Archive for Οκτώβριος 2009

Λίγα λόγια

Οκτώβριος 16, 2009

Τι γίνεται όταν πολλές σκέψεις μαζί μπερδεύονται στο νου;
τι γίνεται όταν την ίδια στιγμή το μυαλό πυρπολείται από δεκάδες μικρά και μεγάλα πράγματα;
δεν ξέρω πως το αντιμετοπίζετε εσείς εγώ πάντως μάλλον αποσυντονίζομαι.
συνήθως όλα τρίζουν στο κεφάλι μου, όπως το πιάνο όταν ξεχνάω εκεί πάνω τα κλειδιά μου.
κι έχω κι άλλο ερώτημα.
τι γίνεται όταν προκύπτει κάποιο πρόβλημα προσωπικού χαρακτήρα κι όταν το αγνοούμε κι αρχίζουμε να ασχολούμαστε με κάποιο άλλο τομέα της ζωής μας τα προβλήματα κάνουν κι εδώ την εμφάνισή τους;
η απάντηση είναι μια. βιώνουμε το απόλυτο χάος.
δηλαδή στην περίπτωσή μου αυτό ισχύει.
όλα είναι αξεδιάλυτα, από πού αρχίζουμε για να βάλουμε μια τάξη;;;
μετά από μια δύσκολη μέρα αποφασίζω πως ε΄χει έρθει η ώρα για ξεκούραση και προσπαθώ να επιλέξω το κατάλληλο μέσο για να το πετύχω. διαλέγω ένα βιβλίο. τι γίνεται όταν δεν το βρίσκω ή όταν το βρω κι αρχίζω το διάβασμα χαλάει ο υπολογιστής;
Το αφήνω και προσπαθώ να το αντικαταστήσω με κάτι άλλο. Διαλέγω ένα cdτο οποίο περιέχει μάλλον κλασική μουσική.
τι γίνεται όταν 6 7 νότες διώχνουν την κούραση του σώματος αλλά φέρνουν στη θέση της μια άλλη κούραση, πολύ διαφορετική, πιο σκληρή;
Προφανώς αφήνω το cd και πάω για ύπνο.
αλλά τι γίνεται όταν η σκέψηπου με βασανίζει επιστρέφει με τη μορφή ονείρου;
δε γίνεται τίποτα. αφού όλα τα μέσα αποτυγχάνουν δε μένει τίποτα άλλο εκτός από την υπομονή.
μάλλον είναι πολύ μπερδεμένο όλο αυτό, μάλλον μπορεί να ειπωθεί το ίδιο πράγμα με λιγότερα λόγια.
Κι επειδή κάτι έχω πάθει με το χρήστο Θηβαίο, κλείνω το παραλήρημα μου αυτό με ένα στιχάκι που έγινε τραγούδι.
θέλω να σου στείλω μια λευκή κόλλα χαρτί
γιατί είσαι η μόνη που μπορεί τη σιωπή μου να διαβάζει
ήσουν παράθυρο που άντεξε στου αέρα την οργή
μα λύγισες στ’αρώματα του μάη……
αυτά, θα επανέλθω όταν επιστρέψει η λογική..!

η πρώτη υπόθεση

Οκτώβριος 15, 2009

Κεφάλαιο δέκατο όγδοο
Σταμάτησε κι έπιασε το τηλέφωνο. Της χρειαζόταν ένας δυνατός καφές. Απόρησε και η ίδια με την επιθυμία της αυτή, δε μπορούσε να την εξηγήσει αφού ποτέ δεν ένιωθε μια τέτοια ανάγκη. Είπε στη Τζίνα τι ήθελε και επέστρεψε στον υπολογιστή. Την προηγούμενη φορά που είχε διαβάσει αυτή την κατάθεση είχε πιστέψει πως η υπηρέτρια κάτι έκρυβε. Της είχε τηλεφωνήσει πολλές φορές ζητώντας της να συναντηθούν αλλά εκείνη δε δεχόταν. Τότε είχε αποδώσει την άρνησή της αυτή στον έμφυτο φφόβο που έχουν τα νέα κορίτσια για την αστυνομία αλλά σήμερα που το ξανασκεφτόταν άρχιζε να αμφιβάλλει. Ίσως έπρεπε να ξαναδοκιμάσει.Για την ώρα πάντως ήταν καλύτερα να συνεχίσει το διάβασμα.
«μπήκα στην κουζίνα κιάρχισα να ανακατεύω με μανία το περιεχόμενο της κατσαρόλας. Μόλις που είχα προλάβει. Αν αργούσα λίγο περισσότερο το γλυκό δε θα τρωγόταν. Καθώς δούλευα είχα στο νου μου τη Λίντα, με είχε αιχμαλωτίσει κυριολεκτικά. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως ήταν ανυπεράσπιστη κι ας την προστάτευαν οι γονείς της όσο καλύτερα μπορούσαν. Κάποτε κάθισα να ξεκουραστώ, δεν άντεχα άλλο τόσες ώρες όρθια. Άρχισα να σκέφτομαι τη ζωή μου και την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν. Είχα βολευτεί μια χαρά στο σπίτι αυτό αλλά ήξερα πως δε θα έμενα ικανοποιημένη για πολύ καιρό. Σύντομα θα έβρισκα κάποια ασήμαντη πρόφαση και θα έφευγα χωρίς να ξέρω τον επόμενο προορισμό μου. Ήμουν ανήσυχη ακόμη την εποχή αυτή. Έχω την εντύπωση πως τα μάτια μου έκλεισαν για λίγο, δεν είμαι σίγουρη αλλά λίγο αργότερα πετάχτηκα έντρομη. Έτριψα τα μάτια μου και προσπάθησα να καταλάβω τι ήταν αυτό που με είχε ξυπνήσει. Ένας ήχος μακρινός , γλυκός. Να τος πάλι. Τέντωσα τα’αφτιά μου και προσπάθησα να τον προσδιορίσω. Κλασική μουσική μονολόγησα λίγες στιγμές αργότερα. Κάποιος άκουγε κλασική μουσική. Να ήταν άραγε η λίντα; Δεν ήξερα τότε πως δεν της άρεσε αυτό το είδος μουσικής. Αργότερα θα μάθαινα πως έφερνε πάνω της αντίθετα αποτελέσματα απ’ο,τι στους άλλους ανθρώπους. Σηκώθηκα κι άνοιξα αθόρυβα την πόρτα της κουζίνας κι έριξα μια ματιά στο σπίτι. Δεν είδα κανέναν κι επέστρεψα στο ζεστό μου καταφύγιο. Θα πήγαινα ξανά στο δωμάτιό της λίγο αργότερα. Τότε ήταν που χτύπησε το κινητό μου. Το σήκωσα βιαστικά, ήταν ο φίλος μου. Έμενε στο Βόλο κι έτσι δεν τον έβλεπα πολύ συχνά. Μου έλειπε και κάθε φορά που μπορούσαμε τηλεφωνούσαμε ο ένας στον άλλον. Ακουγόταν χαρούμενος εκείνο το βράδυ κι έτσι σιγά σιγά μου μετέδωσε κι εμένα τη χαρά του και η μουσική ξεχάσττηκε. Μου είπε πως αν όλα πήγαιναν καλά θα δούλευε σε ένα ξενοδοχείο και θα πληρωνόταν ικανοποιητικά. Ήθελε να πάω κι εγώ στο Βόλο και κάθε φορά που μιλούσαμε δεν παρέλειπε να μου το πει. Εγώ απαντούσα αόριστα επειδή καταλάβαινα πόσο δύσκολο ήταν κάτι τέτοιο. Δεν υπήρχαν λεφτά και για τους δυο μας αλλά όταν προσπαθούσα να του το εξηγήσω εκείνος γκρίνιαζε και με διέκοπτε ενοχλημένα. Θα βρισκόταν λύση έλεγε αν ήθελα να τον ακολουθήσω. Λίγο πριν κλείσουμε το τηλέφωνο έφτασε στ’αφτιά μου άλλος ένας παράξενος ήχος. Αυτό με τάραξε κι έκλεισα βιαστικά το τηλέφωνο. Ο ήχος ακούστηκε μόνο μια φορά ακόμη. Δε μπορούσα να τον προσδιορίσω όσο κι αν πάσχιζα. Ερχόταν βέβαια από τον επάνω όροφο αυτό ήταν σίγουρο. Αλλά η απόσταση ως την κουζίνα ήταν μεγάλη και τοσπίτι διέθετε μια πολύ καλή ηχομόνωση. Έτσι όλοι οι ήχοι έφταναν ως εμάς θαμποί και παράξενοι. Ξαφνικά με είχε κυριεύσει μια έντονη ανησυχία από την οποία δεν κατάφερνα να απαλαγώ ο,τι κι αν έκανα. Ήθελα να δω τη λίντα, να βεβαιωθώ πως ήταν καλά. Άνοιξα λοιπόν την πόρτα και ανέβηκα δυο δυο τα σκαλιά. Έφτασα έξω από το δωμάτιό της και χτύπησα την πόρτα. Μια αδύναμη φωνή με κάλεσε να μπω μέσα. Το έκανα και την είδα καθισμένη στο κρεβάτι της. Την κοίταξα προσεκτικά προσπαθώντας να διακρίνω κάτι διαφορετικό πάνω της αλλά δεν τα κατάφερα. Κάθισα κοντά της και τη ρώτησα γλυκά αν είχε συμβεί τίποτα παράξενο όσο έλειπα. Εκείνη δε μίλησε αμέσως μόνο με κοίταξε με μάτια διεσταλμένα από την αγωνία. Τότε η αγωνία μου κορυφώθηκε κι επανέλαβα την ερώτησή μου πιο δυνατά. Τότε η κοπέλα άρχισε να κλαίει κι αυτό μου έφερε μια τρομερή αναστάτωση. Προσπάθησα να την ηρεμήσω χαιδεύοντάς την αλλά η δικη μου ένταση φαίνεται πως την επηρέαζε αρνητικά. Λίγο αργότερα η Λίντα κατόρθωσε να μιλήσει και το πρώτο πράγμα που μου ζήτησε ήταν ένα ποτήρι παγωμένο νερό. Είπε πως καιγόταν αλλά εγώ δεν καταλάβαινα ούτε και τότε. Σηκώθηκα κι έφυγα τρέχοντας από το δωμάτιο. Έτρεξα στην κουζίνα και γέμισα ένα ποτήρι με κρύο νερό. Τα χέρια μουωστόςο έτρεμαν τόσο πολύ που το ποτήρι γλίστρησε μέσα από τα δάχτυλά μου κι έπεσε στο μαρμάρινο πάτωμα κι έγοινε χίλια κομμάτια. Πήρα γρήγορα μια σκούπα κι άρχισα να σκουπίζω τα νερά αλλά ήμουν τόσο ταραγμένη που γλίστρησα κι εγώ. Προσπάθησα να προστατευθώ αλλά λίγα δευτερόλεπτα μετά την πτώση ένιωσα έναν οξύ πόνο στο δεξί μου πόδι. Θέλησα να τον αγνοήσω και προσπάθησα να ανασηκωθώ. Αλλά ο πόνος ήταν πιο δυνατόςαπό όσο νόμιζα και με καθήλωσε στη θέση μου. Άρχισα να βρίζω μέσα από τα δόντια μου λες και μπορούσε να με ακούσει κανείς. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε έτσι αλλά κάποτε ένιωσα τον πόνο να υποχωρεί κάπως. Μάζεψα όλες μου τις δυνάμεις για να σηκωθώ κι έριξα το βάρος μου στο γερό μου πόδι. Τα κατάφερα αλλά ο πόνος ε πέστρεψε και πιάστηκα από ένα ράφι για ναμην πέσω και πάλι. Στάθηκα όρθια και προσπάθησα να ηρεμήσω. Η καρδιά μου χτυπούσε πολύ δυνατά, τόσο που έλεγα πως θα σπάσει. Φυσικά αυτό δεν έγινε κι εγώ ξαναβρήκα σιγά σιγά το φυσιολογικό ρυθμό της αναπνοής μου. Γέμισα και πάλι ένα ποτήρι με νερό και βγήκα από την κουζίνα προσπαθώντας να αποφύγω τα γυαλιά. Έφτασα στη σκάλα κι άρχισα να ανεβαίνω όσο πιο γρήγορα μου το επέτρεπε το χτυπημένο μου πόδι. Άνοιξα την πόρτα του δωματίου της Λίντας και μπήκα βιαστικά. Την είδα να με κοιτά και τα μάτια της ήταν γεμάτα αγωνία. Κάτι δεν πήγαινε καλά επιτέλους το καταλάβαινα κι εγώ. Έσκυψα κοντά της και της έδωσα το νερό. Το ήπιε άπληστα και μου ζήτησε κι άλλο. Αυτό με παραξένεψε και τη ρώτησα αν έφαγε κάτι όσο έλειπα.
Εκείνη έδειξε τα σοκολατάκια.
-Μόνο αυτά είσαι σίγουρη; Κούνησε το κεφάλι καταφατικά κι έπιασε με τα δυο της χέρια το στομάχι της. Βγήκα τρέχοντας από το δωμάτιο κι έκανα και πάλι την ίδια διαδρομή. Ενώ ανέβαινα για μια ακόμη φορά τα σκαλοπάτια σκεφτόμουν πως κάτι δε μου έλεγε, ήταν ταραγμένη κι αυτό ήταν ολοφάνερο.
Της έδωσα το νερό κι άρχισα να εξετάζω το δωμάτιό της. Όλα μου φάνηκαν στη θέση τους εκτός από ένα κομμάτι χαρτί που ήταν πεσμένο στο πάτωμα. Έσκυψα να το μαζέψω κοιτώντας τη Λίντα με την άκρη του ματιού μου. Άφησε το ποτήρι της στο κομοδίνο και μου είπε να κοιτάξω το χαρτί που κρατούσα. Το έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη και διαπίστωσα πως είχε αρχίσει να με ζωγραφίζει. Δεν είχεπρολάβει να κάνει και πολλά αλλά ήταν φανερό πως αυτή ήμουν εγώ. Την πλησίασα και κάθισα στο κρεβάτι της με το χαρτί στα χέρια.
-Γιατίσταμάτησες να με ζωγραφίζεις; Ξεκίνησες πολύ καλα της είπα χαμογελώντας.
-πού είναι η μαμά με ρώτησε αδιαφορώντας για την ερώτηση που της έκανα.
-Βγήκε, δε μου είπε που θα πήγαινε.
-Πάρε την τηλέφωνο και πες της να έρθει, δε θέλω να μείνω άλλο μαζί σου. Ταράχτηκα κι εγώ αλλά άπλωσα το χέρι μου για να πιάσω το δικό της. Με σταμάτησε αμέσως. Πάγωσα.
-Πάρε την τηλέφωνο είπε με μάτια που έλαμπαν».

η πρώτη υπόθεση

Οκτώβριος 14, 2009

Κεφάλαιο δέκατο έβδομο
-Λοιπόν; Πώς σου φαίνεται η κοπέλα; Η Σάρα έβγαλε το κραγιον της τρίβοντας τα χείλη της με ένα χαρτομάντιλο.
-τι να σου πω, για μένα είναι κάπως παράξενη αλλά δεν είμαι ειδικός όπως εσύ. Δε μπορώ να βγάλω ασφαλή συμπεράσματα γι’αυτό κάνε το εσύ για μένα. Η σάρα άναψε ένα τσιγάρο.
-εκείνο που μπορώ να πω είναι πως σήμερα ήταν πολύ διαφορετική. Είχε έναν αέρα έντονης αποφασιστικότητας. Και χτες είδα στα μάτια της κάτι παρόμοιο αλλά δεν ήταν το ίδιο.
-Γιατί όχι;
-χτες μιλούσαμε με μια κοπέλα άρρωστη ψυχικά, σου το είπα αυτό. Σήμερα είχαμε να κάνουμε με μια γυναίκα δυναμική γεμάτη αυτοπεποίθηση.
-δυστυχώς εδώ θα συμφωνήσω. Νομίζει πως δεν έχω άλλη δουλειά να κάνω. Μόνο που αύριο αν δε μάθω αυτό που θέλω θα της πωνα μην ξαναέρθει εδώ μέσα.
-νομίζω πως τώρα δε μιλάς σωστά.
-Γιατί όχι; Έχω πολλά να κάνω και το ξέρεις. Δε μπορώ να χάσω άλλο χρόνο. Θα τη βρω τη λύση, αυτή τη φορά θα τα καταφέρω. Τα μάγουλά της είχαν βαφτεί κατακόκκινα και τα χέρια της είχαν αρχίσει να τρέμουν. Η Σάρα σηκώθηκε από τη θέση της και την πλησίασε. Η ενριέτα είχε ταραχτεί κι αυτό δεν της άρεσε.
-τι έχεις είπε παίρνοντας τα χέρια της μέσα στα δικά της. Γιατί συγχίστηκες τόσο πολύ; Το ξέρω πως δε σου αρέσει να χάνεις χρόνοα λλά σκέψου πως σήμερα μάθαμε τόσα πράγματα για τη Λίντα και τη σχέση της με κείνη τη γυναίκα. Ίσως αυτό να σε βοηθήσει. Η Ενριέτα χάιδεψε το χέρι της φίλης της.
-Ίσως και να’χεις δίκιο. Γιατί άραγε δε μας μίλησε κανείς στο παρελθόν γι’αυτή τη γυναίκα;
-δεν ξέρω αλλά την ίδια απορία έχω κι εγώ. Μη στενοχωριέσαι, βλέπεις πως υπάρχει πολύ υλικό για σένα. Σε λίγο άλωστε θα έχεις την έκθεση του δημήτρη. Η σάρα τράβηξε απαλά το χέρι της καισηκώθηκε.
-θα σε αφήσω να δουλέψεις εντάξει; Σε περιμένουν οι καταθέσεις σου, είμαι σίγουρη πως δε θα πλήξεις καθόλου. Μα κι αν βαρεθείς πάρε με τηλέφωνο θα εγκαταλείψω αμέσως τη δουλειά μου αν είναι να πάμε για έναν καφέ. Το είπε ξέροντας ήδη πως το τηλέφωνό της δε θα χτυπούσε για τις επόμενες ώρες. Από τη στιγμή που η Ενριέτα θα άρχιζε το διάβασμα όλα τα άλλα θα ξεχνιόνταν αμέσως.
-εντάξει, αυτό θα κάνω. Θα τα καταφέρω.
-το ξέρω. Θα τηλεφωνήσω και στο δημήτρη να μάθω πότε θα έχεις την έκθεςή του. Τώρα θα πρέπει να την έχει ολοκληρώσει. Κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
-πιστεύεις πως η σάρα ξέρει όλη την αλήθεια για τη λίντα;
-μα ναι, εσύ όχι;
-δεν είμαι σίγουρη αν και σήμερα διαπίστωσα πως ξέρει πολλά για την κοπέλα αυτή.
-Μην αμφιβάλλεις, ξέρει τα πάντα και θα σου τα πει κι εσένα αν δηλάδη δεν τα έχεις ανακαλύψει στο μεταξύ. Γέλασε και βγήκε κουνώντας το χέρι σε χαιρετισμό.
Η ενριέτα έμεινε και πάλι μόνη. Επιτέλους η σιωπή την τύληξε. Το μυαλό της σταμάτησε κι αυτό και όλα βυθίστηκαν σε ένα παράξενο κενό. Τώρα απαλαγμένη από κάθε σκέψη άρχισε να κουνιέται ρυθμικά στην πολυθρόνα της. Το κόλπο ήταν γνωστό. Θα πιανόταν από το πρώτο πράγμα που θα της ερχόταν στο νου για να συνεχίσει τη μέρα της. Λίγο αργότερα η ομίχλη του μυαλού της διαλύθηκε κι εκείνη ξέσπασε σε δυνατά γέλια. Το πρώτο πράγμα που είχε σκεφθεί ήταν τα παπούτσια που είδε χτες στη βιτρίνα. Έπρεπε επιτέλους να τα αγοράσει. Μα ποτέ δε θα άφηνε το γραφείο της για μια βόλτα στα μαγαζιά. Η διάθεσή της είχε ήδηαρχίσει να φτιάχνει. Στράφηκε στον υπολογιστή που την καλούσε με κείνο το σιγανό μονότονο ήχο. Έδιωξε από το νου της την άρτεμη, αργότερα θα έβγαζε τα συμπεράσματά της, για την ώρα θα συνέχιζε το διάβασμα. Έριξε σε ένα συρτάρι το στυλό και το σημειωματάριο, την ενοχλούσαν κι αυτά. Έκανε κλικ στην κατάθεση της Αντωνίας και την άνοιξε. Είχε έρθει η στιγμή να τη μελετήσει.
«Βρισκόμουν στην κουζίνα ετοιμάζοντας κάποιο γλυκό που μου είχε ζητήσει η κυρία αλίκη όταν με πλησίασε ο πατέρας της λίντας. Μου ζήτησε να την προσέχω μέχρι να έρθει η μητέρα της επειδή κι ο ίδιος θα έφευγε. Δέχτηκα με χαρά, τη συμπαθούσα τη λίντα αν και δεν τη γνώριζα πολύ καλά αφού ήμουν καινούρια στο σπίτι. Τον διαβεβαίωσα πως θα την πρόσεχα και στράφηκα πάλι στις κατσαρόλες μου. Είχα κάποιο πρόβλημα με το σιρόπι. Εκείνος έφυγε κι εγώ πρόσθεσα κι άλλη ζάχαρη στο γλυκό. Ήθελα να ευχαριστήσω με κάθε τρόπο την κυρία Αλίκη, εκτιμούσα το γεγονός πως με είχε προσλάβει μια εποχή που δεν έβρισκα πουθενά δουλειά. Δεν καταλάβαινα πως το πιο σημαντικό για εκείνη ήταν το παιδί της.
Ωστόσο η έντονη ανησυχία που είχα δει στα μάτια του άντρα της κάποτε με έβαλε σε σκέψεις κι αποφάσισα να αφήσω για λίγο τις κατσαρόλες μου και να πάω στο δωμάτιο της λίντας. Χτύπησα διακριτικά την πόρτα για να μην την ανησυχήσω και μπήκα μέσα. Την είδα να ζωγραφίζει. Μου χαμογέλασε φιλικά και με κάλεσε να καθίσω κοντά της. Το έκανα, είχε κι εκείνη ανάγκη από παρέα. Άρχισα να της μιλάω για τη ζωγραφιά της. Μου άρεσε, ζωγράφιζε πολύ όμορφα, είχε μάλλον το χάρισμα. Εγώ δε μπορούσα να ζωγραφίσω τίποτα ούτε καν να τραβήξω μια ίσια γραμμή αλλά εκείνη ήταν καταπληκτική σε αυτό. Χάρηκε όταν κατάλαβε πως το ενδιαφέρονμου ήταν ειλικρινές και μου πρότεινε να μου δείξει κάποιες ακόμη ζωγραφιές της. Δέχτηκα ξεχνώντας για λίγο τις κρέμες και τη ζάχαρη. Εκείνη έβγαλε ένα μεγάλο μπλοκ από τη ντουλάπα κι αρχίσαμε μαζί να το φυλλομετράμε. Κάθε φορά που γύριζε σελίδα μου μιλούσε για τη ζωγραφιά που έβλεπα. Δεν παρέλειψα ούτε μια φορά να εκδηλώσω τον ενθουσιασμό μου.
Ήταν πολύ καλή, το ξαναλέω, δεν περίμενα ποτέ πως η Λίντα ήταν τόσο καλή σε κάτι. Οι πιο πολλές ζωγραφιές έδειχναν όμορφες κοπέλες που χόρευαν και περπατούσαν γελώντας πιασμένες χέρι χέρι.
Όταν το μπλοκ τέλειωσε η Λίντα μου πρότεινε να δούμε ένα ακόμη αλλά εγώ αρνήθηκα όσο πιο διακριτικά μπορούσα εξηγώντας της πως έφτιαχνα ένα γλυκό. Εκείνη έδειξε να ενδιαφέρεται αλλά όταν έμαθε πως το γλυκό θα ήταν έτοιμο αργά το βράδυ επέστρεψε και πάλι στα αγαπημένα της σοκολατάκια. Το είχα μάθει πως της άρεσαν πολύ κι αγόραζα συχνά τέτοια για εκείνη. Μου πρόσφερε ένα λίγο πριν φύγω και το δέχτηκα. Ετοιμαζόμουν να φύγω αλλά την τελευταία στιγμή μια σκέψη με έκανε να σταθώ ακίνητη.
Ήθελα να μου φτιάξει μια ζωγραφιά. Ένιωθα πως αν της το ζητούσα εκείνη θα χαιρόταν κι επιπλέον εγώ θα είχα κάτι από εκείνη. Δέχτηκε αμέσως με μεγάλη προθυμία κι αυτό μου άρεσε, δεν ήθελα να τη βλέπω θλιμμένη. Δεν τη γνώριζα πολύ καιρό αλλά είχα ακούσει πολλές φορές τους γονείς της να μιλάνε τα βράδια όταν τους σέρβιρα το δείπνο. Την πρώτη φοράσκέφτηκα να απομακρυνθώ γρήγορα αλλά τελικά δεν το έκανα, έμεινα εκεί και άκουσα όλη τη συζήτηση. Φαίνονταν πολύ αγαπημένοι, δε μπορούσα να φανταστώ πως κάτι τους βασάνιζε ώσπου άκουσα να μιλούν για τηΛίντα. Τότε δεν την είχα δει ακόμη, μόνο φευγαλαία. Με εντυπωσίασε η εμφάνισή της και δεν κατάλαβα πως αντιμετόπιζε κάποιο πρόβλημα. Όταν άκουσα την αλήθεια απογοητεύτηκα. Κάποτε ρώτησα διστακτικά την κυρία Αλίκη κι εκείνη μου μίλησε για την κόρη της δακρυσμένη. Αυτό με σόκαρε, ήταν τόσο δυναμική, δεν περίμενα πως θα λύγιζε από τα ίδια της τα λόγια. Γύρισα στη δουλειά μου και δεν της ξαναμίλησα ποτέ γι’αυτήν. Περιοριζόμουν στο να κάνω όσα μου ζητούσε χωρίς να ρωτάω, δεν υπήρχε λόγος. Μα όταν την ξαναείδα θέλησα να την πλησιάσω, να την προσεγγίσω. Ήθελα να τη βοηθήσω Ακόμη δεν καταλαβαίνω πως με απορρόφησε τόσο εκείνο το καταραμένο γλυκό».

Θέλω τη μέρα που θα φύγεις

Οκτώβριος 14, 2009

Συχνά ισχυρίζομαι πως δεν είμαι ρωμαντική αν και το ξέρω καλά πως αυτό είναι ψέμα. Στην πραγματικότητα αυτός ο ισχυρισμός μου δεν είναι τίποτα άλλο εκτός από μια μορφή άμυνας.
Η ζωή μου χωρίς το ρωμαντισμό θα ήταν εντελώς άχαρη στερημένη από πολλές μικρές και μεγάλες χαρές. Κι αυτό γιατί η τέχνη δε θα υπηρετούσε κανένα σκοπό και θα ήταν ψεύτικη και άμορφη.
Την κάνω λοιπόν αυτή την ομολογία εδώ προτού το μετανιώσω.
Σήμερα ξύπνησα με μια διάθεση παράξενη, που είχε καιρό να με επισκεφθεί. έμεινα για λίγο σκεφτική προοσπαθώντας να καταλάβω τι ήταν αυτό που μου συνέβαινε αλλά δεν έγινε τίποτα.
χρειάστηκε να περάσουν λίγες ώρες για να καταλάβω τι ήταν αυτό που θα συνέβαινε.
για την ομολογία μου αυτή φταίει η τέχνη, ποια άλλη θα μπορούσε να ευθύνεται ή καλύτερα το σύμπλεγμα δυο τεχνών που όταν συνδυαστούν σωστά δίνουν αποτελέσματα μιας ξεχωριστής σπάνιας και τέλειας αρμονίας.
μιλάω φυσικά για τη μουσική και την ποίηση που δίνουν τα τραγούδια.
ένα τέτοιο έκανε το καμπανάκι του ρωμαντισμού να ηχήσει μέσα στο κεφάλι μου μεταφέροντάς με σε μια άλλη πραγματικότητα πιο γλυκια, πιο τρυφερή μα και πιο περίπλοκη.
το ταξίδι ήταν σύντομο δυστυχώς αλλά΄΄ηταν αρκετό για να μου περάσει κάποια μηνύματα τα οποία δε μπορώ να μεταφέρω με ακρίβεια.
αυτό που μπορώ να πω είναι πως έφερε στη μνήμη μου μια στιγμή μαγική, σχεδόν ονειρική, την οποία πάλευα καιρό τώρα να ξεχάσω και να κρατήσω ζωντανή στη μνήμη μου μαζί.
δε θα μιλήσω για τα τεχνικά στοιχεία του τραγουδιού, δεν υπάρχει λόγος νομίζω. εκείνο που θα πω είναι πως πρόκειται για ένα πραγματικό στολίδι που δόθηκε δώρο σε έναν υπέροχο τραγουδιστή που διαθέτει μια φωνή βελούδινη ικανή να αποδώσει όλες τις γνωστές κι άγνωστες συναισθηματικές αποχρώσεις.
φυσικά αυτό δεν είναι παράξενο αφού είναι παιδί ενός χαρισματικού στιχουργού κι ενός μοναδικά προικισμένου συνθέτη.
εκτός από όλα αυτά εκείνο που με γοήτευσε ήταν το μπαρκαουντ του κομματιου. πισω από τον τραγουδιστή υπήρχε μια γλυκιά σοπράνο. δύσκολα θα γινόταν αντιληπτή από τα αμύητα αφτιά αλλά για μένα υπήρξε πραγματική αποκάλυψη. δυστυχώς αγνοώ την ταυτότητά της.
το παραθέτω λοιπόν κι ελπίζω αυτό που μου συνέβη σήμερα να επαναληφθεί, έστω κι αν ήταν κάπως επώδυνο αφού το τέρμα του ταξιδιού ήταν για μένα εξαιρετικά γόνιμο.
στίχοι Οδυσσέας ιωάννου
μουσική θάνος μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση χρήστος θηβαίοςΚαι τι μπορώ να πω για σένα
που να΄ναι εσύ
λέξεις με δέρμα και μαλλιά
γραμματικές για την αφή
χέρια πλεγμένα
θέλω τη μέρα που θα φύγεις
απ’το πρωί να μου γελάς
κι όταν την πόρτα θα ανοίγεις
να είναι σαν να μ’αγαπάς
και πώς μπορώ να σε θυμάμαι
και να’σαι εσύ
τα γέλια σου σαν τα νερά
μια ήσυχη λέξη στ’αφτί
και να νικάμε
θέλω τη μέρα που θα φύγεις
απ’το πρωί να μου γελάς
κι όταν την πόρτα θα ανοίγεις
να είναι σαν να μ’αγαπάς

η πρώτη υπόθεση

Οκτώβριος 13, 2009

Κεφάλαιο δέκατο έκτο
-Πώς το εξηγείς αυτό;
-ποιο;
-να… η μητέρα σου ήταν πολύ καλή με τη Λίντα ενώ με σας τα παιδιά της ήταν κάπως πιο απόμακρη. Η Ενριέτα χάραξε έναν κύκλο κι έγραψε στη μέση το όνομα της λίντας. Πίστεψε πως με την ερώτηση αυτή θα έφερνε σε δύσκολη θέση τη νεαρή γυναίκα αλλά κάτι τέτοιο δε συνέβη.
-ήξερε πως εμείς μπορούσαμε να τα καταφέρουμε με λιγότερη φροντίδα, η Άννα όπως σας είπα είναι πανέξυπνη κι εγώ ήμουν σε θέση να φροντίσω τον εαυτό μου από πολύ νωρίς. Κάναμε κι οι δυο τις επιλογές μας πριν κλείσουμε τα 15 και η μαμά το ήξερε αυτό. Μα για να πω όλη την αλήθεια δε λέω πως δε μας αγαπούσε. Δε μας έλειπε τίποτα κοντά της κι όλα της τα χρήματα τα ξόδευε για μας, ρούχα βιβλία… φροντιστήρια. Η Σάρα πήρε και πάλι το λόγο.
-μας είπες χτες πως δε σου άρεσε το διάβασμα, έτσι δεν είναι;
-ναι, ακριβώς έτσι. Δεν υπήρξα καλή μαθήτρια αλλά λάτρευα τις ξένες γλώσσες. Τα καταφέρνω πολύ καλά εκεί. Πήρα πτυχίο στα αγγλικά και τα γερμανικά κι αυτό με βοήθησε να βρω ευκολότερα δουλειά. Και η Άννα μιλάει πολύ καλά γαλλικά αλλά εκείνη προτιμάει τους αριθμούς. Η σάρα κούνησε το κεφάλι, σημάδι πως καταλάβαινε απόλυτα.
-μίλησε ποτέ η άννα στη μητέρα σου για το παράπονο της; Η άρτεμη τινάχτηκε στη θέση της. Αυτή την ερώτηση δεν την είχε προβλέψει, ήταν η επιθεωρήτρια που είχε μιλήσει.
-για να είμαι ειλικρινής αυτό δεν το ξέρω, δεν είμαι σίγουρη έχω βέβαια κάποιες ενδείξεις.
-δηλαδή;
-ένα βράδυ η άννα ήταν πολύ λυπημένη, τη ρώτησα τι της συνέβαινε αλλά δε θέλησε να μου μιλήσει. Δεν επέμεινα, ήξερα πως ήταν μοναχική και πως συχνά κλεινόταν σε μια παγερή σιωπή. Όταν γύρισε η μαμά άρχισε να μας ρωτά για το πώς είχαμε περάσει τη μέρα. Εγώ άρχισα να της μιλάω για το φροντιστήριο και τις διάφορες ιδέες που είχα αλλά η άννα παρέμενε όλη την ώρα αμίλητη. Η μαμά που το πρόσεξε την πήρε από το χέρι και πήγαν ναμιλήσουν στο άλλο δωμάτιο. Δεν ξέρω τι ειπώθηκε εκεί μέσα αλλά το σίγουρο είναι ένα, μετά από αυτή την κουβέντα η συμπεριφορά της αδερφής μου άλλαξε ριζικά. Σταμάτησε να μιλάει για τη λίντα και περνούσε όλο και περισσότερο χρόνο με τη μητέρα μας. Τη ρώτησα κάποτε τι της είχε πει αλλά εκείνη δε θέλησε να το συζητήσει μαζί μου.
Η Σάρα κοίταξε την ενριέτα με την άκρη του ματιού της κι εκείνη της ανταπέδωσε το βλέμμα. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
-κι ύστερα; Τι έγινε;
-τίποτα ο καιρός πέρασε και η Άννα έφυγε όταν έκλεισε τα δεκαοχτώ της χρόνια. Εγώ ήμουν μόλις 13. μου έλειπε ειδικά στην αρχή αλλά δε μπορούσα να κάνω τίποτα γι’αυτό. Αφοσιώθηκα λοιπόν στις ξένες γλωσσες και άρχισα να καταστρώνω σχέδια για μια ζωή γεμάτη λάμψη όπως σας είπα και χτες. Σταμάτησε κι ακούμπησε στη ράχη της καρέκλας της.
-Και κάποτε ήρθε η μέρα που η Αλίκη κι ο άντρας της αποφάσισαν να στείλουν την κόρη τους στο ειδικό σχολείο.
-ήταν κολέγιο ή κάτι τέτοιο η Λίντα είχε μεγαλώσει πολύ πια. Δε θα μπορούσε να γίνει τίποτα διαφορετικό απ’αυτό.
-Πώς το πήρε η μητέρα σου;
-λυπήθηκε πολύ, δε μπορούσε να αποχωρισθεί τη Λίντα αλλά καταλάβαινε κι εκείνη πως δε μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Ήθελε το καλύτερο γι’αυτή. Όλοι το ίδιο θέλαμε. Ήταν τόσο όμορφη κοπέλα.
Για δεύτερη φορά η σάρα κρυφοκοίταξε την επιθεωρήτρια αλλά αυτή τη φορά εκείνη φαινόταν χαμένη στις σκέψεις της. Προφανώς θα είχε προσέξει κι εκείνη την αλλαγή στη φωνή της Άρτεμης.
-για λίγο καιρό η Λίντα πήγαινε δοκιμαστικά σε κείνο το κολέγιο μόνο για λίγες ώρες και μετά επέστρεφε στο σπίτι. Έπρεπε να προσαρμοστεί σιγά σιγά για να δεχτεί το νέο της περιβάλλον χωρίς να αντιμετοπίσει πολλά προβλήματα. Κι αυτό έγινε, γύριζε στο σπίτι πολύ ευχαριστημένη, ήταν χαρούμενη κι αυτό ευχαριστούσε τους γονείς τηςκαι τη μητέρα μου. Έτσι ήρθε η ώρα να εγκαταλείψει το σπίτι. Η μητέρα μου έκλαψε τη μέρα εκείνη και της υποσχέθηκε πως θα ερχόταν να τη βλέπει τα σάβατα. Έτσι θα ήταν και οι δυο ικανοποιημένες.
-Και; Έγιναν έτσι τα πράγματα;
-ναι, στην αρχή όλα πήγαιναν όπως ακριβώς τα είχαν σχεδιάσει. Η Λίντα μιλούσε στη μαμά για τους συμμαθητές της και για τα αγόρια που την κοίταζαν και γελούσαν δυνατά. Η μητέρα μου την άκουγε με προσοχή και της έδινε χρήσιμες συμβουλές. Αλλά κάποτε όλα αυτά άλλαξαν.
-γιατί;
-επειδή η μητέρα μου τσακώθηκε πολύ με την Αλίκη. Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν.
-καβγάδιζαν πολύ δυνατά.
-τι έλεγαν;
-θα σας πω, μη βιάζεστε δεν ήρθε η ώρα γι’αυτό. Η ενριέτα μόρφασε, δεν έπρεπε να αρχίσει και πάλι να θυμώνει, η Άρτεμη μιλούσε επιτέλους, κάποτε θα έφτανε και στο δολοφόνο. Κοίταξε την οθόνη του υπολογιστή, η ώρα ήταν ένδεκα.
-ύστερα από αυτόν τον καβγά η μητέρα μου σταμάτησε να επισκέπτεται τη Λίντα, ης τηλεφωνούσε όμως κάθε φορά που ήξερε πως εκείνη ήταν στο σπίτι και μιλούσαν ώρες πολλές. Δεν ξέρω τι έλεγανπάντως η μαμά χαμογελούσε και πάλι. Λίγα χρόνια αργότερα φύγαμε όπως ξέρετε. Σταμάτησε και πάλι.
-Και τώρα νομίζω πως ήρθε η ώρα να φύγω. Η ενριέτα άφησε το στυλό της στο γραφείο.
-Όχι, τόσο νωρίς;
-ναι, πρέπει να δουλέψω όπως δουλεύεις τώρα κι εσύ. Στην πραγματικότητα έλεγε ψέματα, βιαζόταν να φύγει για να συναντήσει τον άρη. Της είχε τηλεφωνήσει νωρίς το πρωί κι είχαν κανονίσει να πάνεγια καφέ αφού κιεκείνη δούλευε αργότερα εκείνη τη μέρα.
-μόνο που μένουν πολλά ακόμη να μας πεις. Η απογοήτευση ήταν ολοφάνερη στη φωνή της επιθεωρήτριας.
-το ξέρω, θα έχουμε τηνευκαιρία να μιλήσουμε αύριο Η ενριέτα θέλησε και πάλι να διαμαρτυρηθεί, δεν της άρεσε καθόλου αυτό το παιχνίδι που έπαιζε η Άρτεμη αλλά μια σκέψη τη σταμάτησε. Τι θα γινόταν αν η Άρτεμη δεν ξαναγύριζε; Θα τα κατάφερνε αυτή τη φορά να φτάσειμόνη της ως το τέρμα; Την προηγούμενη είχε αποτύχει και δεν έπρεπε για κανένα λόγο να επαναληφθεί αυτό.
-εντάξει είπε τελικά, θα σε περιμένουμε αύριο την ίδια ώρα αν σε βολεύει.
-ναι, με βολεύει είπε η Άρτεμη και σηκώθηκε.
-λοιπόν θα τα πούμε, τις χαιρέτισε με ένα αμυδρό κούνημ ατου κεφαλιού και βγήκε.
Αλέξανδρος, φώναξε με χαρά λίγο αργότερα. Μόλις είχε λάβει το μήνυμα με την απάντηση που περίμενε. Αυτό έπρεπε να είναι. Η επιθεωρήτρια ήταν γυναίκα, σίγουρα θα είχε αδυναμία στο φίλο της. Αλλά μήπως αυτό ήταν προφανές; Δεν έχανε τίποτα να δοκιμάσει. Βρήκε το αρχείο και πληκτρολόγησε το όνομα στα αγγλικά και τα ελληνικά. Περίμενε με κομμένη την ανάσα αλλά τελικά τίποτα δεν έγινε. Μια βρισιά ξέφυγε από τα μισόκλειστα χείλη της. Μα πού είχε πάει το μυαλό και η εφευρετικότητά της; Την πλήρωναν για να σπάσει τον κωδικό κι εκείνη έχανε το χρόνο της ψάχνοντας εκεί που δεν έπρεπε. Σηκώθηκε και πλησίασε το παράθυρο. Το άνοιξε κι άρχισε να ρουφά άπληστα τον κρύο αέρα. Όταν ηρέμησε το έκλεισε και κάθισε ξανά στο κρεβάτι της. Κάτι μέσα της της φώναζε πως βρισκόταν στο σωστό δρόμο. Στο επόμενο μήνυμα που έστειλε ζητούσε όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσε για την οικογένεια της επιθεωρήτριας. Κάπου εκεί θα έβρισκε το κλειδί για να ανοίξει το αρχείο.

η πρώτη υπόθεση

Οκτώβριος 13, 2009

Κεφάλαιο δέκατο πέμπτο
Ξύπνησε λίγο πριν τις δέκα. Το διαπίστωσε όταν κοίταξε το ρολόι που ήταν στο κομοδίνο. Ήταν ένα ρολόι χειρός πραγματικό κόσμημα. Το αγόρασε ένα χρόνο πριν στο παρίσι. Πόσο ωραία είχε περάσει εκεί. Το άγγιξε για λίγο, ήταν κρύο κι αυτό της άρεσε. Ξαφνικά ένιωσε απρόσμενη ζέστη. Σηκώθηκε και στάθηκε όρθια. Τέντωσε τα μουδιασμένα από τον ύπνο μέλη της και χασμουρήθηκε. Τότε θυμήθηκε πως ήταν άρρωστη και δοκίμασε να καταπιεί. Ο πόνος στο λαιμό της είχε ελαττωθεί σημαντικά κι αυτό τη γέμισε ανακούφιση. Ίσως να πετύχαινε κάτι καλύτερο εκείνη τη μέρα. Στο νου της ήρθε η χτεσινή της αποτυχία και μισόκλεισε τα μάτια της λες και μπορούσε έτσι να διώξει τη δυσάρεστη αυτή σκέψη. Φόρεσε ένα τζιν παντελόνι κι ένα λευκό εφαρμοστό μπλουζάκι και μπήκε στην κουζίνα. Έβαλε το νερό να βράσει κι άρχισε να ψάχνει για τα φακελάκια του τσαγιού. Όταν είδε πως θα έπινε και πάλι αυτό με τη γεύση μέντας σημείωσε στο νου της να περάσει από το σουπερμαρκετ. Σιγά σιγά θυμόταν κι άλλα πράγματα που της έλειπαν, θα έφτιαχνε μια λίστα σε λίγο για να μην τα ξεχάσει και πάλι.
Κάθισε στο τραπέζι με την κούπα μπροστά της. Ήπιε μια γουλιά μα το υγρό έκαψε τη γλώσσα της. Πάντα το ίδιο πάθαινε, ήταν βιαστική. Πήρε ένα κομμάτι χαρτί κι άρχισε να γράφει αυτά που έπρεπε να ψωνίσει. Τσάι βατόμουρο, αφρόλουτρο φράουλας κεικ σοκολάτας μια μάσκα μαλλιών…τι άλλο; Ύστερα από σύντομη σκέψη πρόσθεσε ακόμη μπαταρίες για το mp3, μια έτοιμη σάλτσα για ζυμαρικά, ένα πακέτο μακαρόνια και τέλος μια καινούρια οδοντόβουρτσα. Ξαναδιάβασε αυτά που είχε γράψει και δίπλωσε το χαρτάκι, θα το έπαιρνε μαζί της αν το θυμόταν. Το τηλέφωνο που χτυπούσε από το βάθος του σπιτιού την έκανε να σηκωθεί βιαστικά. Έτρεξε και το σήκωσε μετά το τέταρτο κουδούνισμα.
-παρακαλώ. Η φωνή της ακούστηκε αλοιωμένη και βραχνή.
-καλημέρα, ελπίζω να μη σε ξύπνησα. Στο άκουσμα εκείνης της γνώριμης φωνής η αρρώστια κι ο πόνος στο λαιμό ξεχάστηκαν στη στιγμή.
-Καλημέρα, όχι, έχω ξυπνήσει εδώ και ώρα.
-νόμιζα πως θα κοιμόσουν αργά χτες, είχα καταλάβει πως θα δούλευες ως αργά.
-Ναι, αυτό έκανα απάντησε γρήγορα αλλά φαίνεται πως δε μου χρειάζεται πολύς ύπνος.
-Αλήθεια; Αυτό είναι πολύ ευχάριστο, έχεις πολλά να κάνεις. Για πες μου, τι κατάφερες ως τώρα;
Την περίμενε αυτή την ερώτηση, ήξερε πως δε θα μπορούσε να την αποφύγει.
-Δεν έχω προχωρήσει και πολύ δυστυχώς. Δεν είχα π ολύ χρόνο στη διάθεσή μου αλλά…
-νόμιζα πως δε σου χρειάζεται πολύς χρόνος.
-΄έτσι είναι, καθυστέρησα επειδή αρρώστησα ξαφνικά χτες αλλά σε λίγες ώρες θα έχω προχωρήσει αρκετά, είμαι σίγουρη γι’αυτό.
-ωραία, θα μου τα πεις από κοντά αυτά, έρχομαι σήμερα. Θα επικοινωνήσω μαζί σου άμεσα. Η γραμμήέκλεισε αφήνοντάς την παγωμένη με το ακουστικό που βούιζε στα χέρια. Τελικά τα πράγματα γίνονταν πολύ γρήγορα κι εκείνη δεν προλάβαινε τις εξελίξεις. Ακούμπησε το τηλέφωνο στη θέση του και μπήκε πάλι στην κουζίνα. Το τσάι είχε αρχίσει να κρυώνει.το ήπιε αργά αργά προσπαθώντας να ηρεμήσει. Δεν της άρεσε αυτό το τηλεφώνημα, θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αφού προτιμούσε την ηλεκτρονική επικοινωνία. Προφανώς το έκανε για να της θυμίσει πως ο χρόνος ήταν εχθρός τους. Αυτό το ήξερε κι εκείνη, δε χρειαζόταν άσκοπες υπενθυμίσεις. Έβαλε στο πλυντήριο όλα τα πιάτα και τα ποτήρια που στιβάζονταν στο νεροχύτη και μπήκε στην κρεβατοκάμαρά της. Τα ψώνια έπρεπε να αναβληθούν γιάργότερα, η δουλειά προηγούνταν. Άνοιξε και πάλι το φορητό υπολογιστή. Δεν ήταν βέβαιη για το τι έπρεπε να κάνει αλλά όλα θα γίνονταν σιγά σιγά. Βρήκε εύκολα το αρχείο που έψαχνε. Άρχισε να σκέφτεται αυτά που ήξερε για την επιθεωρήτρια π ου δεν ήταν άλωστε και πολλά. Δούλευε στην αστυνομία τα τελευταία πέντε χρόνια κι ήταν πολύ καλή στη δουλειά της. Είχε τη φήμη έξυπνης και σκληρής γυναίκας.Τα τελευταία χρόνια ζούσε στο ίδιο σπίτι με το φίλο της. Αλήθεια πώς τον έλεγαν;; έστιψε το μυαλό της και προσπάθησε να θυμηθεί αλλά δεν τα κατάφερε. Τότε ήταν που η ανάγκη να μάθει το όνομά του έγινε γι’αυτήν πολύ σημαντική. Άρχισε να ψάχνει στο ιντερνετ αλλά δε βρήκε τίποτα. Φαίνεται πως η ενριέτα έκρυβε καλά ο΄,τι αφορούσε την προσωπική της ζωή. Δε θα το ήξερε πως συγκατοικούσε με κάποιον αν δεν της έδιναν την πληροφορία αυτή λίγες μέρες πριν. Αφού η έρευνα της δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα βρήκε μια άλλη λύση πιο σίγουρη κι εύκολη. Άρχισε να πληκτρολογεί ένα λακωνικό μήνυμα στο οποίο ζητούσε κι άλλες πληροφορίες για το φίλο της επιθεωρήτριας. Η απάντηση δεν άργησε να έρθει.
-Η μητέρα μου ήταν μια γυναίκα λιγομίλητη και σκυθρωπή συνήθως. Σπάνια έβρισκε χρόνο για να ασχοληθεί με μένα και την αδερφή μου. Η άρτεμη είχε αρχίσει να μιλάει αλλά η ενριέτα δυσκολευόταν να την παρακολουθήσει. Ο νους της έτρεχε πάλι στη λίντα, εκείνη τη στιγμή ήθελε όσο τίποτα να διαβάσει την κατάθεση της Αντωνίας. Ησάρα πάλι δεν έχανε ούτε μια λέξη από τα λόγια της άρτεμης. Μα πώς τα έβρισκε ενδιαφέροντα όλα αυτά;
-Δεν ήταν πολύ όμορφη και ντυνόταν απλά. Διέθετε ωστόσο μια πολύ δυνατή προσωπικότητα και μια επιμονή ακατάβλητη με την οποία κέρδιζε όλαόσα ήθελε. Μας φερόταν καλά σε γενικές γραμμές αλλά λίγες ήταν οι φορές που ερχόταν να παίξει μαζί μας τα βράδια. Αυτό εμένα δε με ενοχλούσε αφού με τον καιρό όλα τα συνηθίζει κανείς αλλά της αδερφής μου δεν της άρεσε καθόλου. Κι αυτό ήταν παράξενο αφού η Άννα ήταν ένα πολύ έξυπνο παιδί, γεμάτο κέφι. Γέμιζε τη μέρα της με πολλές δραστηριότητες, κυρίως πνευματικού χαρακτήρα. Έλυνε δύσκολα μαθηματικά προβλήματα ήδιάβαζε μυθιστορήματα που εγώ αντιπαθούσα. Χαμογέλασε και τελείωσε το τσάι της. Η Ενριέτα γύρισε σελίδα στο σημειωματάριο της κι έγραψε όσο πιο διακριτικά μπορούσε τη λέξη βαριέμαι. Δε μπορούσε να εξηγήσει τι της συνέβαινε αλλά αδυνατούσε να παρακολουθήσει την Άρτεμη. Ξαφνικά ήθελε να μείνει μόνη, την ενοχλούσε ακόμη και η παρουσία της σάρας εκείνη τη στιγμή. Πίεσε ωστόσο τον εαυτό της να συγκεντρωθεί, δε γινόταν διαφορετικά.
-Πόσα χρόνια μεγαλύτερη σου είναι η αδερφή σου;
-πέντε. Είναι και πιο όμορφη από εμένα, πιο ενδιαφέρουσα γυναίκα. Η Άρτεμη την κοίταξε διαπεραστικά. Αλλά αυτό δε με πειράζει, αντίθετα τη θαυμάζω κι εγώ όπως όλοι όσοι τη γνωρίζουν. Όλοι γοητεύονται από εκείνη, αμέσως. Η σάρα τη διέκοψε προσπαθώντας να μη φανεί αγενής.
-έχεις καιρό να τη δεις;
-Ναι, κάποιους μήνες ομολόγησε η κοπέλα σκύβοντας το κεφάλι. Δεν ήρθε στην κηδεία της μαμάς.
-γιατί όχι; Η Ενριέτα σήκωσε το κεφάλι από το μπλοκάκι της.
-δεν προλάβαινε είπε, είχε πολλή δουλειά στο πανεπιστήμιο, δεν ξέρω ακριβώς το λόγο. Τέλος πάντων, καλύτερα να ξαναγυρίσουμε στη μητέρα μου. Θα μιλήσουμε κάποια άλλη φορά για εκείνη αν το θέλετε.
-εντάξει, όπως νομίζεις συνέχισε λοιπόν. Η Άρτεμη πήρε μια βαθιά ανάσα.
-όσο απόμακρη ήταν με μας, τόσο φιλική και γλυκιά ήταν με τη Λίντα. Τη φρόντιζε, της μιλούσε γλυκά, της χάριζε συχνά μικρά δώρα και λουλούδια. Εμένα μου άρεσε αυτό επειδή αγαπούσα τη Λίντα και ήξερα πόσο μόνη ένιωθε. Κάποτε μάλιστα μου είχε πει πως αγαπούσε πολύ τη μητέρα μου. Η αδερφή μου όμως γκρίνιαζε συχνά τα βράδια πριν κοιμηθούμε λέγοντας πως της έλειπε η μαμά. Λοιπόν φαίνεται πως η μητέρα μου ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσε να κάνει τη Λίντα να χαμογελάει τόσο συχνά, δεν ξέρω πως το κατάφερνε αλλά ήταν εκπληκτικό.
Η επιθεωρήτρια άρχισε να γράφει, αυτή η τελευταία φράση είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον της. Τα υπόλοιπα θα έπρεπε να περιμένουν.

η πρώτη υπόθεση

Οκτώβριος 11, 2009

Κεφάλαιο δεκατοτεταρτο
Όσες φορές κι αν την είχε διαβάσει αυτή την κατάθεση το τέλος της την τάραζε και άφηνε στο στόμα της μια γεύση πικρή και άσχημη. Έκλεισε το αρχείο. Δεν ήθελε να διαβάσει περισσότερα εκείνη τη στιγμή. Το κινητό της χτύπησε θαρρείς για να τη βοηθήσει. Άνοιξε την τσάντα της κι άρχισε να το ψάχνει μέσα στα σκόρπια χαρτιά και τα μισοσπασμένα καλυντικά. Ήταν ο αλέξανδρος που έστελνε την πρωινή του καλημέρα. Κι αυτό το sms ήταν αρκετό για να την κάνει να χαμογελάσει και να βρει το κέφι της και πάλι. Όταν θα έφευγε η Άρτεμη θα συνέχιζε το διάβασμα αφού προηγουμένως θα μιλούσε με τη Σάρα για την κοπέλα. Αλήθεια πού ήταν η Σάρα; Ακριβώς εκείνη τη στιγμή χτύπησε η πόρτα και η ψυχολόγος μπηκε στο γραφείο χωρίς να περιμένει να την καλέσει μέσα η ενριέτα.
-Καλημέρα είπε κι άρχισε να τρίβει τα παγωμένα της χέρια. Είσαι καλά; Τι ωραία που είναι εδώ μέσα, ζεστά. Η ενριέτα γέλασε, δεν προλάβαινε να απαντήσει.
-δεν πιστεύω να άργησα συνέχισε η ψυχολόγος βγάζοντας το μάλινο κασκολ της.
-δεν άργησες καθόλου και το ξέρεις καλά. Είναι μόλις εννιάμιση. Ήρθες εδώ πρωί πρωί επειδή θέλεις να μάθεις τι έγινε χτες που πήγα για φαγητό με τον αλέξανδρο. Η Σάρα κοκκίνισε ως τις ρίζες των μαλλιών της αλλά απάντησε χαχανίζοντας.
-Αφού δε μου είπες και πολλά χτες στο τηλέφωνο, ακουγόσουν κάπως παράξενα.
-ήμουν μια χαρά Σάρα απλά έπρεπε να δουλέψω. Για μια στιγμή σκέφτηκε να της το κρύψει αλλά τελικά κατάλαβε πως δεν υπήρχε λόγος να κάνει κάτι τέτοιο.
-δούλεψες χτες το βράδυ; Κρυφά από τον αλέξανδρο;
-ναι, δε χρειάζομαι την έγκριση του για να το κάνω.
-Θα θυμώσει πολύ και το ξέρεις.
-δε θα θυμώσει γιατί πολύ απλά δε θα το μάθει. Είχα πολλή δουλειά Σάρα κι ακόμη έχω δηλαδή. Σκέψου πως δεν έχω προλάβει να διαβάσω όλες τις καταθέσεις και δεν έχω αρχίσει ακόμη να γράφω τα συμπεράσματά μου. Η άλλη γυναίκα κούνησε απογοητευμένη το κεφάλι της.
-πάλι θα γεμίσεις ένα ολόκληρο σημειωματάριο με άχρηστα λόγια και μικροσκοπικά τετραγωνάκια;
-δεν είναι άχρηστα και ναι, πάλι θα το γεμίσω. Θα δουλέψω μεθοδικά κι εντατικά κι αυτή τη φορά θα τα καταφέρω.
-Αυτό το ξέρω. Η σάρα βρήκε ένα κραγιον κι άρχισε να βάφεται. Αυτή η συζήτηση είχε αρχίσει να τη δυσαρεστεί.
-Για πες μου είπε ύστερα από λίγο η επιθεωρήτρια, πότε θα έχουμε νέα από το φίλο σου το γραφολόγο;
-Σε λίγη ώρα θα μιλήσω μαζί του αν δεν επικοινωνήσει εκείνος μαζί μας. Ο δημήτρης είναι πολύ υπεύθυνος άνθρωπος και ξέρει καλά τη δουλειά του. Μου είπε χτες πως θα έχεις την έκθεσή του με φαξ.
-Ωραία μουρμούρισε η ενριέτα και τράβηξε μπροστά της ένα άδειο σημειωματάριο, θα άρχιζε αμέσως δουλειά ή τουλάχιστον αυτό λογάριαζε να κάνει αλλά δεν είχε υπολογίσει την τεράστια επιμον΄η της φίλης της.
-Λοιπόν; Δε θα μου πεις για τον αλέξανδρο;
-τι να σου πω; Πήγαμε και φάγαμε κι ήπιαμε κι ένα μπουκάλι από κείνο το καταπληκτικό κρασί. Ήταν υπέροχο και δε με επηρέασε δυσάρεστα.
-τίποτα πιο ενδιαφέρον από τη γνώμη σου για το κρασί; Η σάρα τέλειωσε το βάψιμο και πέταξε το κόκκινο κραγιον και πάλι μέσα στην τσάντα της. Η επιθεωρήτρια που είχε ήδη αρχίσει να μουτζουρώνει την πρώτη σελίδα εκνευρίστηκε αλλά προσπάθησε να το κρύψει.
-όλα πήγαν καλά και πριν και μετά το φαγητό αν αυτό θέλεις να μάθεις. Ο αλέξανδρος μου φέρθηκε άψογα και δε με άφησε ούτε για μια στιγμή να πλήξω. Κι αυτό θέλει την τέχνη του αφού ζούμε στο ίδιο σπίτι. Σταμάτησε να μιλάει κι έπιασε πάλι το στυλό της. Ίσως να μίλησε κάπως πιο έντονα απ’όσο ήθελε αλλά γνώριζε καλά τη σάρα και ήξερε πως ζούσε για κάτι τέτοιες απαντήσεις.
-μπράβο ενριέτα, τι περίμενες για να μου το πεις; Έπρεπε να το κουβεντιάσουμε χτες το βράδυ αλλά εσύ βιαζοσουν να κλείσεις το τηλέφωνο για να γυρίσεις στους δολοφόνους σου. Η επιθεωρήτρια απέφυγε να απαντήσει και συνέχισε να φτιάχνει σχέδια, δεν είχε έρθει η ώρα να αρχίσει να γράφει τις απόψεις της. Την προηγούμενη φορά που ασχολήθηκε με τη συγκεκριμένη υπόθεση είχε γεμίσει τρια παρόμοια σημειωματάρια τα οποία τελικά είχε πετάξει στα σκουπίδια. Δεν είχε καταφέρει να ξεμπερδέψει τις σκέψεις της.
-πότε επιτέλους θα…η φράση της Σάρας κόπηκε στη μέση, κάποιος χτυπούσε την πόρτα.
-τέλος στις ερωτήσεις σου, καιρός ήταν είπε μισοαστεία μισοσοβαρά η ενριέτα και στράφηκε προς την πόρτα.
-εμπρός. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα αυτή τη φορά και στην είσοδο του γραφείου φάνηκε η Άρτεμη.
-Καλημέρα σας είπε στις δυο γυναίκες και μπήκε στο γραφείο με μεγάλα σίγουρα βήματα. Η ψυχολόγος και η επιθεωρήτρια βάλθηκαν να την κοιτάζουν με θαυμασμό. Η μεταμόρφωσή της ήταν ολοκληρωτική. Η φοβισμένη κοπέλα του χτες είχε δώσει τη θέση της σε μια όμορφη αποφασιστική γυναίκα.
-πώς είσαι; Είπε η ενριέτα και σηκώθηκε για να δώσει το χέρι της.
-Πολύ καλα ευχαριστώ κι εσείς; Η Άρτεμη ανταποκρίθηκε με θέρμη πράγμα που ξάφνιασε ακόμη περισσότερο την ενριέτα.
-είμαστε καλά και οι δυο, μίλησε για λογαριασμό τους. Κάθισε. Η Άρτεμη βολεύτηκε στην ίδια πολυθρόνα που καθόταν και χτες κι έβγαλε τα γάντια της.
-ο καιρός είναι απαίσιος είπε βάζοντας τα στην τσάντα της.
-ναι και δεν το μπορώ το κρύο.
-Ούτε κι εγώ.
-θα ήθελες να πιείς κάτι; Έναν καφέ ίσως, νομίζω πως το παγωμένο τσάι δε σου άρεσε και πολύ.
-Ένας ζεστός καφές θα ήταν ο,τι πρέπει ομολόγησε εκείνη χαμογελώντας της. Η ενριέτα τηλεφώνησε στη Τζίνα και της έδωσε την παραγγελία τους. Εκείνη κι η Σάρα θα έπιναν και πάλι τσάι.
-Λοιπόν είπε όταν η Άρτεμη ήπιε μια γουλιά από τον αχνιστό της καφέ. Είπες πως ξέρεις το δολοφόνο της Λίντας.
-Ναι, το είπα και είναι αλήθεια.
-μήπως να μας τον αποκαλύψεις;
-θα γίνει κι αυτό αλλά όχι ακόμη. Η απάντηση αυτή εξόργισε και πάλι την επιθεωρήτρια.
-άκουσέ με σε παρακαλώ. Αυτή είναι η δεύτερη φορά που ασχολούμαι με αυτή την υπόεθση.
-ναι, την πρώτη οι έρευνές σου κατέληξαν στο κενό τη διέκοψε η Άρτεμη.
-είσαι καλά πληροφορημένη, μπράβο σου. Θα έπρεπε λοιπόν να έχεις καταλάβει πως δεν έχω απεριόριστο χρόνο στη διάθεσή μου.
-Το καταλαβαίνω πολύ καλά, γι’αυτό έγραψα εκείνο το γράμμα. Αλήθεια το έχεις;
-Φυσικά και το έχω.
-Λοιπόν αυτό που θέλω να πω είναι πως δε μου είναι εύκολο να μιλήσω για αυτό. Όταν μάθετε την αλήθεια θα τα καταλάβετε όλα. Ήπιε κι άλλο καφέ και κάρφωσε τα μεγάλα της μάτια διαδοχικά στις δυο γυναίκες. Η Σάρα της ανταπέδωσε το βλέμμα κι αυτό της έδωσε θάρρος.
-ήρθα εδώ αποφασισμένη να μιλήσουμε αλλά θέλω να φτάσουμε στην αλήθεια σιγά σιγά. Μόνο έτσι θα σας πω όλα όσα ξέρω.
-βάζεις και πάλι τους δικούς σου όρους λοιπόν.
-ναι, λυπάμαι, δε μπορεί να γίνει διαφορετικά. Η ενριέτα ετοιμάστηκε να της πει πως μπορούσε να γίνει διαφορετικά αλλά η ψυχολόγος την πρόλαβε.
-εντάξει Άρτεμη, θα γίνει αυτό που θέλεις εσύ. Καταλαβαίνουμε πως η θέση σου είναι δύσκολη και δε θέλουμε να σου προσθέτουμε κι άλλο άγχος στο ήδη υπάρχον. Πες μας γιατί θέλεις να μιλήσουμε, μόνο αν γίνεται να είναι σχετικό με την υπόθεση. Η άρτεμη γέλασε δυνατά.
-φυσικά, δεν ήρθα εδώ να μιλήσω για την ερωτική μου ζωή.
-πολύ καλά είπε κουρασμένα η επιθεωρήτρια. Ευχόταν να ήξερε τι έκανε η σάρα.
-Πες μας λοιπόν, σε ακούμε.
-θέλω να μιλήσουμε για τη μητέρα μου.

η πρώτη υπόθεση

Οκτώβριος 11, 2009

Κεφάλαιο δεκατο τριτο
Μπήκε στο γραφείο της και κλείδωσε πίσω της την πόρτα χωρίς να χαιρετίσει κανέναν όπως πάντα. Άναψε τον κλιματισμό κι άρχισε να τακτοποιεί τα πράγματά της. Τα χέρια της ήταν παγωμένα αλλά ευτυχώς η πλάτη της δεν πονούσε καθόλου, το διαπίστωσε όταν κάθισε στην φαρδιά της πολυθρόνα. Για άλλη μια φορά καθησυχάστηκε και δεν τηλεφώνησε στο γιατρό της βγάζοντας από το μυαλό της όλες τις ενδεχόμενες επιπλοκές που θα μπορούσαν να προκύψουν. Θα το μετάνιωνε αργότερα αλλά αυτό δε θα μπορούσε να το ξέρει εκείνο το πρωί.
Άνοιξε τον υπολογιστή της και βρήκε με ευκολία το αρχείο που διάβαζε χτες το βράδυ. Άρχισε να προσπερνά τις πρώτες σελίδες προσπαθώντας να βρει το σημείο στο οποίο είχε σταματήσει. Είχε τελειώσει το πρώτο μέρος της κατάθεσης του πατέρα της λίντας.εκτός από το δεύτερο μέρος της κατάθεσης αυτής έμεναν αρκετές ακόμη καταθέσεις. Κοίταξε την ώρα πριν κάνει οτιδήποτε άλλο. Ήταν εννιά παρα τέταρτο. Χάρηκε, είχε χρόνο να συνεχίσει το διάβασμα μέχρι την επίσκεψη εκείνης της κοπέλας. Επίσης έπρεπε να επικοινωνήσει με το γραφολόγο αν δεν την προλάβαινε εκείνος δηλαδή,. Η περιέργια της είχε φουντώσει στη θύμιση εκείνης της κοπέλας. Ίσως η σάρα παρατηρώντας τη να είχε κι άλλα να της πει. Έβγαλε το σακάκι της και το πέταξε δίπλα της πάνω στο γραφείο, ο χώρος είχε αρχίσει να ζεσταίνεται κι αυτό της άρεσε. Το κρύο την ενοχλούσε.
Αφού ετοιμάστηκε φόρεσε τα γυαλιά της. Χτες τα έψαχνε όλη τη μέρα και τελικά τα βρήκε σήμερα. Αμέσως μόλις διάβασε την πρώτη γραμμή όλες τις οι σκέψεις εξανεμίστηκαν.
«γύρισα στο σπίτι αργά το ίδιο βράδυ. Δυστυχώς είχαν παρουσιαστεί κάποιες επιπλοκές που δεν τις είχαμε υπολογίσει ούτε εγώ ούτε ο συνάδελφός μου κι αναγκάστηκα να αλλάξω τακτική. Η εγχείρηση τράβηξε σε μάκρος, αυτό δε θα με ενοχλούσε πολύ αν δε σκεφτόμουν τη λίντα. Για άλλη μια φορά ένιωσα ανήσυχος και μπερδεμένος. Μήπως η Αλίκη είχε γυρίσει στο σπίτι; Θα της τηλεφωνούσα στο κινητό αμέσως μόλις τελείωνα τη δουλειά μου. Μερικές ώρες αργότερα βρισκόμουν στο γραφείο μου. Έτρεμα από την κούραση. Ευτυχώς τα πράγματα είχαν εξελιχθεί πολύ καλά κι αυτό με γέμιζε με ικανοποίηση αλλά τα πόδια μου έτρεμαν. Σπάνια μου συνέβαινε κάτι τέτοιο, συνήθως διατηρούσα την ψυχραιμία μου ακόμη κι όταν είχα να κάνω με τα πιο δύσκολα περιστατικά. Κατέληξα στο συμπέρασμα πως έφταιγε το άγχος για την κόρη μου και άρχισα να ψάχνω για το κονιακ που είχα φυλαγμένο σε ένα ντουλάπι. Το βρήκα και ήπια μια μικρή ποσότητα κι ύστερα έβαλα το μπουκάλι πίσω στη θέση του. Λίγη ώρα αργότερα μια γλυκιά ευεργετική ζεστασιά άρχισε να τυλήγει το σώμα μου διώχνοντας μακριά την κούραση μου. Πήρα το κινητό μου και τηλεφώνησα στην αλίκη. Δεν ξέρω γιατί θέλησα να μιλήσω με εκείνη πρώτα, ποτέ δεν κατάφερα να εξηγήσω την παρόρμηση μου αυτή. Εκείνη δεν απαντούσε κι αυτό δε με χαροποίησε καθόλου. Άφησα να περάσουν ένα δυο λεπτά και δοκίμασα ξανά αλλά δεν πέτυχα καλύτερα αποτελέσματα. Τότε για πρώτη φορά μου ήρθε η ιδέα πως η γυναίκα μου είχε εραστή. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχα την παραμικρή ένδειξη για κάτι τέτοιο αλλά όσο περνούσε η ώρα το σκεφτόμουν όλο και περισσότερο. Δυο σύντομα χτυπήματα στην πόρτα με έκαναν να αναπηδήσω στη θέση μου. Ήταν η συνάδελφος μου που είχε τηλεφωνήσει λίγες ώρες πριν. Είχε φέρει κάποιες εξετάσεις του ασθενούς που χειρούργησα για να τις ξαναδώ κι αυτός ήτανάλωστε ο λόγος που βρισκόμουν ακόμη εκεί. Την ευχαρίστησα και πήρα στα χέρια μου το φάκελο καθώς εκείνη έβγαινε από το γραφείο. Βεβαιώθηκα πως όλες οι εξετάσεις που είχα ζητήσει ήταν εκεί μέσα και πήρα ξανά στα χέρια μου το τηλέφωνο. Αυτή τη φορά κάλεσα το σπίτι μου. Περίμενα πολλή ώρα αλλά κανείς δεν απάντησε. Ούτε αυτό μου άρεσε. Σηκώθηκα και φόρεσα το σακάκι μου. Έφυγα βιαστικά με το χοντρό φάκελο κάτω από τη μασχάλη μου.δε θυμάμαι να είχα οδηγήσει ποτέ πιο γρήγορα και αφηρημένα κι είναι θαύμα πως κατάφερα να φτάσω στο σπίτι σώος και αβλαβής».
Το τηλέφωνο χτύπησε και η ενριέτα το σήκωσε αμέσως.
-παρακαλώ;
-Καλημέρα αγάπη μου. Η φωνή της μητέρας της έφτασε ως αυτήν καθαρή και δυνατή. Ένας αναστεναγμός πνίγηκε στο λαιμό της επιθεωρήτριας.
-Γεια σου μαμά είπε προσπαθώντας να φανεί ευδιάθετη. Πώς είσαι;
-Καλά, πολύ καλά. Εσύ; Πώς κοιμήθηκες; Το χαμόγελο που χαράχτηκε στα χείλη της νέας γυναίκας αυτή τη φορά ήταν αυθόρμητο και ειλικρινές. Όσα χρόνια κι αν περνούσαν η μητέρα της θα ανησυχούσε το ίδιο γι’αυτή και θα της έκανε κάθε πρωί τις ίδιες ερωτήσεις.
-Κοιμήθηκα καλά, μην ανησυχείς.
-μα είναι νωρίς, γιατί πήγες τόσο πρωί στη δουλειά;
-Δεν είναι νωρίς μαμά είναι εννιά. Κι άλωστε σε λίγο έχω ένα ραντεβού. Εσείς; Τι κάνετε;
-ο πατέρας σου ήπιε πολύ χτες το βράδυ και δε θα ξυπνήσει πριν πάει μεσημέρι. Η φωνή της γυναίκας είχε γίνει πικρόχολη. Η ενριέτα γέλασε κοφτά.
-καλά έκανε ο άνθρωπος, άφησέ τον ήσυχο επιτέλους. Πρέπει να παραδεχτείς πως δεν το κάνει συχνά αυτό. Έχει ανάγκη να διασκεδάσει λίγο.
-Κι εγώ; Δεν έχω;
-Φυσικά μαμά, την ίδια ανάγκη έχεις κι εσύ κι εγώ κι όλοι οι άνθρωποι. Γιατί δεν πας απόψε να παίξεις χαρτιά με τις φίλες σου;
-Λες; Ίσως, γιατί όχι; Βαρέθηκα στο σπίτι. Η ενριέτα ανακουφίστηκε.
-αυτό να κάνεις κι άυριο να μου τηλεφωνήσεις και να με ενημερώσεις για τα κέρδη σου. Και τώρα άσε με να συνεχίσω τη δουλειά μου. Άνοιξε την τηλεόραση, κάτι θα βρεις να παρακολουθήσεις. ΄έκλεισε το τηλέφωνο γρήγορα πριν προλάβει να απαντήσει η άλλη γυναίκα.
Δεν ήθελε να αρχίσουν μια ψμακροσκελή κι άγονη συζήτηση για το φαγητό τον πατέρα της και τις φίλες τους. Αφοσιώθηκε και πάλι στο διάβασμα.
«μπήκα στο σπίτι αθόρυβα σχεδόνΜα.λΛίγο πριν ακούμπησα το αφτί μου στην πόρτα. Από μέσα έρχονταν κάποιοι πνιχτοί ήχοι. Ξεκλείδωσα και πέρασα τρέχοντας το σαλόνι. Ο θόρυβος ερχόταν από τα δωμάτια του πάνω ορόφου. Δε συνάντησα κανέναν στο πέρασμά μου από εκείκι αυτό με παραξένεψε. Ανέβηκα δυο δυο τα μεγάλα σκαλιά αλλά τα βήματά μου πνίγηκαν στο παχύ χαλί. Σύντομα κατάλαβα πως οι ήχοι έβγαιναν από το δωμάτιο της κόρης μου. Έφτασα έξω από την πόρτα και την άνοιξα απότομα. Στο κέντρο του δωματίου στεκόταν όρθια η αλίκη. Έφτασε να την κοιτάξω μια στιγμή για να καταλάβω πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ήταν χλωμή και τα μάτια της ήταν κόκκινα. Λίγα δευτερόλεπτα ατγότερα κατάλαβα πως η κόρη μου ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της.
-τι συμβαίνει εδώ; Ρώτησα επιτακτικά μη μπορώντας να συγκρατηθώ άλλο. Η αλίκη στράφηκε αργά αργά προς το μέρος μου.
-γύρισα πριν λίγο προσπάθησε να πει αλλά οι λέξεις μπερδεύτηκαν στο λαιμό της. Την αγνόησα και γονάτισα μπροστά στη Λίντα.
-τι έχει το παιδί; Η φωνή μου ήταν όμοια με κρύο ατσάλι κι αυτό το λέω επειδή η αλίκη ταράχτηκε πολύ ακούγοντάς τη και βγήκε από το λήθαργό της.
-μην την αγγίζεις σε παρακαλώ είπε προσπαθώντας να μιάσει τα χέρια μου.
-γιατί όχι; Μίλα για το θεό.
-είμαι νεκρή μουρμούρισε καρφώνοντας τα μάττια της στα παπούτσια της. Φώναξα το γιατρό θα έρθει από στιγμή σε στιγμή. Πανικοβλήθηκα κι άρχισα να σφίγγω με μανία τα χέρια της,
-τι λες; Νεκρή; Και ποιο γιατρό φώναξες; Εγώ είμαι γιατρός. Τι έχει το παιδί μου; Μια κραυγή πόνου ξέφυγε από τα χείλη της κι εγώ άφησα τα χέρια της απότομα κι έπιασα τον καρπό της κόρης μου. Η λογική μου υπερίσχυσε και πάλι. Όλος ο κόσμος χάθηκε από μπροστά μου, η Λίντα ήταν νεκρή. Η Γυναίκα μου είχε δίκιο».

η πρωτη υποθεση

Οκτώβριος 10, 2009

Κεφάλαιο δωδέκατο
Ξύπνησε λουσμένη στον ιδρώτα. Έμεινε ακίνητη για λίγο προσπαθώντας να καταλάβει τι ώρα ήταν και που βρισκόταν. Της πήρε ένα λεπτό να θυμηθεί πως ήταν στο σπίτι της. Η ομίχλη του μυαλού της άρχισε να διαλύεται σιγά σιγά κι αμέσως μόλις ξεκαθάρισε το τοπίο άπλωσε το χέρι της στο κομοδίνο να βρει το κινητό της.
Παραλίγο να το ρίξει κάτω αλλά τελικά κατάφερε να το φέρει κοντά στο πρόσωπό της. Η ώρα ήταν δύο και μισή το πρωί. Αναστέναξε κι άφησε τη συσκευή να πέσει δίπλα της στο μαξιλάρι. Έβαλε γρήγορα το χέρι μέσα στο πάπλωμα. Κρύωνε πολύ. Φυσικά, ήταν άρρωστη. Αυτό είχε αργήσει πιο πολύ να το θυμηθεί. Δοκίμασε να καταπιεί κι ο πόνος του λαιμού της την έκανε να σαστίσει. Τόσο άσχημα ήταν λοιπόν τα πράγματα; Κι είχε τόσες δουλειές να κάνει. Ανάγκασε τον εαυτό της να σηκωθεί από το κρεβάτι. Τα πόδια της μόλις που την υπάκουσαν. Φόρεσε ένα πουλώβερ κι άρχισε να ψάχνει για τις παντόφλες της. Τις βρήκε κάτω από το κρεβάτι. Τα ρίγη άρχισαν να γίνονται πιο έντονα καθώς διέσχιζε το σπίτι για να μπει στην κουζίνα. Έβαλε το νερό να βράσει κι άρχισε να ψάχνει στα ντουλάπια για τα φακελάκια του τσαγιού. Υπήρχαν φακελάκια με γεύση μέντας και πορτοκαλιού μα φαίνεται πως το βατόμουρο είχε τελειώσει. Τελικά αρκέστηκε στη μέντα. Με την αχνιστή κούπα στο χέρι μπήκε ξανά στην κρεβατοκάμαρά και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Κανονικά έπρεπε να κοιμηθεί ξανά αλλά εκείνες οι μέρες ήταν δύσκολες και πολύ φορτωμένες. Ήταν βέβαιη πως στο ηλεκτρονικό της ταχυδρομείο θα υπήρχε κάποιο μήνυμα που θα την ενημέρωνε για τις επόμενες κινήσεις της. Ήπιε μια γουλιά κι άπλωσε ξανά το χέρι για να πάρει τις ασπιρίνες αυτή τη φορά. Ήπιε δυο καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθια να μην αδειάσει το στομάχι της. Η γεύση τους ήταν το λιγότερο δυσάρεστη. Έπρεπε ωστόσο να την αντέξει αν ήθελε να δουλέψει εκείνο το βράδυ. Τράβηξε το πάπλωμα πάνω από το κεφάλι της κι άρχισε να παίρνει βαθιές ανάσες. Το κεφάλι της πονούσε φρικτά αλλά ούτε λόγος να βάλει το θερμόμετρο, δεν είχε ιδέα που βρισκόταν.
Μισή ώρα αργότερα ξυπνούσε ξανά. Πετάχτηκε αλαφιασμένη από το κρεβάτι, δεν είχε καταλάβει πως είχε αποκοιμηθεί για δεύτερη φορά. Κάτι έπρεπε να κάνει, δεν υπήρχε χρόνος για ύπνο. Δοκίμασε ξανά να καταπιεί κι αυτή τη φορά ο πόνος δεν ήταν το ίδιο δυνατός. Φαίνεται πως οι ασπιρίνες είχαν αρχίσει τη δράση τους. Αυτό τη χαροποίησε. Σηκώθηκε γρήγορα από το κρεβάτι κι άνοιξε το συρτάρι μέσα στο οποίο βρισκόταν το λαπτοπ. Το έβγαλε από τη θήκη του κι επέστρεψε στο κρεβάτι. Το άνοιξε βιαστικά και πληκτρολόγησε τον κωδικό που θα της έδινε πρόσβαση στην ηλεκτρονική της αλληλογραφία. Δεν άργησε να γίνει η είσοδός της στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Με μια πρώτη ματιά διαπίστωσε πως είχε 3 νέα εισερχόμενα μηνύματα. Το πρώτο ήταν μια ενημέρωση από την αγαπημένη της εταιρία καλυντικών. Το προσπέρασε, θα το διάβαζε αργότερα. Το δεύτερο ήταν από ένα φίλο της που ζούσε κάπου στο εξωτερικό. Το διάβασε βιαστικά και πληκτρολόγησε μια γρήγορη απάντηση. Αύριο θα του τηλεφωνούσε. Άνοιξε και το τρίτο μήνυμα και διαπίστωσε πως ήταν από εκεί που περίμενε. Ήταν μακροσκελές πράγμα ασυνήθιστο. Φαίνεται πως θα της έδιναν οδηγίες για τη συνέχεια. Άρχισε να διαβάζει ρουφώντας τη μύτη της. Πράγματι το μήνυμα ήταν γεμάτο σαφείς οδηγίες για τις επόμενες κινήσεις της. Μόλις το διάβασε το διέγραψε κι άρχισε να σκέφτεται. Έπρεπε να σπάσει εκείνον τον καταραμένο κωδικό. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Όλα εκεί οδηγούσαν. Βέβαια δεν ήταν η πρώτη φορά που αναγκαζόταν να κάνει κάτι τέτοιο αλλά αυτή τη φορά τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα αφού έπρεπε να μπει στα αρχεία της αστυνομίας.
Άρχισε να πληκτρολογεί το κωδικό όνομα διπλό αδιέξοδο. Σίγουρα το συγκεκριμένο αρχείο προστατευόταν αλλά την πλήρωναν για να σπάσει αυτή την προστασία και θα τα κατάφερνε. Στην αρχή κανένα αποτέλεσμα δεν αμφανιζόταν στην οθόνη της και τα νεύρα της άρχισαν να σπάνε, σε αυτό συνέβαλε και η αρρώστια της όπως ήταν φυσικό. Ωστόσο ήταν πεισματάρα κι αυτό την είχε βοηθήσει πολύ στη δουλειά της. Έτσι άρχισε να εντείνει τις προσπάθιές της και δεν άργησε να δικαιωθεί. Η συγκεκριμενη επιθεωρήτρια ήταν αναμφίβολα πολύ έξυπνη αλλά η κοκκινομάλλα αυτή γυναίκα ήταν άσος στους υπολογιστές. Μπήκε στη σελίδα των παλιών υποθέσεων κι άρχισε να ανοίγει ένα ένα όλα τα αρχεία. Της πήρε παραπάνω από ο,τι υπολόγιζε αλλά αυτό δεν την πείραξε. Όλαθα γίνονταν σωστά και μεθοδικά. Μια ώρα αργότερα είχε εντοπίσει επιτέλους το φάκελο με τον παράξενο εκείνο τίτλο. Πανευτυχής δοκίμασε να τον ανοίξει. Σύντομα όμως η χαρά της διαλύθηκε αφού η είσοδος στο φάκελο δεν επιτρεπόταν. Άρχισε να βρίζει μέσα από τα δόντια της πασχίζοντας να σκεφθεί κάτι. Λίγο αργότερα κατάλαβε πως ο κωδικός εισόδου ήταν απαραίτητος. Σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάεινευρικά. Τώρα είχε φτάσει στο πιο κρίσιμο σημείο. Τι θα μπορούσε να έχει βάλει η καταραμένη εκείνη επιθεωρήτρια για κωδικό πρόσβασης στο αρχείο εκείνο; Την είχε παιδέψει πολύ αυτή η υπόθεση και οι πρώτες της έρευνες δεν είχαν τελεσφορήσει.
Συνεχίζοντας να ρουφά τη μύτη της επέστρεψε στον υπολογιστή. Ξαφνικά της είχε έρθει η ιδέα να δει εκείνη τη γυναίκα. Ίσως αυτό να τη βοηθούσε. Δεν άργησε να βρει μια φωτογραφία της. Άρχισε να την παρατηρεί σμίγοντας τα φρύδια της. Ήταν μια νέα γυναίκα γύρω στα τριάντα καλοφτιαγμένη με όμορφο πρόσωπο και γυαλιστερά σκουρόχρωμα μαλλιά. Σταμάτησε να την κοιτά μόνο όταν πίστεψε πως είχε αρχίσει να την καταλαβαίνει. Κάτι πάνω της της φαινόταν παράξενο, αργότερα συνειδητοποίησε πως ήταν τα μάτια της, σπινθηροβόλα γεμάτα πείσμα. Αυτό έπρεπε να το είχε φανταστεί. Πώς αλλιώς να είχε αρχίσει και πάλι την ενασχόληση της με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Οποιοσδήποτε άλλος θα είχε αποθαρρυνθεί αλλά εκείνη όχι.
«Πότε να είχε γενέθλια η ενριέτα»; Άρχισε να ψάχνει και δεν άργησε να το βρει. Ήταν παρθένος όπως κι εκείνη. Τρεις ενάτου. Το πληκτρολόγησε αμφιβάλλοντας ήδη και πράγματι τίποτα δεν έγινε. Παραήταν προφανές αυτό. Κι όλες οι προσπάθιες που ακολούθησαν κατέληξαν στο κενό. Έγινε φανερό πως δε μπορούσε να προχωρήσει έτσι. Η πείρα και η εφευρετικότητά της δε θα τη βοηθούσαν εκείνη τη στιγμή. Έκλεισε τον υπολογιστή λίγο πριν ξημερώσει. Της χρειαζόταν λίγος ύπνος αλλά για να την έπαιρνε ο ύπνος έπρεπε να πάρει μια ασπιρίνη αφού ο ποοκέφαλος είχε αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία του. Ξάπλωσε μουδιασμένη και απογοητευμένη. Σίγουρα δεν ήταν ευχαριστημένη με τον εαυτό της.
Η ενριέτα ξύπνησε από τον παρατεταμένο ήχο του ξυπνητηριού. Άρχισε να το ψάχνει και τελικά το έριξε στο πάτωμα. Έπεσε κάνοντας έναν ξερό μεταλικό ήχο. Ο αλέξανδρος στο πλάι της αναδεύτηκε νυσταγμένα.
-Να το πιάσω; Ρώτησε μέσα από τα δόντια του.
-όχι, κοιμίσου εσύ απάντησε βραχνά η γυναίκα και σηκώθηκε βιαστικά. Έπιασε το μικρό ρολόι και το σταμάτησε φουρκισμένη. Η μέρα της δεν είχε ξεκινήσει καθόλου καλά. Το πέταξε μέσα σε ένα συρτάρι του κομοδίνου και παίρνοντας τα ρούχα της βγήκε παραπατώντας από το δωμάτιο.
Ήπιε ένα ποτήρι παγωμένο τσάι και μετά μπήκε στο μπάνιο πετώντας ένα ένα τα ρούχα της. Χώθηκε κάτω από το ντους προετοιμάζοντας τον εαυτό της γι’αυτό που θα ακολουθούσε. Άνοιξε τη βρύση ρυθμίζοντας το νερό έτσι ώστε να βγαίνει παγωμένο κι άρχισε να πλένει το πρόσωπό της. Στην αρχή θέλησε να φωνάξει αλλά συγκράτησε τον εαυτό της. Λίγο αργότερα το σώμα της συνήθιζε τη θερμοκρασία του νερού που τώρα έμοιαζε σχεδόν ευχάριστο. Έκλεισε τη βρύση μόνο όταν ένιωσε να κρυώνει και πάλι. Σκουπίστηκε γρήγορα με την πετσέτα κι ύστερα άρχισε να ανοίγει με θόρυβο τα ντουλαπάκια του μπάνιου ξεχνώντας και πάλι τον αλέξανδρο που κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο. Βρήκε την λοσιον που έψαχνε κι άρχισε να τρίβει το σώμα της. Το άρωμα του πορτοκαλιού γέμισε το χώρο τριγύρω. Κι ύστερα σειρά είχε η αντίστοιχη κρέμα προσώπου. Ευτυχώς τη βρήκε πιο εύκολα. Όταν τέλειωσε κι αυτό άρχισε να ντύνεται. Φόρεσε ένα μπλε τζιιν παντελόνι κι ένα λευκό πουκάμισο. Εκείνο το πρωί δε βάφτηκε καθόλου. Ένιωθε καλά και με μια προσεκτική ματία διαπίστωσε με χαρά πως οι ώρες της ξαγρύπνιας δεν την είχαν επηρεάσει καθόλου.

επιστροφη

Οκτώβριος 10, 2009

Κάπου εδώ είμαι κι εγώ. είναι αλήθεια πως εξαφανίσθηκα αυτές τις μέρες και εγκατέλειψα για λίγο την ιστορία που γράφω. αλλά δε μπορούσε να γίνει διαφορετικά.
μια φίλη ήταν εκείνη που με έκανε να καταλάβω τι ήταν αυτό που μου συνέβαινε και την ευχαριστώ γι’αυτό.
εγώ πίστευα πως ήμουν καλά ήρεμη και προσγειωμένη αλλά τελικά αποδείχθηκε πως έκανα λάθος. Στην πραγματικότητα βρισκόμουν σε πλάνη αλλά εντάξει τα πράγματα μπήκαν στη σωστή σειρά χάρη σε κείνη.
λοιπόν αυτές τις μέρες με απασχολεί πολύ έντονα ένας ήχος που για τους πιο πολλούς δε σημαίνει τίποτα. αναφέρομαι στον ήχο που κάνει ένα γυάλινο ποτήρι όταν σπάσει. Για μένα το ποτήρι που σπάει σημαίνει μια καταστροφήπου θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί.
για εσάς δεν ξέρω. το πιο πιθανό είναι να μη σημαίνει απολύτως τίποτα.
Πάντως όλοι οι ήχοι είναι προφητικοί κατά τη γνώμη μου. Τέλοσπάντων αρκετά φλυάρησα. θα επανέλθω με αυτό που θα έπρεπε να έχω αναρτήσει εδώ και αρκετές μέρες.