η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο πρώτο

Η ενριέτα πήρε στα χέρια της το ξυπνητήρι και το σταμάτησε ένα λεπτό πριν χτυπήσει. Δεν υπήρχε λόγος να ενοχληθεί ο αλέξανδρος αφού η ίδια είχε ήδη ξυπνήσει. Αθόρυβα ακούμπησε τη μικρή τετράγωνη συσκευή πίσω στη θέση τηςστο κομοδίνο κι απρόθυμα τράβηξε από πάνω της το μαλακό πουπουλένιο πάπλωμα. Ηταν υπέροχο, δώρο της μαμάς της και τα τελευταία χρόνια δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Πριν σηκωθεί, έριξε μια ματιά στον άντρα που κοιμόταν στο κρεβάτι δίπλα της. Φαινόταν ευτυχισμένος κι απόλυτα ήρεμος. Γιατί να μην ήταν έτσι και στην πραγματικότητα; Έδιωξε τη σκέψη και φόρεσε τις παντόφλες της. Μετά βγήκε από το δωμάτιο πατώντας στα νύχια της. Η ώρα ήταν εφτά και τέταρτο.
Η Άρτεμη διέσχισε τα λίγα μέτρα που τη χώριζαν από το αυτοκίνητό της τρέχοντας. Δεν ήταν σίγουρη πως αυτό που είχε κάνει ήταν το καλύτερο δυνατό. Η ενριέτα χατζηπέτρου ήταν καταπληκτική στη δουλειά της και αν έπαιρνε το μήνυμα ίσως να έβρισκε την άκρη του νήματος πολύ γρηγορότερα από ΄,τι θα ήθελε η άρτεμη. Ωστόσο οι δισταγμοί και οι φόβοι της έπρεπε να παραμεριστούν για το καλό όλων όσων εμπλέκονταν σε αυτή την ιστορία. Έβαλε μπροστά και ξεκίνησε με ταχύτητα. Κάτι μέσα της της φώναζε πως έπρεπε να απομακρυνθεί όσο πιο γρήγορα μπορούσε από εκεί. Άλωστε η επιθεωρήτρια δε θα αργούσε.
Η ενριέτα μπήκε στην κουζίνα και άνοιξε το ψυγείο.Με την πρώτη ματιά που έριξε κατάλαβε πως επρεπε να πάει για ψώνια αμέσως μετά τη δουλειά. Στέναξε. Καθόλου δεν της άρεσαν τα ψώνια, γι’αυτό το ψυγείο της ήταν μόνιμα άδειο. Το μόνο που δεν παρέλειπε να αγοράσει ήταν το παγωμένο τσάι λεμονιού. Πήρε το μπουκάλι και φέρνοντάς το στο στόμα της ήπιε λαίμαργα. Το τσάι ιήταν παγωμένο και σύντομα ένα λεπτό σχεδόν ευχάριστο ρίγος τη διαπέρασε. Όταν κόρεσε τη δίψα της έβαλε πάλι το μπουκάλι στο ψυγείο και βγήκε από την κουζίνα. Επιτέλους, είχε αρχίσει να ξυπνάει.
Η άρτεμη οδηγούσε νευρικά αποφεύγοντας μόλις την τελευταία στιγμή αυτοκίνητα και πεζούς. Δυο τρεις φορές κάποιος εκνευρισμένος οδηγός της κόρναρε για να κάνει στην άκρη αλλά εκείνη δεν έδινε καμιά σημασία σε όλα αυτά. Το μυαλό της ήταν καρφωμένο σε κείνη την επιθεωρήτρια. Όπου να’ναι θα φτάσει στο γραφείο της και θα βρει το φάκελο. Τι θα έκανε ύστερα; Θα της τηλεφωνούσε στο κινητό χωρίς αμφιβολία για να την καλέσει στο γραφείο της. Αυτή ήταν ηλογική ακολουθία των κινήσεων της επιθεωρήτριας. Τηλέφωνο κι ύστερα δράση. Έτσι δεν έκανε πάντα; Το πρόβλημα ήταν πως η Άρτεμη δε μπορούσε να αποφασίσει για τις δικές της κινήσεις. Καταλάβαινε βέβαια πως έκανε αυτό που έπρεπε αλλά η ιδέα πως θα είχε μπλεξίματα με την αστυνομία δεν της άρεσε καθόλου. Επιπλέον η φύση δεν την είχε προικίσει με γεναιότητα και ισχυρήθέληση κι αυτή η πράξη που μόλις είχε κάνει πήγαινε κόντρα στο χαρακτήρα της. Σταμάτησε έξω από μια καφετέρια που άνοιγε εκείνη τη στιγμή. Δε μπορούσε να οδηγεί άλλο σε αυτή την κατάσταση. Της χρειαζόταν λίγος χρόνος για να ηρεμήσει και να αποφασίσει για την επόμενη της κίνηση. Κλείδωσε το αυτοκίνητο και βγήκε.
Όπως ήταν φυσικό, η καφετέρια ήταν άδεια. Μπήκε και κάθισε ανακουφισμένη σε ένα απομονωμένο τραπεζάκι στο βάθος του μαγαζιού. Εκεί δε θα την έβρισκε κανείς. Ο σερβιτόρος που την πλησίασε ήταν ένας νέος άντρας με σγουρά ξανθά μαλλιά κι ευγενικά χαρακτηρηστικά. Ακούμπησε μπροστά της ένα ποτήρι νερό και την καλημέρισε με μια φωνή που δεν ερχόταν σε αντίθεση με το παρουσιαστικό του.
-έχετε κρουασάν με πραλίνα; Η Άρτεμη πάσχισε να μιλήσει αδιάφορα κι ευγενικά.
-φυσικά.
-Ωραία θα μπορούσες να μου φέρεις δυο; Ο σερβιτόρος κούνησε το κεφάλικαταφατικά κι ετοιμάστηκε να φύγει αλλά η γυναίκα τον σταμάτησε με την επόμενη φράση της.
-κι ένα χυμό πορτοκάλι, φυσικό αν γίνεται. Ο σερβιτόρος κούνησε το κεφάλι για δεύτερη φορά κι άρχισε να απομακρύνεται. Πριν φύγει ωστόσο της έριξε μια τελευταία ματιά. Δεν της άρεσε εκείνο το βλέμμα αλλά δε μπορούσε να προσδιορίσει το γιατί.
Είκοσι λεπτά αργότερα, η επιθεωρήτρια ήταν έτοιμη να ξεκινήσει μιια ακόμη δύσκολη μέρα. Αφού κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του μπάνιου έκλεισε ικανοποιημένη την κασετίνα του μακιγιαζ και την ακούμπησε δίπλα στη στίβα με τα άπειρα μπουκαλάκια που γέμιζαν τα ράφια του μπάνιου. Το κραγιον της είχε την απόχρωση του σάπιου μήλου και το ρουζ της ταίριαζε απόλυτα μ’αυτό. Η σκιά ήταν πράσινη για να ταιριάζει με τη μπλούζα της. Βγήκε από το μπάνιο και κατευθύνθηκε προς το χωλ για να πάρει την τσάντα και το παλτό της αλλά κοντοστάθηκε για λίγο έξω από την κρεβατοκάμαρα. Κανένας ήχος δεν ερχόταν από μέσα. Χαμογέλασε και συνέχισε. Θα περνούσαν ώρες προτού ξυπνήσει ο αλέξανδρος. ΤΤότε θα την αναζητούσε στο κινητό και θα προσπαθούσε να την πείσει να τον ακολουθήσει σε κάποιο από τα αγαπημένα του εστιατόρια ιταλικής κουζίνας. Εκείνη θα άρχιζε να γκρινιάζει όπως πάντα αλλά στο τέλος θα του έκανε το χατίρι. Δεν του το είχε πει ποτέ αλλά λάτρευε τις μακαρονάδες και τις πίτσες που τους σέρβιραν. Φόρεσε το μαύρο μακρύ παλτό και πήρε τη μεγάλη δερμάτινη τσάντα της. Η ώρα ήταν μόλις οχτώ παρα τέταρτο.
Ο ήχος από το μεταλλικό δίσκο πάνω στο τραπέζι έκανε την Άρτεμη να πεταχτεί έντρομη από τη θέση της. Λίγο έλειψε με την κίνηση αυτή να πετάξει κάτω το ποτήρι με το νερό. Ο σερβιτόρος χαμογέλασε χαζά κι ακούμπησε τις χαρτοπετσέτες δίπλα της.
-είστε εντάξει; Πόσο εκνευριστική ήταν αυτή η τσιριχτή φωνή του. Προσπάθησε να ελέγχξει τις αντιδράσεις της πριν απαντήσει. Η ταραχή της ήταν ολοφάνερη.
-ναι είμαι καλά. Μόνο που σκεφτόμουν κάτι και καταλαβαίνεις…. Πέρασε στον ενικό.
-καταλαβαίνω. Ο σερβιτόρος στάθηκε λίγο πιο πέρα για να μπορεί να την παρατηρεί. Η άρτεμη παρέμενε ο μοναδικός πελάτης του μαγαζιού κι έτσι ο άντρας δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει. Έπρεπε να τον ξεφορτωθεί με κάποιο τρόπο. Έτσι ετοιμάστηκε να τον διώξει προβάλλοντας κάποια αόριστη δικαιολογία όταν ακούστηκε και πάλι εκείνη η θηλυπρεπής φωνή.
-φαίνεστε ανήσυχη. Αν υπάρχι κάτι που μπορώ να κάνω για σας, δεν έχετε παρά να το ζητήσετε. Άλλο πάλι κι αυτό. Ποιος του έδωσε τόσο θάρρος;
-σας είπα ήδη πως είμαι μια χαρά. Πληθυντικός ξανά. Μόνο που θα ήθελα να μείνω μόνη για λίγο. Ο άντρας δεν είπε τίποτα. Την κοίταζε απροκάλυπτα τώρα. Ξαφνικά ένιωσε την οργή να φουντώνει μέσα της.
-δεν ξέρω αν με ακούσατε!!!!
–σας άκουσα μα νιώθω πως κάτι δεν πάει καλά με σας. Ήταν αυθάδης λοιπόν μα είχε δίκιο.
-θέλω να μείνω μόνη για να σκεφτώ ήσυχα το πρόβλημα που αντιμετοπίζω. Εκτιμώ το ενδιαφέρον σας αλλλά πιστέψτε με, δε μπορείτε να με βοηθήσετε περισσότερο.
-Ποιο είναι το όνομά σας; Η Άρτεμη αιφνηδιάστηκε για μια ακόμη φφορά. Ο άνθρωπος αυτός δεν καταλάβαινε λέξη απ’όσα του έλεγε τόση ώρα τώρα.
-Με λένε Άρτεμη. Ούτε που κατάλαβε πότε του απάντησε.
-αρχαία ελληνίδα θεά. Ο τύπος ήξερε και μυθολογία. Μα φάτε, τα κρουασάν θα κρυώσουν. Η Άρτεμη σαν υπνοτισμένη έπιασε το ένα από τα κρουασάν κι άρχισε να το μασουλάει. Η πραλίνα ήταν το λιγότερο εξαίσια. Άρχισε να απορεί πως δεν την τράβηξε η μυρωδιά της τόση ώρα τώρα.
-Πώς τα βρίσκετε; Δεν είναι καταπληκτικά;
-ναι, υπέροχα, βιάστηκε να απαντήσει με το στόμα γεμάτο.
-χαίρομαι που σας αρέσουν. Ξέρετε λατρεύω την πραλίνα κι έχω δοκιμάσει άπειρες παραλλαγές της. Νομίζω πως αυτή εδώ είναι μια από τις καλύτερες.
-Κι εμένα μου αρέσει η πραλίνα. Αλήθεια, πώς σε λένε;
-άρη.
-αρχαίος έλληνας θεός. Το σχόλιο ανέβηκε αυθόρμητα στα χείλη της.
-ακριβώς,όπως κι εσείς. Η άρτεμη ήπιε μια γουλιά από το χυμό της για να τον δοκιμάσει. Της άρεσε η έντονα ξινή γεύση του.
-κι αγαπάς κι εσύ τον πόλεμο;
-εξαρτάται. Ο άρης ήρθε πιο κοντά της. Αν έχω να πολεμήσω με μια όμορφη κι έξυπνη γυναίκα, τότε ο πόλεμος είναι χαρά για μένα. Η Άρτεμη δάγκωσε μια μεγάλη μπουκιά από το κρουασάν με αποτέλεσμα λίγη μερέντα να κατρακυληήσει στο πηγούνι της. Βιαστικά, πήρε μια χαρτοπετσέτα και σκουπίστηκε με προσοχή.
-Κι εσύ, μια θεά του κηνυγιού, τι γνώμη έχεις για τον πόλεμο;
-πολεμάω με λύσσα όταν με απειλεί κάποιος σοβαρός κίνδυνος. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε τηνεπιθεωρήτρια και βιάστηκε να βρει το κινητό της. Ήταν κλειστό. Η άρτεμη το άνοιξε και το ακούμπησε δίπλα της στο τραπέζι. Η ώρα ήταν 8 και μισή.
Η ενριέτα πάρκαρε λίγο μακρύτερα απ’ο,τι συνήθως. Της άρεσε να περπατάει στα δροσερο πρωινό μα δεν το έκανε συχνά επειδή υπέφερε από πόνους στη μέση κι ο γιατρός της ττο απαγόρευε κάποιες φορές. Όταν όμως της έδινε το πράσινο φως, πράγμα που δε γινόταν συχνά, δεν έχανε την ευκαιρία. Θα έφτανε λίγο αργοπορημένη στο γραφείο αλλά δεν υπήρχε προβλημα. Μόλις την προηγούμενη μέρα είχε τελειώσει με μια παράξενη και δυσκολη υπόθεση στην οποία μια μητέρα βασάνιζε για χρόνια τον ανάπηρο γιο της. Η ενριέτα είχε απειλήσει, είχε εκβιάσει για να ανοίξουν τα στόματα που έπρεπε και σύντομα η υπόθεση θα βρισκόταν στα χέρια της δικαιοσύνης. Λογικά θα περνούσαν κάμποσες ήσυχες μέρες προτού το επόμενο περιστατικό έρθει να την αναστατώσει και να τη βάλει σε καινούριους μπελάδες. προχωρούσε αργά χαζεύοντας ανθρώπους και βιτρίνες. Τα μαγαζιά είχαν μόλις αρχίσει να ανοίγουν. Ένα ζευγάρι παπούτσια τράβηξε κάποια στιγμή την προσοχή της. Ήταν μαύρα στρωτά με δυο ασημένια λουράκια που έδεναν σταυρωτά. Σημείωσε στο μυαλό της να περάσει για να τα δοκιμάσει όταν θα έφευγε από το γραφείο. Αν έβρισκε στο νούμερό της θα τα αγόραζε χωρίς δεύττερη σκέψη. Δε φορούσε ποτέ ψηλοτάκουνα παπούτσια γιατί τη δυσκόλευαν στο περπάτημα και δεν επισκεπτόταν συχνά τα μαγαζιά. Η δουλειά της καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας και στο λίγο διάστημα που της έμενε για ξεκούραση προτιμούσε να διαβάζει βιβλία η να σερφάρει στο ιντερνετ. Έτσι ΄΄εφτασε πολύ χαρούμενη στο γραφείο λόγω της πρωινής της ανακάλυψης. Ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε. Τα ρουθούνια της χτύπησε αμέσως η γνώριμη μυρωδιά του χώρου. Ήταν το άρωμά της ανακατεμένο με τη φρέσκια μπογιά. Κι ακόμη υπήρχε μια αόριστη μυρωδιά από λουλούδια. Της άρεσε να ανανεώνει κάθε τόσο τα λουλούδια στο βάζο και να τα βλέπει τις ώρες που έγραφε ή σκεφτόταν. Έδιναν ζωή στο χώρο ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Ετοιμάστηκε να κλείσει την πόρτα όταν πρόσεξε το φάκελοπου ήταν σφηνωμένος στο λίγο χώρο ανάμεσα στην πόρτα και στο χαλί. Έσκυψε απορημένη να τον μαζέψει. Ήταν λευκός και λεπτός. Σίγουρα δεν περιείχε πολλές σελίδες. Έκλεισε την πόρτα και κάθισε στην κουνιστή της πολυθρόνα. Ήταν περίεργη να μάθει τι της έγραφαν και κυρίως ποιος της έγραφε. Έσχισε το φάκελο με το μικρό της χαρτοκόπτη και βρέθηκε να κρατάει μια διπλωμένη σελίδα. Την ξεδίπλωσε κι άρχισε να διαβάζει τις λίγες γραμμές. Λίγα λεπτά αργότερα, το κινητό της άρτεμης χτυπούσε επίμονα.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: