η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο ένατο
Η ενριέτα μπήκε στο εστιατόριο ακριβώς στις τρεις. Το μαγαζί ήταν μισογεμάτο και στα αφτιά της έρχονταν ανάκατες κουβέντες και γέλια. Μια ευχάριστη μυρωδιά τυριού και κανέλας έφτασε στα ρουθούνια της κι εκείνη τη στιγμή άρχισε να ευγνωμονεί τον αλέξανδρο για την πρόσκληση. Μόνο όσο βρισκόταν στο γραφείο δεν ένιωθε πείνα.μα κάθε φορά που έκλεινε την πόρτα άρχιζε να σκέφτεται κάθε λογής φαγητά και γλυκά. Συνήθως προσπαθούσε να τιθασεύσει την επιθυμία της αυτή και να ελέγχξει την όρεξή της αλλά κάποιες φορές άφηνε τον εαυτό της ελεύθερο και τότε το ψυγείο του σπιτιού της γέμιζε γλυκά και πίτσες. Αλήθεια, πάλι το ξέχασε, αν ήθελε να φάει κάτι για βραδινό έπρεπε πριν πάει στοσπίτι να επισκεφθεί κάποιο σούπερμάρκετ. Ξεκούμπωσε το πρώτο κουμπί του παλτού της και άρχισε να περπατά ξανά για να φτάσει στο τραπέζι τους. Έκλειναν πάντοτε τοίδιο, ένα μικρό γωνιακό που είχε όμορφη θέα. Χαμογέλασε όταν είδε τον αλέξανδρο να την περιμένει καθισμένος στη γνωστή του θέση πλάι στο παράθυρο. Είχε μπροστά του ένα μπουκάλι παγωμένο λευκό κρασί. Τον πλησίασε γρήγορα.
-Μη μου πεις πως άργησα είπε με κομμένη την ανάσα. Τα μάγουλά της ήταν αναψοκοκκινισμένα.
-ένα με δυο λεπτά απάντησε πειρακτικά και πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους της.
-πώς πήγε σήμερα; Ανακάλυψες κανέναν δολοφόνο; Αυτή ήταν η συνηθισμένη φράση που έλεγε κάθε φορά που τη συναντούσε μετά τη δουλειά της.
-σήμερα όχι αλλά θα γίνει κι αυτό. Την άφησε για να της τραβήξει την καρέκλα.
-Για να σου πω την αλήθεια είχα πιστέψει πως δε θα ερχόσουν αφού άργησες να απαντήσεις στο μήνυμά μου. Η ενριέτα βολεύτηκε στην καρέκλα της κι ιαπάντησε.
-το ξέρεις καλά πως δεν το ακούω σχεδόν ποτέ. Μα δε θα έχανα με τίποτα κάτι τέτοιο. Πόσο της άρεσαν αυτοί οι διάλογοι, γι’αυτό τον λάτρευε τον Αλέξανδρο. Τις ώρες που ήταν μακριά από το σπίτι και τη δουλειά κρατούσε μακριά τα προβλήματα και τις ανησυχίες του φροντίζοντας να περνούν όσο καλύτερα γινόταν. Έβγαιναν συχνά οι δυο τους, πήγαιναν για ποτό η φαγητό όπως εκείνη τη μέρα ακόμη και στον κινηματογράφο καμιά φορά. Φλυαρούσαν ασταμάτητα για το ένα ή το άλλο θέμα αποφεύγοντας να αναφερθούν σε ο,τιδήποτε δυσάρεστο τους απασχολούσε. Η ώρα γι’αυτά ερχόταν αργότερα, τα βράδια συνήθως πριν κοιμηθούν. Άρχιζαν να εκμυστηρεύονται ο ένας στον άλλο τα προβλήματα της μέρας και μαζί έψαχναν να βρουν λύσεις. Πάντα το ίδιο γινόταν γι’αυτό και η συμβίωση τους ήταν αρμονική κι ευτυχισμένη.
-δε σε κατάλαβα το πρωί που έφυγες είπε ο άντρας γεμίζοντας το ποτήρι της.
-Λογικό, κοιμόσουν τόσο ήσυχα που ούτε για μια στιγμή δε σκέφτηκα να σε ξυπνήσω. Άλωστε ήταν πολύ νωρίς για σένα. Σήκωσαν τα ποτήρια τους την ίδια στιγμή.
-στην υγειά την πιο έξυπνης γυναίκας είπε ο αλέξανδρος κι άδειασε το ποτήρι του.
-στην υγειά του πιο καλού αρχιτέκτονα της πόλης ανταπέδωσε η γυναίκα αδειάζοντας και το δικό της ποτήρι.
Τι θα φάμε είπε πιάνοντας το μενού.
-μάλλον τα γνωστά. Μια πίτσα χωρίς πολλά αλαντικά και…….
-Και μια μακαρονάδα με κείνη την υπέροχη σάλτσα έτσι δεν είναι;
-Ακριβώς, θα πρωτοτυπήσουμε σήμερα. Ο Αλέξανδρος γέλασε κι έκανε νόημα στο σερβιτόρο που έστεκε λίγο πιο μακριά.
Μπήκε στο σπίτι της δυο ώρες αργότερα κι ακούμπησε στο χαλί τις τρεις μεγάλες τσάντες. Ήταν γεμάτες ρούχα και παπούτσια. Είχε ξοδέψει το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής της αλλά αυτό δεν την ενοχλούσε καθόλου. Είχε αγοράσει πολλά κι ωραία πράγματα. Η σχέση της με τα ψώνια ήταν παθολογική. Αγόραζε κάτι σχεδόν κάθε μέρα με αποτέλεσμα να έχει τρεις γεμάτες ντουλάπες στο σπίτι.
Κλείδωσε την πόρτα και κρέμασε το κασκόλ και το παλτό της στην μεγάλη κρεμάστρα. Μετά έπιασε ξανά τις τσάντες και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Άρχισε να βγάζει τα κουτιά και να τα τοποθετεί πάνω στο τραπέζι. Σύντομα σχηματίστηκε μια μεγάλη στίβα. Ήταν πολύ ευχαριστημένη με τον εαυτό της,. Τώρα είχε όλο το χρόνο που της χρειαζόταν για να ξεκουραστεί. Μόλις εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε πόσο κουρασμένη ήταν. Είχε ξυπνήσει πολύ πρωί κι είχε φύγει αμέσως από το σπίτι. Έπρεπε να προλάβει διαφορετικά θα έχανε τη δουλειά. Είχε πάρει το λεωφορείο κι είχε πάει σε κείνη την καφετέρια πριν καλά καλά ανοίξει. Λίγο αργότερα έφτασε εκεί κι ο άρης. Ο άρης. Πόσα χρόνια είχαν περάσει; Το κεφάλι της άρχισε να πονάει κάνοντάς τη να σκεφτεί πως είχε ξεχάσει να αγοράσει παυσίπονα. Βγήκε από την κουζίνα κι άρχισε να ψάχνει σε όλο το σπίτι αλλά δε βρήκε κανένα. Μα πώς το ξέχασε; Στη σκέψη και μόνο πως θα έβγαινε από το σπίτι ένιωθε να τη διαπερνάει ένα δυνατό ρίγος. Δε μπορούσε όμως να κάνει διαφορετικά. Φόρεσε ξανά το παλτό και βγήκε, ένιωθε δυστυχισμένη εκείνη τη στιγμή.
Μπήκε στο πρώτο φαρμακείο που βρήκε μπροστά της κι αγόρασε ασπιρίνες παυσίπονα και μια κρέμα για τα μάτια, αδύνατο να αντισταθεί. Ο πόνος στο κεφάλι της δυνάμωνε όλο και περισσότερο κι ολαιμός της είχε αρχίσει να ξεραίνεται. Δοκίμασε να καταπεί κι ένιωσε ένα αγκάθι να την εμποδίζει. Τα μάτια της δάκρυσαν από τον πόνο. Ήταν ανάγκη να συμβεί τώρα κι αυτό; Πλήρωσε και βγήκε.
Στο σπίτι ήπιε δυο παυσίπονα μαζί. Δυσκολεύτηκε όπως πάντα να τακαταπιεί αλλά δε μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Τα μάτια της έπεσαν πάνω στη στίβα με τα διάφορα κουτιά. Πότε θα τα φορούσε όλα αυτά; Ποτέ μάλλον. Αλλά δεν την πείραζε αυτό. Κάθισε σε μια καρέκλα και περίμενε με τα μάτια της κλειστά να υποχωρήσει ο πόνος.
Λίγο αργότερα βρισκόταν κάτω από το καφτό νερό. Αυτό θα τη βοηθούσε σίγουρα να χαλαρώσει. Θα έφτιαχνε μια ζεστή σούπα αμέσως μόλις θα υποχωρούσεο πόνος κι ύστερα θα ξάπλωνε στο ζεστό της κρεβάτι, να που είχε κι αυτό τη χρησιμότητά του. Ούτε λόγος να χρησιμοποιήσει τον υπολογιστή της. Αισθανόταν τόσο άσχημα εκείνη τη στιγμή που παρέλυε και μόνο στη σκέψη του. Υπήρχαν πολλά που έπρεπε να κάνει, έπρεπε να στείλει κάποια ηλεκτρονικά μηνύματα και να προσπαθήσει να σπάσει εκείνον τον καταραμένο κωδικό αλλά το μυαλό της ήταν ναρκωμένο κι όσο περνούσε η ώρα σίγουρα τα πράγματα θα χειροτέρευαν. Αναστέναξε, το νερό είχε αρχίσει να κρυώνει. Πόση ώρα είχε μείνει άραγε ξαπλωμένη εκεί μέσα; Το κορμί της άρχισε κι αυτό να μουδιάζει αναγκάζοντάς τη να σηκωθθεί. Δεν ήθελε να αποκοιμηθεί μέσα στη μπανιέρα όπως εκείνη τη φορά. Τυλήχτηκε με μια μεγάλη ρωζ πετσέτα και έτρεξε στην κρεβατοκάμαρά της. ΧΒιαστικά πέταξε κάτω από το κρεβάτι τις δισκέτες και τα φιλμ που ήταν αραδιασμένα πάνω του και χώθηκε κάτω από το πάολωμα. Η τελευταία της σκέψη πριν αποκοιμηθεί ήταν πως ο Άρης δεν είχε αλλάξει καθόλου. Παρέμενε όμορφος κι ελκυστικός. Να την είχε άραγε αναγνωρίσει; Μπα όχι, αδύνατο. Η περούκα και το μακιγιαζ έκαναν καλά τη δουλειά τους κι άλωστε φαινόταν πολύ βιαστικός όταν τη σέρβιρε. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω στην άλλη. Μιλούσε μαζί της πολύ πριν μπει στο μαγαζί αλλά βέβαια δεν είχε ιδέα πως εκείνη τον παρακολουθούσε. Δε μπόρεσε να σκεφτεί τίποτα περισσότερο εκείνη τη στιγμή, τα μάτια της έκλεισαν.το λαπτοπ βρισκόταν στη θήκη του μέσα στο συρτάρι. Κι όπως έδειχναν τα πράγματα κανείς δε θα το χρησιμοποιούσε πριν περάσουν κάμποσες ώρες.
Ο δημήτρης έβγαλε τα γυαλιά του κι άρχισε να τρίβει τα κουρασμένα του μάτια. Δυο ώρες ήταν σκυμμένος πάνω από εκείνο το γράμμα και δούλευε ασταμάτητα. Κανονικά τώρα έπρεπε να παίζει μπιλιάρδο με τους φίλους του αλλά η σάρα ήταν κι εκείνη πολύ στενή του φίλη και δε μπορούσε να της αρνηθεί τίποτα. Άλωστε κιι εκείνη τον βοηθούσε κάθε φοράπου της το ζητούσε. Φαινόταν εξαιρετικά ανήσυχη όταν του τηλεφώνησεμερικές ώρες πριν. Άρχισε να του μιλάει για κείνο το γράμμα και δε σταμάτησε παρα μόνο όταν δεν υπήρχε άλλος αέρας μέσα στα πνευμόνια της. Προφανώς τα πράγματα ήταν σοβαρά και κάποιος περίμενε με αγωνία την έκθεσή του. Όταν κατάλαβε πως έπρεπε να ακυρώσει το μπιλιάρδο εκείνης της μέρας απογοητεύτηκε πολύ αλλά σύντομα ξεπέρασε την απογοήτευσή του. Η δουλειά και η φιλία ήταν πάνω απ’όλα. Έτσι, είχε πάρει το γράμμα κι είχε τρέξει κατευθείαν στο σπίτι του. Θα κοιμόταν αργά εκείνη τη νύθ΄΄ύχτα κι έτσι αγνόησε επιδεικτικά τη μαύρη μπίρα που ήταν ακουμπισμένη στην πόρτα του ψυγείου κι έφτιαξε ένα διπλό σκέτο καφέ.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: