η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο δεκατο τριτο
Μπήκε στο γραφείο της και κλείδωσε πίσω της την πόρτα χωρίς να χαιρετίσει κανέναν όπως πάντα. Άναψε τον κλιματισμό κι άρχισε να τακτοποιεί τα πράγματά της. Τα χέρια της ήταν παγωμένα αλλά ευτυχώς η πλάτη της δεν πονούσε καθόλου, το διαπίστωσε όταν κάθισε στην φαρδιά της πολυθρόνα. Για άλλη μια φορά καθησυχάστηκε και δεν τηλεφώνησε στο γιατρό της βγάζοντας από το μυαλό της όλες τις ενδεχόμενες επιπλοκές που θα μπορούσαν να προκύψουν. Θα το μετάνιωνε αργότερα αλλά αυτό δε θα μπορούσε να το ξέρει εκείνο το πρωί.
Άνοιξε τον υπολογιστή της και βρήκε με ευκολία το αρχείο που διάβαζε χτες το βράδυ. Άρχισε να προσπερνά τις πρώτες σελίδες προσπαθώντας να βρει το σημείο στο οποίο είχε σταματήσει. Είχε τελειώσει το πρώτο μέρος της κατάθεσης του πατέρα της λίντας.εκτός από το δεύτερο μέρος της κατάθεσης αυτής έμεναν αρκετές ακόμη καταθέσεις. Κοίταξε την ώρα πριν κάνει οτιδήποτε άλλο. Ήταν εννιά παρα τέταρτο. Χάρηκε, είχε χρόνο να συνεχίσει το διάβασμα μέχρι την επίσκεψη εκείνης της κοπέλας. Επίσης έπρεπε να επικοινωνήσει με το γραφολόγο αν δεν την προλάβαινε εκείνος δηλαδή,. Η περιέργια της είχε φουντώσει στη θύμιση εκείνης της κοπέλας. Ίσως η σάρα παρατηρώντας τη να είχε κι άλλα να της πει. Έβγαλε το σακάκι της και το πέταξε δίπλα της πάνω στο γραφείο, ο χώρος είχε αρχίσει να ζεσταίνεται κι αυτό της άρεσε. Το κρύο την ενοχλούσε.
Αφού ετοιμάστηκε φόρεσε τα γυαλιά της. Χτες τα έψαχνε όλη τη μέρα και τελικά τα βρήκε σήμερα. Αμέσως μόλις διάβασε την πρώτη γραμμή όλες τις οι σκέψεις εξανεμίστηκαν.
«γύρισα στο σπίτι αργά το ίδιο βράδυ. Δυστυχώς είχαν παρουσιαστεί κάποιες επιπλοκές που δεν τις είχαμε υπολογίσει ούτε εγώ ούτε ο συνάδελφός μου κι αναγκάστηκα να αλλάξω τακτική. Η εγχείρηση τράβηξε σε μάκρος, αυτό δε θα με ενοχλούσε πολύ αν δε σκεφτόμουν τη λίντα. Για άλλη μια φορά ένιωσα ανήσυχος και μπερδεμένος. Μήπως η Αλίκη είχε γυρίσει στο σπίτι; Θα της τηλεφωνούσα στο κινητό αμέσως μόλις τελείωνα τη δουλειά μου. Μερικές ώρες αργότερα βρισκόμουν στο γραφείο μου. Έτρεμα από την κούραση. Ευτυχώς τα πράγματα είχαν εξελιχθεί πολύ καλά κι αυτό με γέμιζε με ικανοποίηση αλλά τα πόδια μου έτρεμαν. Σπάνια μου συνέβαινε κάτι τέτοιο, συνήθως διατηρούσα την ψυχραιμία μου ακόμη κι όταν είχα να κάνω με τα πιο δύσκολα περιστατικά. Κατέληξα στο συμπέρασμα πως έφταιγε το άγχος για την κόρη μου και άρχισα να ψάχνω για το κονιακ που είχα φυλαγμένο σε ένα ντουλάπι. Το βρήκα και ήπια μια μικρή ποσότητα κι ύστερα έβαλα το μπουκάλι πίσω στη θέση του. Λίγη ώρα αργότερα μια γλυκιά ευεργετική ζεστασιά άρχισε να τυλήγει το σώμα μου διώχνοντας μακριά την κούραση μου. Πήρα το κινητό μου και τηλεφώνησα στην αλίκη. Δεν ξέρω γιατί θέλησα να μιλήσω με εκείνη πρώτα, ποτέ δεν κατάφερα να εξηγήσω την παρόρμηση μου αυτή. Εκείνη δεν απαντούσε κι αυτό δε με χαροποίησε καθόλου. Άφησα να περάσουν ένα δυο λεπτά και δοκίμασα ξανά αλλά δεν πέτυχα καλύτερα αποτελέσματα. Τότε για πρώτη φορά μου ήρθε η ιδέα πως η γυναίκα μου είχε εραστή. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχα την παραμικρή ένδειξη για κάτι τέτοιο αλλά όσο περνούσε η ώρα το σκεφτόμουν όλο και περισσότερο. Δυο σύντομα χτυπήματα στην πόρτα με έκαναν να αναπηδήσω στη θέση μου. Ήταν η συνάδελφος μου που είχε τηλεφωνήσει λίγες ώρες πριν. Είχε φέρει κάποιες εξετάσεις του ασθενούς που χειρούργησα για να τις ξαναδώ κι αυτός ήτανάλωστε ο λόγος που βρισκόμουν ακόμη εκεί. Την ευχαρίστησα και πήρα στα χέρια μου το φάκελο καθώς εκείνη έβγαινε από το γραφείο. Βεβαιώθηκα πως όλες οι εξετάσεις που είχα ζητήσει ήταν εκεί μέσα και πήρα ξανά στα χέρια μου το τηλέφωνο. Αυτή τη φορά κάλεσα το σπίτι μου. Περίμενα πολλή ώρα αλλά κανείς δεν απάντησε. Ούτε αυτό μου άρεσε. Σηκώθηκα και φόρεσα το σακάκι μου. Έφυγα βιαστικά με το χοντρό φάκελο κάτω από τη μασχάλη μου.δε θυμάμαι να είχα οδηγήσει ποτέ πιο γρήγορα και αφηρημένα κι είναι θαύμα πως κατάφερα να φτάσω στο σπίτι σώος και αβλαβής».
Το τηλέφωνο χτύπησε και η ενριέτα το σήκωσε αμέσως.
-παρακαλώ;
-Καλημέρα αγάπη μου. Η φωνή της μητέρας της έφτασε ως αυτήν καθαρή και δυνατή. Ένας αναστεναγμός πνίγηκε στο λαιμό της επιθεωρήτριας.
-Γεια σου μαμά είπε προσπαθώντας να φανεί ευδιάθετη. Πώς είσαι;
-Καλά, πολύ καλά. Εσύ; Πώς κοιμήθηκες; Το χαμόγελο που χαράχτηκε στα χείλη της νέας γυναίκας αυτή τη φορά ήταν αυθόρμητο και ειλικρινές. Όσα χρόνια κι αν περνούσαν η μητέρα της θα ανησυχούσε το ίδιο γι’αυτή και θα της έκανε κάθε πρωί τις ίδιες ερωτήσεις.
-Κοιμήθηκα καλά, μην ανησυχείς.
-μα είναι νωρίς, γιατί πήγες τόσο πρωί στη δουλειά;
-Δεν είναι νωρίς μαμά είναι εννιά. Κι άλωστε σε λίγο έχω ένα ραντεβού. Εσείς; Τι κάνετε;
-ο πατέρας σου ήπιε πολύ χτες το βράδυ και δε θα ξυπνήσει πριν πάει μεσημέρι. Η φωνή της γυναίκας είχε γίνει πικρόχολη. Η ενριέτα γέλασε κοφτά.
-καλά έκανε ο άνθρωπος, άφησέ τον ήσυχο επιτέλους. Πρέπει να παραδεχτείς πως δεν το κάνει συχνά αυτό. Έχει ανάγκη να διασκεδάσει λίγο.
-Κι εγώ; Δεν έχω;
-Φυσικά μαμά, την ίδια ανάγκη έχεις κι εσύ κι εγώ κι όλοι οι άνθρωποι. Γιατί δεν πας απόψε να παίξεις χαρτιά με τις φίλες σου;
-Λες; Ίσως, γιατί όχι; Βαρέθηκα στο σπίτι. Η ενριέτα ανακουφίστηκε.
-αυτό να κάνεις κι άυριο να μου τηλεφωνήσεις και να με ενημερώσεις για τα κέρδη σου. Και τώρα άσε με να συνεχίσω τη δουλειά μου. Άνοιξε την τηλεόραση, κάτι θα βρεις να παρακολουθήσεις. ΄έκλεισε το τηλέφωνο γρήγορα πριν προλάβει να απαντήσει η άλλη γυναίκα.
Δεν ήθελε να αρχίσουν μια ψμακροσκελή κι άγονη συζήτηση για το φαγητό τον πατέρα της και τις φίλες τους. Αφοσιώθηκε και πάλι στο διάβασμα.
«μπήκα στο σπίτι αθόρυβα σχεδόνΜα.λΛίγο πριν ακούμπησα το αφτί μου στην πόρτα. Από μέσα έρχονταν κάποιοι πνιχτοί ήχοι. Ξεκλείδωσα και πέρασα τρέχοντας το σαλόνι. Ο θόρυβος ερχόταν από τα δωμάτια του πάνω ορόφου. Δε συνάντησα κανέναν στο πέρασμά μου από εκείκι αυτό με παραξένεψε. Ανέβηκα δυο δυο τα μεγάλα σκαλιά αλλά τα βήματά μου πνίγηκαν στο παχύ χαλί. Σύντομα κατάλαβα πως οι ήχοι έβγαιναν από το δωμάτιο της κόρης μου. Έφτασα έξω από την πόρτα και την άνοιξα απότομα. Στο κέντρο του δωματίου στεκόταν όρθια η αλίκη. Έφτασε να την κοιτάξω μια στιγμή για να καταλάβω πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ήταν χλωμή και τα μάτια της ήταν κόκκινα. Λίγα δευτερόλεπτα ατγότερα κατάλαβα πως η κόρη μου ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της.
-τι συμβαίνει εδώ; Ρώτησα επιτακτικά μη μπορώντας να συγκρατηθώ άλλο. Η αλίκη στράφηκε αργά αργά προς το μέρος μου.
-γύρισα πριν λίγο προσπάθησε να πει αλλά οι λέξεις μπερδεύτηκαν στο λαιμό της. Την αγνόησα και γονάτισα μπροστά στη Λίντα.
-τι έχει το παιδί; Η φωνή μου ήταν όμοια με κρύο ατσάλι κι αυτό το λέω επειδή η αλίκη ταράχτηκε πολύ ακούγοντάς τη και βγήκε από το λήθαργό της.
-μην την αγγίζεις σε παρακαλώ είπε προσπαθώντας να μιάσει τα χέρια μου.
-γιατί όχι; Μίλα για το θεό.
-είμαι νεκρή μουρμούρισε καρφώνοντας τα μάττια της στα παπούτσια της. Φώναξα το γιατρό θα έρθει από στιγμή σε στιγμή. Πανικοβλήθηκα κι άρχισα να σφίγγω με μανία τα χέρια της,
-τι λες; Νεκρή; Και ποιο γιατρό φώναξες; Εγώ είμαι γιατρός. Τι έχει το παιδί μου; Μια κραυγή πόνου ξέφυγε από τα χείλη της κι εγώ άφησα τα χέρια της απότομα κι έπιασα τον καρπό της κόρης μου. Η λογική μου υπερίσχυσε και πάλι. Όλος ο κόσμος χάθηκε από μπροστά μου, η Λίντα ήταν νεκρή. Η Γυναίκα μου είχε δίκιο».

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: