η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο δέκατο όγδοο
Σταμάτησε κι έπιασε το τηλέφωνο. Της χρειαζόταν ένας δυνατός καφές. Απόρησε και η ίδια με την επιθυμία της αυτή, δε μπορούσε να την εξηγήσει αφού ποτέ δεν ένιωθε μια τέτοια ανάγκη. Είπε στη Τζίνα τι ήθελε και επέστρεψε στον υπολογιστή. Την προηγούμενη φορά που είχε διαβάσει αυτή την κατάθεση είχε πιστέψει πως η υπηρέτρια κάτι έκρυβε. Της είχε τηλεφωνήσει πολλές φορές ζητώντας της να συναντηθούν αλλά εκείνη δε δεχόταν. Τότε είχε αποδώσει την άρνησή της αυτή στον έμφυτο φφόβο που έχουν τα νέα κορίτσια για την αστυνομία αλλά σήμερα που το ξανασκεφτόταν άρχιζε να αμφιβάλλει. Ίσως έπρεπε να ξαναδοκιμάσει.Για την ώρα πάντως ήταν καλύτερα να συνεχίσει το διάβασμα.
«μπήκα στην κουζίνα κιάρχισα να ανακατεύω με μανία το περιεχόμενο της κατσαρόλας. Μόλις που είχα προλάβει. Αν αργούσα λίγο περισσότερο το γλυκό δε θα τρωγόταν. Καθώς δούλευα είχα στο νου μου τη Λίντα, με είχε αιχμαλωτίσει κυριολεκτικά. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως ήταν ανυπεράσπιστη κι ας την προστάτευαν οι γονείς της όσο καλύτερα μπορούσαν. Κάποτε κάθισα να ξεκουραστώ, δεν άντεχα άλλο τόσες ώρες όρθια. Άρχισα να σκέφτομαι τη ζωή μου και την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν. Είχα βολευτεί μια χαρά στο σπίτι αυτό αλλά ήξερα πως δε θα έμενα ικανοποιημένη για πολύ καιρό. Σύντομα θα έβρισκα κάποια ασήμαντη πρόφαση και θα έφευγα χωρίς να ξέρω τον επόμενο προορισμό μου. Ήμουν ανήσυχη ακόμη την εποχή αυτή. Έχω την εντύπωση πως τα μάτια μου έκλεισαν για λίγο, δεν είμαι σίγουρη αλλά λίγο αργότερα πετάχτηκα έντρομη. Έτριψα τα μάτια μου και προσπάθησα να καταλάβω τι ήταν αυτό που με είχε ξυπνήσει. Ένας ήχος μακρινός , γλυκός. Να τος πάλι. Τέντωσα τα’αφτιά μου και προσπάθησα να τον προσδιορίσω. Κλασική μουσική μονολόγησα λίγες στιγμές αργότερα. Κάποιος άκουγε κλασική μουσική. Να ήταν άραγε η λίντα; Δεν ήξερα τότε πως δεν της άρεσε αυτό το είδος μουσικής. Αργότερα θα μάθαινα πως έφερνε πάνω της αντίθετα αποτελέσματα απ’ο,τι στους άλλους ανθρώπους. Σηκώθηκα κι άνοιξα αθόρυβα την πόρτα της κουζίνας κι έριξα μια ματιά στο σπίτι. Δεν είδα κανέναν κι επέστρεψα στο ζεστό μου καταφύγιο. Θα πήγαινα ξανά στο δωμάτιό της λίγο αργότερα. Τότε ήταν που χτύπησε το κινητό μου. Το σήκωσα βιαστικά, ήταν ο φίλος μου. Έμενε στο Βόλο κι έτσι δεν τον έβλεπα πολύ συχνά. Μου έλειπε και κάθε φορά που μπορούσαμε τηλεφωνούσαμε ο ένας στον άλλον. Ακουγόταν χαρούμενος εκείνο το βράδυ κι έτσι σιγά σιγά μου μετέδωσε κι εμένα τη χαρά του και η μουσική ξεχάσττηκε. Μου είπε πως αν όλα πήγαιναν καλά θα δούλευε σε ένα ξενοδοχείο και θα πληρωνόταν ικανοποιητικά. Ήθελε να πάω κι εγώ στο Βόλο και κάθε φορά που μιλούσαμε δεν παρέλειπε να μου το πει. Εγώ απαντούσα αόριστα επειδή καταλάβαινα πόσο δύσκολο ήταν κάτι τέτοιο. Δεν υπήρχαν λεφτά και για τους δυο μας αλλά όταν προσπαθούσα να του το εξηγήσω εκείνος γκρίνιαζε και με διέκοπτε ενοχλημένα. Θα βρισκόταν λύση έλεγε αν ήθελα να τον ακολουθήσω. Λίγο πριν κλείσουμε το τηλέφωνο έφτασε στ’αφτιά μου άλλος ένας παράξενος ήχος. Αυτό με τάραξε κι έκλεισα βιαστικά το τηλέφωνο. Ο ήχος ακούστηκε μόνο μια φορά ακόμη. Δε μπορούσα να τον προσδιορίσω όσο κι αν πάσχιζα. Ερχόταν βέβαια από τον επάνω όροφο αυτό ήταν σίγουρο. Αλλά η απόσταση ως την κουζίνα ήταν μεγάλη και τοσπίτι διέθετε μια πολύ καλή ηχομόνωση. Έτσι όλοι οι ήχοι έφταναν ως εμάς θαμποί και παράξενοι. Ξαφνικά με είχε κυριεύσει μια έντονη ανησυχία από την οποία δεν κατάφερνα να απαλαγώ ο,τι κι αν έκανα. Ήθελα να δω τη λίντα, να βεβαιωθώ πως ήταν καλά. Άνοιξα λοιπόν την πόρτα και ανέβηκα δυο δυο τα σκαλιά. Έφτασα έξω από το δωμάτιό της και χτύπησα την πόρτα. Μια αδύναμη φωνή με κάλεσε να μπω μέσα. Το έκανα και την είδα καθισμένη στο κρεβάτι της. Την κοίταξα προσεκτικά προσπαθώντας να διακρίνω κάτι διαφορετικό πάνω της αλλά δεν τα κατάφερα. Κάθισα κοντά της και τη ρώτησα γλυκά αν είχε συμβεί τίποτα παράξενο όσο έλειπα. Εκείνη δε μίλησε αμέσως μόνο με κοίταξε με μάτια διεσταλμένα από την αγωνία. Τότε η αγωνία μου κορυφώθηκε κι επανέλαβα την ερώτησή μου πιο δυνατά. Τότε η κοπέλα άρχισε να κλαίει κι αυτό μου έφερε μια τρομερή αναστάτωση. Προσπάθησα να την ηρεμήσω χαιδεύοντάς την αλλά η δικη μου ένταση φαίνεται πως την επηρέαζε αρνητικά. Λίγο αργότερα η Λίντα κατόρθωσε να μιλήσει και το πρώτο πράγμα που μου ζήτησε ήταν ένα ποτήρι παγωμένο νερό. Είπε πως καιγόταν αλλά εγώ δεν καταλάβαινα ούτε και τότε. Σηκώθηκα κι έφυγα τρέχοντας από το δωμάτιο. Έτρεξα στην κουζίνα και γέμισα ένα ποτήρι με κρύο νερό. Τα χέρια μουωστόςο έτρεμαν τόσο πολύ που το ποτήρι γλίστρησε μέσα από τα δάχτυλά μου κι έπεσε στο μαρμάρινο πάτωμα κι έγοινε χίλια κομμάτια. Πήρα γρήγορα μια σκούπα κι άρχισα να σκουπίζω τα νερά αλλά ήμουν τόσο ταραγμένη που γλίστρησα κι εγώ. Προσπάθησα να προστατευθώ αλλά λίγα δευτερόλεπτα μετά την πτώση ένιωσα έναν οξύ πόνο στο δεξί μου πόδι. Θέλησα να τον αγνοήσω και προσπάθησα να ανασηκωθώ. Αλλά ο πόνος ήταν πιο δυνατόςαπό όσο νόμιζα και με καθήλωσε στη θέση μου. Άρχισα να βρίζω μέσα από τα δόντια μου λες και μπορούσε να με ακούσει κανείς. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε έτσι αλλά κάποτε ένιωσα τον πόνο να υποχωρεί κάπως. Μάζεψα όλες μου τις δυνάμεις για να σηκωθώ κι έριξα το βάρος μου στο γερό μου πόδι. Τα κατάφερα αλλά ο πόνος ε πέστρεψε και πιάστηκα από ένα ράφι για ναμην πέσω και πάλι. Στάθηκα όρθια και προσπάθησα να ηρεμήσω. Η καρδιά μου χτυπούσε πολύ δυνατά, τόσο που έλεγα πως θα σπάσει. Φυσικά αυτό δεν έγινε κι εγώ ξαναβρήκα σιγά σιγά το φυσιολογικό ρυθμό της αναπνοής μου. Γέμισα και πάλι ένα ποτήρι με νερό και βγήκα από την κουζίνα προσπαθώντας να αποφύγω τα γυαλιά. Έφτασα στη σκάλα κι άρχισα να ανεβαίνω όσο πιο γρήγορα μου το επέτρεπε το χτυπημένο μου πόδι. Άνοιξα την πόρτα του δωματίου της Λίντας και μπήκα βιαστικά. Την είδα να με κοιτά και τα μάτια της ήταν γεμάτα αγωνία. Κάτι δεν πήγαινε καλά επιτέλους το καταλάβαινα κι εγώ. Έσκυψα κοντά της και της έδωσα το νερό. Το ήπιε άπληστα και μου ζήτησε κι άλλο. Αυτό με παραξένεψε και τη ρώτησα αν έφαγε κάτι όσο έλειπα.
Εκείνη έδειξε τα σοκολατάκια.
-Μόνο αυτά είσαι σίγουρη; Κούνησε το κεφάλι καταφατικά κι έπιασε με τα δυο της χέρια το στομάχι της. Βγήκα τρέχοντας από το δωμάτιο κι έκανα και πάλι την ίδια διαδρομή. Ενώ ανέβαινα για μια ακόμη φορά τα σκαλοπάτια σκεφτόμουν πως κάτι δε μου έλεγε, ήταν ταραγμένη κι αυτό ήταν ολοφάνερο.
Της έδωσα το νερό κι άρχισα να εξετάζω το δωμάτιό της. Όλα μου φάνηκαν στη θέση τους εκτός από ένα κομμάτι χαρτί που ήταν πεσμένο στο πάτωμα. Έσκυψα να το μαζέψω κοιτώντας τη Λίντα με την άκρη του ματιού μου. Άφησε το ποτήρι της στο κομοδίνο και μου είπε να κοιτάξω το χαρτί που κρατούσα. Το έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη και διαπίστωσα πως είχε αρχίσει να με ζωγραφίζει. Δεν είχεπρολάβει να κάνει και πολλά αλλά ήταν φανερό πως αυτή ήμουν εγώ. Την πλησίασα και κάθισα στο κρεβάτι της με το χαρτί στα χέρια.
-Γιατίσταμάτησες να με ζωγραφίζεις; Ξεκίνησες πολύ καλα της είπα χαμογελώντας.
-πού είναι η μαμά με ρώτησε αδιαφορώντας για την ερώτηση που της έκανα.
-Βγήκε, δε μου είπε που θα πήγαινε.
-Πάρε την τηλέφωνο και πες της να έρθει, δε θέλω να μείνω άλλο μαζί σου. Ταράχτηκα κι εγώ αλλά άπλωσα το χέρι μου για να πιάσω το δικό της. Με σταμάτησε αμέσως. Πάγωσα.
-Πάρε την τηλέφωνο είπε με μάτια που έλαμπαν».

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: