η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο δέκατο έβδομο
-Λοιπόν; Πώς σου φαίνεται η κοπέλα; Η Σάρα έβγαλε το κραγιον της τρίβοντας τα χείλη της με ένα χαρτομάντιλο.
-τι να σου πω, για μένα είναι κάπως παράξενη αλλά δεν είμαι ειδικός όπως εσύ. Δε μπορώ να βγάλω ασφαλή συμπεράσματα γι’αυτό κάνε το εσύ για μένα. Η σάρα άναψε ένα τσιγάρο.
-εκείνο που μπορώ να πω είναι πως σήμερα ήταν πολύ διαφορετική. Είχε έναν αέρα έντονης αποφασιστικότητας. Και χτες είδα στα μάτια της κάτι παρόμοιο αλλά δεν ήταν το ίδιο.
-Γιατί όχι;
-χτες μιλούσαμε με μια κοπέλα άρρωστη ψυχικά, σου το είπα αυτό. Σήμερα είχαμε να κάνουμε με μια γυναίκα δυναμική γεμάτη αυτοπεποίθηση.
-δυστυχώς εδώ θα συμφωνήσω. Νομίζει πως δεν έχω άλλη δουλειά να κάνω. Μόνο που αύριο αν δε μάθω αυτό που θέλω θα της πωνα μην ξαναέρθει εδώ μέσα.
-νομίζω πως τώρα δε μιλάς σωστά.
-Γιατί όχι; Έχω πολλά να κάνω και το ξέρεις. Δε μπορώ να χάσω άλλο χρόνο. Θα τη βρω τη λύση, αυτή τη φορά θα τα καταφέρω. Τα μάγουλά της είχαν βαφτεί κατακόκκινα και τα χέρια της είχαν αρχίσει να τρέμουν. Η Σάρα σηκώθηκε από τη θέση της και την πλησίασε. Η ενριέτα είχε ταραχτεί κι αυτό δεν της άρεσε.
-τι έχεις είπε παίρνοντας τα χέρια της μέσα στα δικά της. Γιατί συγχίστηκες τόσο πολύ; Το ξέρω πως δε σου αρέσει να χάνεις χρόνοα λλά σκέψου πως σήμερα μάθαμε τόσα πράγματα για τη Λίντα και τη σχέση της με κείνη τη γυναίκα. Ίσως αυτό να σε βοηθήσει. Η Ενριέτα χάιδεψε το χέρι της φίλης της.
-Ίσως και να’χεις δίκιο. Γιατί άραγε δε μας μίλησε κανείς στο παρελθόν γι’αυτή τη γυναίκα;
-δεν ξέρω αλλά την ίδια απορία έχω κι εγώ. Μη στενοχωριέσαι, βλέπεις πως υπάρχει πολύ υλικό για σένα. Σε λίγο άλωστε θα έχεις την έκθεση του δημήτρη. Η σάρα τράβηξε απαλά το χέρι της καισηκώθηκε.
-θα σε αφήσω να δουλέψεις εντάξει; Σε περιμένουν οι καταθέσεις σου, είμαι σίγουρη πως δε θα πλήξεις καθόλου. Μα κι αν βαρεθείς πάρε με τηλέφωνο θα εγκαταλείψω αμέσως τη δουλειά μου αν είναι να πάμε για έναν καφέ. Το είπε ξέροντας ήδη πως το τηλέφωνό της δε θα χτυπούσε για τις επόμενες ώρες. Από τη στιγμή που η Ενριέτα θα άρχιζε το διάβασμα όλα τα άλλα θα ξεχνιόνταν αμέσως.
-εντάξει, αυτό θα κάνω. Θα τα καταφέρω.
-το ξέρω. Θα τηλεφωνήσω και στο δημήτρη να μάθω πότε θα έχεις την έκθεςή του. Τώρα θα πρέπει να την έχει ολοκληρώσει. Κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
-πιστεύεις πως η σάρα ξέρει όλη την αλήθεια για τη λίντα;
-μα ναι, εσύ όχι;
-δεν είμαι σίγουρη αν και σήμερα διαπίστωσα πως ξέρει πολλά για την κοπέλα αυτή.
-Μην αμφιβάλλεις, ξέρει τα πάντα και θα σου τα πει κι εσένα αν δηλάδη δεν τα έχεις ανακαλύψει στο μεταξύ. Γέλασε και βγήκε κουνώντας το χέρι σε χαιρετισμό.
Η ενριέτα έμεινε και πάλι μόνη. Επιτέλους η σιωπή την τύληξε. Το μυαλό της σταμάτησε κι αυτό και όλα βυθίστηκαν σε ένα παράξενο κενό. Τώρα απαλαγμένη από κάθε σκέψη άρχισε να κουνιέται ρυθμικά στην πολυθρόνα της. Το κόλπο ήταν γνωστό. Θα πιανόταν από το πρώτο πράγμα που θα της ερχόταν στο νου για να συνεχίσει τη μέρα της. Λίγο αργότερα η ομίχλη του μυαλού της διαλύθηκε κι εκείνη ξέσπασε σε δυνατά γέλια. Το πρώτο πράγμα που είχε σκεφθεί ήταν τα παπούτσια που είδε χτες στη βιτρίνα. Έπρεπε επιτέλους να τα αγοράσει. Μα ποτέ δε θα άφηνε το γραφείο της για μια βόλτα στα μαγαζιά. Η διάθεσή της είχε ήδηαρχίσει να φτιάχνει. Στράφηκε στον υπολογιστή που την καλούσε με κείνο το σιγανό μονότονο ήχο. Έδιωξε από το νου της την άρτεμη, αργότερα θα έβγαζε τα συμπεράσματά της, για την ώρα θα συνέχιζε το διάβασμα. Έριξε σε ένα συρτάρι το στυλό και το σημειωματάριο, την ενοχλούσαν κι αυτά. Έκανε κλικ στην κατάθεση της Αντωνίας και την άνοιξε. Είχε έρθει η στιγμή να τη μελετήσει.
«Βρισκόμουν στην κουζίνα ετοιμάζοντας κάποιο γλυκό που μου είχε ζητήσει η κυρία αλίκη όταν με πλησίασε ο πατέρας της λίντας. Μου ζήτησε να την προσέχω μέχρι να έρθει η μητέρα της επειδή κι ο ίδιος θα έφευγε. Δέχτηκα με χαρά, τη συμπαθούσα τη λίντα αν και δεν τη γνώριζα πολύ καλά αφού ήμουν καινούρια στο σπίτι. Τον διαβεβαίωσα πως θα την πρόσεχα και στράφηκα πάλι στις κατσαρόλες μου. Είχα κάποιο πρόβλημα με το σιρόπι. Εκείνος έφυγε κι εγώ πρόσθεσα κι άλλη ζάχαρη στο γλυκό. Ήθελα να ευχαριστήσω με κάθε τρόπο την κυρία Αλίκη, εκτιμούσα το γεγονός πως με είχε προσλάβει μια εποχή που δεν έβρισκα πουθενά δουλειά. Δεν καταλάβαινα πως το πιο σημαντικό για εκείνη ήταν το παιδί της.
Ωστόσο η έντονη ανησυχία που είχα δει στα μάτια του άντρα της κάποτε με έβαλε σε σκέψεις κι αποφάσισα να αφήσω για λίγο τις κατσαρόλες μου και να πάω στο δωμάτιο της λίντας. Χτύπησα διακριτικά την πόρτα για να μην την ανησυχήσω και μπήκα μέσα. Την είδα να ζωγραφίζει. Μου χαμογέλασε φιλικά και με κάλεσε να καθίσω κοντά της. Το έκανα, είχε κι εκείνη ανάγκη από παρέα. Άρχισα να της μιλάω για τη ζωγραφιά της. Μου άρεσε, ζωγράφιζε πολύ όμορφα, είχε μάλλον το χάρισμα. Εγώ δε μπορούσα να ζωγραφίσω τίποτα ούτε καν να τραβήξω μια ίσια γραμμή αλλά εκείνη ήταν καταπληκτική σε αυτό. Χάρηκε όταν κατάλαβε πως το ενδιαφέρονμου ήταν ειλικρινές και μου πρότεινε να μου δείξει κάποιες ακόμη ζωγραφιές της. Δέχτηκα ξεχνώντας για λίγο τις κρέμες και τη ζάχαρη. Εκείνη έβγαλε ένα μεγάλο μπλοκ από τη ντουλάπα κι αρχίσαμε μαζί να το φυλλομετράμε. Κάθε φορά που γύριζε σελίδα μου μιλούσε για τη ζωγραφιά που έβλεπα. Δεν παρέλειψα ούτε μια φορά να εκδηλώσω τον ενθουσιασμό μου.
Ήταν πολύ καλή, το ξαναλέω, δεν περίμενα ποτέ πως η Λίντα ήταν τόσο καλή σε κάτι. Οι πιο πολλές ζωγραφιές έδειχναν όμορφες κοπέλες που χόρευαν και περπατούσαν γελώντας πιασμένες χέρι χέρι.
Όταν το μπλοκ τέλειωσε η Λίντα μου πρότεινε να δούμε ένα ακόμη αλλά εγώ αρνήθηκα όσο πιο διακριτικά μπορούσα εξηγώντας της πως έφτιαχνα ένα γλυκό. Εκείνη έδειξε να ενδιαφέρεται αλλά όταν έμαθε πως το γλυκό θα ήταν έτοιμο αργά το βράδυ επέστρεψε και πάλι στα αγαπημένα της σοκολατάκια. Το είχα μάθει πως της άρεσαν πολύ κι αγόραζα συχνά τέτοια για εκείνη. Μου πρόσφερε ένα λίγο πριν φύγω και το δέχτηκα. Ετοιμαζόμουν να φύγω αλλά την τελευταία στιγμή μια σκέψη με έκανε να σταθώ ακίνητη.
Ήθελα να μου φτιάξει μια ζωγραφιά. Ένιωθα πως αν της το ζητούσα εκείνη θα χαιρόταν κι επιπλέον εγώ θα είχα κάτι από εκείνη. Δέχτηκε αμέσως με μεγάλη προθυμία κι αυτό μου άρεσε, δεν ήθελα να τη βλέπω θλιμμένη. Δεν τη γνώριζα πολύ καιρό αλλά είχα ακούσει πολλές φορές τους γονείς της να μιλάνε τα βράδια όταν τους σέρβιρα το δείπνο. Την πρώτη φοράσκέφτηκα να απομακρυνθώ γρήγορα αλλά τελικά δεν το έκανα, έμεινα εκεί και άκουσα όλη τη συζήτηση. Φαίνονταν πολύ αγαπημένοι, δε μπορούσα να φανταστώ πως κάτι τους βασάνιζε ώσπου άκουσα να μιλούν για τηΛίντα. Τότε δεν την είχα δει ακόμη, μόνο φευγαλαία. Με εντυπωσίασε η εμφάνισή της και δεν κατάλαβα πως αντιμετόπιζε κάποιο πρόβλημα. Όταν άκουσα την αλήθεια απογοητεύτηκα. Κάποτε ρώτησα διστακτικά την κυρία Αλίκη κι εκείνη μου μίλησε για την κόρη της δακρυσμένη. Αυτό με σόκαρε, ήταν τόσο δυναμική, δεν περίμενα πως θα λύγιζε από τα ίδια της τα λόγια. Γύρισα στη δουλειά μου και δεν της ξαναμίλησα ποτέ γι’αυτήν. Περιοριζόμουν στο να κάνω όσα μου ζητούσε χωρίς να ρωτάω, δεν υπήρχε λόγος. Μα όταν την ξαναείδα θέλησα να την πλησιάσω, να την προσεγγίσω. Ήθελα να τη βοηθήσω Ακόμη δεν καταλαβαίνω πως με απορρόφησε τόσο εκείνο το καταραμένο γλυκό».

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: