η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο δέκατο έκτο
-Πώς το εξηγείς αυτό;
-ποιο;
-να… η μητέρα σου ήταν πολύ καλή με τη Λίντα ενώ με σας τα παιδιά της ήταν κάπως πιο απόμακρη. Η Ενριέτα χάραξε έναν κύκλο κι έγραψε στη μέση το όνομα της λίντας. Πίστεψε πως με την ερώτηση αυτή θα έφερνε σε δύσκολη θέση τη νεαρή γυναίκα αλλά κάτι τέτοιο δε συνέβη.
-ήξερε πως εμείς μπορούσαμε να τα καταφέρουμε με λιγότερη φροντίδα, η Άννα όπως σας είπα είναι πανέξυπνη κι εγώ ήμουν σε θέση να φροντίσω τον εαυτό μου από πολύ νωρίς. Κάναμε κι οι δυο τις επιλογές μας πριν κλείσουμε τα 15 και η μαμά το ήξερε αυτό. Μα για να πω όλη την αλήθεια δε λέω πως δε μας αγαπούσε. Δε μας έλειπε τίποτα κοντά της κι όλα της τα χρήματα τα ξόδευε για μας, ρούχα βιβλία… φροντιστήρια. Η Σάρα πήρε και πάλι το λόγο.
-μας είπες χτες πως δε σου άρεσε το διάβασμα, έτσι δεν είναι;
-ναι, ακριβώς έτσι. Δεν υπήρξα καλή μαθήτρια αλλά λάτρευα τις ξένες γλώσσες. Τα καταφέρνω πολύ καλά εκεί. Πήρα πτυχίο στα αγγλικά και τα γερμανικά κι αυτό με βοήθησε να βρω ευκολότερα δουλειά. Και η Άννα μιλάει πολύ καλά γαλλικά αλλά εκείνη προτιμάει τους αριθμούς. Η σάρα κούνησε το κεφάλι, σημάδι πως καταλάβαινε απόλυτα.
-μίλησε ποτέ η άννα στη μητέρα σου για το παράπονο της; Η άρτεμη τινάχτηκε στη θέση της. Αυτή την ερώτηση δεν την είχε προβλέψει, ήταν η επιθεωρήτρια που είχε μιλήσει.
-για να είμαι ειλικρινής αυτό δεν το ξέρω, δεν είμαι σίγουρη έχω βέβαια κάποιες ενδείξεις.
-δηλαδή;
-ένα βράδυ η άννα ήταν πολύ λυπημένη, τη ρώτησα τι της συνέβαινε αλλά δε θέλησε να μου μιλήσει. Δεν επέμεινα, ήξερα πως ήταν μοναχική και πως συχνά κλεινόταν σε μια παγερή σιωπή. Όταν γύρισε η μαμά άρχισε να μας ρωτά για το πώς είχαμε περάσει τη μέρα. Εγώ άρχισα να της μιλάω για το φροντιστήριο και τις διάφορες ιδέες που είχα αλλά η άννα παρέμενε όλη την ώρα αμίλητη. Η μαμά που το πρόσεξε την πήρε από το χέρι και πήγαν ναμιλήσουν στο άλλο δωμάτιο. Δεν ξέρω τι ειπώθηκε εκεί μέσα αλλά το σίγουρο είναι ένα, μετά από αυτή την κουβέντα η συμπεριφορά της αδερφής μου άλλαξε ριζικά. Σταμάτησε να μιλάει για τη λίντα και περνούσε όλο και περισσότερο χρόνο με τη μητέρα μας. Τη ρώτησα κάποτε τι της είχε πει αλλά εκείνη δε θέλησε να το συζητήσει μαζί μου.
Η Σάρα κοίταξε την ενριέτα με την άκρη του ματιού της κι εκείνη της ανταπέδωσε το βλέμμα. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
-κι ύστερα; Τι έγινε;
-τίποτα ο καιρός πέρασε και η Άννα έφυγε όταν έκλεισε τα δεκαοχτώ της χρόνια. Εγώ ήμουν μόλις 13. μου έλειπε ειδικά στην αρχή αλλά δε μπορούσα να κάνω τίποτα γι’αυτό. Αφοσιώθηκα λοιπόν στις ξένες γλωσσες και άρχισα να καταστρώνω σχέδια για μια ζωή γεμάτη λάμψη όπως σας είπα και χτες. Σταμάτησε κι ακούμπησε στη ράχη της καρέκλας της.
-Και κάποτε ήρθε η μέρα που η Αλίκη κι ο άντρας της αποφάσισαν να στείλουν την κόρη τους στο ειδικό σχολείο.
-ήταν κολέγιο ή κάτι τέτοιο η Λίντα είχε μεγαλώσει πολύ πια. Δε θα μπορούσε να γίνει τίποτα διαφορετικό απ’αυτό.
-Πώς το πήρε η μητέρα σου;
-λυπήθηκε πολύ, δε μπορούσε να αποχωρισθεί τη Λίντα αλλά καταλάβαινε κι εκείνη πως δε μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Ήθελε το καλύτερο γι’αυτή. Όλοι το ίδιο θέλαμε. Ήταν τόσο όμορφη κοπέλα.
Για δεύτερη φορά η σάρα κρυφοκοίταξε την επιθεωρήτρια αλλά αυτή τη φορά εκείνη φαινόταν χαμένη στις σκέψεις της. Προφανώς θα είχε προσέξει κι εκείνη την αλλαγή στη φωνή της Άρτεμης.
-για λίγο καιρό η Λίντα πήγαινε δοκιμαστικά σε κείνο το κολέγιο μόνο για λίγες ώρες και μετά επέστρεφε στο σπίτι. Έπρεπε να προσαρμοστεί σιγά σιγά για να δεχτεί το νέο της περιβάλλον χωρίς να αντιμετοπίσει πολλά προβλήματα. Κι αυτό έγινε, γύριζε στο σπίτι πολύ ευχαριστημένη, ήταν χαρούμενη κι αυτό ευχαριστούσε τους γονείς τηςκαι τη μητέρα μου. Έτσι ήρθε η ώρα να εγκαταλείψει το σπίτι. Η μητέρα μου έκλαψε τη μέρα εκείνη και της υποσχέθηκε πως θα ερχόταν να τη βλέπει τα σάβατα. Έτσι θα ήταν και οι δυο ικανοποιημένες.
-Και; Έγιναν έτσι τα πράγματα;
-ναι, στην αρχή όλα πήγαιναν όπως ακριβώς τα είχαν σχεδιάσει. Η Λίντα μιλούσε στη μαμά για τους συμμαθητές της και για τα αγόρια που την κοίταζαν και γελούσαν δυνατά. Η μητέρα μου την άκουγε με προσοχή και της έδινε χρήσιμες συμβουλές. Αλλά κάποτε όλα αυτά άλλαξαν.
-γιατί;
-επειδή η μητέρα μου τσακώθηκε πολύ με την Αλίκη. Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν.
-καβγάδιζαν πολύ δυνατά.
-τι έλεγαν;
-θα σας πω, μη βιάζεστε δεν ήρθε η ώρα γι’αυτό. Η ενριέτα μόρφασε, δεν έπρεπε να αρχίσει και πάλι να θυμώνει, η Άρτεμη μιλούσε επιτέλους, κάποτε θα έφτανε και στο δολοφόνο. Κοίταξε την οθόνη του υπολογιστή, η ώρα ήταν ένδεκα.
-ύστερα από αυτόν τον καβγά η μητέρα μου σταμάτησε να επισκέπτεται τη Λίντα, ης τηλεφωνούσε όμως κάθε φορά που ήξερε πως εκείνη ήταν στο σπίτι και μιλούσαν ώρες πολλές. Δεν ξέρω τι έλεγανπάντως η μαμά χαμογελούσε και πάλι. Λίγα χρόνια αργότερα φύγαμε όπως ξέρετε. Σταμάτησε και πάλι.
-Και τώρα νομίζω πως ήρθε η ώρα να φύγω. Η ενριέτα άφησε το στυλό της στο γραφείο.
-Όχι, τόσο νωρίς;
-ναι, πρέπει να δουλέψω όπως δουλεύεις τώρα κι εσύ. Στην πραγματικότητα έλεγε ψέματα, βιαζόταν να φύγει για να συναντήσει τον άρη. Της είχε τηλεφωνήσει νωρίς το πρωί κι είχαν κανονίσει να πάνεγια καφέ αφού κιεκείνη δούλευε αργότερα εκείνη τη μέρα.
-μόνο που μένουν πολλά ακόμη να μας πεις. Η απογοήτευση ήταν ολοφάνερη στη φωνή της επιθεωρήτριας.
-το ξέρω, θα έχουμε τηνευκαιρία να μιλήσουμε αύριο Η ενριέτα θέλησε και πάλι να διαμαρτυρηθεί, δεν της άρεσε καθόλου αυτό το παιχνίδι που έπαιζε η Άρτεμη αλλά μια σκέψη τη σταμάτησε. Τι θα γινόταν αν η Άρτεμη δεν ξαναγύριζε; Θα τα κατάφερνε αυτή τη φορά να φτάσειμόνη της ως το τέρμα; Την προηγούμενη είχε αποτύχει και δεν έπρεπε για κανένα λόγο να επαναληφθεί αυτό.
-εντάξει είπε τελικά, θα σε περιμένουμε αύριο την ίδια ώρα αν σε βολεύει.
-ναι, με βολεύει είπε η Άρτεμη και σηκώθηκε.
-λοιπόν θα τα πούμε, τις χαιρέτισε με ένα αμυδρό κούνημ ατου κεφαλιού και βγήκε.
Αλέξανδρος, φώναξε με χαρά λίγο αργότερα. Μόλις είχε λάβει το μήνυμα με την απάντηση που περίμενε. Αυτό έπρεπε να είναι. Η επιθεωρήτρια ήταν γυναίκα, σίγουρα θα είχε αδυναμία στο φίλο της. Αλλά μήπως αυτό ήταν προφανές; Δεν έχανε τίποτα να δοκιμάσει. Βρήκε το αρχείο και πληκτρολόγησε το όνομα στα αγγλικά και τα ελληνικά. Περίμενε με κομμένη την ανάσα αλλά τελικά τίποτα δεν έγινε. Μια βρισιά ξέφυγε από τα μισόκλειστα χείλη της. Μα πού είχε πάει το μυαλό και η εφευρετικότητά της; Την πλήρωναν για να σπάσει τον κωδικό κι εκείνη έχανε το χρόνο της ψάχνοντας εκεί που δεν έπρεπε. Σηκώθηκε και πλησίασε το παράθυρο. Το άνοιξε κι άρχισε να ρουφά άπληστα τον κρύο αέρα. Όταν ηρέμησε το έκλεισε και κάθισε ξανά στο κρεβάτι της. Κάτι μέσα της της φώναζε πως βρισκόταν στο σωστό δρόμο. Στο επόμενο μήνυμα που έστειλε ζητούσε όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσε για την οικογένεια της επιθεωρήτριας. Κάπου εκεί θα έβρισκε το κλειδί για να ανοίξει το αρχείο.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: