η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο έκτο
Την ίδια στιγμη, μια κοκκινομάλα κοπέλα σηκωνόταν διακριτικά από τη θέση της κι έβγαινε από το μαγαζί. Η Άρτεμη δεν την πρόσεξε αυτή τη φορά.
-χαίρομαι που σε ξαναβλέπω , για να είμαι ειλικρινής δεν περιμένα να σε δω εδώ τόσο σύντομα. Η Άρτεμη χαμογέλασε κι ο άντρας που στεκόταν κοντά της, σκέφτηκε πως ήταν πολύ όμορφο το χαμόγελό της. Να της το είχαν πει πολλοί πριν απ’αυτόν;
-τέλειωσα τη δουλειά που είχα νωρίτερα από ό,τι υπολόγιζα κι είπα να έρθω εδώ, για μια ζεστή σοκολάτα. Νομίζω πως θα είναι ο,τι πρέπει με τόσο κρύο. Ο Άρης έγνεψε καταφατικά.
-ήπια κι εγώ μια λίγο πριν. Τι γεύση προτιμάς;
-Φράουλα αν υπάρχει.
-Φυσικά και υπάρχει μα κι αν δεν υπήρχε πάλι κάποια λύση θα βρίσκαμε για να ευχαριστήσουμε μια θεά. Επιστρέφω είπε κι απομακρύνθηκε αργά αργά.
Η Άρτεμη τράβηξε τα μάτια της από π άνω του. Τελικά δεν ήταν άσχημα αυτά τα μάτια. Κι εκείνη η γλυκιά μελαγχολική φωνή, ίσως να μην ήταν τελικά και τόσο δυσάρεστη. Μάλλον έφταιγε η ένταση των προηγούμενων ωρών για την αρχική της αντιπάθια. Μόλις που αντιλήφθηκε πως χτυπούσε το κινητό της αφού η φασαρία από τις κουβέντες των θαμόνων ήταν πολύ δυνατή. Ωστόσο σχεδόν πάντα κατάφερνε να ξεχωρίζει τη μελωδία του dust in the wind. Άνοιξε το πορτάκι και κοίταξε τον αριθμό. Αυτή τη φορά ήταν πράγματι ο αντρέας που την καλούσε. Για λίγο, έμεινε αναποφάσιστη αλλά τελικά άνοιξε το πορτάκι.
-γεια σου Αντρέα είπε δυνατά για να ακουστεί πάνω από τα γέλιακαι τα πειράγματα όλων εκείνων των ανθρώπων. Τι κάνεις;
-Πού είσαι Άρτεμη; Σε ψάχνω όλο το πρωί.
-μα δε μου τηλεφώνησες.
-στην αρχή ήταν απενεργοποιημένο κι αργότερα έπρεπε να φύγω για το ξενοδοχείο. Είσαι καλά;
-ναι, είμαι μια χαρά. Σήμερα θα δουλέψω το απόγευμα με ειδοποίησαν πριν από λίγο
. Η μαίρη είναι άρρωστη. Εσύ; Θα αργήσεις να τελειώσεις;
-μάλλον ναι. Όλα πρέπει να είναι έτοιμα για αύριο, καταλαβαίνεις. Ίσως να δουλέψω ως αργά τη νύχτα. Η άρτεμη ένιωσε μια παράξενη δυνατή χαρά στο άκουσμα αυτών των λόγων αλλά το συναίσθημα αυτό ήταν πρωτόγνωρο κι έτσι δεν πρόλαβε να το επεξεργαστεί.
-εντάξει τότε, θα τα πούμε το βράδυ.
-Πού είσαι;ρώτησε για δεύτερη φορά.
-Για καφέ.
-με ποιον;
-μόνη αντρέα. Άρχισε να εκνευρίζεται. Έπρεπε να το κλείσει αμέσως διαφορετικά θα άρχιζε την ανάκριση.
-δε σε ακούω πολύ καλά, θα σου τηλεφωνήσω αργότερα, καλημέρα. Έκλεισε τη γραμμή. Με την άκρη του ματιού της είχε δει τον Άρη να την πλησιάζει.
Η ενριέτα έμεινε μόνη. Αμέσως μόλις έφυγε η Σάρα, πλησίασε τον υπολογιστή που ήταν ήδη ανοιχτός και πριν κάνει οτιδήποτε άλλο έβαλε να ακούγεται η αγαπημένη της χορωδιακή μουσική. Τη βοηθούσε να σκέφτεται πιο γρήγορα χαρίζοντάς της καθαρότητα νου και ηρεμία πνεύματος. Ήθελε να δουλέψει ξανά την υπόθεση της λίντας. Είχε πεισματώσει και πάλι. Ήταν βέβαιη πως κάτι της διέφευγε, κάτι σημαντικό που αν το ανακάλυπτε τα πράγματα γι’αυτή θα ήταν πιο εύκολα.
Δεν υπήρχε λόγος να καθυστερήσει άλλο. Οι οιπόλοιπες υποθέσεις θα περίμεναν τη σειρά τους. Άνοιξε το αρχείο με το κωδικό όνομα διπλό αδιέξοδο και βυθίστηκε για άλλη μια φορά στην ανάγνωση των εγγράφων.
Η Λίντα Αλεξάνδρου ζούσε στο χαλάνδρι από τότε που γεννήθηκε. Ήταν μοναχοπαίδι. Οι γονείςτης ήταν αρκετάευκατάστατοι άνθρωποι με καλή μόρφωση. Ο πατέρας της ήταν γιατρός κι η μητέρα της καθηγήτρια αγγλικών . διέθετε κάποια χρήματα από τις επιχειρήσεις των γονιών της που σε συνδυασμό με τους δικούς τους μισθούς, εξασφάλιζαν την οικονομική ευημερία της οικογένειας. Η λίντα, γεννήθηκε στις αρχές του 1989. Η εγκυμοσύνη της μητέρας ήταν δύσκολη κι από την αρχή της κύησης γνώριζε τα προβλήματα και τις πιθανές επιπλοκές που θα παρουσιάζονταν αλλά ούτε για μια στιγμή δε σκέφτηκε να ρίξει το παιδί της.ήταν ήδη 36 χρόνων και καταλάβαινε πως αυτή ήταν ίσως η τελευταία της ευκαιρία στη μητρότητα.Έτσι υποβλήθηκε σε όλες τις απαραίτητες εξετάσεις και το μεγαλύτερο μέρος της κύησης το πέρασε ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Άφησε τη δουλειά της και περιόρισε τις εξόδους της από το σπίτι. Οάντρας της τη στήριζε όσο μπορούσε γιατί τη λάτρευε και μοιραζόταν μαζί της την επιθυμία για ένα παιδί. Δυστυχώς η μητέρα που ονομαζόταν Αλίκη, είχε αποβάλλει δυο φορές στο παρελθόν και τώρα ήταν γεμάτη ανησυχία για την τελευταία εγκυμοσύνη. Όσο πλησίαζε η μέρα του τοκετού, η ένταση της Αλίκης κορυφωνόταν με αποτέλεσμα η επικοινωνία της με το συζυγό της να γίνεται όλο και πιο δύσκολη.
Η ενριέτα προσπέρασε βιαστικά δυο τρεις σελίδες. Τα ήξερε όλα αυτά, τα είχε διαβάσει πολλές φορές. Άλλο ήταν το σημείο στο οποίο έπρεπε να φτάσει.
Η λίντα γεννήθηκε στις 23 ιανουαρίου. Τα προβλήματα δεν άργησαν να έρθουν. Οι γιατροί κι οι γονείς διαπίστωναν μέρα με τη μέρα πως δεν αντιδρούσε φυσιολογικά στα ερεθίσματα που δεχόταν κι άρχισαν μια σειρά εξετάσεων για να μάθουν πως το μωρό αντιμετόπιζε σοβαρά προβλήματαπου σχετίζονταν με τις εγκεφαλικές λειτουργίες.
Οι μήνες περνούσαν και γινόταν φανερό πως η μικρή δε θα μπορούσε ποτέ να σκεφθεί όπως ένα παιδί της ηλικίας της. Δυστυχώς η ανάπτυξη του εγκεφάλου θα σταματούσε πολύ νωρίς. Η λίντα θα είχε επαφή με την πραγματικότητα, θα μπορούσε να πάρει μέρος σε οποιαδήποτε συζήτηση αλλά δε θα χρησιμοποιούσε ποτέ ηλεκτρονικό υπολογιστή, ούτε θα μάθαινε πολλά για κάποια επιστήμη. Αυτό θα δυσκόλευε σημαντικά την εκπαίδευσή της κι έτσι η φοίτηση σε κανονικό σχολείο θα ήταν σχεδόν αδύνατη. Οι γονείς της, κουβέντιαζαν καθημερινά γι’αυτό. Η αλίκη ήθελε να τη στείλουν στο σχολείο ο πατέρας πρότεινενα προσλάβουν μια γυναίκα για να της κάνει παρέα και να της μαθαίνει κάποια πράγματα όπως ανάγνωση και γραφή. Με τα πολλά πείστηκε και η μητέρα να δοκιμάσουν αυτή τη μέθοδο κι άρχισαν μαζί την αναζήτηση του κατάλληλου ανθρώπου.
Η ενριέτα άνοιξε τον επόμενο φάκελο. Όπως φαίνεται ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν άλος από τη μητέρα της Άρτεμης. Την προηγούμενη φορά που διάβαζε αυτές τις σελίδες δεν είχε δώσει καμιά σημασία στα στοιχεία αυτά επικεντρώνοντάς το ενδιαφέρον της στις καταθέσεις των ανθρώπων που είδαν τη Λίντα αλεξάνδρου ζωντανή για τελευταία φοράόπως επίσης και στις καταθέσεις εκείνων που την είχαν δει νεκρή. Πάλευε να βρει πιθανές αντιφάσεις και σφάλματα στα λόγια τους χωρίς να νοιάζεται για τη γυναίκα που πρόσεχε τη Λίντα. Τώρα όμωςπου άρχισε ξανά τη μελέτη της υπόθεσης, θυμόταν πως τα ίχνη της γυναίκας αυτής χάνονταn σχεδόν μυστηριωδώς. Εκτός από την κατάθεσή της για το θάνατο της Λίντας δεν υπήρχαν πολλά έγραφα που αναφέρονταν σε αυτή. Μα κι η κατάθεση εκείνη, δεν έλεγε πολλά αφού είχε φύγει από την υππηρεσία της αλίκης. Αναστέναξε κι ετοιμάστηκε να αρχίσει ξανά το διάβασμα όταν χτύπησε το τηλέφωνο του γραφείου. Σήκωσε το ακουστικό αμέσως μετά το πρώτο χτύπημα.
-εμπρός!
-μάντεψε. Η σάρα ακουγόταν χαρούμενη.
-Τι συμβαίνει; Είχες κανένα νέο από την άρτεμη; Έκανε την ερώτηση πριν προλάβει να το σκεφτεί.
-όχι, δεν έχουμε κανένα μυστικό σύνδεσμο. Έχω όμως νέα από το φίλο που σου έλεγα.
-το γραφολόγο; Η επιθεωρήτρια κόλλησε το ακουστικό στο αφτί της.
-ακριβώς. Του εξήγησα την υπόθεσή μας και μου υποσχέθηκε πως αύριο θα έχουμε νέα του. Λοιπόν; Ευχαριστημένη;
-απόλυτα Σάρα. Είσαι καταπληκτική. Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα. Η σάρα γέλασε.
-θα σου ξανατηλεφωνήσω το βράδυ να μάθω τα νέα σου. Στοιχηματίζω πως ασχολείσαι και πάλι με την καταραμένη αυτή υπόθεση έτσι δεν είναι;
-Ναι μουρμούρισε απολογητικά η Ενριέτα. Πρέπει….
-εντάξει την έκοψε η άλλη γυναίκα μισογελώντας. Εγώ δεν ξέρω από αυτά, κλείνω να κάνω κι εγώ καμιά δουλειά.
Η ενριέτα έβαλε το ακουστικό στη θέση του και στράφηκε ξανά στον υπολογιστή της.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: