η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο έβδομο
-Πώς σου φαίνεται η σοκολάτα; Ο Άρης γέμισε ξανά με νερότο άδειο ποτήρι της. Η άρτεμη ήπιε λαίμαργα και πέρασε τη γλώσα πάνω από τα λεπτά της χείλη.
-εξαιρετική. Εδώ μέσα φαίνεται πως είναι ο ναός της. Μακάρι να σας ανακάλυπτα νωρίτερα. Ο Άρης γέλασε. Ήταν η πρώτη φορά που το έκανε αυτό με τέτοιο τρόπο. Το γέλιο του ήταν δυνατό, απαλαγμένο από κάθε είδους άγχος και σύνεση.
-Αυτός ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που με οδήγησαν εδώ Άρτεμη. Όταν ήμουν μικρός ήθελα να ασχοληθώ με τη ζαχαροπλαστική, για να αποθεώσω τη σοκολάτα. Ονειρευόμουν να φτιάξω το ιδανικό σοκολατένιο κέικ. Η άρτεμη παρακολουθούσε με ενδιαφέρον που συνεχώς εντεινόταν.
-Και τι απέγινε τελικά; Σπούδασες ζαχαροπλαστική; Ο άντρας ανασήκωσε τα φρύδια του.
-ναι μα αλλιώς τα ήθελε ηη ζωή τα πράγματα.όταν τέλειωσα τις σπουδές μου γνώρισα μια κοπέλα. Κάναμε σχέση και γρήγορα της πρότεινα να παντρευτούμε. Εκείνη δέχτηκε με μεγάλη χαράή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε τότε. Λίγο πριν το γάμο όμως… ανακάλυψα πως είχε παράλληλη σχέση. Η Άρτεμη άφησε το φλυτζάνι στο πιατάκι του και γύρισεπρος το μέρος του αμήχανη. Τα χέρια της ανέβηκαν στο λαιμό της κι άρχισαν να παίζουν με το κολιέ που φορούσε.
-είναι πολύ λυπηρό αυτό αλλά δεν κατάλαβα τι σχέση έχει αυτή η ιστορίαμε τις σοκολάτες και τα κέικ.
-Απογοητεύτηκα πολύ, πικράθηκα κι έφυγα ξεχνώντας τα όνειρα για τις συνταγές και τις πραλίνες. Έζησα 3 χρόνια με ελάχιστες συναναστροφές. Δεν έβλεπα σχεδόν κανέναν, έχοντας μόνη παρέα τον υπολογιστή και τα ψαράκια μου. Η Άρτεμη κατέβασε τα χέρια από το κολιέ της.
-σου αρέσουν τα ψάρια;
-ναι, πολύ, πάντα είχα κάμποσα. Τέλοσπάντων, κάποτε κατάλαβα πως έπρεπε να επιστρέψω στη ζωή. Είχε έρθει η ώρα να σταθώ στα πόδια μου. Γύρισα πίσω λοιπόν κι άρχισα να ψάχνω για δουλειά. Έτσι βρέθηκα εδώ. Θα ζούσα συμβατικά και ήρεμα, το όνειρο για το π άντρεμα των γεύσεων είχε πεθάνει βλέπεις.
Η Άρτεμη ήπιε λίγη σοκολάτα ακόμη. Μιλούσε ωραία αυτός ο άντρας, πολύ καλύτερα από τον Αντρέα αν και τώρα που το σκεφτόταν, αυτοί οι δυο θα έβρισκαν πολλά να πουν.σίγουρα μοιράζονταν το ίδιο πάθος για τημαγειρική. Ο Αντρέας ωστόσο μιλούσε πολύ λιγότερο κι ήταν οξύθυμος και νευρικός κάποιες φορές.Αυτό τη δυσαρεστούσε και έφερνε εμπόδια στη σχέση τους.
-Κι η κοπέλα που αγαπούσες τι απέγινε; Δεν την είδεςποτέ ξανά
;
Όταν οι δυο γονείς κατάλαβαν πως η μητέρα της Άρτεμης ήταν ο άνθρωπος που έψαχναν ανακουφίστηκαν ολοφάνερα. Η γυναίκα εκείνη ήταν δυναμική κι έξυπνη και μπορούσε εύκολα να επιβάλει τη θέλησή της στους άλλους. Επιπλέον, μπορούσε να γίνει πολύ συμπαθητική όταν το ήθελε. Αγάπησε αμέσως τη λίντα και της χάρισε όλη της τη στοργή. Σύντομα έγιναν φίλες κι άρχισε να τη μαθαίνει να διαβάζει μέσα από διασκεδαστικά παιχνίδια. η κοπέλα από την πλευρά της έδειχνε να την εμπιστεύεται όλο και περισσότερο και σύντομα έγιναν φίλες. Ο χρόνος που περνούσε κοντά τους αυξανόταν γρήγορα και όλοι δεν άργησαν να τη δεχτούν σχεδόν σαν μέλος της οικογένειάς τους.
Σταμάτησε κι άρχισε να σκέφτεται το νόημα που είχαν όλα αυτά που διάβαζε. Πώς ήταν δυνατό μια γυναίκα που για δέκα σχεδόν χρόνια φρόντιζε τη Λίντα, λίγο πριν το θάνατό της να απομακρύνθηκε από κοντά της; Οι γονείς ισχυρίζονταν πως αφου η Λίντα δεν ήταν πια παιδίθα μπορούσε να πάει σε κείνο το ειδικό σχολείο, να συναναστραφεί άτομα της ηλικίας της και να μάθει κάτι περισσότερο. Μα την ενριέτα την παραξένευε πολύ αυτή η εξήγηση. Κάτι δεν πήγαινε καλά κι απορούσε πως δεν το είχε αντιληφθεί πιο νωρίς. Άρχισε να περνάει τις επόμενες σελίδες χωρίς να τις διαβάζει. Δεν είχαν και μεγάλη σημασία αφού αναφέρονταν με πιο πολλές λεπτομέρειες στη σχέση της λίντας με κείνη τη γυναίκα. Ξαφνικά βιαζόταν να φτάσει στο τέλος για να έχει και πάλι όλα τα δεδομένα στη διάθεσή της.
Η κοπέλα με τα κόκκινα μαλλιά περπατούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Κρύωνε και είχε κουμπώσει όλα τα κουμπιά του παλτού της κι είχε δέσει κι ένα κασκόλ γύρω από το λαιμό της. Βιαζόταν αλλά δεν ήθελε να τραβήξει την προσοχή κανενός περαστικού με την τόση βιασύνη. Είχε πολλά να κάνει. Τόσες ώρες μέσα σε εκείνη την καφετέρια κόντεψε να αποκοιμηθεί. Ευτυχώς που είχε φέρει μαζί της ένα βιβλίο αλλιώς σίγουρα θα είχε αποτύχει. Τώρα προχωρούσε ρουφώντας τη μύτη της. Θα τέλειωνε τη δουλειά όσο πιο γρήγορα μπορούσε και θα έτρεχε στο σπίτι. Δεν ήταν ώρα για κρυολογήματα κι άλωστε ποτέ δεν της άρεσε να μένει στο κρεβάτι για ώρες. Μπήκε στον πρώτο τηλεφωνικό θάλαμο που βρήκε μπροστά της. Της είχε δώσει εντολή να μη χρησιμοποιήσει το κινητό της σε καμιά περίπτωση.Άνοιξε την τσάντα τηςκι άρχισε να ψάχνει για κέρματα τουρτουρίζοντας. Μάλλον είχε αρρωστήσει τελικά. Βρήκε μια χούφτα νομίσματα και τα πέταξε στη σχισμή. Μετά, άνοιξε το μπλοκάκι της κι άρχισε να ψάχνει το νούμερο. Δεν άργησε να το βρει. Πήρε τον αριθμό και περίμενε, ήξερε ακριβώς τι θα έλεγε.
Βγήκε από το θάλαμο δέκα λεπτά αργότερα εμφανώς ευχαριστημένη με τον εαυτό της. Όλα είχαν πάει όπως έπρεπε. Η πρώτη φάση είχε τελειώσει, θα ακολουθούσαν βέβαια κι άλλες αλλά η αρχή ήταν σημαντική. Τώρα περπατούσε πιο αργά και ξένοιαστα. Είχε έρθει η ώρα για να εισπράξει το πρώτο μέρος της αμοιβής της. Δεν άργησε να βρει το atm. Έβγαλε την κάρτα από το πορτοφόλι και την έβαλε στην εγκοπή. Μετά, αφού κάλυψε με το χέρι την οθόνη άρχισε να πληκτρολογεί τον κωδικό. Πήρε τα χρήματα και χωρίς να τα μετρήσει τα έριξε μέσα στην τσάντα της ενώ ταυτόχρονα έσχιζε την απόδειξη. Θα τηνπετούσε στο πρώτο καλάθι σκουπιδιών που θα έβρισκε μπροστά της. Άρχισε να περπατάει ξανά στο δρόμο. Τώρα χαμογελούσε κι αδιαφορούσε εντελώς για τη μύτη της που έτρεχε. Επιτέλους θα αγόραζε εκείνη την τσάντα που ονειρευόταν κι ίσως και τα παπούτσια που είδε την προηγούμενη μέρα στη βιτρίνα. Με τη σκέψη αυτή επιτάχυνε το βήμα της.
παρασκευή 24 μαρτίου 206. η Λίντα αλεξάνδρου βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της. Ήταν η μητέρα της που τη βρήκε εκείνο το βράδυ. Η ενριέτα άνοιξε το έγγραφο. Επιτέλους το είχε βρει. Θα διάβαζε τώρα τα στοιχεία εκείνα που την ενδιέφεραν.
Μόλις λίγες ώρες πριν ο πατέρας της είχε πάει να την πάρει από το σχολείο για να περάσει στο σπίτι το σαββατοκύριακο. Πάντα έτσι γινόταν άλωστε. Κάποιες φορές έμενε και μια συμμαθήτρια μαζί τους, φίλη της αλλά εκείνη την Παρασκευή η κοπέλα ήταν άρρωστη και δεν πήγε μαζί τους. Η λίντα είχε πια μεγαλώσει και τα σημάδια της μεταμόρφωσής της ήταν πλέον εμφανή. Τώρα ήταν μια όμορφη ξανθιά κοπέλα με λεπτό καλοσχηματισμένο σώμα και ολόισια μακριά μαλλιά που έφταναν ως τη μέση της. Πολλοί άντρες έστρεφαν το κεφάλι να την κοιτάξουν καθώς περπατούσε στο δρόμο. Εκείνη που στην αρχή δεν αντιλαμβανόταν αυτά τα βλέμματα,όταν κατάλαβε τη σημασία τους άρχισε να τα αποφεύγει κι έσκυβε το κεφάλι της.
Εκείνη τη μέρα η λίντα ήταν πολύ χαρούμενη. Γύρισε στο σπίτι κι έτρεξε να βρει τη μητέρα της. Την αγαπούσε πολύ, πιο πολύ απ’όλους κι αυτό χαροποιούσε την αλίκη.
Η επιθεωρήτρια προσπέρασε την επόμενη παράγραφο. Έφτασε στο βράδυ της ίδιας μέρας. Η Αλίκη κατά τις οχτώ δέχτηκε ένα σύντομο τηλεφώνημα. Συνομίλησε με κάποιον για πέντε λεπτά περίπου κι ύστερα βγήκε ανήσυχη από το δωμάτιο. Η ταραχή της ήταν ολοφάνερη μολονότι έκανε τα πάντα για να την κρύψει.
Ο σύζυγός της που εκείνη τη μέρα δε δούλευε στο νοσοκομείο τη ρώτησε τι συνέβαινε. Δεν είχαν μυστικά ποτέ ωστόσο αυτή ήταν η πρώτη φορά που η αλίκη απέφευγε να του δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση. Τον άφησε μόνο λοιπόν και έφυγε χωρίς λέξη. Κι ιεκείνος ξαφνιασμένος κι απορημένος πήγε στο δωμάτιο της κόρης του να της κάνει παρέα.
Η επιθεωρήτρια σταμάτησε το διάβασμα για μια ακόμη φορά. Θέλησε να συγκεντρωθεί. Αυτά που θα διάβαζε παρακάτω ήταν πολύ σημαντικά.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: