η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο τέταρτο
-θέλεις κάτι να πιείς; Η ενριέτα άγγιξε το τηλέφωνοπάνω στο γραφείο περιμένοντας. Εγώ θαπιω ένα παγωμένο τσάι. Σάρα; Η ψυχολόγος τινάχτηκε ξαφνιασμένη στο άκουσμα του ονόματός της. Ήταν φανερό πως βρισκόταν πολύ μακριά.
-ναι μουρμούρισε. Θα πιω κι εγώ ένα τσάι λεμόνι. Η επιθεωρήτρια στράφηκε στην Άρτεμη.
-θα πιείςκι εσύ ένα τσάι μαζί μας; Μπορείς αν θέλεις να βγάλεις το παλτό σου. Αν κρυώνεις θα ανάψω το καλοριφερ.
-ευχαριστώ, είμαι μια χαρά. Για λίγο απλώθηκε σιωπή στο γραφείο καθώς η ενριέτα περίμενε να απαντήσουν στο τηλέφωνο. Τέλοςμίλησε για λίγο και, το έκλεισε αφού έδωσε την παραγγελία τους.
-Λοιπόν πού είχαμε μείνει; Ρώτησε πιάνοντας το ποντίκι του υπολογιστή. Η Άρτεμη δεν απάντησε αμέσως. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στην πράσινη μπλούζα της επιθεωρήτριας.
-Σου αρέσει ρώτησε εκείνη προσέχοντας το βλέμμα της.
-πολύ. Μου θυμίζει την αδερφή μου είπε η άρτεμη. Μου λείπει ξέρεις. Ποτέ δεν τη χόρτασα. Όταν ήμουν μικρή εκείνη έτρεχε στο φροντιστήριο των αγγλικών και των γερμανικών κι αργότερα όταν εκείνη ξενυχτούσε στα παρτυ των φοιτητών, ήταν η δική μου σειρά να τρέξω στα φροντιστήρια.
-Γιατί έφυγε; Δεν ήθελε να σπουδάσει εδώ;
-Η άννα είναι ένας πολύ προικισμένος άνθρωπος με ένα κοφτερό μυαλό. Μόνο στο παρίσι υπάρχει το τμήμα στο οποίο κάνει το διδακτορικό της. Το έλεγε πάντα πως θα μας άφηνε για τις σπουδές της.
-εσένα; Δε σου άρεσε το διάβασμα; Η ενριέτα μίλησε σχεδόν αδιάφορα.
-όχι, ποτέ δε μου άρεσε. Δεν υπήρξα σπουδαία μαθήτρια και η μόνη μου έννοια ήταν να τελειώσω το λύκειο για να βρω μια δουλειά. Ονειρευόμουν να δουλέψω σε ένα χώρο με πολλά φώτα, και καλοντυμένους ανθρώπους. Σκέφτηκα την τηλεόραση αλλά γρήγορα κατάλαβα πως δε διέθετα ούτε τα μέσα ούτε τις γνωριμίες για κάτι τέτοιο. Έτσι, εγκατέλειψα την ιδέα αυτή για κάτι πιο απλό, το Κοράλι.
Δυο ελαφρά χτυπήματα στην πόρτα έκαναν την κοπέλα να σταματήσει. Για μια στιγμή φάνηκε ανήσυχη αλλά σύντομα η ανησυχία διαλύθηκε κι ακούμπησε τα χέρια στα γόνατά της.
-Περάστε, ήταν η επιθεωρήτρια που μίλησε. Η πόρτα άνοιξε και στην είσοδο του γραφείου εμφανίστηκε μια κοπέλα, λεπτή και χλωμή.
-Καλημέρα κυρία ενριέτα είπε κι ακούμπησε το δίσκο πάνω στο γραφείο.
-Γεια σου Τζίνα, της χαμογέλασε. Είσαι καλά;
-πολύ καλά. Τι κάνετε κυρία σάρα;
-αναρωτιόμουν αν με πρόσεξες. Η ψυχολόγος γέλασε κι ατοιμάστηκε να ανοίξει την τσάντα της για να πληρώσει αλλά η ενριέτα τη σταμάτησε σηκώνοντας το χέρι.
-στείλε μου αργότερα το λογαριασμό του μήνα Τζίνα, μην αμελήσεις όμως γιατί εγώ θα το ξεχάσω σίγουρα με τόσες δουλειές.
-εντάξει θα τον φέρω το μεσημέρι που η δουλειά θα λιγοστέψει κάπως απάντησε η κοπέλα και βγήκε ήσυχα.
-συγνώμη για τη διακοπή είπε απολογητικά η ενριέτα και παίρνοντας ένα μπουκάλι τσάι σηκώθηκε για να το προσφέρει την Άρτεμη. Τα χέρια τους ήρθαν σε επαφή για μια στιγμή. Τα δάχτυλα της Άρτεμης ήταν αφύσικα άκαμπτα και παγωμένα ή τουλάχιστον έτσι της φάνηκε. Βιάστηκε όμως να διώξει μακριά το συλλογισμό κι έκανε το γύρο του γραφείου για να δώσει στη σάρα το άλλο μπουκάλι. Εκείνη το πήρε και της έκλεισε το μάτι. Έτσι η επιθεωρήτρια σιγουρεύτηκε πως αργότερα θα είχαν πολλά να κουβεντιάσουν οι δυο τους. Μετά απ’αυτό, επέστρεψε στο γραφείο της. Έμεινε αμίλητη για λίγο, προσπαθώντας να διαλέξει τις επομένες λέξεις της. Ήταν βέβαια οπλισμένη με υπομοονή και σίγουρα η σάρα έβγαζε πολύτιμα συμπεράσματα που θα τη βοηθούσαν στην έρευνα αλλά η ίδια ήταν επιθεωρήτρια και όχι ψυχολόγος. Δε μπορούσε να συνεχιστεί η κουβέντα στον ίδιο ρυθμό για πολύ ακόμη. Άλωστε την περίμεναν πολλές δουλειές κι είχε ήδη καθυστερήσει. Η υπόθεση αυτή άλλαζε όλο της το πρόγραμμα.
-θα ήθελες να μιλήσουμε λίγο για τη λίντα; Η άρτεμη άφησε το μπουκαλάκι πάνω σε ένα χαμηλό τραπεζάκι με τζάμι ακριβώς μποροστά της.
-σας είπα πως τη γνώρισα. Ήταν πολύ γλυκιά κι ευαίσθητη μα απελπιστικά μόνη. Κάποια απογεύματα που τέλειωνα νωρίς το διάβασμα πήγαινα στο σπίτι της για να περάσουμε μερικές ώρες μαζί. Αυτό δε γινόταν πολύ συχνά αλλά κάθε φορά που βρισκόμαστε οι ώρες περνούσαν γρήγορα. Της διάβαζα κι εγώ βιβλία και περιοδικά ή της έβαφα τα νύχια. Προτιμούσε τα έντονα χρώματα. Άλλες φορές πάλι μιλούσαμε για τα αγόρια. Δεν ξέρω πως αλλά ήξερε ένα σωρό πικάντικες ιστορίες. Μου τις έλεγε μασώντας σοκολατάκια με γέμιση από λικέρ κεράσι. Της άρεσαν πολύ αυτά τα σοκολατάκια κι υπήρχε πάντοτε κοντά της ένα γεμάτο βάζο. Σταμάτησε κι ήπιε μια γουλιά από το τσάι της. Μήπως είχε πει περισσότερα από αυτά που έπρεπε; Μάλλον ναι. Παρασύρθηκε από τους γλυκούς κι ευγενικούς τρόπους αυτής της γυναίκας αλλά ως εδώ.
-Κι αφού περνούσατε τόσο καλά κι εκείνη είχε ανάγκη για μια στενή φίλη γιατί δεν την επισκεπτόσουν πιο συχνά; Η ενριέτα ήταν αποφασισμένη να μάθει όσα περισσότερα μπορούσε.
-γιατί δεν ήθελε η Άννα. Τα λόγια ειπώθηκαν κοφτά και δυνατά. Δεν της άρεσε η λίντα, δεν τη συμπαθούσε.
-γιατί όχι;
-δεν ξέρω. Έλεγε πως δεν ήταν καλή επιρροή για μένα. Μια δυο φορές μάλιστα μαλώσαμε για αυτό το θέμα. Προσπαθούσα να την πείσω πως η λίντα ήταν μια αξιόλογη κοπέλα αλλά εκείνη δε δεχόταν να ακούσει λέξη. Ήθελε βλέπετε να κάνω παρέα με τα κορίτσια του σχολείου.
-Κι η μητέρα σας τι έλεγε για όλα αυτά; Η Άρτεμη δάγκωσε νευριά το κάτω χείλος της. Όλα τα σκεφτόταν αυτή η γυναίκα τελικά.
-στην αρχή θέλησε να την υπερασπιστεί αλλά η Άννα μίλησε και σε κείνη άσχημα κι έτσι σταματήσαμε να συζητάμε για το θέμα αυτό. Εκείνη τη στιγμή τους διέκοψε το dust in the wind. Η Σάρα μετακινήθηκε στον καναπέ ενώ η ενριέτα άρχισε να παίζει με το άδειο μπουκαλάκι του τσαγιού. Η Άρτεμη άνοιξε αργά την τσάντα της κι έβγαλε το κινητό. Η μουσική σταμάτησε.
-Μπορείς να μιλήσεις αν θελεις και να επιστρέψεις είπε η επιθεωρήτρια αλλά η άρτεμη δεν την άκουγε πια. Για δεύτερη φορά μεσα σε μια ώρα είχε γίνει κάτάχλωμη.
-είσαι καλά; Ήταν η σάρα που μίλησε για πρώτη φορά στην κοπέλα. Εκείνη όμως δεν έδωσε ούτε σ’αυτή σημασία. Άρχισε να στριφογυρνά τη μικρή συσκευή ανάμεσα στα δάχτυλά της παςχίζοντας να καταλάβει τι συνέβαινε.Ο αντρέας της είχε στείλει ένα μήνυμα ζητώντας της να τον συναντήσει το γρηγορότερο. Σπάνια έκανε κάτι τέτοιο γι’αυτό είχε ταραχτεί τόσο. Προφανώς κάτι του συνέβαινε και τη χρειαζόταν.
-Άρτεμη μας ακούς; Η επιθεωρήτρια είχε σηκωθεί και την πλησίαζε γοργά. Όταν την έφτασε, θέλησε να ακουμπήσει το χέρι στον ώμο της αλλά εκείνη τινάχτηκε απότομα.
-ναι είπε σας ακούω. Μόνο που πρέπει να φύγω.
-τώρα; Μένουν ακόμη πολλά να πούμε. Η απογοήτευση ζωγραφίστηκε έντονα στο πρόσωπο της ενριέτας. Είχε χάσει άδικα όλο το πρωινό όπως φαινόταν.
-Το ξέρω μα πρέπει να φύγω. Θα επιστρέψω ωστόσο πολύ σύντομα. Δε σου έστειλα τυχαία εκείνο το γράμμα, να με περιμένεις αύριο την ίδια ώρα.
Σηκώθηκε και πήρε την τσάντα της.
-Μη φεύγεις έτσι. Απάντησέ μου πρώτα σε κάτι, προσπάθησε να την κρατήσει η ενριέτα.
-Άφησε τη, είπε η σάρα ανάβοντας τσιγάρο. Αύριο θα μας πει τα υπόλοιπα. Για να φεύγει έτσι βιαστικά κάτι θα προέκυψεπράγματ. Η άρτεμη της έριξε μια ματιά. Επιτέλους κάποιος την καταλάβαινε.
-αντίο είπε ανοίγοντας την πόρτα. Θα τα πούμε αύριο. Βγήκε.
Η επιθεωρήτρια σωριάστηκε στο μεγάλο καναπέ, πλάι στη φίλη της. Αισθανόταν εξουθενωμένη και μπερδεμένη.Πρώτη φορά ένιωθε πως δεν καταλάβαινε καθόλου έναν άνθρωπο. Συνήθως αρκούσαν λίγα λεπτά για να διαβάσει το νου και την ψυχή του συνομιλητή της κι η Σάρα επιβεβαίωνε απλώς τις αρχικές εντυπώσεις της. Αλλά αυτή τη φορά, τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: