν. Αναστέναξε, το νερό είχε αρχίσει να κρυώνει. Πόση ώρα είχε μείνει άραγε ξαπλωμένη εκεί μέσα; Το κορμί της άρχισε κι αυτό να μουδιάζει αναγκάζοντάς τη να σηκωθθεί. Δεν ήθελε να αποκοιμηθεί μέσα στη μπανιέρα όπως εκείνη τη φορά. Τυλήχτηκε με μια μεγάλη ρωζ πετσέτα και έτρεξε στην κρεβατοκάμαρά της. ΧΒιαστικά πέταξε κάτω από το κρεβάτι τις δισκέτες και τα φιλμ που ήταν αραδιασμένα πάνω του και χώθηκε κάτω από το πάολωμα. Η τελευταία της σκέψη πριν αποκοιμηθεί ήταν πως ο Άρης δεν είχε αλλάξει καθόλου. Παρέμενε όμορφος κι ελκυστικός. Να την είχε άραγε αναγνωρίσει; Μπα όχι, αδύνατο. Η περούκα και το μακιγιαζ έκαναν καλά τη δουλειά τους κι άλωστε φαινόταν πολύ βιαστικός όταν τη σέρβιρε. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω στην άλλη. Μιλούσε μαζί της πολύ πριν μπει στο μαγαζί αλλά βέβαια δεν είχε ιδέα πως εκείνη τον παρακολουθούσε. Δε μπόρεσε να σκεφτεί τίποτα περισσότερο εκείνη τη στιγμή, τα μάτια της έκλεισαν.το λαπτοπ βρισκόταν στη θήκη του μέσα στο συρτάρι. Κι όπως έδειχναν τα πράγματα κανείς δε θα το χρησιμοποιούσε πριν περάσουν κάμποσες ώρες.
Ο δημήτρης έβγαλε τα γυαλιά του κι άρχισε να τρίβει τα κουρασμένα του μάτια. Δυο ώρες ήταν σκυμμένος πάνω από εκείνο το γράμμα και δούλευε ασταμάτητα. Κανονικά τώρα έπρεπε να παίζει μπιλιάρδο με τους φίλους του αλλά η σάρα ήταν κι εκείνη πολύ στενή του φίλη και δε μπορούσε να της αρνηθεί τίποτα. Άλωστε κιι εκείνη τον βοηθούσε κάθε φοράπου της το ζητούσε. Φαινόταν εξαιρετικά ανήσυχη όταν του τηλεφώνησεμερικές ώρες πριν. Άρχισε να του μιλάει για κείνο το γράμμα και δε σταμάτησε παρα μόνο όταν δεν υπήρχε άλλος αέρας μέσα στα πνευμόνια της. Προφανώς τα πράγματα ήταν σοβαρά και κάποιος περίμενε με αγωνία την έκθεσή του. Όταν κατάλαβε πως έπρεπε να ακυρώσει το μπιλιάρδο εκείνης της μέρας απογοητεύτηκε πολύ αλλά σύντομα ξεπέρασε την απογοήτευσή του. Η δουλειά και η φιλία ήταν πάνω απ’όλα. Έτσι, είχε πάρει το γράμμα κι είχε τρέξει κατευθείαν στο σπίτι του. Θα κοιμόταν αργά εκείνη τη νύθ΄΄ύχτα κι έτσι αγνόησε επιδεικτικά τη μαύρη μπίρα που ήταν ακουμπισμένη στην πόρτα του ψυγείου κι έφτιαξε ένα διπλό σκέτο καφέ.

η πρώτη υπόθεση

Σεπτεμβρίου 16, 2009

Κεφάλαιο όγδοο
Ετοιμάστηκε να συνεχίσει το διάβασμα όταν ένα χτύπημα στην πόρτα την έκανε να τιναχτεί ξαφνιασμένη.
-εμπρός είπε και τράβηξε τα μάτια από την οθόνη του υπολογιστή. Η πόρτα άνοιξε και στην είσοδο εμφανίστηκε η τζίνα. Χαμογελούσε αλλά η κούραση στα μάτια της ήταν ολοφάνερη.
-μπορώ να μπω; Ρώτησε διστακτικά με τη λεπτή κοριτσίστικη φωνή της. Η ενριέτα που επανήλθε στην πραγματικότητα την κάλεσε να μπει στο γραφείο.
-έφερα το λογαριασμό είπε η κοπέλα και πλησιάζοντας την επιθεωρήτρια ακούμπησε ένα χαρτί π άνω στο γραφείο. Η ενριέτα το πήρε αφηρημένα.
-Τι ώρα είναι ρώτησε πνιγμένα.
-Δυο κυρία Ενριέτα. Μα πώς πέρασε τόσο γρήγορα η ώρα; Σε λίγο είχε ραντεβού με τον αλέξανδρο. Αν εκείνη η κοπέλα δεν ερχόταν να τη διακόψει η καημένη η Λίντα αν και νεκρή θα άρχιζε πάλι να της προκαλεί προβλήματα.
-δούλευα και είχα απορροφηθεί τόσο που ο χρόνος έχασε την υπόστασή του. Άνοιξε την τσάντα της και μέτρησε τα χρήματα.
-ευχαριστώ κυρία Ενριέτα είπε η κοπέλα παίρνοντάς τα. Θα μείνετε πολύ ακόμη;
-μια ώραπερίπου. Μετά θα πάω για φαγητό. Τα μάτια της κοπέλας άστραψαν πονηρά.
-Με τον αλέξανδρο;
-ναι, θα πάμε σε κείνο το ιταλικό εστιατόριο για πίτσα. Κάποια μέρα θα σου κάνω το τραπέζι εκεί, πρέπει να δοκιμάσεις ορισμένα πιάτα.
-θα χαρώ πολύ απάντησε η τζίνα και κουνώντας το κεφάλι σε χαιρετισμό βγήκε κι έκλεισε αθόρυβα την πόρτα.
Το μυαλό της επιθεωρήτριας άρχισε να δουλεύει πυρετωδώς. Λογάριαζε πόση ώρα της έμενε μέχρι το ραντεβού της με τον Αλέξανδρο. Ο υπολογιστής έδειχνε δυο και δέκα. Μα γιατί οι ώρες της δουλειάς ήταν τόσο μικρές; Διαπίστωσε πως δεν ένιωθε καμιά επιθυμία για φαγητό. Αν μπορούσε θα έμενε όλη τη μέρα στο γραφείο για να δουλέψει ήσυχα μακριά από το σπίτι. Δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί εκεί μέσα. Το τηλέφωνο χτυπούσε κάθε πέντε λεπτά. Τις μισές φορές αυτή που καλούσε ήταν η μητέρα της που ήθελε να τη ρωτήσει αν έφαγε πρωινό ή μεσημεριανό κι αν το προηγούμενο βράδυ είχε κοιμηθεί καλά. Στην αρχή η ενριέτα κατέβαζε το ακουστικό και έβγαζε το τηλέφωνο από τη μπρίζα αλλά σύντομα κατάλαβε πως η μέθοδος αυτή δεν έφερνε αποτέλεσμα αφού η μητέρα της, την έψαχνε στο κινητό κι αυτό δε μπορούσε να το κλείσει εξαιτίας της φύσης της δουλειάς της. Απαντούσε λοιπόν αδιαμαρτήρητα αλλά λακωνικά σε όλες εκείνες τις κουραστικές ερωτήσειςπου ήταν πάντοτε οι ίδιες και αφού το έκλεινε επέστρεφε στο φορητό υπολογιστή. Ξαφνικά χαμογέλασε. Αυτό ήταν. Θα μετέφερε τα έγγραφα σε μια δισκέτα και το βράδυ όταν ο αλέξανδρος θα έπεφτε για ύπνο εκείνη θα κλειδωνόταν στο σαλόνι και θα συνέχιζε τη δουλειά ανενόχλητη. Το είχε κάνει κι άλλες φορές προφασιζόμενη ένα σωρό γελοίες δικαιολογίες ώσπου μια μέρα ο αλέξανδρος βρήκε τα αρχεία στον υπολογιστή. Ο καβγάς που ακολούθησε ήταν από τους πιο άσχημους της σχέσης τους αφού εκείνος της απαγόρευσε να εργάζεται τις βραδινές ώρες λέγοντας πως θα πάθαινε σίγουρα υπερκόπωση. Κι εδώ που τα λέμε δεν είχε κι άδικο αφού στο παρελθόν ο γιατρός την είχε υποχρεώσει να σταματήσει τη δουλειά για ένα μήνα. Είχε λιποθυμήσει ένα βράδυ κι όταν συνήλθε έκανε αρκετή ώρα να γυρίσει στην πραγματικότητα. Ο αλέξανδρος και η μητέρα της τρόμαξαν τόσο με αυτό που εγκαταστάθηκαν στην κρεβατοκάμαρά της για να την προσέχουν μήπως το σκάσει. Θυμόταν την διαμονή της μητέρας της εκεί σαν έναν γλυκόπικρο εφιάλτη. Την τάιζε τρεις φορές τη μέρα και την ανάγκαζε να κοιμάται πριν τις δέκα. Τελικά δεν είχε αντέξει παραπάνω από λίγες εβδομάδες και την είχε στείλει πίσω στο σπίτι της.
Τώρα που τα θυμόταν όλα αυτά έκανε τη σκέψη πως δεν έπρεπε να αρρωστήσει ποτέ ξανά. Άνοιξε ένα συρτάρι κι άρχισε να ψάχνει για μια άδεια δισκέτα. Σύντομα όλο το περιεχόμενο του συρταριού είχε χυθεί στο πάτωμα. Σηκώθηκε βρίζοντας από την καρέκλα κι άρχισε να μαζεύει χαρτιά συνδετήρες κι ετικέτες. Τα πετούσε μέσα χωρίς να μπει στον κόπο να τα τακτοποιήσει. Όλα της τα πράγματα ήταν σκορπισμένα στα ράφια και τα συρτάρια, μα όσο παράδοξο κι αν ήταν εκείνη συνήθως έβρισκε γρήγορα αυτό που έψαχνε. Ωστόσο γρήγορα έγινε φανερό πως δεν υπήρχε στο γραφείο κάποια διαθέσιμη δισκέτα.
Συνεχίζοντας να βρίζει βγήκε από το γραφείο της. Δε θα έφευγε από εκεί αν δεν έπαιρνε μαζί της όλο το υλικό που της χρειαζόταν.
Βρήκε τη δισκέτα στο γραφείο ενός συναδέλφου. Σπάνια τον επισκεπτόταν αλλά δε μπορούσε να κάνει διαφορετικά.είχε σπουδάσει προγραμματισμό ηλεκτρονικών υπολογιστών μεταξύ άλλων και τα τελευταία χρόνια δούλευε μαζί τους στη δίωξη του ηλεκτρονικού εγκλήματος. Ήταν έξυπνος και διέθετε ένα πηγαίο ακατάβλητοκι οξύ χιούμορ που της άρεσε. Μα η επιθεωρήτρια δεν ήταν ιδιέταιρα κοινωνικός άνθρωπος και συχνά περνούσαν εβδομάδες ολόκληρες πριν εγκαταλείψει το γραφείο της για να ανταλλάξει μερικές κουβέντες με κάποιον από τους συναδέλφους της. Μόνο όταν βρέθηκε στο δικό της γραφείο και πάλι, συνειδητοποίησε πως είχε περάσει τέσσερις ώρες καρφωμένη σε μια καρέκλα. Γέλασε δυνατά. Αν το μάθαινε ο γιατρός της θα την κατσάδιαζε χωρίς αμφιβολία αλλά δε θα του το έλεγε ποτέ. Χωρίς να χάνει καιρό έβαλε τη δισκέτα στον υπολογιστή κι άρχισε να επιλέγει τα αρχεία που ήθελε. Μερικά λεπτά αργότερα τα αρχεία είχαν φορτωθεί στη δισκέτα. Την έβαλε με προσοχή στην τσάντα της. Η ώρα ήταν δυόμιση κι εκείνη έπρεπε να φύγει αμέσως αν δεν ήθελε να αργήσει στο ραντεβού της με τον Αλέξανδρο. Εκείνος ήταν πάντα συνεπής κι έτσι όπως ήταν φυσικό δεν του άρεσαν οι αργοπορίες. Έκλεισε λοιπόν τον υπολογιστή και κλείδωσε τα συρτάρια του γραφείου. Μετά, πήρε το παλτό της και το φόρεσε. Έπρεπε να περπατήσει κάμποση ώρα ώσπου να φτάσει στο αυτοκίνητό της.
Την ξάφνιασε ο κρύος αέρας που φυσούσε. Κούμπωσε βιαστικά όλα τα κουμπιάτου παλτού κι άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα. Μα ένας δυνατός και σύντομος πόνος της πλάτης της, την έκανε να σταματήσει για να ξεκουραστεί. Έπρεπε να κλείσει ραντεβού με το φυσικοθεραπευτή. Συνεχώς το ανέβαλε πείθοντας τον εαυτό της πως όλα πήγαιναν καλά αλλα κάθε τόσο οι συνεχίς πόνοι την έκαναν να παραδέχεται την κατάσταση στην οποία βρισκόταν.
Κόντευε να φτάσει στο αυτοκίνητό όταν είδε και πάλι εκείνα τα παπούτσια που της κέντρισαν το ενδιαφέρον λίγες ώρες πριν. Φυσικά το μαγαζί ήταν κλειστό. Σημείωσε στο μυαλό της να ξαναπεράσει την άλλη μέρα και συνέχισε το δρόμο της. Η πλάτη της πονούσε ακόμη.
Ο άρης δεν απάντησε στην ερώτηση αυτή πράγμα που δεν άρεσε στην Άρτεμη. Όταν δεν της απαντούσαν θύμωνε κι εκνευριζόταν με αποτέλεσμα να μην ελέγχει τα λόγια που έβγαιναν από το στόμα της. Αν το ήξερε αυτό η επιθεωρήτρια σίγουρα θατ η χαρακτήριζε υπερβολική και παράξενη. Η ψυχολόγος πάλι, θα το απέδιδε στο διαταραγμένο ψυχισμό της και θα προσπαθούσε να της εξηγήσει πως αυτό που έκανε δεν ήταν υγειές. Μήπως τελικά έπρεπε να μιλήσει μόνο σε κείνη;
-Άρη; Με ακούς; Η ερώτηση ακούστηκε πιο ήρεμα από ο,τι συνήθιζε. Ο άντρας κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
-ναι, με συγχωρείς, δε θα ήθελα να μιλήσω γι’αυτό κι άλλωστε… έχω δουλειά.
Τώρα το θυμήθηκε πως είχε δουλειά; Τόση ώρα της μιλούσε αδιαφορώντας για τους πελάτες που έρχονταν κι έφευγαν.
-συγνώμη είπε συμβιβαστικά. Ξαφνικά δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγει. Έπρεπε να το καταλάβω πωςδενν ήταν ευχάριστη αυτή η κουβέντα μα μη θυμώνεις μαζί μου.
-δε θύμωσα, αλήθεια σου λέω. Μα έχω πράγματι δουλειά. Θα ξανα’ρθεις;
-όχι. Τώρα είχε αρχίσει να πεισματώνει για τα καλά.
-Γιατί;
-έχεις πολλή δουλειά. Δε θέλω να σε ενοχλώ. Τέλειωσε βιαστικά τη σοκολάτα της και σηκώθηκε.
-αύριο δε δουλεύω . θέλεις να συναντηθούμε;μπορούμε να πάμε για καφέ ή φαγητό…ο,τι θέλεις. Την κοίταξε ήσυχα. Πόσο γλυκιά ήταν εκείνη η μελαγχολία που κρυβόταν στο βλέμμα του; Δε θα μπορούσε να αντιστεθεί και το ήξερε έτσι βιάστηκε να απαντήσει.
-Ναι, εγω δουλεύω το βράδυο. Νωρίς το πρωί έχω κάποια δουλειά αλλά μετά τις δώδεκα είμαι στη διάθεσή σου. Πήρε μια χαρτοπετσέτα κι ακριβώς όπως το περίμενε εκείνος έγραψε το τηλέφωνό της και του την έδωσε.
-θα σου τηλεφωνήσω το βράδυ για να κανονίσουμε την ώρα της είπε χαμογελώντας της εγκάρδια.

η πρώτη υπόθεση

Σεπτεμβρίου 16, 2009

Κεφάλαιο έβδομο
-Πώς σου φαίνεται η σοκολάτα; Ο Άρης γέμισε ξανά με νερότο άδειο ποτήρι της. Η άρτεμη ήπιε λαίμαργα και πέρασε τη γλώσα πάνω από τα λεπτά της χείλη.
-εξαιρετική. Εδώ μέσα φαίνεται πως είναι ο ναός της. Μακάρι να σας ανακάλυπτα νωρίτερα. Ο Άρης γέλασε. Ήταν η πρώτη φορά που το έκανε αυτό με τέτοιο τρόπο. Το γέλιο του ήταν δυνατό, απαλαγμένο από κάθε είδους άγχος και σύνεση.
-Αυτός ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που με οδήγησαν εδώ Άρτεμη. Όταν ήμουν μικρός ήθελα να ασχοληθώ με τη ζαχαροπλαστική, για να αποθεώσω τη σοκολάτα. Ονειρευόμουν να φτιάξω το ιδανικό σοκολατένιο κέικ. Η άρτεμη παρακολουθούσε με ενδιαφέρον που συνεχώς εντεινόταν.
-Και τι απέγινε τελικά; Σπούδασες ζαχαροπλαστική; Ο άντρας ανασήκωσε τα φρύδια του.
-ναι μα αλλιώς τα ήθελε ηη ζωή τα πράγματα.όταν τέλειωσα τις σπουδές μου γνώρισα μια κοπέλα. Κάναμε σχέση και γρήγορα της πρότεινα να παντρευτούμε. Εκείνη δέχτηκε με μεγάλη χαράή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε τότε. Λίγο πριν το γάμο όμως… ανακάλυψα πως είχε παράλληλη σχέση. Η Άρτεμη άφησε το φλυτζάνι στο πιατάκι του και γύρισεπρος το μέρος του αμήχανη. Τα χέρια της ανέβηκαν στο λαιμό της κι άρχισαν να παίζουν με το κολιέ που φορούσε.
-είναι πολύ λυπηρό αυτό αλλά δεν κατάλαβα τι σχέση έχει αυτή η ιστορίαμε τις σοκολάτες και τα κέικ.
-Απογοητεύτηκα πολύ, πικράθηκα κι έφυγα ξεχνώντας τα όνειρα για τις συνταγές και τις πραλίνες. Έζησα 3 χρόνια με ελάχιστες συναναστροφές. Δεν έβλεπα σχεδόν κανέναν, έχοντας μόνη παρέα τον υπολογιστή και τα ψαράκια μου. Η Άρτεμη κατέβασε τα χέρια από το κολιέ της.
-σου αρέσουν τα ψάρια;
-ναι, πολύ, πάντα είχα κάμποσα. Τέλοσπάντων, κάποτε κατάλαβα πως έπρεπε να επιστρέψω στη ζωή. Είχε έρθει η ώρα να σταθώ στα πόδια μου. Γύρισα πίσω λοιπόν κι άρχισα να ψάχνω για δουλειά. Έτσι βρέθηκα εδώ. Θα ζούσα συμβατικά και ήρεμα, το όνειρο για το π άντρεμα των γεύσεων είχε πεθάνει βλέπεις.
Η Άρτεμη ήπιε λίγη σοκολάτα ακόμη. Μιλούσε ωραία αυτός ο άντρας, πολύ καλύτερα από τον Αντρέα αν και τώρα που το σκεφτόταν, αυτοί οι δυο θα έβρισκαν πολλά να πουν.σίγουρα μοιράζονταν το ίδιο πάθος για τημαγειρική. Ο Αντρέας ωστόσο μιλούσε πολύ λιγότερο κι ήταν οξύθυμος και νευρικός κάποιες φορές.Αυτό τη δυσαρεστούσε και έφερνε εμπόδια στη σχέση τους.
-Κι η κοπέλα που αγαπούσες τι απέγινε; Δεν την είδεςποτέ ξανά
;
Όταν οι δυο γονείς κατάλαβαν πως η μητέρα της Άρτεμης ήταν ο άνθρωπος που έψαχναν ανακουφίστηκαν ολοφάνερα. Η γυναίκα εκείνη ήταν δυναμική κι έξυπνη και μπορούσε εύκολα να επιβάλει τη θέλησή της στους άλλους. Επιπλέον, μπορούσε να γίνει πολύ συμπαθητική όταν το ήθελε. Αγάπησε αμέσως τη λίντα και της χάρισε όλη της τη στοργή. Σύντομα έγιναν φίλες κι άρχισε να τη μαθαίνει να διαβάζει μέσα από διασκεδαστικά παιχνίδια. η κοπέλα από την πλευρά της έδειχνε να την εμπιστεύεται όλο και περισσότερο και σύντομα έγιναν φίλες. Ο χρόνος που περνούσε κοντά τους αυξανόταν γρήγορα και όλοι δεν άργησαν να τη δεχτούν σχεδόν σαν μέλος της οικογένειάς τους.
Σταμάτησε κι άρχισε να σκέφτεται το νόημα που είχαν όλα αυτά που διάβαζε. Πώς ήταν δυνατό μια γυναίκα που για δέκα σχεδόν χρόνια φρόντιζε τη Λίντα, λίγο πριν το θάνατό της να απομακρύνθηκε από κοντά της; Οι γονείς ισχυρίζονταν πως αφου η Λίντα δεν ήταν πια παιδίθα μπορούσε να πάει σε κείνο το ειδικό σχολείο, να συναναστραφεί άτομα της ηλικίας της και να μάθει κάτι περισσότερο. Μα την ενριέτα την παραξένευε πολύ αυτή η εξήγηση. Κάτι δεν πήγαινε καλά κι απορούσε πως δεν το είχε αντιληφθεί πιο νωρίς. Άρχισε να περνάει τις επόμενες σελίδες χωρίς να τις διαβάζει. Δεν είχαν και μεγάλη σημασία αφού αναφέρονταν με πιο πολλές λεπτομέρειες στη σχέση της λίντας με κείνη τη γυναίκα. Ξαφνικά βιαζόταν να φτάσει στο τέλος για να έχει και πάλι όλα τα δεδομένα στη διάθεσή της.
Η κοπέλα με τα κόκκινα μαλλιά περπατούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Κρύωνε και είχε κουμπώσει όλα τα κουμπιά του παλτού της κι είχε δέσει κι ένα κασκόλ γύρω από το λαιμό της. Βιαζόταν αλλά δεν ήθελε να τραβήξει την προσοχή κανενός περαστικού με την τόση βιασύνη. Είχε πολλά να κάνει. Τόσες ώρες μέσα σε εκείνη την καφετέρια κόντεψε να αποκοιμηθεί. Ευτυχώς που είχε φέρει μαζί της ένα βιβλίο αλλιώς σίγουρα θα είχε αποτύχει. Τώρα προχωρούσε ρουφώντας τη μύτη της. Θα τέλειωνε τη δουλειά όσο πιο γρήγορα μπορούσε και θα έτρεχε στο σπίτι. Δεν ήταν ώρα για κρυολογήματα κι άλωστε ποτέ δεν της άρεσε να μένει στο κρεβάτι για ώρες. Μπήκε στον πρώτο τηλεφωνικό θάλαμο που βρήκε μπροστά της. Της είχε δώσει εντολή να μη χρησιμοποιήσει το κινητό της σε καμιά περίπτωση.Άνοιξε την τσάντα τηςκι άρχισε να ψάχνει για κέρματα τουρτουρίζοντας. Μάλλον είχε αρρωστήσει τελικά. Βρήκε μια χούφτα νομίσματα και τα πέταξε στη σχισμή. Μετά, άνοιξε το μπλοκάκι της κι άρχισε να ψάχνει το νούμερο. Δεν άργησε να το βρει. Πήρε τον αριθμό και περίμενε, ήξερε ακριβώς τι θα έλεγε.
Βγήκε από το θάλαμο δέκα λεπτά αργότερα εμφανώς ευχαριστημένη με τον εαυτό της. Όλα είχαν πάει όπως έπρεπε. Η πρώτη φάση είχε τελειώσει, θα ακολουθούσαν βέβαια κι άλλες αλλά η αρχή ήταν σημαντική. Τώρα περπατούσε πιο αργά και ξένοιαστα. Είχε έρθει η ώρα για να εισπράξει το πρώτο μέρος της αμοιβής της. Δεν άργησε να βρει το atm. Έβγαλε την κάρτα από το πορτοφόλι και την έβαλε στην εγκοπή. Μετά, αφού κάλυψε με το χέρι την οθόνη άρχισε να πληκτρολογεί τον κωδικό. Πήρε τα χρήματα και χωρίς να τα μετρήσει τα έριξε μέσα στην τσάντα της ενώ ταυτόχρονα έσχιζε την απόδειξη. Θα τηνπετούσε στο πρώτο καλάθι σκουπιδιών που θα έβρισκε μπροστά της. Άρχισε να περπατάει ξανά στο δρόμο. Τώρα χαμογελούσε κι αδιαφορούσε εντελώς για τη μύτη της που έτρεχε. Επιτέλους θα αγόραζε εκείνη την τσάντα που ονειρευόταν κι ίσως και τα παπούτσια που είδε την προηγούμενη μέρα στη βιτρίνα. Με τη σκέψη αυτή επιτάχυνε το βήμα της.
παρασκευή 24 μαρτίου 206. η Λίντα αλεξάνδρου βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της. Ήταν η μητέρα της που τη βρήκε εκείνο το βράδυ. Η ενριέτα άνοιξε το έγγραφο. Επιτέλους το είχε βρει. Θα διάβαζε τώρα τα στοιχεία εκείνα που την ενδιέφεραν.
Μόλις λίγες ώρες πριν ο πατέρας της είχε πάει να την πάρει από το σχολείο για να περάσει στο σπίτι το σαββατοκύριακο. Πάντα έτσι γινόταν άλωστε. Κάποιες φορές έμενε και μια συμμαθήτρια μαζί τους, φίλη της αλλά εκείνη την Παρασκευή η κοπέλα ήταν άρρωστη και δεν πήγε μαζί τους. Η λίντα είχε πια μεγαλώσει και τα σημάδια της μεταμόρφωσής της ήταν πλέον εμφανή. Τώρα ήταν μια όμορφη ξανθιά κοπέλα με λεπτό καλοσχηματισμένο σώμα και ολόισια μακριά μαλλιά που έφταναν ως τη μέση της. Πολλοί άντρες έστρεφαν το κεφάλι να την κοιτάξουν καθώς περπατούσε στο δρόμο. Εκείνη που στην αρχή δεν αντιλαμβανόταν αυτά τα βλέμματα,όταν κατάλαβε τη σημασία τους άρχισε να τα αποφεύγει κι έσκυβε το κεφάλι της.
Εκείνη τη μέρα η λίντα ήταν πολύ χαρούμενη. Γύρισε στο σπίτι κι έτρεξε να βρει τη μητέρα της. Την αγαπούσε πολύ, πιο πολύ απ’όλους κι αυτό χαροποιούσε την αλίκη.
Η επιθεωρήτρια προσπέρασε την επόμενη παράγραφο. Έφτασε στο βράδυ της ίδιας μέρας. Η Αλίκη κατά τις οχτώ δέχτηκε ένα σύντομο τηλεφώνημα. Συνομίλησε με κάποιον για πέντε λεπτά περίπου κι ύστερα βγήκε ανήσυχη από το δωμάτιο. Η ταραχή της ήταν ολοφάνερη μολονότι έκανε τα πάντα για να την κρύψει.
Ο σύζυγός της που εκείνη τη μέρα δε δούλευε στο νοσοκομείο τη ρώτησε τι συνέβαινε. Δεν είχαν μυστικά ποτέ ωστόσο αυτή ήταν η πρώτη φορά που η αλίκη απέφευγε να του δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση. Τον άφησε μόνο λοιπόν και έφυγε χωρίς λέξη. Κι ιεκείνος ξαφνιασμένος κι απορημένος πήγε στο δωμάτιο της κόρης του να της κάνει παρέα.
Η επιθεωρήτρια σταμάτησε το διάβασμα για μια ακόμη φορά. Θέλησε να συγκεντρωθεί. Αυτά που θα διάβαζε παρακάτω ήταν πολύ σημαντικά.

η πρώτη υπόθεση

Σεπτεμβρίου 15, 2009

Κεφάλαιο έκτο
Την ίδια στιγμη, μια κοκκινομάλα κοπέλα σηκωνόταν διακριτικά από τη θέση της κι έβγαινε από το μαγαζί. Η Άρτεμη δεν την πρόσεξε αυτή τη φορά.
-χαίρομαι που σε ξαναβλέπω , για να είμαι ειλικρινής δεν περιμένα να σε δω εδώ τόσο σύντομα. Η Άρτεμη χαμογέλασε κι ο άντρας που στεκόταν κοντά της, σκέφτηκε πως ήταν πολύ όμορφο το χαμόγελό της. Να της το είχαν πει πολλοί πριν απ’αυτόν;
-τέλειωσα τη δουλειά που είχα νωρίτερα από ό,τι υπολόγιζα κι είπα να έρθω εδώ, για μια ζεστή σοκολάτα. Νομίζω πως θα είναι ο,τι πρέπει με τόσο κρύο. Ο Άρης έγνεψε καταφατικά.
-ήπια κι εγώ μια λίγο πριν. Τι γεύση προτιμάς;
-Φράουλα αν υπάρχει.
-Φυσικά και υπάρχει μα κι αν δεν υπήρχε πάλι κάποια λύση θα βρίσκαμε για να ευχαριστήσουμε μια θεά. Επιστρέφω είπε κι απομακρύνθηκε αργά αργά.
Η Άρτεμη τράβηξε τα μάτια της από π άνω του. Τελικά δεν ήταν άσχημα αυτά τα μάτια. Κι εκείνη η γλυκιά μελαγχολική φωνή, ίσως να μην ήταν τελικά και τόσο δυσάρεστη. Μάλλον έφταιγε η ένταση των προηγούμενων ωρών για την αρχική της αντιπάθια. Μόλις που αντιλήφθηκε πως χτυπούσε το κινητό της αφού η φασαρία από τις κουβέντες των θαμόνων ήταν πολύ δυνατή. Ωστόσο σχεδόν πάντα κατάφερνε να ξεχωρίζει τη μελωδία του dust in the wind. Άνοιξε το πορτάκι και κοίταξε τον αριθμό. Αυτή τη φορά ήταν πράγματι ο αντρέας που την καλούσε. Για λίγο, έμεινε αναποφάσιστη αλλά τελικά άνοιξε το πορτάκι.
-γεια σου Αντρέα είπε δυνατά για να ακουστεί πάνω από τα γέλιακαι τα πειράγματα όλων εκείνων των ανθρώπων. Τι κάνεις;
-Πού είσαι Άρτεμη; Σε ψάχνω όλο το πρωί.
-μα δε μου τηλεφώνησες.
-στην αρχή ήταν απενεργοποιημένο κι αργότερα έπρεπε να φύγω για το ξενοδοχείο. Είσαι καλά;
-ναι, είμαι μια χαρά. Σήμερα θα δουλέψω το απόγευμα με ειδοποίησαν πριν από λίγο
. Η μαίρη είναι άρρωστη. Εσύ; Θα αργήσεις να τελειώσεις;
-μάλλον ναι. Όλα πρέπει να είναι έτοιμα για αύριο, καταλαβαίνεις. Ίσως να δουλέψω ως αργά τη νύχτα. Η άρτεμη ένιωσε μια παράξενη δυνατή χαρά στο άκουσμα αυτών των λόγων αλλά το συναίσθημα αυτό ήταν πρωτόγνωρο κι έτσι δεν πρόλαβε να το επεξεργαστεί.
-εντάξει τότε, θα τα πούμε το βράδυ.
-Πού είσαι;ρώτησε για δεύτερη φορά.
-Για καφέ.
-με ποιον;
-μόνη αντρέα. Άρχισε να εκνευρίζεται. Έπρεπε να το κλείσει αμέσως διαφορετικά θα άρχιζε την ανάκριση.
-δε σε ακούω πολύ καλά, θα σου τηλεφωνήσω αργότερα, καλημέρα. Έκλεισε τη γραμμή. Με την άκρη του ματιού της είχε δει τον Άρη να την πλησιάζει.
Η ενριέτα έμεινε μόνη. Αμέσως μόλις έφυγε η Σάρα, πλησίασε τον υπολογιστή που ήταν ήδη ανοιχτός και πριν κάνει οτιδήποτε άλλο έβαλε να ακούγεται η αγαπημένη της χορωδιακή μουσική. Τη βοηθούσε να σκέφτεται πιο γρήγορα χαρίζοντάς της καθαρότητα νου και ηρεμία πνεύματος. Ήθελε να δουλέψει ξανά την υπόθεση της λίντας. Είχε πεισματώσει και πάλι. Ήταν βέβαιη πως κάτι της διέφευγε, κάτι σημαντικό που αν το ανακάλυπτε τα πράγματα γι’αυτή θα ήταν πιο εύκολα.
Δεν υπήρχε λόγος να καθυστερήσει άλλο. Οι οιπόλοιπες υποθέσεις θα περίμεναν τη σειρά τους. Άνοιξε το αρχείο με το κωδικό όνομα διπλό αδιέξοδο και βυθίστηκε για άλλη μια φορά στην ανάγνωση των εγγράφων.
Η Λίντα Αλεξάνδρου ζούσε στο χαλάνδρι από τότε που γεννήθηκε. Ήταν μοναχοπαίδι. Οι γονείςτης ήταν αρκετάευκατάστατοι άνθρωποι με καλή μόρφωση. Ο πατέρας της ήταν γιατρός κι η μητέρα της καθηγήτρια αγγλικών . διέθετε κάποια χρήματα από τις επιχειρήσεις των γονιών της που σε συνδυασμό με τους δικούς τους μισθούς, εξασφάλιζαν την οικονομική ευημερία της οικογένειας. Η λίντα, γεννήθηκε στις αρχές του 1989. Η εγκυμοσύνη της μητέρας ήταν δύσκολη κι από την αρχή της κύησης γνώριζε τα προβλήματα και τις πιθανές επιπλοκές που θα παρουσιάζονταν αλλά ούτε για μια στιγμή δε σκέφτηκε να ρίξει το παιδί της.ήταν ήδη 36 χρόνων και καταλάβαινε πως αυτή ήταν ίσως η τελευταία της ευκαιρία στη μητρότητα.Έτσι υποβλήθηκε σε όλες τις απαραίτητες εξετάσεις και το μεγαλύτερο μέρος της κύησης το πέρασε ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Άφησε τη δουλειά της και περιόρισε τις εξόδους της από το σπίτι. Οάντρας της τη στήριζε όσο μπορούσε γιατί τη λάτρευε και μοιραζόταν μαζί της την επιθυμία για ένα παιδί. Δυστυχώς η μητέρα που ονομαζόταν Αλίκη, είχε αποβάλλει δυο φορές στο παρελθόν και τώρα ήταν γεμάτη ανησυχία για την τελευταία εγκυμοσύνη. Όσο πλησίαζε η μέρα του τοκετού, η ένταση της Αλίκης κορυφωνόταν με αποτέλεσμα η επικοινωνία της με το συζυγό της να γίνεται όλο και πιο δύσκολη.
Η ενριέτα προσπέρασε βιαστικά δυο τρεις σελίδες. Τα ήξερε όλα αυτά, τα είχε διαβάσει πολλές φορές. Άλλο ήταν το σημείο στο οποίο έπρεπε να φτάσει.
Η λίντα γεννήθηκε στις 23 ιανουαρίου. Τα προβλήματα δεν άργησαν να έρθουν. Οι γιατροί κι οι γονείς διαπίστωναν μέρα με τη μέρα πως δεν αντιδρούσε φυσιολογικά στα ερεθίσματα που δεχόταν κι άρχισαν μια σειρά εξετάσεων για να μάθουν πως το μωρό αντιμετόπιζε σοβαρά προβλήματαπου σχετίζονταν με τις εγκεφαλικές λειτουργίες.
Οι μήνες περνούσαν και γινόταν φανερό πως η μικρή δε θα μπορούσε ποτέ να σκεφθεί όπως ένα παιδί της ηλικίας της. Δυστυχώς η ανάπτυξη του εγκεφάλου θα σταματούσε πολύ νωρίς. Η λίντα θα είχε επαφή με την πραγματικότητα, θα μπορούσε να πάρει μέρος σε οποιαδήποτε συζήτηση αλλά δε θα χρησιμοποιούσε ποτέ ηλεκτρονικό υπολογιστή, ούτε θα μάθαινε πολλά για κάποια επιστήμη. Αυτό θα δυσκόλευε σημαντικά την εκπαίδευσή της κι έτσι η φοίτηση σε κανονικό σχολείο θα ήταν σχεδόν αδύνατη. Οι γονείς της, κουβέντιαζαν καθημερινά γι’αυτό. Η αλίκη ήθελε να τη στείλουν στο σχολείο ο πατέρας πρότεινενα προσλάβουν μια γυναίκα για να της κάνει παρέα και να της μαθαίνει κάποια πράγματα όπως ανάγνωση και γραφή. Με τα πολλά πείστηκε και η μητέρα να δοκιμάσουν αυτή τη μέθοδο κι άρχισαν μαζί την αναζήτηση του κατάλληλου ανθρώπου.
Η ενριέτα άνοιξε τον επόμενο φάκελο. Όπως φαίνεται ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν άλος από τη μητέρα της Άρτεμης. Την προηγούμενη φορά που διάβαζε αυτές τις σελίδες δεν είχε δώσει καμιά σημασία στα στοιχεία αυτά επικεντρώνοντάς το ενδιαφέρον της στις καταθέσεις των ανθρώπων που είδαν τη Λίντα αλεξάνδρου ζωντανή για τελευταία φοράόπως επίσης και στις καταθέσεις εκείνων που την είχαν δει νεκρή. Πάλευε να βρει πιθανές αντιφάσεις και σφάλματα στα λόγια τους χωρίς να νοιάζεται για τη γυναίκα που πρόσεχε τη Λίντα. Τώρα όμωςπου άρχισε ξανά τη μελέτη της υπόθεσης, θυμόταν πως τα ίχνη της γυναίκας αυτής χάνονταn σχεδόν μυστηριωδώς. Εκτός από την κατάθεσή της για το θάνατο της Λίντας δεν υπήρχαν πολλά έγραφα που αναφέρονταν σε αυτή. Μα κι η κατάθεση εκείνη, δεν έλεγε πολλά αφού είχε φύγει από την υππηρεσία της αλίκης. Αναστέναξε κι ετοιμάστηκε να αρχίσει ξανά το διάβασμα όταν χτύπησε το τηλέφωνο του γραφείου. Σήκωσε το ακουστικό αμέσως μετά το πρώτο χτύπημα.
-εμπρός!
-μάντεψε. Η σάρα ακουγόταν χαρούμενη.
-Τι συμβαίνει; Είχες κανένα νέο από την άρτεμη; Έκανε την ερώτηση πριν προλάβει να το σκεφτεί.
-όχι, δεν έχουμε κανένα μυστικό σύνδεσμο. Έχω όμως νέα από το φίλο που σου έλεγα.
-το γραφολόγο; Η επιθεωρήτρια κόλλησε το ακουστικό στο αφτί της.
-ακριβώς. Του εξήγησα την υπόθεσή μας και μου υποσχέθηκε πως αύριο θα έχουμε νέα του. Λοιπόν; Ευχαριστημένη;
-απόλυτα Σάρα. Είσαι καταπληκτική. Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα. Η σάρα γέλασε.
-θα σου ξανατηλεφωνήσω το βράδυ να μάθω τα νέα σου. Στοιχηματίζω πως ασχολείσαι και πάλι με την καταραμένη αυτή υπόθεση έτσι δεν είναι;
-Ναι μουρμούρισε απολογητικά η Ενριέτα. Πρέπει….
-εντάξει την έκοψε η άλλη γυναίκα μισογελώντας. Εγώ δεν ξέρω από αυτά, κλείνω να κάνω κι εγώ καμιά δουλειά.
Η ενριέτα έβαλε το ακουστικό στη θέση του και στράφηκε ξανά στον υπολογιστή της.

η πρώτη υπόθεση

Σεπτεμβρίου 14, 2009

Κεφάλαιο πέμπτο
-Πες μου σάρα σε παρακαλώ, τι συμβαίνει με την κοπέλα αυτή; Η ενριέτα κάθισε πιο κοντά στη φίλη της κι ακούμπησε το χέρι τηςπανω στο δικό της. Δε μπορώ να την καταλάβω. Προσπαθώ αλλά δε μπορώ. Είναι παράξενη αινιγματική αλλοπρόσαλη. Σταμάτησε για να πάρει ανάσα κι η σάρα επωφελήθηκε από τη σύντομη αυτή παύση για να πάρει το λόγο.
-μην αγχώνεσαι, είμαι εδώ για να τα βρούμε όλα. Έχεις δίκιο να μπερδεύεσαι. Η Άρτεμη είναι ιδιάζουσα pερίπτωση. Την άκουσα με προσοχή και κατέληξα στο συμπέρασμα πως δεν είναι απόλυτα υγειήςπνευματικά εννοώ. Η επιθεωρήτρια ανασηκώθηκε λίγο και την κοίταξε απορημένη.
-Τι θέλεις να πεις;
-Δεν είδες τίποτα παράξενο πάνω της όσο της μιλούσες; Δεν παρατήρησες τις γρήγορες μεταβολές της συμπεριφοράς της;
-Ναι, τις πρόσεξα. Η ηρεμία κι η ανησυχία εναλάσσονταν με εκπληκτική ταχύτητα κι η αμηχανία πολύ συχνά έδινε τη θέση της στην ψυχρότητα και την απόλυτη συγκέντρωση. Έτσι δεν είναι;
-Ακριβώς έτσι. Η σάρα χαμογέλασε ενθαρρυντικά στη φίλη της. Όλα αυτά μας οδηγούν σε μια κάπως διαταραγμένη προσωπικότητα. Η Ενριέτα δίπλα της ανατρίχιασε.
-είσαι απόλυτα βέβαιη;
-όσο πιο πολύ το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο το πιστεύω. Δε μπορώ να σου μιλήσω ακόμη για το βαθμό και το στάδιο αυτής της διαταραχής αλλά αν έρθω μερικές φορές ακόμη σε επαφή μαζί της θα σχηματίσω μια πιο ξεκάθαρη γνώμη.
-μπορείς να έρθεις αύριο το πρωί; Ελπίζω πως θα είναι μια μέρα γεμάτη συμπεράσματα κι αποκαλύψεις. Θα την πείσω να μας αποκαλύψει το δολοφόνο.
-δεν ξέρω αν είναι φρόνιμο να ασκήσεις οποιαδήποτε μορφή πίεσης πάνω της.
-Το καταλαβαίνω αυτό που λες και ακριβώς γι’αυτό το λόγο προσπάθησα σήμερα να φανώ διαλακτική και υποχωρητική. Δεν τα κατάφερα καλά;
-πολύ καλά, σου το αναγνωρίζω. Της μίλησες όπως έπρεπε.
-Μόνο που η συμπεριφορά μου αυτή, δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα όπως είδες. Η γυναίκα γέλασε με πίκρα αλλά η Σάρα βιάστηκε να συνεχίσει.
-Κάνεις λάθοςΕνριέτα. Αν δεν την είχες καλοπιάσει η κοπέλα θα είχε φύγει πολύ νωρίτερα από εδώ. Δε θα την ξεκλείδωνες ούτε για μια στιγμή. Θα σου φερόταν εντελώς εχθρικά κι απόμακρα και στο πρώτο παραστράτημά σου θα έφευγε χωρίς λέξη.
-όταν τη ρώτησα για το δολοφόνο της λίντας λίγο έλειψε να φύγει. Το θυμάσαι έτσι δεν είναι;
-Φυσικά. Για κείνη δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα να σου τον αποκαλύψει. Πρέπει να καταλάβεις πως είχε καταστρώσει στο νου της ένα σχέδιο για να σε οδηγήσει στην αλήθεια και δε θα δεχόταν καμιά παρέμβαση από σένα.
-πόσο εύκολο είναι για σένα να μιλάς έτσι. Η επιθεωρήτρια βημάτιζετώρα νευρικά πάνω κάτω στο δωμάτιο. Διαβάζεις τους ανθρώπους χωρίς καμιά δυσκολία κι ύστερα έρχεσαι εδώ και μου ανακοινώνεις τα αποτελέσματα σε μια σύντομη διάλεξη.
Η σάρα ετοιμάστηκε να απαντήσει αλλά την πρόλαβε το κινητό της επιθεωρήτριας που άρχισε και πάλι να χτυπά. Εκείνη το αγνόησε επιδεικτικά.
-μίλησε στον Αλέξανδρο, θα ανησυχεί. Δε χρειάζεται αυτή η υπόθεση της δολοφονίας της λίντας να σας δημιουργήσει για δεύτερη φορά προβλήματα.
Η ενριέτα δεν είπε τίποτα αλλά περνώντας μπροστά από το γραφείο της πήρε το κινητό. Για λίγο επικράτησε σιωπή καθώς πληκτρολογούσε ένα μήνυμα.
-Μην αρνηθείς να πάτε για φαγητό απόψε. Δεν πρόκειται να κερδίσεις τίποτα από την άρνηση αυτή. Η σάρα μίλησε ήρεμα αλλά αποφασιστικά.
-δεν πρόκειται να κάνω κάτι τέτοιο. Το πήρα το μάθημά μου σάρα. Η γυναίκα κάθισε και πάλι κοντά στη φίλη της.
-Μη με παρεξηγείς, δεν θέλω να σου μιλάω άσχημα. Η υπόθεση αυτή όμως με ταράζει και με γεμίζει άγχος κι ενοχές. Όταν πήρα στα χέρια μου το γράμμα και το διάβασα, άρχισα να πιστεύω πως δεν έκανα όλα όσα μπόρεσα για τη Λίντα.
-αυτό δεν είναι σωστό και το ξέρεις καλά. Η ευσυνειδησία σου είναι παθολογική. Πόσα δεν κινδύνευσες να χάσεις για την υπόθεση αυτή! Ρίσκαρες τη σχέση σου με τον Αλέξανδρο, ήρθες σε ρήξη με τη μητέρα σου που ήθελε τόσο να σε δει αλλά εσύ την απέφευγες προβάλλοντας κάθε είδους δικαιολογία. Δεν πρέπει να σκέφτεσαι έτσι.ο σύντροφός σου έχει σπάνιο χαρακτήρα και σε στηρίζει χρόνια τώρα σε ό,τι κι αν κάνειςΚι άλωστε,Τίποτα δε μένει ανεξιχνίαστο έτσι δε λες εσύ; Η επιθεωρήτρια γέλασε. Αισθανόταν ήδη καλύτερα.
-ναι, τα πάντα είναι ένας μεγάλος κύκλος. Δεν ήταν τυχαίο που έλαβα αυτό το γράμμα. Αργά η γρήγορα θα τη βρούμε την άκρη του νήματος. Έτσι δεν είναι;
-μα ναι, μην αμφιβάλλεις. Η σάρα σηκώθηκε.
-ώρα να πηγαίνω ενριέτα. Έμεινα πολύ αλλά το ξέρω πως έτσι έπρεπε να γίνει. Θα είμαι εδώ αύριο για να ακούσω τη συνέχεια της κουβέντας σου με την άρτεμη. Στράφηκε προς την πόρτα. Η επιθεωρήτρια τη σταμάτησε.
-Ξέρεις κάποιον καλό γραφολόγο;
-ναι, ένας φίλος είναι εξαιρετικός.
-ωραία. Τότε αν μπορείς δωσ’του αυτό. Της έδωσε το γράμμα. Θα με βοηθούσε πολή μια έκθεση από κάποιον ειδικό στο θέμα. Η ενριέτα πήρε το χαρτί κι αφού του έριξε μια ματιά το έβαλε με προσοχή στην τσάντα της.
-μείνε ήσυχη. Θα σου φέρω σύντομα την έκθεση του φίλου μου. Θα σου τηλεφωνήσω το βράδυ είπε κι άνοιξε την πόρτα.
Η Άρτεμη μπήκε στο αυτοκίνητό της και πέταξε την τσάντα δίπλα της. Μετά, έβαλε μπροστά όσο πιο γρήγορα μπορούσε και ξεκίνησε. Η συνάντηση αυτή ήταν ένα λάθος. Η επιθεωρήτρια της φέρθηκε άψογα με γλυκήτητα και κατανόηση αλλά δεν την ξεγέλασε ούτε για μια στιγμή. Ήταν μια πανέξυπνη γυναίκα που δε θα δίσταζε μπροστά σε τίποτα προκειμένου να φτάσει στην αλήθεια. Από τη στιγμή που της αποκάλυψε πως γνώριζε τη Λίντα, δε σταμάτησε ούτε για μια στιγμή τις ερωτήσεις. Κι όταν εκείνη έχασε την ψυχραιμία της δεν έδειξε ανθρώπινο ενδιαφέρον. Ο τόνος της φωνής της ήταν προσποιητός. Δεν την ένοιαζε η ηρεμία της Άρτεμης, δεν την ένοιαζε που καιρό τώρα είχε χάσει τον ύπνο της. Το μόνο που ήθελε από αυτήν, ήταν ένα όνομα. Μόνο η ψυχολόγος της μίλησε με αληθινή στοργή. Ναι, η Σάρα δεν ήθελε το κακό της ήταν σίγουρη γι’αυτό. Εκείνη έπρεπε να είναι επιθεωρήτρια όχι η άλλη.
Αν έμενε λίγο ακόμη εκεί μέσα θα πέθαινε από την έλλειψη οξυγόνου. Γι’αυτό προσποιήθηκε πως είχε να πάει κάπου. Το μήνυμα του Αντρέα ήταν μια πρόφαση. Στην πραγματικότητα το sms προερχόταν από μια συνάδελφοο που την ενημέρωνε για μια αλλαγή στην ώρα της απογευματινής βάρδιας. Θα δούλευε μερικές ώρες αργότερα απ’ο,τι συνήθως τη μέρα εκείνη. Κοίταξε την ώρα, κόντευε δώδεκα. Άρχισε να σκέφτεται που θα πήγαινε όταν είδε πως περνούσε πλάι από την καφετέρια που πήρε το πρωινό της.
Έσβησε τη μηχανή χωρίς να διστάσει. Λογικά ο Άρης θα ήταν ακόμη εκεί. Η ώρα ωστόσο ήταν περασμένη και σίγουρα η δουλειά θα είχε αυξηθεί. Μα δεν την πείραζε. Της άρεσε ο χώρος. Αν έμενε μόνη θα διάβαζε κάποιο περιοδικό μόδας ή αισθητικής. Βγήκε από το αυτοκίνητο σχεδόν χαρούμενη.
Η καφετέρια ήταν σχεδόν γεμάτη αλλά κατάφερε να βρει ένα μικρό τραπεζάκι στο βάθος του μαγαζιού. Βολεύτηκε κι αυτή τη φορά έβγαλε το παλτό της και το τακτοποίησε στην καρέκλα δίπλα της. Τώρα αισθανόταν πιο ήρεμη από πριν. Πήρε στα χέρια της τον τιμοκατάλογο κι άρχισε να τον μελετά προσεκτικά. Όπως ήταν φυσικό δεν πεινούσε καθόλου αλλά δε θα έλεγε όχι σε μια ζεστή σοκολάτα με άρωμα φράουλας. Το τσάι που ήπιε στο γραφείο της επιθεωρήτριας της είχε αφήσει μια παράξενη δυσάρεστη γεύση στο στόμα.
-Πάλι εδώ; Ο Άρης ακούμπησε μπροστά της ένα ποτήρι παγωμένο νερό όπως ακριβώς είχε κάνει και λίγες ώρες πριν.

η πρώτη υπόθεση

Σεπτεμβρίου 13, 2009

Κεφάλαιο τέταρτο
-θέλεις κάτι να πιείς; Η ενριέτα άγγιξε το τηλέφωνοπάνω στο γραφείο περιμένοντας. Εγώ θαπιω ένα παγωμένο τσάι. Σάρα; Η ψυχολόγος τινάχτηκε ξαφνιασμένη στο άκουσμα του ονόματός της. Ήταν φανερό πως βρισκόταν πολύ μακριά.
-ναι μουρμούρισε. Θα πιω κι εγώ ένα τσάι λεμόνι. Η επιθεωρήτρια στράφηκε στην Άρτεμη.
-θα πιείςκι εσύ ένα τσάι μαζί μας; Μπορείς αν θέλεις να βγάλεις το παλτό σου. Αν κρυώνεις θα ανάψω το καλοριφερ.
-ευχαριστώ, είμαι μια χαρά. Για λίγο απλώθηκε σιωπή στο γραφείο καθώς η ενριέτα περίμενε να απαντήσουν στο τηλέφωνο. Τέλοςμίλησε για λίγο και, το έκλεισε αφού έδωσε την παραγγελία τους.
-Λοιπόν πού είχαμε μείνει; Ρώτησε πιάνοντας το ποντίκι του υπολογιστή. Η Άρτεμη δεν απάντησε αμέσως. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στην πράσινη μπλούζα της επιθεωρήτριας.
-Σου αρέσει ρώτησε εκείνη προσέχοντας το βλέμμα της.
-πολύ. Μου θυμίζει την αδερφή μου είπε η άρτεμη. Μου λείπει ξέρεις. Ποτέ δεν τη χόρτασα. Όταν ήμουν μικρή εκείνη έτρεχε στο φροντιστήριο των αγγλικών και των γερμανικών κι αργότερα όταν εκείνη ξενυχτούσε στα παρτυ των φοιτητών, ήταν η δική μου σειρά να τρέξω στα φροντιστήρια.
-Γιατί έφυγε; Δεν ήθελε να σπουδάσει εδώ;
-Η άννα είναι ένας πολύ προικισμένος άνθρωπος με ένα κοφτερό μυαλό. Μόνο στο παρίσι υπάρχει το τμήμα στο οποίο κάνει το διδακτορικό της. Το έλεγε πάντα πως θα μας άφηνε για τις σπουδές της.
-εσένα; Δε σου άρεσε το διάβασμα; Η ενριέτα μίλησε σχεδόν αδιάφορα.
-όχι, ποτέ δε μου άρεσε. Δεν υπήρξα σπουδαία μαθήτρια και η μόνη μου έννοια ήταν να τελειώσω το λύκειο για να βρω μια δουλειά. Ονειρευόμουν να δουλέψω σε ένα χώρο με πολλά φώτα, και καλοντυμένους ανθρώπους. Σκέφτηκα την τηλεόραση αλλά γρήγορα κατάλαβα πως δε διέθετα ούτε τα μέσα ούτε τις γνωριμίες για κάτι τέτοιο. Έτσι, εγκατέλειψα την ιδέα αυτή για κάτι πιο απλό, το Κοράλι.
Δυο ελαφρά χτυπήματα στην πόρτα έκαναν την κοπέλα να σταματήσει. Για μια στιγμή φάνηκε ανήσυχη αλλά σύντομα η ανησυχία διαλύθηκε κι ακούμπησε τα χέρια στα γόνατά της.
-Περάστε, ήταν η επιθεωρήτρια που μίλησε. Η πόρτα άνοιξε και στην είσοδο του γραφείου εμφανίστηκε μια κοπέλα, λεπτή και χλωμή.
-Καλημέρα κυρία ενριέτα είπε κι ακούμπησε το δίσκο πάνω στο γραφείο.
-Γεια σου Τζίνα, της χαμογέλασε. Είσαι καλά;
-πολύ καλά. Τι κάνετε κυρία σάρα;
-αναρωτιόμουν αν με πρόσεξες. Η ψυχολόγος γέλασε κι ατοιμάστηκε να ανοίξει την τσάντα της για να πληρώσει αλλά η ενριέτα τη σταμάτησε σηκώνοντας το χέρι.
-στείλε μου αργότερα το λογαριασμό του μήνα Τζίνα, μην αμελήσεις όμως γιατί εγώ θα το ξεχάσω σίγουρα με τόσες δουλειές.
-εντάξει θα τον φέρω το μεσημέρι που η δουλειά θα λιγοστέψει κάπως απάντησε η κοπέλα και βγήκε ήσυχα.
-συγνώμη για τη διακοπή είπε απολογητικά η ενριέτα και παίρνοντας ένα μπουκάλι τσάι σηκώθηκε για να το προσφέρει την Άρτεμη. Τα χέρια τους ήρθαν σε επαφή για μια στιγμή. Τα δάχτυλα της Άρτεμης ήταν αφύσικα άκαμπτα και παγωμένα ή τουλάχιστον έτσι της φάνηκε. Βιάστηκε όμως να διώξει μακριά το συλλογισμό κι έκανε το γύρο του γραφείου για να δώσει στη σάρα το άλλο μπουκάλι. Εκείνη το πήρε και της έκλεισε το μάτι. Έτσι η επιθεωρήτρια σιγουρεύτηκε πως αργότερα θα είχαν πολλά να κουβεντιάσουν οι δυο τους. Μετά απ’αυτό, επέστρεψε στο γραφείο της. Έμεινε αμίλητη για λίγο, προσπαθώντας να διαλέξει τις επομένες λέξεις της. Ήταν βέβαια οπλισμένη με υπομοονή και σίγουρα η σάρα έβγαζε πολύτιμα συμπεράσματα που θα τη βοηθούσαν στην έρευνα αλλά η ίδια ήταν επιθεωρήτρια και όχι ψυχολόγος. Δε μπορούσε να συνεχιστεί η κουβέντα στον ίδιο ρυθμό για πολύ ακόμη. Άλωστε την περίμεναν πολλές δουλειές κι είχε ήδη καθυστερήσει. Η υπόθεση αυτή άλλαζε όλο της το πρόγραμμα.
-θα ήθελες να μιλήσουμε λίγο για τη λίντα; Η άρτεμη άφησε το μπουκαλάκι πάνω σε ένα χαμηλό τραπεζάκι με τζάμι ακριβώς μποροστά της.
-σας είπα πως τη γνώρισα. Ήταν πολύ γλυκιά κι ευαίσθητη μα απελπιστικά μόνη. Κάποια απογεύματα που τέλειωνα νωρίς το διάβασμα πήγαινα στο σπίτι της για να περάσουμε μερικές ώρες μαζί. Αυτό δε γινόταν πολύ συχνά αλλά κάθε φορά που βρισκόμαστε οι ώρες περνούσαν γρήγορα. Της διάβαζα κι εγώ βιβλία και περιοδικά ή της έβαφα τα νύχια. Προτιμούσε τα έντονα χρώματα. Άλλες φορές πάλι μιλούσαμε για τα αγόρια. Δεν ξέρω πως αλλά ήξερε ένα σωρό πικάντικες ιστορίες. Μου τις έλεγε μασώντας σοκολατάκια με γέμιση από λικέρ κεράσι. Της άρεσαν πολύ αυτά τα σοκολατάκια κι υπήρχε πάντοτε κοντά της ένα γεμάτο βάζο. Σταμάτησε κι ήπιε μια γουλιά από το τσάι της. Μήπως είχε πει περισσότερα από αυτά που έπρεπε; Μάλλον ναι. Παρασύρθηκε από τους γλυκούς κι ευγενικούς τρόπους αυτής της γυναίκας αλλά ως εδώ.
-Κι αφού περνούσατε τόσο καλά κι εκείνη είχε ανάγκη για μια στενή φίλη γιατί δεν την επισκεπτόσουν πιο συχνά; Η ενριέτα ήταν αποφασισμένη να μάθει όσα περισσότερα μπορούσε.
-γιατί δεν ήθελε η Άννα. Τα λόγια ειπώθηκαν κοφτά και δυνατά. Δεν της άρεσε η λίντα, δεν τη συμπαθούσε.
-γιατί όχι;
-δεν ξέρω. Έλεγε πως δεν ήταν καλή επιρροή για μένα. Μια δυο φορές μάλιστα μαλώσαμε για αυτό το θέμα. Προσπαθούσα να την πείσω πως η λίντα ήταν μια αξιόλογη κοπέλα αλλά εκείνη δε δεχόταν να ακούσει λέξη. Ήθελε βλέπετε να κάνω παρέα με τα κορίτσια του σχολείου.
-Κι η μητέρα σας τι έλεγε για όλα αυτά; Η Άρτεμη δάγκωσε νευριά το κάτω χείλος της. Όλα τα σκεφτόταν αυτή η γυναίκα τελικά.
-στην αρχή θέλησε να την υπερασπιστεί αλλά η Άννα μίλησε και σε κείνη άσχημα κι έτσι σταματήσαμε να συζητάμε για το θέμα αυτό. Εκείνη τη στιγμή τους διέκοψε το dust in the wind. Η Σάρα μετακινήθηκε στον καναπέ ενώ η ενριέτα άρχισε να παίζει με το άδειο μπουκαλάκι του τσαγιού. Η Άρτεμη άνοιξε αργά την τσάντα της κι έβγαλε το κινητό. Η μουσική σταμάτησε.
-Μπορείς να μιλήσεις αν θελεις και να επιστρέψεις είπε η επιθεωρήτρια αλλά η άρτεμη δεν την άκουγε πια. Για δεύτερη φορά μεσα σε μια ώρα είχε γίνει κάτάχλωμη.
-είσαι καλά; Ήταν η σάρα που μίλησε για πρώτη φορά στην κοπέλα. Εκείνη όμως δεν έδωσε ούτε σ’αυτή σημασία. Άρχισε να στριφογυρνά τη μικρή συσκευή ανάμεσα στα δάχτυλά της παςχίζοντας να καταλάβει τι συνέβαινε.Ο αντρέας της είχε στείλει ένα μήνυμα ζητώντας της να τον συναντήσει το γρηγορότερο. Σπάνια έκανε κάτι τέτοιο γι’αυτό είχε ταραχτεί τόσο. Προφανώς κάτι του συνέβαινε και τη χρειαζόταν.
-Άρτεμη μας ακούς; Η επιθεωρήτρια είχε σηκωθεί και την πλησίαζε γοργά. Όταν την έφτασε, θέλησε να ακουμπήσει το χέρι στον ώμο της αλλά εκείνη τινάχτηκε απότομα.
-ναι είπε σας ακούω. Μόνο που πρέπει να φύγω.
-τώρα; Μένουν ακόμη πολλά να πούμε. Η απογοήτευση ζωγραφίστηκε έντονα στο πρόσωπο της ενριέτας. Είχε χάσει άδικα όλο το πρωινό όπως φαινόταν.
-Το ξέρω μα πρέπει να φύγω. Θα επιστρέψω ωστόσο πολύ σύντομα. Δε σου έστειλα τυχαία εκείνο το γράμμα, να με περιμένεις αύριο την ίδια ώρα.
Σηκώθηκε και πήρε την τσάντα της.
-Μη φεύγεις έτσι. Απάντησέ μου πρώτα σε κάτι, προσπάθησε να την κρατήσει η ενριέτα.
-Άφησε τη, είπε η σάρα ανάβοντας τσιγάρο. Αύριο θα μας πει τα υπόλοιπα. Για να φεύγει έτσι βιαστικά κάτι θα προέκυψεπράγματ. Η άρτεμη της έριξε μια ματιά. Επιτέλους κάποιος την καταλάβαινε.
-αντίο είπε ανοίγοντας την πόρτα. Θα τα πούμε αύριο. Βγήκε.
Η επιθεωρήτρια σωριάστηκε στο μεγάλο καναπέ, πλάι στη φίλη της. Αισθανόταν εξουθενωμένη και μπερδεμένη.Πρώτη φορά ένιωθε πως δεν καταλάβαινε καθόλου έναν άνθρωπο. Συνήθως αρκούσαν λίγα λεπτά για να διαβάσει το νου και την ψυχή του συνομιλητή της κι η Σάρα επιβεβαίωνε απλώς τις αρχικές εντυπώσεις της. Αλλά αυτή τη φορά, τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά.

η πρώτη υπόθεση

Σεπτεμβρίου 13, 2009

Κεφάλαιο τρίτο
Η ενριέτα στράφηκε προς την πόρτα.
-αυτή είναι, νομίζω πως ήρθε. Δε θέλω να σε δει να κρατάς σημειώσεις εκτός κι αν το βρίσκεις απαραίτητο είπε ψιθυριστά. Η Σάρα κούνησε το κεφάλι σημάδι πως είχε καταλάβει και συμφωνούσε.
-περάστε. Η φωνή της επιθεωρήτριας έγινε και πάλι επαγγελματική, τυπική. Η πόρτα άνοιξε ελάχιστα και η άρτεμη έριξε μια εξεταστική ματιά στο γραφείο. Μετά, άνοιξε λίγο ακόμη την πόρτα όσο ακριβώς χρειαζόταν για να μπει μέσα.
Η ενριέτα σηκωθηκε από την πολυθρόνα και την πλησίασε. Ίσως τελικά να ήταν λίγο μεγαλύτερη από όσο αρχικά είχε πιστέψει.
Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν για λίγο αλλά καμιά τους δε μίλησε πριν μετρήσει την άλλη με τα μάτια. Τη σιωπή έσπασε η ενριέτα.
-είσαι η άρτεμη έτσι δεν είναι;
-ναι. Η Άρτεμη άπλωσε διστακτικά το χέρι της.
-χάρηκα. Να σου συστήσω τη φίλη μου τη σάρα, φίλη και συνεργάτης. Η ψυχολόγος που ως εκείνη τη στιγμή καθόταν καπνίζοντας στον καναπέ σηκώθηκε και τις πλησίασε βιαστικά. Αντάλλαξαν χειραψία με την Άρτεμη κι ιύστερα η σάρα κάθισε ξανά στη θέση της.
Δε με συμπάθησε σκέφτηκε η σάρα αλλά δεν είπε τίποτα.
-μπορείς να καθίσεις αν θέλεις είπε ευγενικά η επιθεωρήτρια. Η Άρτεμη κάθισε στηνπιο κοντινή καρέκλα χωρίς να βγάλει το παλτό της.
-μίλησέ μου λίγο για σένα είπε η ενριέτα ανοίγοντας τον υπολογιστή της.
-με λένε άρτεμη. Ζω στην Αθήνα τα τελευταία τρια χρόνια. Είμαι 28 χρόνων. Πριν έρθω εδώ ζούσα στη θεσσαλονίκη με τη μητέρα μου. Σταμάτησε για να κοιτάξει τη γυναίκα απέναντί της.
-Συνέχισε την παρότρυνε η ενριέτα.
-Δουλεύω σε ένα ξενοδοχείο που λέγεται κοράλι. Δεν είναι πολύ μακριά από εδώ. Η ενριέτα κούνησε το κεφάλι της.
-το ξέρω αυτό το ξενοδοχείο. Έμεινα εκεί λίγα βράδια πριν χρόνια. Δεν είχες έρθει τότε στην αθήνα.
-δεν ξέρω τι άλλο θα πρέπει να πω για μένα. Η άρτεμη άρχισε να ανυπομονεί. Τα δάχτυλα της άρχισαν να παίζουν με το πρώτο κουμπί του παλτού της πράγμα που δε διέφυγε στη σάρα.
-νομίζω πως αυτά αρκούν για την ώρα. Λέω να μιλήσουμε για τη λίντα.
Το πρόσωπο της άρτεμης σκοτείνιασε σιγά σιγά. Ξαφνικά θέλησε να φύγει από κείνο το γραφείο. Μα γιατί της είχε γράψει;
-γιατί δε μιλάς; Μήπως μετάνιωσες για το γράμμα; Η ενριέτα την κοίταξε μέσα στα μάτια. Ήταν φανερό πως μάντευε τις σκέψεις της. Η άρτεμη ξεροκατάπιε.
-δεν ήμουν σίγουρη από την αρχή. Αμφιταλαντευόμουν καιρό τώρα. Πολλές φορές έγραφα μα ύστερα πετούσα τα γράμματα.
-γιατί δεν ήρθες χωρίς να γράψεις το γράμμα; Η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι.
-δεν είμαιι σίγουρη γι’αυτό που πάω να κάνω.
Η επιθεωρήτρια π ήρε ένα στυλο κι άρχισε να το χτυπά ρυθμικά πάνω στο γραφείο. Κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτή την κοπέλα, ήταν φανερό.
-Πότε γνώρισες τη λίντα; Ρώτησε ύστερα από λίγη ώρα.
-την ήξερα από όταν ήταν μικρό παιδί. Ζούσαμε πολύ κοντά. Η ενριέτα ξαφνιάστηκε αλλά δεν το έδειξε. Πώς ήταν δυνατό να ζούσαν κοντά κι εκείνη να μην το είχε μάθει;
-Η μητέρα μου κρατούσε τη Λίντα τα πρωινά όταν οι γονείς της δούλευαν.
-για πόσον καιρό; Τη διέκοψε η άλλη γυναίκα.
-Χρόνια ολόκληρα. 9 η 10. η λίντα τη συμπαθούσε πολύ επειδή της διάβαζε μυθιστορήματα.
Η ενριέτα κούνησε το κεφάλι της. Αυτό το θυμόταν καλά. Της άρεσαν τα ερωτικά και κοινωνικά μυθιστορήματα.
-κι ύστερα τι έγινε; Η άρτεμη δεν απάντησε αμέσως. Έπλεξε τα δάχτυλα των χεριών της και τα ακούμπησε στα γόνατά της. Κάπου εδώ άρχιζαν τα δύσκολα.
-Η Λίντα μεγάλωνε κι οι γονείς της αποφάσισαν να τη στείλουν στο κολέγιο ξέρετε… η επιθεωρήτρια έγνεψε και πάλι καταφατικά.
-ναι είναι ένα ειδικό σχολείο. Μίλησα με τους καθηγητές της κάποτε. Θα ξέρεις βέβαια πως εγώ ανέλαβα την υπόθεσή της.
-το ξέρω απάντησε η άρτεμη. Η μητέρα μου δε μπορούσε να βρειι εύκολα άλλη δουλειά κι έτσι φύγαμε από εκεί.
-έχεις άλλα αδέρφια;
-ναι μια αδερφή. Η απάντηση ήρθε πολύ γρήγορα και η σάρα το σημείωσε στο νου της. Είχε πολλά να πει στη φίλη της.
-μένει μαζί σας;
-όχι. Ζει στο παρίσι τους τελευταίους μήνες. Σπουδάζει μαθηματικά και πληροφορική.
-ο πατέρας σου;
-δε ζει. Η απάντηση αυτή ήταν αόριστη και λιτή πράγμα που δεν άρεσε στην ενριέτα.
-η μητέρα σου ζει εδώ στην αθήνα;
-Όχι. Πέθανε πριν δυο μήνες.
-λυπάμαι πολύ. Ήταν άρρωστη;
-όχι, σκοτώθηκε σε τροχαίο ατύχημα.
Και τώρα; Ζεις μόνη;
-ναι σε μια πολυκατοικία κοντά στο Κοράλι.
-πόσον καιρό δουλεύεις εκεί;
-τρια χρόνια. Με προσέλαβαν αμέσως μόλις ήρθα εδώ. Η δουλειά είναι κουραστική αλλά πληρώνομαι καλά. Η άρτεμη άφησε το πάνω κουμπί κι άρχισε να παίζει με το επόμενο.
-έγραψες πως ξέρεις το δολοφόνΟ της λίντας αλεξάνδρου. Είναι αλήθεια;
-ναι, αλήθεια είναι. Κι αυτή η απάντηση ήρθε πολύ γρήγορα.
-Ποιος είναι; Η Άρτεμη σηκώθηκε απότομα.
-Δε μπορώ να το φανερώσω. Η ταραχή της κορυφώθηκε ξαφνικά και τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν ανεξέλεγκτα. Η σάρα σηκώθηκε από τη θέση της και την πλησίασε κρατώντας ένα ποτήρι νερό.
-ηρέμησε και πιες αυτό. Μην ταράζεσαι. Η ενριέτα δε θέλει να σου κάνει κακό.
Η άρτεμη ήπιε λίγο νερό κι ένιωσε αμέσως καλύτερα. Έδωσε το μισοάδειο ποτήρι στη Σάρα και κάθισε ξανά στη θέση της. Η Ενριέτα δεν την έχασε ουτε για μια στιγμή από τα μάτια της, η άρτεμη ήταν μιακοπέλα πολύ παράξενη κι αλλόκοτη.
-δε θέλω να σου κάνω κακό είπε βλέποντάς τη να ηρεμεί και πάλι. Θέλω να βρω το δολοφόνο της λίντας. Αν μπορείς να με βοηθήσεις κάνε το σε παρακαλώ.
-Μπορώ μα όχι αμέσως. Η φωνή της άρτεμης έγινε και πάλι φυσιολογική και μάλιστα τώρα ήταν πιο σταθερή από πριν. Τα μάτια της έγιναν γυάλινα ξαφνικά. Η ενριέτα έσφιξε στο χέρι το στυλό. Το στομάχι της είχε δεθεί σε κόμπο. Και μια σταγόνα ιδρώτα έσταξε ανάμεσα στα μάτια της.
Ο ψυχισμός της κοπέλας αυτής ήταν το λιγότερο διαταραγμένος.
-γιατί όχι; Έχουμε καθυστερήσει ήδη πολύ.
-η λίντα είναι νεκρή. Δε θα τη φέρεις πίσω μαθαίνοντας το δολοφόνο της.
-το ξέρω μα θέλω να τιμωρηθεί αυτός ο άνθρωπος. Εσύ; Δεν το θέλεις;
Η ερώτηση αυτή χτύπησε σαν κεραυνός την Άρτεμη. Άραγε ήθελε ή όχι να τιμωρηθεί ο δολοφόνος; Εκείνη τη στιγμή ακούστηκεο χαρακτηρηστικός ήχος του κινητού της επιθεωρήτριας. Αυτός θα ήταν ο αλέξανδρος που επιτέλους ξύπνησε και την έψαχνε.
Η ενριέτα άνοιξε την τσάντα της και τράβηξε από μέσα το κινητό, χωρίς να πάρει τα μάτια της από την Άρτεμη. Καταλάβαινε πως μόλις εκείνη τη στιγμή άρχιζαν.
-είσαι παντρεμένη; Η κοπέλα μίλησε χωρίς να το σκεφτεί. Δε βλέπω βέρα στο χέρι σου.
-όχι δεν είμαι.
-έχεις φίλο;
-εσύ;
-ναι, έχω. Η ενριέτα έριξε μια αφηρημένη ματιά στο sms και κλειδώνοντας το πληκτρολόγιο του κινητού το έριξε και πάλι μέσα στην τσάντα της. Θα απαντούσε αργότερα.
-δε μου απάντησες στην ερώτηση που σου έκανα. Η άρτεμη την κοίταξε διαπεραστικά. Η ενριέτα ένιωσε θυμό εκείνη τη στιγμή αλλά μια φευγαλαία σχεδόν ανεπαίσθητη ματιά της σάρας την έκανε να καταπεί την οργή της.
-΄κι εγώ έχω ένα φίλο είπε συγκαταβατικά. Τον λένε Αλέξανδρο. Το δικό σου αγόρι πως λέγεται;
-Αντρέας. Δουλεύουμε μαζί στο ξενοδοχείο. Εκείνος είναι μάγειρας.
Τότε κατάλαβε η επιθεωρήτρια πως η Άρτεμη είχε ανάγκη να μιλήσει για τη ζωή και τα προβλήματά της και πως μόνο αν την άκουγε με υπομονή κι ενδιαφέρον θα έφταναν κάποτε και στο σκοπό της επίσκεψής της. Σίγουρα τα ίδια θα σκεφτόταν και η σάρα που καθόταν σιωπηλή στην άλλη άκρη του δωματίου.
-πόσων χρόνων είναι ο Αντρέας; Αποτόλμησε την επόμενη ερώτηση.
-31. έχει γενέθλια σε λίγες μέρες. Μου υποσχέθηκε πως θα πάμε ένα ταξίδι με την πρώτη ευκαιρία.
-αλήθεια; Πού;
-δεν ξέρω στη Γαλλία ίσως, στην αδερφή μου. Μα θα αργήσει αυτό επειδή αυτή την εποχή έχουμε πολλή δουλειά στο ξενοδοχείο. Η ενριέτα έγνεψε πως καταλάβαινε. Η Άρτεμη έβαζε τους όρους της συζήτησης.

η πρώτη υπόθεση

Σεπτεμβρίου 12, 2009

Κεφάλαιο δεύτερο
-και ποιον χρειάστηκε να πολεμήσεις; Η σάρα δάγκωσε μια μπουκιά από το επόμενο κρουασάν της.
-πολέμησα μεέναν γεναίο πολεμιστή Άρτεμη.
-Φυσικά υποθέτω πως βγήκες νικητής στη μάχη αυτή αφού είσαι ο θεός του πολέμου. Ο Άρηςχαμογέλασε μα άργησε λίγο να απαντήσει.
-τι θα έλεγες αν μάθαινες πως ηττήθηκα τότε;
-γιατί;
-πήγα άοπλος δυστυχώς. Δεν υπολόγισα καλά τη δύναμη του εχθρού. Κι από τότε σταμάτησα τον πόλεμο. Η άρτεμη θέλησε να του απαντήσει αλλά λίγη πραλίνα ξεχείλισε από το κρουασάν και κατρακύλησε στο πηγούνι της. Πήρε τη χαρτοπετσέτα και σκουπίστηκε προσεκτικά.
Εκείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε και μια νέα κοπέλα με κόκκινα μαλλιά έκανε την εμφάνισή της. Ο άρης στράφηκε στην Άρτεμη.
-με συγχωρείς για λίγο. Περίμενε με δε θα αργήσω είπε και ακολούθησε την κοπέλα που εκείνη τη στιγμή καθόταν σε ένα από τα κεντρικά τραπέζια.
Η Άρτεμη συνέχισε το φαγητό της. Τώρα ήταν μόνη μα καμιά χαρά δεν της έδινε η μοναξιά της μολονότι λίγο πριν είχε κάνει τα πάντα για να την εξασφαλίσει μιλώντας άσχημα στον επίμονο σερβιτόρο.
Τώρα συνειδητοποιούσε πως η παρέα του της έκανε καλό αφού έδιωχνε μακριά το βάρος της ανησυχίας της. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό της. Το πήρε με χέρια που έτρεμαν κι απάντησε ξεροβήχοντας διακριτικά. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά.
-παρακαλώ!
-Καλημέρα. Είσαι η άρτεμη; Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής ακούστηκε απρόσμενα ζεστή και φιλική. Να μιλούσε άραγε με την επιθεωρήτρια;
-ναι, εγώ είμαι αποκρίθηκε σιγανά και συγκρατημένα.
-είμαι η ενριέτα χατζηπέτρου. Πριν λίγο διάβασα το γράμμα σου. Εσύ δεν ήσουν που το έστειλες;
-ναι εγώ, επανέλαβε η άρτεμη ακόμη πιο σιγά.
-Καταλαβαίνεις πως αν είναι αλήθεια αυτά που μου γράφεις τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά. Έτσι δεν είναι.
-είναι όλα αλήθεια. Δεν έχω κανένα λόγο να γράψω ψέματα. Πολύ θα ήθελε να πίστευε και η ίδια την τελευταία φράση που είπε.
-Πολύ καλά. Τότε θα πρέπει να μιλήσουμε οι δυο μας το ταχύτερο δυνατό. Πότε σε βολεύει να έρθεις στο γραφείο;
-Και τώρα αν θέλεις.
-θα σε περιμένω λοιπόν.
-εντάξει, έρχομαι αμέσως είπε η άρτεμη και χωρίς να χαιρετίσει έκλεισε το τηλέφωνο.
Η ενριέτα έβαλε το ακουστικό στη θέση του και πήρε ξανά το χαρτί στο χέρι της. Οι άκρες του είχαν αρχίσει να τσαλακώνονται από τα ιδρωμένα της δάκτυλα. Την είχε αναστατώσει αυτό το γράμμα. Της θύμιζε όλα όσα πάλευε να ξεχάσει.
Πόσο παράξενη ήταν αυτή η φωνή; Σβησμένη κι απρόσωπη μα με μια αλλόκοτη αυτοπεποίθηση που την πάγωσε για μια στιγμή. Η Άρτεμη είχε επαναλάβει δυο φορές την ίδια φράση κι αυτό σήμαινε πολλά.
Σήκωσε πάλι το ακουστικό και σχημάτισε ένα νούμερο.
-σάρα;
-ενριέτα; Τι κάνεις;
-είμαι καλά σάρα. Μα σε χρειάζομαι, μπήκε κατευθείαν στο θέμα.
-για τι πρόκειται αυτή τη φορά; Ρώτησε η άλλη γυναίκα που είχε συνηθίσει πια τη φίλη της.
-έλαβαπριν λίγο ένα γράμμα και περιμένω εδώ τον άνθρωπο που το έστειλε. Πρόκειται για μια νέα κοπέλα γύρω στα 20 με 25.
-μιλάμε προφανώς για μια νέα υπόθεση.
-για μια νέα που σχετίζεται με μια παλιά.
-δε σε καταλαβαίνω.
-σε παρακαλώ, άφησε ο,τι κάνεις κι έλα εδώ. Δεν έχουμε πολύ χρόνο.
Η σάρα κατάπιε την πρώτη φράση που της ήρθε στο νου και είπε ήρεμα.
-έρχομαι ενριέτα.
Η Άρτεμη τέλειωσε βιαστικά το κρουασάν της. Όσο κι αν βιαζόταν δε μπορούσε να μη γευτεί αυτή την πραλίνα. Μετά, έριξε το κινητό στην τσάντα της κι έβγαλε το πορτοφόλι της. Άξιζε στον άρη ένα καλό φιλοδώρημα. Την είχε βοηθήσει πολύ.
Έβγαλε ένα χαρτονόμισμα και το άφησε δίπλα στο άδειο ποτήρι του νερού. Μετά, σηκωθηκε κι ετοιμάστηκε να φορέσει το παλτό της όταν είδε τον Άρη να την πλησιάζει. Είχε έρθει εντελώς αθόρυβα.
-φεύγεις;
-ναι, προέκυψε κάποια δουλειά και έτσι δε μπορώ να μείνω περισσότερο. Άρχισε να κουμπώνει τα κουμπιά του παλτού.
-πότε θα ξανα’ρθεις; Η ερώτηση την αιφνηδίασε.
-δεν ξέρω είπε κοιτώντας τον. Έχω πολλη δουλειάαυτόν τον καιρό μα ίσως ξεκλέψω λίγο χρόνο για έναν καφέ κάποια από τις επόμενες μέρες.
-θα σε περιμένω είπε ο άντρας και άπλωσε το χέρι του. Δε δίστασε παραπάνω από μια στιγμή. Το πήρε και το έσφιξε. Κι ύστερα, χωρίς να προσθέσει τίποτα άλλο βγήκε έξω στον κρύο αέρα που είχε αρχίσει να δυναμώνει.
Ο άρης άρχισε να μαζεύει τα ποτήρια και τα πιάτα όταν πρόσεξε το χαρτονόμισμα που του είχε αφήσει η άρτεμη. Το πήρε κι άρχισε να το παρατηρεί προσεκτικά. Δεν του είχε γράψει το τηλέφωνό της, ούτε εκεί ούτε στις χαρτοπετσέτες. Για μια στιγμή ένιωσε μια αόριστη μελαγχολία αλλά σύντομα ξαναβρήκε το κέφι του. Κάποια φωνή του έλεγε πως θα την ξανα’βλεπε πολύ σύντομα.
Η ενριέτα σηκώθηκε και πλησίασε το μεγάλο παράθυρο που ήταν ακόμη κλειστό. Το άνοιξε κι άρχισε να ρουφάει αχόρταγα τον κρύο αέρα που τη χτύπησε στο πρόσωπο.
Τι ήταν πάλι αυτό; Νόμιζε πως η Λίντα αλεξάνδρου είχε πάρει μαζί της το μυστικό της πεθαίνοντας αλλά έκανε λάθος. Αυτό που τόσους μήνες πάλευε να ανακαλύψει το γνώριζε κάποια άγνωστη κοπέλα. Δε μπορούσε να θυμηθεί καμιά από το συγγενικό της περιβάλλον με αυτό το όνομα. Αν ήταν κάποια φίλη θα τη θυμόταν αφού είχε μιλήσει πολλές φορές με όλες τους.
Η σάρα όρμησε σαν σίφουνας στο δωμάτιο.
-ήρθα φώναξε. Τι συμβαίνει; Τα παράτησα όλα αφού με φώναξες.
-καλώς την απάντησε η ενριέτα κι άφησε το περβάζι του παραθύρου για να τη συναντήσει.
-ελπίζω να πρόκειται για κάτι σοβαρό και να μη με κουβάλησες εδώ χωρίς λόγο. Ξέρεις πως απεχθάνομαι τη μυρωδιά του αίματος.
-κι εσύ ξέρεις πως είσαι ιπολύτιμη βοηθός μου. Οι δυο γυναίκες αγκαλιάστηκαν ξεσπώντας σε δυνατά γέλια.
-τι συμβαίνει; Ρώτησε μετά από λίγο η Σάρα ενώ καθόταν στην άκρη ενός μεγάλου καναπέανάβοντας τσιγάρο. Μίλησες για κάποιο γράμμα έτσι δεν είναι;
-ναι Σάρα. Το βρήκα κάτω από την πόρτα μου. Το έστειλε κάποια άρτεμη, αυτή περιμένω.
-τι έγραφε;
-είπε πως ξέρει το δολοφόνο της Λίντας αλεξάνδρου. Το τσιγάρο λίγο έλειψε να γλιστρήσει από τα δάχτυλα της άλλης γυναίκας.
-είσαι σίγουρη;
-Φυσικά. Βλέπω πως τη θυμάσαι την υπόθεση.
-πώς να μην τη θυμάμαι. Είναι η μοναδική υπόθεση που δε μπόρεσες να εξιχνιάσεις. Για την καημένη τη λίντα λίγο έλειψε να σε αφήσει ο αλέξανδρος.
-δε χρειάζεται να μου το θυμίζεις αυτό, προσπαθώ να το ξεχάσω.
-σύμφωνοι μα πρέπει να παραδεχτείς πως εκείνο το διάστημα είχε αλλάξει δραματικά η συμπεριφορά σου.έγινες απόμακρη νευρική κι αφηρημένη, δεν άκουγες κανέναν.
-το ξέρω, με είχε ταράξει πολύ αυτή η υπόθεση. Όταν κατάλαβα πως θα έχανα τον Αλέξανδρο πανικοβλήθηκα κι εγκατέλειψα την έρευνα.
-Την εγκατέλειψεςεπειδή δεν έβγαινε πουθενά, σε ξέρω καλά. Η ενριέτα πήγε και κάθισε στην πολυθρόνα πίσω από το γραφείο της.
-ας είναι μουρμουρισε. Εσένα δε μπορώ νασου κρυφτώ.
-Και ποια είναι η Άρτεμη; Δε θυμάμαι να μου μίλησες τότε γι’αυτή.
-δεν την ξέρω μα από το λίγο που την άκουσα με μπέρδεψε. Φανηκε συγκρατημένη κι αδιάφορη σχεδόν παγωμένη αλλά την ίδια στιγμή διέκρινα την ταραχή και το φόβο στη φωνή της γι’αυτό σε φώναξα. Θέλω να την ακούσεις, να τη δεις και να μου πεις τα συμπεράσματά σου.
-εντάξει, θα το κάνω μα καλύτερα ναμη μιλήσεις στον αλέξανδρο για αυτή την υπόθεση. Φοβάμαι τις αντιδράσεις του.
-το ίδιο πιστεύω κι εγώ είπε ανακουφισμένη η ενριέτα. Δε χρειάζεται να μάθει τίποτα για την ώρα τουλάχιστον.
Εκείνη τη στιγμή τους διέκοψε ένα σιγανό χτύπημα στην πόρτα.