η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο δεύτερο
-και ποιον χρειάστηκε να πολεμήσεις; Η σάρα δάγκωσε μια μπουκιά από το επόμενο κρουασάν της.
-πολέμησα μεέναν γεναίο πολεμιστή Άρτεμη.
-Φυσικά υποθέτω πως βγήκες νικητής στη μάχη αυτή αφού είσαι ο θεός του πολέμου. Ο Άρηςχαμογέλασε μα άργησε λίγο να απαντήσει.
-τι θα έλεγες αν μάθαινες πως ηττήθηκα τότε;
-γιατί;
-πήγα άοπλος δυστυχώς. Δεν υπολόγισα καλά τη δύναμη του εχθρού. Κι από τότε σταμάτησα τον πόλεμο. Η άρτεμη θέλησε να του απαντήσει αλλά λίγη πραλίνα ξεχείλισε από το κρουασάν και κατρακύλησε στο πηγούνι της. Πήρε τη χαρτοπετσέτα και σκουπίστηκε προσεκτικά.
Εκείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε και μια νέα κοπέλα με κόκκινα μαλλιά έκανε την εμφάνισή της. Ο άρης στράφηκε στην Άρτεμη.
-με συγχωρείς για λίγο. Περίμενε με δε θα αργήσω είπε και ακολούθησε την κοπέλα που εκείνη τη στιγμή καθόταν σε ένα από τα κεντρικά τραπέζια.
Η Άρτεμη συνέχισε το φαγητό της. Τώρα ήταν μόνη μα καμιά χαρά δεν της έδινε η μοναξιά της μολονότι λίγο πριν είχε κάνει τα πάντα για να την εξασφαλίσει μιλώντας άσχημα στον επίμονο σερβιτόρο.
Τώρα συνειδητοποιούσε πως η παρέα του της έκανε καλό αφού έδιωχνε μακριά το βάρος της ανησυχίας της. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό της. Το πήρε με χέρια που έτρεμαν κι απάντησε ξεροβήχοντας διακριτικά. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά.
-παρακαλώ!
-Καλημέρα. Είσαι η άρτεμη; Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής ακούστηκε απρόσμενα ζεστή και φιλική. Να μιλούσε άραγε με την επιθεωρήτρια;
-ναι, εγώ είμαι αποκρίθηκε σιγανά και συγκρατημένα.
-είμαι η ενριέτα χατζηπέτρου. Πριν λίγο διάβασα το γράμμα σου. Εσύ δεν ήσουν που το έστειλες;
-ναι εγώ, επανέλαβε η άρτεμη ακόμη πιο σιγά.
-Καταλαβαίνεις πως αν είναι αλήθεια αυτά που μου γράφεις τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά. Έτσι δεν είναι.
-είναι όλα αλήθεια. Δεν έχω κανένα λόγο να γράψω ψέματα. Πολύ θα ήθελε να πίστευε και η ίδια την τελευταία φράση που είπε.
-Πολύ καλά. Τότε θα πρέπει να μιλήσουμε οι δυο μας το ταχύτερο δυνατό. Πότε σε βολεύει να έρθεις στο γραφείο;
-Και τώρα αν θέλεις.
-θα σε περιμένω λοιπόν.
-εντάξει, έρχομαι αμέσως είπε η άρτεμη και χωρίς να χαιρετίσει έκλεισε το τηλέφωνο.
Η ενριέτα έβαλε το ακουστικό στη θέση του και πήρε ξανά το χαρτί στο χέρι της. Οι άκρες του είχαν αρχίσει να τσαλακώνονται από τα ιδρωμένα της δάκτυλα. Την είχε αναστατώσει αυτό το γράμμα. Της θύμιζε όλα όσα πάλευε να ξεχάσει.
Πόσο παράξενη ήταν αυτή η φωνή; Σβησμένη κι απρόσωπη μα με μια αλλόκοτη αυτοπεποίθηση που την πάγωσε για μια στιγμή. Η Άρτεμη είχε επαναλάβει δυο φορές την ίδια φράση κι αυτό σήμαινε πολλά.
Σήκωσε πάλι το ακουστικό και σχημάτισε ένα νούμερο.
-σάρα;
-ενριέτα; Τι κάνεις;
-είμαι καλά σάρα. Μα σε χρειάζομαι, μπήκε κατευθείαν στο θέμα.
-για τι πρόκειται αυτή τη φορά; Ρώτησε η άλλη γυναίκα που είχε συνηθίσει πια τη φίλη της.
-έλαβαπριν λίγο ένα γράμμα και περιμένω εδώ τον άνθρωπο που το έστειλε. Πρόκειται για μια νέα κοπέλα γύρω στα 20 με 25.
-μιλάμε προφανώς για μια νέα υπόθεση.
-για μια νέα που σχετίζεται με μια παλιά.
-δε σε καταλαβαίνω.
-σε παρακαλώ, άφησε ο,τι κάνεις κι έλα εδώ. Δεν έχουμε πολύ χρόνο.
Η σάρα κατάπιε την πρώτη φράση που της ήρθε στο νου και είπε ήρεμα.
-έρχομαι ενριέτα.
Η Άρτεμη τέλειωσε βιαστικά το κρουασάν της. Όσο κι αν βιαζόταν δε μπορούσε να μη γευτεί αυτή την πραλίνα. Μετά, έριξε το κινητό στην τσάντα της κι έβγαλε το πορτοφόλι της. Άξιζε στον άρη ένα καλό φιλοδώρημα. Την είχε βοηθήσει πολύ.
Έβγαλε ένα χαρτονόμισμα και το άφησε δίπλα στο άδειο ποτήρι του νερού. Μετά, σηκωθηκε κι ετοιμάστηκε να φορέσει το παλτό της όταν είδε τον Άρη να την πλησιάζει. Είχε έρθει εντελώς αθόρυβα.
-φεύγεις;
-ναι, προέκυψε κάποια δουλειά και έτσι δε μπορώ να μείνω περισσότερο. Άρχισε να κουμπώνει τα κουμπιά του παλτού.
-πότε θα ξανα’ρθεις; Η ερώτηση την αιφνηδίασε.
-δεν ξέρω είπε κοιτώντας τον. Έχω πολλη δουλειάαυτόν τον καιρό μα ίσως ξεκλέψω λίγο χρόνο για έναν καφέ κάποια από τις επόμενες μέρες.
-θα σε περιμένω είπε ο άντρας και άπλωσε το χέρι του. Δε δίστασε παραπάνω από μια στιγμή. Το πήρε και το έσφιξε. Κι ύστερα, χωρίς να προσθέσει τίποτα άλλο βγήκε έξω στον κρύο αέρα που είχε αρχίσει να δυναμώνει.
Ο άρης άρχισε να μαζεύει τα ποτήρια και τα πιάτα όταν πρόσεξε το χαρτονόμισμα που του είχε αφήσει η άρτεμη. Το πήρε κι άρχισε να το παρατηρεί προσεκτικά. Δεν του είχε γράψει το τηλέφωνό της, ούτε εκεί ούτε στις χαρτοπετσέτες. Για μια στιγμή ένιωσε μια αόριστη μελαγχολία αλλά σύντομα ξαναβρήκε το κέφι του. Κάποια φωνή του έλεγε πως θα την ξανα’βλεπε πολύ σύντομα.
Η ενριέτα σηκώθηκε και πλησίασε το μεγάλο παράθυρο που ήταν ακόμη κλειστό. Το άνοιξε κι άρχισε να ρουφάει αχόρταγα τον κρύο αέρα που τη χτύπησε στο πρόσωπο.
Τι ήταν πάλι αυτό; Νόμιζε πως η Λίντα αλεξάνδρου είχε πάρει μαζί της το μυστικό της πεθαίνοντας αλλά έκανε λάθος. Αυτό που τόσους μήνες πάλευε να ανακαλύψει το γνώριζε κάποια άγνωστη κοπέλα. Δε μπορούσε να θυμηθεί καμιά από το συγγενικό της περιβάλλον με αυτό το όνομα. Αν ήταν κάποια φίλη θα τη θυμόταν αφού είχε μιλήσει πολλές φορές με όλες τους.
Η σάρα όρμησε σαν σίφουνας στο δωμάτιο.
-ήρθα φώναξε. Τι συμβαίνει; Τα παράτησα όλα αφού με φώναξες.
-καλώς την απάντησε η ενριέτα κι άφησε το περβάζι του παραθύρου για να τη συναντήσει.
-ελπίζω να πρόκειται για κάτι σοβαρό και να μη με κουβάλησες εδώ χωρίς λόγο. Ξέρεις πως απεχθάνομαι τη μυρωδιά του αίματος.
-κι εσύ ξέρεις πως είσαι ιπολύτιμη βοηθός μου. Οι δυο γυναίκες αγκαλιάστηκαν ξεσπώντας σε δυνατά γέλια.
-τι συμβαίνει; Ρώτησε μετά από λίγο η Σάρα ενώ καθόταν στην άκρη ενός μεγάλου καναπέανάβοντας τσιγάρο. Μίλησες για κάποιο γράμμα έτσι δεν είναι;
-ναι Σάρα. Το βρήκα κάτω από την πόρτα μου. Το έστειλε κάποια άρτεμη, αυτή περιμένω.
-τι έγραφε;
-είπε πως ξέρει το δολοφόνο της Λίντας αλεξάνδρου. Το τσιγάρο λίγο έλειψε να γλιστρήσει από τα δάχτυλα της άλλης γυναίκας.
-είσαι σίγουρη;
-Φυσικά. Βλέπω πως τη θυμάσαι την υπόθεση.
-πώς να μην τη θυμάμαι. Είναι η μοναδική υπόθεση που δε μπόρεσες να εξιχνιάσεις. Για την καημένη τη λίντα λίγο έλειψε να σε αφήσει ο αλέξανδρος.
-δε χρειάζεται να μου το θυμίζεις αυτό, προσπαθώ να το ξεχάσω.
-σύμφωνοι μα πρέπει να παραδεχτείς πως εκείνο το διάστημα είχε αλλάξει δραματικά η συμπεριφορά σου.έγινες απόμακρη νευρική κι αφηρημένη, δεν άκουγες κανέναν.
-το ξέρω, με είχε ταράξει πολύ αυτή η υπόθεση. Όταν κατάλαβα πως θα έχανα τον Αλέξανδρο πανικοβλήθηκα κι εγκατέλειψα την έρευνα.
-Την εγκατέλειψεςεπειδή δεν έβγαινε πουθενά, σε ξέρω καλά. Η ενριέτα πήγε και κάθισε στην πολυθρόνα πίσω από το γραφείο της.
-ας είναι μουρμουρισε. Εσένα δε μπορώ νασου κρυφτώ.
-Και ποια είναι η Άρτεμη; Δε θυμάμαι να μου μίλησες τότε γι’αυτή.
-δεν την ξέρω μα από το λίγο που την άκουσα με μπέρδεψε. Φανηκε συγκρατημένη κι αδιάφορη σχεδόν παγωμένη αλλά την ίδια στιγμή διέκρινα την ταραχή και το φόβο στη φωνή της γι’αυτό σε φώναξα. Θέλω να την ακούσεις, να τη δεις και να μου πεις τα συμπεράσματά σου.
-εντάξει, θα το κάνω μα καλύτερα ναμη μιλήσεις στον αλέξανδρο για αυτή την υπόθεση. Φοβάμαι τις αντιδράσεις του.
-το ίδιο πιστεύω κι εγώ είπε ανακουφισμένη η ενριέτα. Δε χρειάζεται να μάθει τίποτα για την ώρα τουλάχιστον.
Εκείνη τη στιγμή τους διέκοψε ένα σιγανό χτύπημα στην πόρτα.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: