η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο δέκατο πέμπτο
Ξύπνησε λίγο πριν τις δέκα. Το διαπίστωσε όταν κοίταξε το ρολόι που ήταν στο κομοδίνο. Ήταν ένα ρολόι χειρός πραγματικό κόσμημα. Το αγόρασε ένα χρόνο πριν στο παρίσι. Πόσο ωραία είχε περάσει εκεί. Το άγγιξε για λίγο, ήταν κρύο κι αυτό της άρεσε. Ξαφνικά ένιωσε απρόσμενη ζέστη. Σηκώθηκε και στάθηκε όρθια. Τέντωσε τα μουδιασμένα από τον ύπνο μέλη της και χασμουρήθηκε. Τότε θυμήθηκε πως ήταν άρρωστη και δοκίμασε να καταπιεί. Ο πόνος στο λαιμό της είχε ελαττωθεί σημαντικά κι αυτό τη γέμισε ανακούφιση. Ίσως να πετύχαινε κάτι καλύτερο εκείνη τη μέρα. Στο νου της ήρθε η χτεσινή της αποτυχία και μισόκλεισε τα μάτια της λες και μπορούσε έτσι να διώξει τη δυσάρεστη αυτή σκέψη. Φόρεσε ένα τζιν παντελόνι κι ένα λευκό εφαρμοστό μπλουζάκι και μπήκε στην κουζίνα. Έβαλε το νερό να βράσει κι άρχισε να ψάχνει για τα φακελάκια του τσαγιού. Όταν είδε πως θα έπινε και πάλι αυτό με τη γεύση μέντας σημείωσε στο νου της να περάσει από το σουπερμαρκετ. Σιγά σιγά θυμόταν κι άλλα πράγματα που της έλειπαν, θα έφτιαχνε μια λίστα σε λίγο για να μην τα ξεχάσει και πάλι.
Κάθισε στο τραπέζι με την κούπα μπροστά της. Ήπιε μια γουλιά μα το υγρό έκαψε τη γλώσσα της. Πάντα το ίδιο πάθαινε, ήταν βιαστική. Πήρε ένα κομμάτι χαρτί κι άρχισε να γράφει αυτά που έπρεπε να ψωνίσει. Τσάι βατόμουρο, αφρόλουτρο φράουλας κεικ σοκολάτας μια μάσκα μαλλιών…τι άλλο; Ύστερα από σύντομη σκέψη πρόσθεσε ακόμη μπαταρίες για το mp3, μια έτοιμη σάλτσα για ζυμαρικά, ένα πακέτο μακαρόνια και τέλος μια καινούρια οδοντόβουρτσα. Ξαναδιάβασε αυτά που είχε γράψει και δίπλωσε το χαρτάκι, θα το έπαιρνε μαζί της αν το θυμόταν. Το τηλέφωνο που χτυπούσε από το βάθος του σπιτιού την έκανε να σηκωθεί βιαστικά. Έτρεξε και το σήκωσε μετά το τέταρτο κουδούνισμα.
-παρακαλώ. Η φωνή της ακούστηκε αλοιωμένη και βραχνή.
-καλημέρα, ελπίζω να μη σε ξύπνησα. Στο άκουσμα εκείνης της γνώριμης φωνής η αρρώστια κι ο πόνος στο λαιμό ξεχάστηκαν στη στιγμή.
-Καλημέρα, όχι, έχω ξυπνήσει εδώ και ώρα.
-νόμιζα πως θα κοιμόσουν αργά χτες, είχα καταλάβει πως θα δούλευες ως αργά.
-Ναι, αυτό έκανα απάντησε γρήγορα αλλά φαίνεται πως δε μου χρειάζεται πολύς ύπνος.
-Αλήθεια; Αυτό είναι πολύ ευχάριστο, έχεις πολλά να κάνεις. Για πες μου, τι κατάφερες ως τώρα;
Την περίμενε αυτή την ερώτηση, ήξερε πως δε θα μπορούσε να την αποφύγει.
-Δεν έχω προχωρήσει και πολύ δυστυχώς. Δεν είχα π ολύ χρόνο στη διάθεσή μου αλλά…
-νόμιζα πως δε σου χρειάζεται πολύς χρόνος.
-΄έτσι είναι, καθυστέρησα επειδή αρρώστησα ξαφνικά χτες αλλά σε λίγες ώρες θα έχω προχωρήσει αρκετά, είμαι σίγουρη γι’αυτό.
-ωραία, θα μου τα πεις από κοντά αυτά, έρχομαι σήμερα. Θα επικοινωνήσω μαζί σου άμεσα. Η γραμμήέκλεισε αφήνοντάς την παγωμένη με το ακουστικό που βούιζε στα χέρια. Τελικά τα πράγματα γίνονταν πολύ γρήγορα κι εκείνη δεν προλάβαινε τις εξελίξεις. Ακούμπησε το τηλέφωνο στη θέση του και μπήκε πάλι στην κουζίνα. Το τσάι είχε αρχίσει να κρυώνει.το ήπιε αργά αργά προσπαθώντας να ηρεμήσει. Δεν της άρεσε αυτό το τηλεφώνημα, θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αφού προτιμούσε την ηλεκτρονική επικοινωνία. Προφανώς το έκανε για να της θυμίσει πως ο χρόνος ήταν εχθρός τους. Αυτό το ήξερε κι εκείνη, δε χρειαζόταν άσκοπες υπενθυμίσεις. Έβαλε στο πλυντήριο όλα τα πιάτα και τα ποτήρια που στιβάζονταν στο νεροχύτη και μπήκε στην κρεβατοκάμαρά της. Τα ψώνια έπρεπε να αναβληθούν γιάργότερα, η δουλειά προηγούνταν. Άνοιξε και πάλι το φορητό υπολογιστή. Δεν ήταν βέβαιη για το τι έπρεπε να κάνει αλλά όλα θα γίνονταν σιγά σιγά. Βρήκε εύκολα το αρχείο που έψαχνε. Άρχισε να σκέφτεται αυτά που ήξερε για την επιθεωρήτρια π ου δεν ήταν άλωστε και πολλά. Δούλευε στην αστυνομία τα τελευταία πέντε χρόνια κι ήταν πολύ καλή στη δουλειά της. Είχε τη φήμη έξυπνης και σκληρής γυναίκας.Τα τελευταία χρόνια ζούσε στο ίδιο σπίτι με το φίλο της. Αλήθεια πώς τον έλεγαν;; έστιψε το μυαλό της και προσπάθησε να θυμηθεί αλλά δεν τα κατάφερε. Τότε ήταν που η ανάγκη να μάθει το όνομά του έγινε γι’αυτήν πολύ σημαντική. Άρχισε να ψάχνει στο ιντερνετ αλλά δε βρήκε τίποτα. Φαίνεται πως η ενριέτα έκρυβε καλά ο΄,τι αφορούσε την προσωπική της ζωή. Δε θα το ήξερε πως συγκατοικούσε με κάποιον αν δεν της έδιναν την πληροφορία αυτή λίγες μέρες πριν. Αφού η έρευνα της δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα βρήκε μια άλλη λύση πιο σίγουρη κι εύκολη. Άρχισε να πληκτρολογεί ένα λακωνικό μήνυμα στο οποίο ζητούσε κι άλλες πληροφορίες για το φίλο της επιθεωρήτριας. Η απάντηση δεν άργησε να έρθει.
-Η μητέρα μου ήταν μια γυναίκα λιγομίλητη και σκυθρωπή συνήθως. Σπάνια έβρισκε χρόνο για να ασχοληθεί με μένα και την αδερφή μου. Η άρτεμη είχε αρχίσει να μιλάει αλλά η ενριέτα δυσκολευόταν να την παρακολουθήσει. Ο νους της έτρεχε πάλι στη λίντα, εκείνη τη στιγμή ήθελε όσο τίποτα να διαβάσει την κατάθεση της Αντωνίας. Ησάρα πάλι δεν έχανε ούτε μια λέξη από τα λόγια της άρτεμης. Μα πώς τα έβρισκε ενδιαφέροντα όλα αυτά;
-Δεν ήταν πολύ όμορφη και ντυνόταν απλά. Διέθετε ωστόσο μια πολύ δυνατή προσωπικότητα και μια επιμονή ακατάβλητη με την οποία κέρδιζε όλαόσα ήθελε. Μας φερόταν καλά σε γενικές γραμμές αλλά λίγες ήταν οι φορές που ερχόταν να παίξει μαζί μας τα βράδια. Αυτό εμένα δε με ενοχλούσε αφού με τον καιρό όλα τα συνηθίζει κανείς αλλά της αδερφής μου δεν της άρεσε καθόλου. Κι αυτό ήταν παράξενο αφού η Άννα ήταν ένα πολύ έξυπνο παιδί, γεμάτο κέφι. Γέμιζε τη μέρα της με πολλές δραστηριότητες, κυρίως πνευματικού χαρακτήρα. Έλυνε δύσκολα μαθηματικά προβλήματα ήδιάβαζε μυθιστορήματα που εγώ αντιπαθούσα. Χαμογέλασε και τελείωσε το τσάι της. Η Ενριέτα γύρισε σελίδα στο σημειωματάριο της κι έγραψε όσο πιο διακριτικά μπορούσε τη λέξη βαριέμαι. Δε μπορούσε να εξηγήσει τι της συνέβαινε αλλά αδυνατούσε να παρακολουθήσει την Άρτεμη. Ξαφνικά ήθελε να μείνει μόνη, την ενοχλούσε ακόμη και η παρουσία της σάρας εκείνη τη στιγμή. Πίεσε ωστόσο τον εαυτό της να συγκεντρωθεί, δε γινόταν διαφορετικά.
-Πόσα χρόνια μεγαλύτερη σου είναι η αδερφή σου;
-πέντε. Είναι και πιο όμορφη από εμένα, πιο ενδιαφέρουσα γυναίκα. Η Άρτεμη την κοίταξε διαπεραστικά. Αλλά αυτό δε με πειράζει, αντίθετα τη θαυμάζω κι εγώ όπως όλοι όσοι τη γνωρίζουν. Όλοι γοητεύονται από εκείνη, αμέσως. Η σάρα τη διέκοψε προσπαθώντας να μη φανεί αγενής.
-έχεις καιρό να τη δεις;
-Ναι, κάποιους μήνες ομολόγησε η κοπέλα σκύβοντας το κεφάλι. Δεν ήρθε στην κηδεία της μαμάς.
-γιατί όχι; Η Ενριέτα σήκωσε το κεφάλι από το μπλοκάκι της.
-δεν προλάβαινε είπε, είχε πολλή δουλειά στο πανεπιστήμιο, δεν ξέρω ακριβώς το λόγο. Τέλος πάντων, καλύτερα να ξαναγυρίσουμε στη μητέρα μου. Θα μιλήσουμε κάποια άλλη φορά για εκείνη αν το θέλετε.
-εντάξει, όπως νομίζεις συνέχισε λοιπόν. Η Άρτεμη πήρε μια βαθιά ανάσα.
-όσο απόμακρη ήταν με μας, τόσο φιλική και γλυκιά ήταν με τη Λίντα. Τη φρόντιζε, της μιλούσε γλυκά, της χάριζε συχνά μικρά δώρα και λουλούδια. Εμένα μου άρεσε αυτό επειδή αγαπούσα τη Λίντα και ήξερα πόσο μόνη ένιωθε. Κάποτε μάλιστα μου είχε πει πως αγαπούσε πολύ τη μητέρα μου. Η αδερφή μου όμως γκρίνιαζε συχνά τα βράδια πριν κοιμηθούμε λέγοντας πως της έλειπε η μαμά. Λοιπόν φαίνεται πως η μητέρα μου ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσε να κάνει τη Λίντα να χαμογελάει τόσο συχνά, δεν ξέρω πως το κατάφερνε αλλά ήταν εκπληκτικό.
Η επιθεωρήτρια άρχισε να γράφει, αυτή η τελευταία φράση είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον της. Τα υπόλοιπα θα έπρεπε να περιμένουν.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: