η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο τρίτο
Η ενριέτα στράφηκε προς την πόρτα.
-αυτή είναι, νομίζω πως ήρθε. Δε θέλω να σε δει να κρατάς σημειώσεις εκτός κι αν το βρίσκεις απαραίτητο είπε ψιθυριστά. Η Σάρα κούνησε το κεφάλι σημάδι πως είχε καταλάβει και συμφωνούσε.
-περάστε. Η φωνή της επιθεωρήτριας έγινε και πάλι επαγγελματική, τυπική. Η πόρτα άνοιξε ελάχιστα και η άρτεμη έριξε μια εξεταστική ματιά στο γραφείο. Μετά, άνοιξε λίγο ακόμη την πόρτα όσο ακριβώς χρειαζόταν για να μπει μέσα.
Η ενριέτα σηκωθηκε από την πολυθρόνα και την πλησίασε. Ίσως τελικά να ήταν λίγο μεγαλύτερη από όσο αρχικά είχε πιστέψει.
Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν για λίγο αλλά καμιά τους δε μίλησε πριν μετρήσει την άλλη με τα μάτια. Τη σιωπή έσπασε η ενριέτα.
-είσαι η άρτεμη έτσι δεν είναι;
-ναι. Η Άρτεμη άπλωσε διστακτικά το χέρι της.
-χάρηκα. Να σου συστήσω τη φίλη μου τη σάρα, φίλη και συνεργάτης. Η ψυχολόγος που ως εκείνη τη στιγμή καθόταν καπνίζοντας στον καναπέ σηκώθηκε και τις πλησίασε βιαστικά. Αντάλλαξαν χειραψία με την Άρτεμη κι ιύστερα η σάρα κάθισε ξανά στη θέση της.
Δε με συμπάθησε σκέφτηκε η σάρα αλλά δεν είπε τίποτα.
-μπορείς να καθίσεις αν θέλεις είπε ευγενικά η επιθεωρήτρια. Η Άρτεμη κάθισε στηνπιο κοντινή καρέκλα χωρίς να βγάλει το παλτό της.
-μίλησέ μου λίγο για σένα είπε η ενριέτα ανοίγοντας τον υπολογιστή της.
-με λένε άρτεμη. Ζω στην Αθήνα τα τελευταία τρια χρόνια. Είμαι 28 χρόνων. Πριν έρθω εδώ ζούσα στη θεσσαλονίκη με τη μητέρα μου. Σταμάτησε για να κοιτάξει τη γυναίκα απέναντί της.
-Συνέχισε την παρότρυνε η ενριέτα.
-Δουλεύω σε ένα ξενοδοχείο που λέγεται κοράλι. Δεν είναι πολύ μακριά από εδώ. Η ενριέτα κούνησε το κεφάλι της.
-το ξέρω αυτό το ξενοδοχείο. Έμεινα εκεί λίγα βράδια πριν χρόνια. Δεν είχες έρθει τότε στην αθήνα.
-δεν ξέρω τι άλλο θα πρέπει να πω για μένα. Η άρτεμη άρχισε να ανυπομονεί. Τα δάχτυλα της άρχισαν να παίζουν με το πρώτο κουμπί του παλτού της πράγμα που δε διέφυγε στη σάρα.
-νομίζω πως αυτά αρκούν για την ώρα. Λέω να μιλήσουμε για τη λίντα.
Το πρόσωπο της άρτεμης σκοτείνιασε σιγά σιγά. Ξαφνικά θέλησε να φύγει από κείνο το γραφείο. Μα γιατί της είχε γράψει;
-γιατί δε μιλάς; Μήπως μετάνιωσες για το γράμμα; Η ενριέτα την κοίταξε μέσα στα μάτια. Ήταν φανερό πως μάντευε τις σκέψεις της. Η άρτεμη ξεροκατάπιε.
-δεν ήμουν σίγουρη από την αρχή. Αμφιταλαντευόμουν καιρό τώρα. Πολλές φορές έγραφα μα ύστερα πετούσα τα γράμματα.
-γιατί δεν ήρθες χωρίς να γράψεις το γράμμα; Η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι.
-δεν είμαιι σίγουρη γι’αυτό που πάω να κάνω.
Η επιθεωρήτρια π ήρε ένα στυλο κι άρχισε να το χτυπά ρυθμικά πάνω στο γραφείο. Κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτή την κοπέλα, ήταν φανερό.
-Πότε γνώρισες τη λίντα; Ρώτησε ύστερα από λίγη ώρα.
-την ήξερα από όταν ήταν μικρό παιδί. Ζούσαμε πολύ κοντά. Η ενριέτα ξαφνιάστηκε αλλά δεν το έδειξε. Πώς ήταν δυνατό να ζούσαν κοντά κι εκείνη να μην το είχε μάθει;
-Η μητέρα μου κρατούσε τη Λίντα τα πρωινά όταν οι γονείς της δούλευαν.
-για πόσον καιρό; Τη διέκοψε η άλλη γυναίκα.
-Χρόνια ολόκληρα. 9 η 10. η λίντα τη συμπαθούσε πολύ επειδή της διάβαζε μυθιστορήματα.
Η ενριέτα κούνησε το κεφάλι της. Αυτό το θυμόταν καλά. Της άρεσαν τα ερωτικά και κοινωνικά μυθιστορήματα.
-κι ύστερα τι έγινε; Η άρτεμη δεν απάντησε αμέσως. Έπλεξε τα δάχτυλα των χεριών της και τα ακούμπησε στα γόνατά της. Κάπου εδώ άρχιζαν τα δύσκολα.
-Η Λίντα μεγάλωνε κι οι γονείς της αποφάσισαν να τη στείλουν στο κολέγιο ξέρετε… η επιθεωρήτρια έγνεψε και πάλι καταφατικά.
-ναι είναι ένα ειδικό σχολείο. Μίλησα με τους καθηγητές της κάποτε. Θα ξέρεις βέβαια πως εγώ ανέλαβα την υπόθεσή της.
-το ξέρω απάντησε η άρτεμη. Η μητέρα μου δε μπορούσε να βρειι εύκολα άλλη δουλειά κι έτσι φύγαμε από εκεί.
-έχεις άλλα αδέρφια;
-ναι μια αδερφή. Η απάντηση ήρθε πολύ γρήγορα και η σάρα το σημείωσε στο νου της. Είχε πολλά να πει στη φίλη της.
-μένει μαζί σας;
-όχι. Ζει στο παρίσι τους τελευταίους μήνες. Σπουδάζει μαθηματικά και πληροφορική.
-ο πατέρας σου;
-δε ζει. Η απάντηση αυτή ήταν αόριστη και λιτή πράγμα που δεν άρεσε στην ενριέτα.
-η μητέρα σου ζει εδώ στην αθήνα;
-Όχι. Πέθανε πριν δυο μήνες.
-λυπάμαι πολύ. Ήταν άρρωστη;
-όχι, σκοτώθηκε σε τροχαίο ατύχημα.
Και τώρα; Ζεις μόνη;
-ναι σε μια πολυκατοικία κοντά στο Κοράλι.
-πόσον καιρό δουλεύεις εκεί;
-τρια χρόνια. Με προσέλαβαν αμέσως μόλις ήρθα εδώ. Η δουλειά είναι κουραστική αλλά πληρώνομαι καλά. Η άρτεμη άφησε το πάνω κουμπί κι άρχισε να παίζει με το επόμενο.
-έγραψες πως ξέρεις το δολοφόνΟ της λίντας αλεξάνδρου. Είναι αλήθεια;
-ναι, αλήθεια είναι. Κι αυτή η απάντηση ήρθε πολύ γρήγορα.
-Ποιος είναι; Η Άρτεμη σηκώθηκε απότομα.
-Δε μπορώ να το φανερώσω. Η ταραχή της κορυφώθηκε ξαφνικά και τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν ανεξέλεγκτα. Η σάρα σηκώθηκε από τη θέση της και την πλησίασε κρατώντας ένα ποτήρι νερό.
-ηρέμησε και πιες αυτό. Μην ταράζεσαι. Η ενριέτα δε θέλει να σου κάνει κακό.
Η άρτεμη ήπιε λίγο νερό κι ένιωσε αμέσως καλύτερα. Έδωσε το μισοάδειο ποτήρι στη Σάρα και κάθισε ξανά στη θέση της. Η Ενριέτα δεν την έχασε ουτε για μια στιγμή από τα μάτια της, η άρτεμη ήταν μιακοπέλα πολύ παράξενη κι αλλόκοτη.
-δε θέλω να σου κάνω κακό είπε βλέποντάς τη να ηρεμεί και πάλι. Θέλω να βρω το δολοφόνο της λίντας. Αν μπορείς να με βοηθήσεις κάνε το σε παρακαλώ.
-Μπορώ μα όχι αμέσως. Η φωνή της άρτεμης έγινε και πάλι φυσιολογική και μάλιστα τώρα ήταν πιο σταθερή από πριν. Τα μάτια της έγιναν γυάλινα ξαφνικά. Η ενριέτα έσφιξε στο χέρι το στυλό. Το στομάχι της είχε δεθεί σε κόμπο. Και μια σταγόνα ιδρώτα έσταξε ανάμεσα στα μάτια της.
Ο ψυχισμός της κοπέλας αυτής ήταν το λιγότερο διαταραγμένος.
-γιατί όχι; Έχουμε καθυστερήσει ήδη πολύ.
-η λίντα είναι νεκρή. Δε θα τη φέρεις πίσω μαθαίνοντας το δολοφόνο της.
-το ξέρω μα θέλω να τιμωρηθεί αυτός ο άνθρωπος. Εσύ; Δεν το θέλεις;
Η ερώτηση αυτή χτύπησε σαν κεραυνός την Άρτεμη. Άραγε ήθελε ή όχι να τιμωρηθεί ο δολοφόνος; Εκείνη τη στιγμή ακούστηκεο χαρακτηρηστικός ήχος του κινητού της επιθεωρήτριας. Αυτός θα ήταν ο αλέξανδρος που επιτέλους ξύπνησε και την έψαχνε.
Η ενριέτα άνοιξε την τσάντα της και τράβηξε από μέσα το κινητό, χωρίς να πάρει τα μάτια της από την Άρτεμη. Καταλάβαινε πως μόλις εκείνη τη στιγμή άρχιζαν.
-είσαι παντρεμένη; Η κοπέλα μίλησε χωρίς να το σκεφτεί. Δε βλέπω βέρα στο χέρι σου.
-όχι δεν είμαι.
-έχεις φίλο;
-εσύ;
-ναι, έχω. Η ενριέτα έριξε μια αφηρημένη ματιά στο sms και κλειδώνοντας το πληκτρολόγιο του κινητού το έριξε και πάλι μέσα στην τσάντα της. Θα απαντούσε αργότερα.
-δε μου απάντησες στην ερώτηση που σου έκανα. Η άρτεμη την κοίταξε διαπεραστικά. Η ενριέτα ένιωσε θυμό εκείνη τη στιγμή αλλά μια φευγαλαία σχεδόν ανεπαίσθητη ματιά της σάρας την έκανε να καταπεί την οργή της.
-΄κι εγώ έχω ένα φίλο είπε συγκαταβατικά. Τον λένε Αλέξανδρο. Το δικό σου αγόρι πως λέγεται;
-Αντρέας. Δουλεύουμε μαζί στο ξενοδοχείο. Εκείνος είναι μάγειρας.
Τότε κατάλαβε η επιθεωρήτρια πως η Άρτεμη είχε ανάγκη να μιλήσει για τη ζωή και τα προβλήματά της και πως μόνο αν την άκουγε με υπομονή κι ενδιαφέρον θα έφταναν κάποτε και στο σκοπό της επίσκεψής της. Σίγουρα τα ίδια θα σκεφτόταν και η σάρα που καθόταν σιωπηλή στην άλλη άκρη του δωματίου.
-πόσων χρόνων είναι ο Αντρέας; Αποτόλμησε την επόμενη ερώτηση.
-31. έχει γενέθλια σε λίγες μέρες. Μου υποσχέθηκε πως θα πάμε ένα ταξίδι με την πρώτη ευκαιρία.
-αλήθεια; Πού;
-δεν ξέρω στη Γαλλία ίσως, στην αδερφή μου. Μα θα αργήσει αυτό επειδή αυτή την εποχή έχουμε πολλή δουλειά στο ξενοδοχείο. Η ενριέτα έγνεψε πως καταλάβαινε. Η Άρτεμη έβαζε τους όρους της συζήτησης.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: