Archive for Νοέμβριος 2009

η πρώτη υπόθεση

Νοέμβριος 26, 2009

Κεφάλαιο εικοστό δεύτερο
-Μη με βασανίζεις άλλο σε παρακαλώ, αν ήξερα κάτι άλλο θα σου το έλεγα. Η Ντανιέλα είχε αρχίσει να κλαίει πιο δυνατάκαι σπαρακτικά παλεύοντας να ελευθερώσει τα χέρια της από το σφιχτό του κράτημα. Αλλά εκείνος ήταν πιο δυνατός και έκανε κάθε προσπάθιά της να φαντάζει άχρηστη κι ανόητη.
-αυτό θα το δούμε της είπε και ξάπλωσε πάνω της. Το βάρος του σώματός του της έκοψε την ανάσα.
-αυτή η κυρία που σου τηλεφώνησε ακουγόταν πολύ σοβαρή και καθώς πρέπει αλλά εγώ που ξέρω τις γυναίκες σου λέω πως κάτι σοβαρό την απασχολεί. Πολύ πιθανό να ήθελε να μιλήσετε για κάποια σκοτεινή ιστορία ίσως για καμιά κλοπή ή ακόμα και για καμιά δολοφονία. Γι’αυτό σκέψου καλά αυτό που θα σε ρωτήσω.
-έχεις καμιά σχέση με καμιά κοπέλα με κακιά φήμη; Πρόσεξε τι θα πεις. Πίεσε με το σώμα του το κάτω μέρος του κορμιού της.
-Όχι αποκρίθηκε αδύναμα η κοπέλα μολονότιμια σκέψη τη χτύπησε με ορμή. Η μόνη που είχε κάποια σχέση με μια παλιά φρικτή ιστορία ήταν η Αντωνία. Δε μπορούσε να σκεφθεί καμιά άλλη αλλά πώς είχε φτάσει ως αυτή εκείνη η επιθεωρήτρια; Πρόσεχε πολύ τη σχέση της με την αντωνία ελάχιστοι άνθρωποι ήξεραν πως αυτές οι δυο γυναίκες βλέπονταν, ελάχιστοι ήξεραν για αυτό που τις έδενε. Έπρεπε να μιλήσει με κάθε τρόπο σε κείνη τη γυναίκα. Ο πόνος στο στήθος της της θύμισε την παρουσία του άνδρα. Δεν έπρεπε να του φανερώσει αυτό που σκεφτόταν διαφορετικά κινδύνευε.
-σε ρώτησα κάτι, περιμένω.
-δεν ξέρω τίποτα σου τ’ορκίζομαι. Η φωνή της έμοιαζε περισσότερο με κραυγή πονεμένου ζώου παρά με γυναικεία φωνή. Με ξέρεις τόσα χρόνια, ξέρεις την κάθε μου κίνηση. Με παρακολουθείς στενά…..
-θα σε χτυπήσω αφού δε μουμιλάς ειλικρινά. Σηκώθηκε από πάνω της. Είχε πάρει την απόφαςήτου κι εκείνη το ήξερε. Οι προηγούμενες πληγές δεν είχαν κλείσει καλά καλά αλλά ο πόνος δεν την τρόμαζε. Αυτό που απεχθανόταν ήταν τα κακόβουλα σχόλια στη δουλειά και τα βλέμματα τα γεμάτα οίκτο. Αυτά δε μπορούσε να τα αντέξει. Όλοι τον ήξεραν τον πέτρο, όλοι γνώριζαν τις μεθόδους του αλλά κανείς δεν τολμούσε να τις βγάλει στο φως.
Ο άνδρας πλησίασε σιωπηλός τη ντουλάπα και την άνοιξε.
Ο γνώριμος μεταλικός ήχος που ακολούθησε έφτασε ως την καρδιά της και την έκανε να παγώσει. Αν είχε έστω και μια πιθανότητα να το γλιτώσει αυτό που θα γινόταν έπρεπε να του μιλήσει για την αντωνία. Τράβηξε το μαξιλάρι και κάλυψε το κεφάλι της. Έπρεπε να προστατεύσει το πρόσωπό της, αυτό έπρεπε να μείνει ανέπαφο.
-θα μιλήσεις ή όχι;
-δεν έχω να πω κάτι άλλο, αν είχα θαααααα….. η μεταλική του ζώνη έπεσε στηνπλάτη της κάνοντας εκείνο τον απαίσιο χαρακτηρηστικό ήχο. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα μια λεπτή κόκκινη αιμάτινη γραμμή απλώθηκε κατά μήκος της πλάτης της κι άρχισε να κυλάει προς τα κάτω. Ο Πέτρος έσφιξε το χέρι της.
-μήπως θυμήθηκες τίποτα άλλο; Σκουπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό του κι έπιασε ξανά τη ζώνη του.
-σε παρακαλώ, μη μου το κάνεις αυτό, σε παρακαλώωω….. μια δεύτερη κόκκινη γραμμή έκανε την εμφάνισή της δίπλα από την προηγούμενη κι αυτή τη φορά η Ντανιέλα δάγκωσε τη γλώσσα της και το στόμα της γέμισε με την άλικη γεύση του αίματος. Ξαφνικά ο Πέτρος πέταξε τη δερμάτινη ζώνη στο πάτωμα. Κι έτσι όπως το μεταλο έπεφτε με ορμή πάνω στο ξύλο η ντανιέλα χαλάρωνε νιώθοντας πως τα χειρότερα είχαν περάσει.
Ο άνδρας πήγε και κάθισε στην άλλη πλευρά του κρεβατιού. Με μια απότομη κίνηση τράβηξε από το πρόσωπό της το μαξιλάρι και το πέταξε κι αυτό στο πάτωμα πλάι στη ζώνη. Ύστερα την τράβηξε στην αγκαλιά του κι άρχισε να χαιδεύει τις πληγές της.την είχε τιμωρήσει αρκετά. Αν ήξερε κάτι θα του το είχε πει. Εκείνη άρχισε να κλαίεικαι πάλι αυτή τη φορά χωρίς να βγαίνει κανένας ήχος από το στόμα της.
-πονάς πολύ; Περίμενε. Την ξάπλωσε ξανά στο κρεβάτι και βγήκε από το δωμάτιο. Επέστρεψε λίγο αργότερα με ένα μπουκαλάκι ιώδιο και νερό. Έπλυνε και καθάρισε τις πληγές της ενώ εκείνη εξακολουθούσε να τραντάζεται από τους δυνατούς λυγμούς. Όταν τις έδεσε την αγκάλιασε και την έσφιξε πάνω του και τότε, εκείνη ένιωσε προστατευμένη.
Ο πέτρος άρχισε να τη χαιδεύει απαλά, πολύ απαλά αποφεύγοντας να αγγίζει τις πληγές της. Σιγά σιγά οι λυγμοί ατόνησαν και η καρδιά της βρήκε και πάλι τους φυσιολογικούς της ρυθμούς.
Όταν τη φίλησε στο λαιμό αισθάνθηκε ένα ρίγος να τη διατρέχει ολόκληρη. Κι αυτό ήταν πολύ ευχάριστο. Πώς ήταν δυνατόν αυτός ο άνδρας να της χαρίζει πόνο ηδονή κι έρωτα μαζί; Σήκωσε το κεφάλι της και του πρόσφερε τα χείλη της. Εκείνος τα δέχτηκε αμέσως. Κι όταν το φιλί βάθυνε κατάλαβε πως οι συγγινήσεις της νύχτας εκείνης μόλις τότε άρχιζαν.
Η ενριέτα αναστέναξε κι άνοιξε τα μάτια της. Η δόνηση του κινητού την είχε ξυπνήσει. Έπιασε τη συσκευή που ήταν κάτω από το κεφάλι της και τη σταμάτησε. Ο Αλέξανδρος δίπλα της κοιμόταν. Του χάιδεψε τα μαλλιά κι ύστερα σηκώθηκε και βήκε από το δωμάτιο. Ο υπολογιστής την περίμενε στην ίδια θέση με το προηγούμενο βράδυ. Το τηλέφωνο ήταν κι αυτό εκεί και την καλούσε επιτακτικά.
Φόρεσε μια ρόμπα βελουδενια στο χρώμα της φωτιάς και κούμπωσε όλα τα κουμπιά της. Ύστερα κάθισε στον καναπέ προσέχοντας να μην αναστατώσει τα μαξιλάρια κι έπιασε τις δυο συσκευές τραβώντας τες προς το μέρος της. Ήθελε να μιλήσει με τη Ντανιέλα εκείνη τη στιγμή και πάλευε με τον εαυτό της να πάρει τη σωστή απόφαση. Αν ήταν μόνη δε θα την πείραζε να ζητήσει συγγνώμη, σίγουρα αν της εξηγούσε την κατάσταση εκείνη δε θα την παρεξηγούσε μα αν ήταν κι αυτός μαζί της τότε τα πράγματα δε θα εξελίσσονταν καθόλου καλά.
Η ντανιέλα ανασηκώθηκε αργά αργά. Με δυσκολία κατάφερε να αποτραβήξει το χέρι της από το δικό του. Πάτησε στα πόδια της κι ένιωσε αμέσως τον πόνο από τις δεμένες πληγές. Τον αγνόησε σφίγγοντας τα δόνια και έκανε να βγει από το δωμάτιο. Τότε ήταν που άνοιξε τα μάτια του ο Πέτρος.
-πού πας; Η φωνή του ήταν βραχνή από τον ύπνο.
-Οινάει λίγο το στομάχι μου. Κοιμίσου εσύ, σε λίγο θα έρθω κι εγώ.
-εντάξει, γύρισε πλευρό και βυθίστηκε ξανά σε έναν ύπνο βαθύ.
Έκλεισετην πόρτα του δωματίου απαλά και μπήκε στο μπάνιο. Έπλυνε το πρόσωπό της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τα μάτια της ήταν μεγάλα με μαύρους κύκλους. Πρόωρες ρυτίδες έκαναν την εμφάνισή τους στο πρόσωπό της. Μπήκε στο σαλόνι και κάθισε σε μια πολυθρόνα, στην ίδια που είχε καθίσει και πριν ο Πέτρος. Πήρε το τηλέφωνο κι άρχισε να ψάχνει για τον αριθμό που την είχε καλέσει λίγες ΄ωρες πριν.
Όταν άρχισε να χτυπάει το σήκωσε σχεδόν αμέσως καλύπτοντας το με την άκρη του ρούχου της.
-παρακαλώ, μίλησε σχεδόν ψιθυριστά. Η ενριέτα πήρε μια βαθιά ανάσα, τα είχε καταφέρει. Όταν μίλησε προσπάθησε να φανεί φιλική.
-Γεια σου, συγγνώμη για την τόσο προχωρημένη ώρα σου τηλεφώνησα και πριν… Με λένε ενριέτα. Είμαι επιθεωρήτρια. Σου τηλεφωνώ για κάποια σοβαρή υπόθεση δολοφονίας. Η Ντανιέλα χλώμιασε κι έσφιξε το ακουστικό.
-τι συμβαίνει;
-Μην ανησυχείς, θα ήθελα μόνο να μιλήσουμε λίγο αύριο. Ξέρεις κάποια αντωνία; Η ντανιέλα προσπάθησε να ελέγχξει την ταραχή που την κυρίευε.
-Ναι είναι καλά;
-Έτσι πιστεύω απάντησε η επιθεωρήτρια μισοχαμογελώντας.
-εμπλέκεται σε μια άσχημη υπόθεση, θα μπορούσαμε να συναντηθούμε αύριο;
-Ναι, φυσικά. Αλλά όχι στην αστυνομία, δε θα το ήθελα.
-γιατί;
-Σας παρακαλώ, η φωνή της Ντανιέλας άρχισε να τρέμει.
-εντάξει, βιάστηκε να πει η ενριέτα. Θα πάμε για έναν καφέ αν βολεύει.
-ναι, αυτό ετοιμαζόμουν να προτείνω κι εγώ.
-Λοιπόν, θα επικοινωνήσουμε ξανά για την ώρα και το μέρος σύμφωνοι;
-ναι, σύμφωνοι, καληνύχτα. Το έκλεισαν και οι δυο.

η πρώτη υπόθεση

Νοέμβριος 26, 2009

Κεφάλαιο εικοστό πρώτο
Η ενριέτα πάρκαρε ακριβώς έξω από το σπίτι. Κλείδωσε το αυτοκίνητο και βγήκε κρεμώντας καλύτερα την τσάντα της στον ώμο. Στο δεξί της χέρι κρατούσε ένα κουτί ελβετικές σοκολάτες. Είχε δώσει μια μικρή περιουσία για να τις αγοράσει αλλά άξιζε. Ήθελε να εξιλεωθεί με αυτόν τον τρόπο, σίγουρα ο Αλέξανδρος θα είχε καταλάβει πως η αγαπημένη του σοκολάτα είχε κάνει φτερά κι έτσι όπως ήταν μέσα στα νεύρα δε θα παρέλειπε να της το θυμίσει κι εκείνης. Έφτασε έξω από την πόρτα και χτύπησε το κουδούνι παρατεταμένα. Έτσι θα καταλάβαινε πως ήταν εκείνη. Δεν άργησε να της ανοίξει. Τα μεγάλα του μάτια καρφώθηκαν πάνω της γεμάτα αγάπη. Για την ώρα ήταν φανερό πως ο καβγάς είχε αποφευχθεί.
Μπήκε στο σπίτι και του έδωσε τις σοκολάτες δήθεν ντροπαλά. Εκείνος έβγαλε το κουτί από τη σακούλα κι αφού διάβασε την ετικέτα ξέσπασε σε δυνατά γέλια.
-Ήμουν σίγουρος πως θα έκανες κάτι τέτοιο απόψε. Δε μου διέφυγε πως έφαγες τη σοκολάτα μου κάποια στιγμή απλά δεν ξέρω τον ακριβή χρόνο που έγινε αυτό.
Χθες το βράδυ απάντησε απολογητικά η ενριέτα βγάζοντας ευτυχισμένη τα παπούτσια της. Τα πόδια της είχαν κι αυτά ανάγκη από λίγη ξεκούραση. Βολεύτηκε σε μια μαλακή πολυθρόνα και τον κάλεσε να καθίσει κοντά της. Εκείνος την πλησίασε χωρίς δεύτερη σκέψη και την πήρε στην αγκαλιά του παίρνοντας τη θέση της στην πολυθρόνα.
-ενώ εγώ κοιμόμουν; Δε σε πιστεύω! Φίλησε τα χείλη της τρυφερά κι έκανε στην άκρη τα μαλλιά της για να δει το πρόσωπό της.
-ναι, δεν ξέρω γιατί πήρα τη δική σου. Η φωνή της έγινε ξαφνικά κοριτσίστικη. Ο Αλέξανδρος ήταν κοντά της, δεν ήθελε τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή.
-εγώ ξέρω, χάιδεψε το στόμα της με τις άκρες των δακτύλων του. Το έκανες για να έχεις σήμερα μια καλή αφορμή να αγοράσεις κι άλλες σοκολάτες. Παραδέξου το λοιπόν.
-ας είναι είπε νικημένα εκείνη. Δίκιο έχεις.
-Ξέρω και κάτι άλλο για σένα που δε μου το είπες σήμερα το πρωί. Η ενριέτα ανασηκώθηκε στην αγκαλιά του αλλά εκείνος την ξάπλωσε ξανά στα χέρια του.
-Ξέρω πως σε πόνεσε η πλάτη σου το βράδυ. Τον κοίταξε απορημένη.
-τελικά φοβάμαι μικρή μου πως η φήμη σου σε ξεπερνάει. Τελικά δεν είσαι και τόσο καλή στη δουλειά σου!
-γιατί όχι;
-Ξέχασες πως άφησες τα μαξιλάρια πριν φύγεις; Η ενριέτα έμεινε αμίλητη για μια στιγμή ώσπου να καταλάβει τι της έλεγε κι ύστερα έβαλε τα γέλια. Σύντομα εκείνος τη μιμήθηκε.
-τα είδα το πρωί και θέλησα να σου τηλεφωνήσω αλλά τελικά αποφάσισα να περιμένω να γυρίσεις. Έτσι θα μπορέσω να σε τιμωρήσω περισσότερο. Έσκυψε από π άνω της και τη φίλησε στο στόμα. Εκείνη δέχτηκε το φιλί χωρίς λέξη. Αυτό ακριβώς χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή.
-Και για να με τιμωρήσεις αγόρασες εκείνο το υπέροχο κρασί που μου έλεγες λίγο πριν στο τηλέφωνο;
-Ακριβώς. Την ακούμπησε απαλά στα μαξιλάρια χαιδεύοντας την πλάτη της και σηκώθηκε.
-είναι από μια άλλη ποικιλία ελπίζω να σου αρέσει.
-χωρίς αμφιβολία!
Ο Πέτρος μπήκε στην κουζίνα. Η Ντανιέλα εκείνη τη στιγμή έβγαζε δυο πιάτα από ένα ράφι κι όταν τον είδε στράφηκε να του μιλήσει.
-Το φαγητό είναι έτοιμο είπε σιγά. Μπορείς να καθίσεις αν θέλεις. Ακούμπησε τα πιάτα στον πάγκο της κουζίνας κι έκλεισε το μάτι.
Ο άνδρας την πλησίασε και στηρήχτηκε σε μια καρέκλα που ήταν εκεί κοντά.
-τηλεφώνησε μια αστυνομικός, μια επιθεωρήτρια τέλοσπάντων. Κάποια που λέγεται ενριέτα, δε μου είπε το επίθετό της την ξέρεις; Η γυναίκα γούρλωσε τα μάτια κι εκείνος για μια στιγμή πίστεψε πως η έκπληξη της ήταν αυθεντική.
-δεν την ξέρω, σου δίνω το λόγο μου.
-είσαι σίγουρη; Τα μάτια του άστραψαν πονηρά κι η Ντανιέλα κατάλαβε πως η γαλήνη της βραδιάς είχε μόλις διαλυθεί.
-Ναι, αλήθεια σου λέω. Δεν ξέρω καμιά ενριέτα. Ο πέτρος την πλησίασε και τη γύρισε προς το μέρος του.
-τότε γιατί δε με ρωτάς για ποιο πράγμα ήθελε να σου μιλήσει; Η κοπέλα τα’χασε κι έτσι άργησε να απαντήσει. Εκείνος το εκμεταλεύτηκε αμέσως.
Την άρπαξε στα χέρια του κι έφερε το πρόσωπό του τόσο κοντά στο δικό της που η αναπνοή του της έκαψε το στόμα.
-τι σεήθελε;
-δεν ξέρω. Η φωνή της άρχισε να τρέμει ελαφρά και η γλώσσα τηςμπερδεύτηκε. Πάντα το πάθαινε αυτό όταν ταραζόταν. «το μόνο που μας λείπει είναι να αρχίσει να μιλάει στην αναθεματισμένη μητρική της γλώσσα».
-γιατί δεν τη ρώτησες εσύ; Τόλμησε να πει η κοπέλα.
-Λες να μην το έκανα; Τη ρώτησα και ξέρεις τι μου είπε; Ξέρεις; Πως η υπόθεση είναι πολύ σοβαρή και πως δε μπορούσε να μου πει τίποτα περισσότερο. Αντίθετα σε σένα θα τα έλεγε όλα.
-Και γιατί δε με φώναξες τότε; Έτσι θα μαθαίναμε κάτι περισσότερο.
Τα λόγια αυτά τον εξαγρίωσαν τόσο που τη χαστούκισε δυνατά. Ο ήχος ακούστηκε πεντα κάθαρα μέσα στο δωμάτιο. Εκείνη θέλησε να ουρλιάξει αλλά έπνιξε την επιθυμία της αυτή ξέροντας πως αυτό θα έκανε χειρότερα τα πράγματα μεταξύ τους.
-εγώ θα τα μάθω όλα απόψε να είσαι σίγουρη γι’αυτό. Τη σήκωσε στα χέρια και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Η Ντανιέλα έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να προετοιμάσει τον εαυτό της γι’αυτά που θα ακολουθούσαν. Την κάθισε στο μεγάλο κρεβάτι και πήρε τη θέση του δίπλα της χωρίς να αφήνει τους καρπούς της.
-Ξέρεις τι θα γίνει τώρα καλό μου κορίτσι αν δε μου πει όλα όσα ξέρεις; Δε θα σε αφήσω να κλείσεις μάτι απόψε. Το ξέρεις;
-ναι, έγνεψε καταφατικά.
-πονάει το κορμίσου ακόμη; Η ερώτηση έγινε όχι με φροντίδα αλλά με πείσμα και χαιρεκακία.
-ναι είπε και πάλι σιγανά.
-τότε θα το κάνω να πονέσει ακόμα περισσότεροαν δεν ανοίξεις το στόμα σου.
-Όχι τον ικέτευσε. Σε παρακαλώ μη μου το κάνεις αυτό! Εκείνος γέλασε.
-Ξέρεις πως δεν το θέλω έτσι δεν είναι; Έσκυψε και τη φίλησε ρουφώντας κυριολεκτικά τα χείλη της. Κι αυτό της άρεσε μολονότι εκείνο το φιλί κάθε άλλη φυσιολογική γυναίκα θα το θεωρούσε προσβολή κάτω από αυτές τις συνθήκες.
-Αφού δε θέλεις να σε πονέσω κάνε κάτι για να το αποτρέψεις. Πες μου λοιπόν. Είναι εντάξει τα χαρτιά της παραμονής σου εδώ;
-ναι, όλα είναι τακτοποιημένα σου δίνω το λόγο μου.
-Και βρίσκονται ακόμη σε κείνο το δερμάτινο τσαντάκι που έχεις φυλαγμένο στη ντουλάπα;
-ναι, εκεί είναι κοίτα και μόνος σου αν θέλεις.
-δε χρειάζεται, σε πιστεύω. Έσυρε με απόλαυση το νύχι του πάνω στη λεία επιδερμίδα της πλάτης της περνώντας το χέρι του μέσα από τη μισάνοιχτη ρόμπα.
Ο πόνος δεν ήταν δυνατός και δε συγκρινόταν με αυτά που έρχονταν αλλά μια δυο σταγόνες κύλησαν και λέρωσαν το κατάλευκο σεντόνι του κρεβατιού.
-Πες μου τότε κάτι άλλο, σε πλησίασε κανείς άγνωστος στη δουλειά αυτές τις μέρες; Κάποιος πελάτης που δε γνωρίζεις.
-όχι, κανείς.
-ωραία, αυτό είναι πολύ ευχάριστο. Έκανε άλλη μια χαρακιά στο δέρμα της πιέζοντας λίγο περισσότερο τα νύχια του πάνω της. Ο πόνος κι αυτή τη φορά ήταν υποφερτός ωστόσο το τσούξιμο και η οσμή του αίματος την τάραξαν. Δυο δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της αλλά εκείνος κρατούσε τα χέρια της κι έτσι κύλησαν στο ,άγουλό της ανενόχλητα.
-δε χρειάζεται να κλαις, της είπε σκουπίζοντάς τα με την ανάστροφη του χεριού του. Πρέπει να είσαι ψύχραιμη γιατί ακόμα δεν αρχίσαμε.

η πρώτη υπόθεση

Νοέμβριος 26, 2009

Κεφάλαιο εικοστό
Η Ντανιέλα ξεκλείδωσε την πόρτα κι έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Είχε χάσει τα κλειδιά της και μόλις πριν ένα λεπτό θυμήθηκε πως τα είχε ρίξει στο πλαινό τσεπάκι της τσάντας της. Μπήκε στο μικρό σπίτι και κλείδωσε αφήνοντας τα κλειδιά πάνω στην πόρτα. Κοίταξε το ρολόι της κι ύστερα πήγε και κρέμασε το φθαρμένο της παλτό στην κρεμάστρα. Ήξερε πως εκείνος θα ερχόταν από στιγμή σε στιγμή. Έπρεπε να κάνει ένα μπάνιο αλλά δεν είχε κουράγιο. Άναψε το θερμοσίφονα και κάθισε στον καναπέ. Έκρυψε το πρόσωπο μέσα στα χέρια της. Ήταν πολύ κουρασμένη και κανείς δε θα μπορούσε να την ξεκουράσει. Ίσως εκείνος αν ήθελε να πετύχαινε κάτι αλλά αμφέβαλε γι’αυτό.
Είδε τους λογαριασμούς όταν σηκώθηκε για να δει αν το νερό είχε ζεσταθεί αλλά δεν τόλμησε να τους ανοίξει. Θα το καθυστερούσε όσο περισσότερο γινόταν. Πέταξε τα ρούχα της πάνω στο πλυντήριο και γλίστρησε στη μπανιέρα. Το σώμα της πονούσε πολύ κι έπρεπε να είναι προσεκτική. Σαπούνισε λοιπόν απαλά τα πονεμένα της μέλη κι ύστερα μισοξάπλωσε σχεδόν κάτω από το ζεστό νερό.
Εκείνος χτύπησε το κουδούνι μισή ώρα αργότερα. Στο μεταξύ η ντανιέλα είχε προλάβει να ντυθεί και να στεγνώσει τα μαλλιά της. Τώρα φορούσε μια μακριά ρωζ βελούδινη ρόμπα κι είχε αφήσει επίτηδες τα πρώτα κουμπιά ανοιχτά. Είχε αλείψει το σώμα της με μια κρέμα που μύριζε βατόμουρο κι είχε βάψει τα χείλη της με ένα κόκκινο κραγιον. Αυτό το τελευταίο δεν της άρεσε πολύ αλλά εκείνος το λάτρευε κι αυτό είχε σημασία. Ευτυχώς που είχε ένα λεπτό άρωμα φράουλας.
Του άνοιξε σχεδόν αμέσως. Εκείνος μπήκε μέσα και την αγκάλιασε απαλά προτού καλά καλά κλείσει την πόρτα. Εκείνη θέλησε να του μιλήσει αλλά δεν πρόλαβε επειδή τα χείλη του πίεσαν ελαφρά τα δικά της. Ο πόνος του κορμιού της ξεχάστηκε την επόμενη στιγμή κι ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν. Καταλάβαινε βαθιά μέσα της πως αυτό που γινόταν εκείνη τη στιγμή δεν ήταν σωστό, πως την κατέστρεφε σιγά σιγά αλλά δεν είχε τη δύναμη να το αποτρέψει. Ο άντρας έχωσε το χέρι του μέσα στη ρόμπα της γυναίκας κι άρχισε να χαιδεύει το στήθος της. Εκείνη αναστέναξε με ευχαρίστηση κι ετοιμάστηκε για ένα ακόμη φιλί. Αλλά εκείνος σταμάτησε σε λίγο κι άρχισε να ξεκουμπώνει τα κουμπιά του φουσκωτού του μπουφάν απομακρύνοντας την σχεδόν απότομα.
-έχεις φάει; Τον ρώτησε με κείνα τα ξεχαρβαλωμένα ελληνικά της. Τόσα χρόνια ζούσε στην ελλάδα κι ακόμη δεν είχε καταφέρει να προσαρμοστεί.
-Όχι απάντησε μέσα από τα δόντια του. Έβγαλε το μπουφάν του και το πέταξε πάνω στον καναπέ. Ύστερα κάθισε δίπλα του.
-θα μαγειρέψω κάτι γρήγορα αν μπορείς να περιμένεις του πρότεινε δειλά. Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι κι άνοιξε την τηλεόραση.
Η Ντανιέλα μπήκε στην κουζίνα κι άρχισε να ψάχνει για τα μακαρόνια ενώ γέμιζε νερό την κατσαρόλα. Η γεύση της φράουλας ανακατευόταν με τη δική του γεύση κι αυτό της άρεσε πολύ. Την έκανε να υποφέρει κάθε στιγμή αλλά ήξερε καλά πως αν τον έβγαζε από τη ζωή της δε θα ζούσε για πολύ.
Ο άντρας εκείνος ήταν γύρω στα σαράντα, τα μαλλιά του ήταν κοντά και καστανά, το σώμα του γυμνασμένο κι αθλητικό και το πρόσωπό του δεν το είχε αγγίξει καθόλου ο χρόνος. Συχνά γινόταν βίαιος και θύμωνε με το παραμικρό αλλά η εξάρτησή της από αυτόν ήταν τόση που παραμέριζε τα πάντα.
Όσο η κοπέλα ετοίμαζε μια σάλτσα ντομάτας εκείνος έβλεπε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα στην τηλεόραση και σκεφτόταν πυρετωδώς. Χρειαζόταν λεφτά το γρηγορότερο. Άλλος τρόπος να τα αποκτήσει δεν υπήρχε εκτός από τούτη την κοπέλα. Έπρεπε να της τα πάρει όλα, όσα κι αν είχε πολλά ή λίγα. Την έφερε στο νου του, δεν ήταν άσχημη καθόλου μάλιστα. Περνούσε καλά μαζί της κι εκείνη το ίδιο βέβαια.
Το κουδούνισμα του τηλεφώνου τον έβγαλε από τις σκέψεις του.
-Ποιον περιμένεις; Ρώτησε κοιτώντας προς την κουζίνα ενώ σηκωνόταν.
-Κανέναν είπε το ίδιο δυνατά η κοπέλα. Σήκωσέ το αν θέλεις.
Πλησίασε τη συσκευή και πριν απαντήσει κοίταξε την οθόνη για τον αριθμό. Αυτός που τηλεφωνούσε έμενε στην Αθήνα. Πάτησε το πράσινο κουμπί.
-Παρακαλώ; Η φωνή του ήταν βαθιά και καλλιεργημένη σχεδόν επιτηδευμένη όταν μίλησε όσο απίστευτο κι αν ακούγεται. Ήταν κι αυτό μέρος της δουλειάς του.
Η ενριέτα ξαφνιάστηκε χωρίς να ξέρει το γιατί αλλά είπε το ίδιο επιτηδευμένα.
-Καλησπέρα, λέγομαι ενριέτα….. δεν είπε το επίθετό της, δεν ήξερε με ποιον μιλούσε.
-είμαι επιθεωρήτρια της αστυνομίας είπε αρχίζοντας ξανά. Θα ήθελα να μιλήσω με τη Ντανιέλα, μήπως είναι εκεί;
Ο άντρας ξαφνιάστηκε με τη σειρά του αλλά δεν άργησε να βρει την ψυχραιμία του.
-Μάλιστα, εδώ είναι. Μα πείτε μουέχει μπλεξίματα η μικρή; Έκανε κάτι;
-εσείς ποιος είστε;
-φίλος της, πολύ στενός φίλος. Θα μπορούσατε τώρα ναμου απαντήσετε;
Η ενριέτα μόρφασε ενοχλημένη. Όσο ευγενικά και συγκρατημένα κι αν μιλούσε ο άνθρωπος αυτός δεν της άρεσε καθόλου.
-δεν έκανε κάτι κύριε, απλώς πιστεύω πως είναι σε θέση να με βοηθήσει να διαλευκάνω μια παλιά υπόθεση.
-Τι είδους υπόθεση; Το κλικ του αναπτήρα του που έφτασε καθαρά στα αφτιά της την εκνεύρισε ακόμηπερισσότερο από τη φωνή του που είχε πάρει μια πιο σκληρή κι απαιτητική χροιά.
-σας ζητώ συγγνώμη κύριε αλλά δε μπορώ να σ ας αποκαλύψω περισσότερα.
-στην περίπτωση αυτή λυπάμαι αλλά δε θα μπορέσετε να μιλήσετε μαζί της.
-γιατί όχι;
-πώς είπαμε ότι σας λένε;
-ενριέτα εσάς;
-Πέτρο. Λοιπόν κυρία ενριέτα θα μπορούσατε να μου πείτε περί τίνος πρόκειται;
Η γυναίκα δίστασε.
-Ξέρετε το απόρριτο και η σοβαρότητα της υπόθεσης δε μου επιτρέπουν να μιλησω. Είναι μεγάλη ανάγκη να επικοινωνήσω μαζί της.
-δε νομίζω πως θα μπορέσετε σας το ξαναλέω. Ο Πέτρος κατέβασε αργά αργά ταο ακουστικό που μπήκε στη θέση του χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο.
Η ενριέτα έκλεισε το δικό της τηλέφωνο με θόρυβο. Άναψε ένα τσιγάρο κι άρχισε να παίζει θυμωμένα με τον καπνό. Είχε τηλεφωνήσει πάνω από δέκα φορές σε κείνη την κοπέλα κι όταν τελικά της απάντησαν τα πράγματα είχαν πάει στραβά. Τελικά δεν είχε τύχη με αυτή την υπόθεση.
Πέταξε τη γόπα στο τασάκι που κόντευε να ξεχειλίσει. Αυτό ο άνδρας γελιόταν αν πίστευε πως θα ξεμπέρδευε τόσο εύκολα μαζί της. Έκανε να πιάσει και πάλι το τηλέφωνο αλλά μια σκέψη τη σταμάτησε.
Αν δεν έμενε μαζί της θα μπορούσε να τη βρει αργότερα. Αυτό την ηρέμησε κάπως. Ξαφνικά θυμήθηκε τη σάρα και χαμογέλασε. Σίγουρα περίμενε ακόμη τηλεφώνημά της. Κι ο Αλέξανδρος; Τι να έκανε άραγε; Πήρε το κινητό της και τον κάλεσε προσπαθώντας να διώξει τις ενοχές που είχαν αρχίσει να την κυκλώνουν από παντού. Απάντησε αμέσως σημάδι πως την περίμενε κι αυτό χειροτέρεψε τα πράγματα.
-Πού είσαι; Ακόμη στο γραφείο σου;
-Ναι, συγγνώμη, είχα πολλή δουλειά. Τελειώνω όμως τώρα. Εσύ;
-γύρισα στο σπίτι πριν λίγο, ήλπιζα πως θα σε έβρισκα εδώ για να πω την αλήθεια αλλά έπεσα έξω. Τέλοσπάντων. Η ενριέτα κατάλαβε πως ο Αλέξανδρος είχε φέρει πάλι κάποιο ακριβό γαλλικό κρασί κι αυτό έφτιαξε τη διάθεσή της. Έτσι πήρε το πιο ναζιάρικο ύφος που διέθετε και μίλησε σελίγο.
-Αν τα [αρατήσω όλα κι έρθω αμέσως εκεί έχω πιθανότητες να με συγχωρήσεις; Εκείνος έκανε πως το σκεφτόταν.
-αν δε βγάλεις από την τσάντα σου καμια παράξενη κατάθεση για μελέτη κι αν δεν ανοίξεις τον υπολογιστή νομίζωπως μπορείς να ελπίζεις.
-εντάξει τότε. Έρχομαι αμέσως.
Έκλεισε το τηλέφωνο κι άρχισε να μαζεύει τα χαρτιά της. Οι ώρες είχαν κυλήσει τόσο γρήγορα και πάλι. Την ώρα που έφευγε θυμηθηκετη ντανιέλα και κοντοστάθηκε αλλά μόνο για λίγο.
Δε μπορεί, κάποια στιγμή ο αλέξανδρος θα κοιμόταν.

η πρώτη υπόθεση

Νοέμβριος 26, 2009

Κεφάλαιο δέκατο ένατο
Η ενριέτα τράβηξε πίσω την καρέκλα της και σηκώθηκε. Το στομάχι της επέλεξε εκείνη τη στιγμή για να αρχίσει να διαμαρτύρεται. Πήρε την τσάντα της κι ετοιμάστηκε να βγει από το γραφείο, το περίπτερο δεν απείχε παρά ελάχιστα με τα πόδια. Δεν κλείδωσε την πόρτα. Στο διάδρομο είδε μια παρέα συναδέλφων να μιλάει δυνατά αλλά όταν την κάλεσαν να μπει στην συντροφιά τους εκείνη αρνήθηκε μισοχαμογελώντας. Η κατάθεση εκείνης της υπηρέτριας της είχε προκαλέσει παράξενα συναισθήματα. Η αλήθεια που έκρυβαν τα λόγια της φαινόταν ατράνταχτη παρόλ’αυτά κάτι της έλεγε πως υπήρχαν κι άλλα από πίσω που δεν τα είχε ομολογήσει σε κανέναν. Έπρεπε να καταστρώσει κάποιο σχέδιο για να τη δει, δε μπορούσε να γίνει διαφορετικά.
Αγόρασε ένα κουτί πατατάκια με πάπρικα και μια μικρή συσκευασία μπισκότα με σφολιάτα και μέλι κι επέστρεψε στο γραφείο της. Αυτή τη φορά κλείδωσε την πόρτα και κάθισε και πάλι στην πολυθρόνα.
Άρχισε να τρώει βιαστικά δουλεύοντας ταυτόχρονα το σχέδιό της. Η μαγείρισσα εκείνη είχε εξαφανισθεί, πώς θα τηνέκανε να γυρίσει και να μιλήσει; Να είχε άραγε ανάγκη από λεφτά ή ένας συναισθηματικός εκβιασμός θα έφερνε καλύρτερα αποτελέσματα;
Στην αρχή απέρριψε αμέσως την ιδέα αυτή αλλά καθώς τα δευτερόλεπτα κυλούσαν η ιδέα ερχόταν ξανά και ξανά με μια ένταση που μεγάλωνε επικίνδυνα. Τελικά παράτησε τα πατατάκια και τα μπισκότα κι άρχισε να τινάζει τα ψίχουλα από τα ρούχα της.
Έπρεπε να βρει όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσε για τους συγγενείς εκείνης της γυναίκας. Έκανε να πιάσει το ακουστικό του τηλεφώνου αλλά την επόμενη στιγμή το είχε κιόλας μετανιώσει. Ήταν καλύτερα να ασχοληθεί η ίδια και με αυτό. Όσο λιγότεροι εμπλέκονταν στην υπόθεση τόσο το καλύτερο. Πήρε στα χέρια της το ποντίκικι άρχισε να ψάχνει στα μητρώα της αστυνομίας.
Της πήρε μια ώρα αλλά τελικά οι πληροφορίες που γύρευε εμφανίστηκαν στην οθόνη του υπολογιστή. Χωρίς να ξέρει το γιατί έσχισε ένα κομμάτι χαρτί από το καινούριο της μπλοκάκι κι άρχισε να συμειώνει όλα όσα εμφανίζονταν στην οθόνη.
Λίγο αργότερα ένα χαμόγελο έκανε την εμφάνισή του. Το πρόσωπο που έψαχνε υπήρχε εκεί και την περίμενε. Το όνομά της ήταν Ντανιέλα. Ήταν είκοσι χρόνων και ζούσε στην Πάτρα. Έκλεισε το αρχείο κι άρχισε να ψάχνει στις πληροφορίες για τον αριθμό του τηλεφώνου της. Δεν άργησε να τον βρει.
Έσπρωξε το πληκτρολόγιο στο πίσω μέρος του γραφείου και άγγιξε το τηλέφωνο που διάλεξε εκείνη ακριβώς τη στιγμή για να χτυπήσει. Με δυσκολία κατόρθωσε να συγκρατήσει το γέλιο της και το σήκωσε καθαρίζοντας το λαιμό της. Η κουδουνιστή φωνή της ψυχολόγου επέδρασε πάνω τηςόπως και τα κρύα πρωινά ντους.
-επιτέλους έχω το φαξ που περίμενες. Να το στείλω τώρα ή μπορείς να περιμένεις; Η επιθεωρήτρια έβγαλε με δύναμη τον αέρα από τα πνευμόνια της.
-έπρεπε να το είχες στείλει ήδη σάρα, χάνουμε χρόνο έτσι.
-ο,τι πεις αποκρίθηκε εκείνη και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα η ενριέτα άκουσε το χαρακτηρηστικό ήχο της συσκευής που δούλευε.
-Νομίζω πως το έστειλα, μπορείς να το ελέγχξεις;
-Αμέσως. Η επιθεωρήτρια σηκώθηκε γρήγορα. Το μηχάνημα βρισκόταν στην άλλη πλευρά του γραφείου.
-είσαι θησαυρός σάρα φώναξε λίγο αργότερα παίρνοντας στα χέρια της τις σελίδες.
-το ξέρω γλυκιά μου. Λοιπόν υποθέτω πως τώρα θέλεις να μου το κλείσεις κατάμουτρα και να αρχίσεις το διάβασμα έτσι δεν είναι;
Η ενριέτα γέλασε, την ήξερε καλά, πολύ καλά.
-η αλήθεια είναι πως ανυπομονώ να διαβάσω τα συμπεράσματα του γφίλου σου για να διαπιστώσω αν είναι πράγματι τόσο καλός όσο ισχυρίζεσαι. Τώρα ήταν η σειρά της σάρας να γελάσει.
-είσαι σπίστευτη κυρία ενριέτα. Λοιπόν σε αφήνω, θα περιμένω να μου τηλεφωνήσεις εντάξει; Μην το ξεχάσεις σε παρακαλώ!
-μείνε ήσυχη.
Η έκθεση της άρεσε αμέσως. Ήταν ολοφάνερο πως ο δημήτρης ήταν πολύ καλός στη δουλειά του. Η ίδια δε γνώριζε πολλά από γραφολογία αλλά ήταν σε θέση να εκτιμήσει τον τρόπο με τον οποίο ανέλυε τηνπροσωπικότητα της Άρτεμης.
Στην αρχή παρέθετε όλες τις πληροφορίες που ήταν σχετικές με την ευφυία τη θέληση και την ειλικρίνεια του ατόμου. Ήταν αλήθεια πως η κοπέλα αυτή είχε βιώσει πολλά από αυτά που διηγούνταν. Αυτό τη χαροποίησε, θα μπορούσε λοιπόν να βασιστεί στα λόγια της. Ωστόσο ο γραφολόγος ήταν βέβαιος πως κάτι έκρυβε με χίλιους τρόπους. Η ενριέτα έτριψε τα χέρια της κι έχωσε ένα μπισκότο στο στόμα τηςπριν συνεχίσει. Είχε αρχίσει ήδη να τον συμπαθεί αυτόν τον άνθρωπο.
Στη συνέχεια ο γραφολόγος άρχιζε την ανάλυση των σαράντα σημείων της προσωπικότητας της κοπέλας αυτής. Τα παρέθετε αλφαβητικά ξεκινώντας από τον αισθησιασμό. Αυτό λίγο ενδιέφερε την επιθεωρήτρια αλλά ευτυχώς δεν έκανε το λάθος να το προσπεράσει. Υπήρχε μια παράγραφος αφιερωμένη στο καθένα. Εκείνα που την τράβηξαν περισσότερο ήταν η συναισθηματική ευαισθησία και το κίνητρο. Ήταν φανερό πως εκεί κρυβόταν αυτό που έψαχνε.
Όλα τα συμπεράσματα του γραφολόγου κατέλγαν στο ίδιο σημείο. Η κοπέλα αυτή αντιμετόπιζε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και χρειαζόταν βοήθια χωρίς αμφιβολία. Επιπλέον αυτό που έκρυβε στιγμάτιζε όλη της τη ζωή κι αν δε λαμβάνονταν κάποια απαραίτητα μέτρα θα την αφάνιζε αργά ή γρήγορα.
Αναστέναξε κι έσφιξε τα χέρια της. Η σάρα λοιπόν είχε δίκιο όταν της μιλούσε για διαταραγμένη προσωπικότητα. Άρχισε να διαβάζει πιο γρήγορα την έκθεση προσπαθώντας να εστιάσει στα σημεία που την ενδιέφεραν.
Το γράμμα εκείνο είχε γραφθεί σε στιγμές απόλυτης ηρεμίας κι όχι πανικού όπως είχε πιστέψει αρχικά.
Όπως έδειχναν τα πράγματα ήταν ένας άνθρωπος που ήξερε τι ήθελε και πώς να το αποκτήσει. Η μόνη της εβεβαιότητα ήταν για το χρόνο αποστολής του γράμματος Ωστόσο κάθε γραμμή ήταν γραμμένη με σταθερό γραφικό χαρακτήρα.
Έσμιξε τα φρύδια. Εκείνη πίστευε πως τα γράμματα έτρεμαν πως τα δάκτυλά της δεν ήταν σίγουρα πως…… μάλωσε τον εαυτό της. Αυτή ήταν η δουλειά ενός άλλου ανθρώπου, δεν είχε το δικαίωμα να βγάζει τέτοιου είδους συμπεράσματα.
Διάβασε λίγο ακόμη κι ύστερα δίπλωσε προσεκτικά τις σελίδες και τις τοποθέτησε πίσω στο φάκελό τους. Έπρεπε να κάνει κάτι ακόμη. Πήρε μπροστά της το τηλέφωνο και κάλεσε τη Ντανιέλα. Η κοπέλα δεν απ’αντησε κι έτσι αναγκάστηκε να το κλείσει μετά το δέκατο κουδούνισμα. Θα της τηλεφωνούσε αργότερα, έπρεπε να τη βρει.
Η άρτεμη μπήκε στην καφετέρια λίγο καθυστερημένη. Το μέρος αυτό της άρεσε πολύ κι έτσι είχε προσκαλέσει τον Άρη εκεί. Τον αναζήτησε με τα μάτια και δεν άργησε να τον δει. Στεκόταν κοντά στο μπαρ και μιλούσε με έναν σερβιτόρο. Ήταν φανερό πως δεν την είχε αντιληφθεί ακόμη. Έτσι μπόρεσε να τον παρατηρήσει με την ησυχία της. Φορούσε μαύρο δερμάτινο μπουφάν και τζιν παντελόνι. Της άρεσε πολύ. Τον πλησίασε αργά αργά κι όταν έφτασε κοντά του ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του.
-πού ταξιδεύεις; Η φωνή της χάιδεψε το πρόσωπό του ευχάριστα κι ανάλαφρα. Εκείνος τινάχτηκε και στράφηκε να τη δει. Την κοίταξε εξεταστικά για λίγο αλλά ύστερα χαμήλωσε τα μάτια του.
-δε σε είδα είπε βιαστικά σφίγγοντας το χέρι της. Είσαι καλά;
-Ναι, εντάξει είμαι. Λοιπόν; Πάμε να καθίσουμε; Εκείνος έσφιξε λίγο το μπράτσο της και την οδήγησε σε ένα γωνιακό τραπέζι.

η σειρήνα

Νοέμβριος 22, 2009

Κάποτε θέλησε να φύγει μακρι’α, να μην ακούει κανέναν ούτε τις δυνατές ξεδιάντροπες φωνές της μητέρας του ούτε το μεθυσμένο παραμιλητό του πατέρα του ούτε τις παρατεταμένες άναρθρες κραυγές της αδελφής του. μέρες πολλές το στριφογύριζε στο νου του παλεύοντας ανάμεσα στην αγάπη του για την οικογένειά του και στην ολοένα αυξανόμενη ανάγκη του για φυγή.
κι ήρθε ένα πρωί που σαν ξύπνησε κατάλαβε πως δεν είχε πια κανένα στόχο, κανένα προορισμό στη ζωή του. η μάνα του θα φώναζε ώρες ατέλειωτες με ή χωρίς τη δική του παρουσία, ο πατέρας του θα μεθούσε κάθε βράδυ και η αδερφή του θα έπαιζε με τις κούκλες της όσα χρόνια κι αν περνούσαν.
τα σκεφτόταν όλα τούτα ξαπλωμένος στο κρεβάτι του κι έσφιγγε μανιασμένα τα τσαλακωμένα σεντόνια κι ας γνώριζε πως είχε πάρει ήδη την απόφασή του.
χρειάστηκε να ακούσει τον διαπεραστικό καταθλιπτικό ήχο της σειρήνας για να πετάξει από πάνω του τα σκεπάσματα και να τρέξει στο παράθυρο. έκανενα το ανοίξει μα δεν το άνοιξε, αντίθετα τράβηξε πίσω στη θέση τους τις κουρτίνες. Πήρε στα χέρια του το ρολόι και το κοίταξε με μάτια που δεν έβλεπαν. η ώρα ήταν οχτώ παρά τέταρτο αλλά αυτό δεν είχε καμιά σημασία για κείνον. ντύθηκε αργά αργά. το παντελόνι του είχε έναν καφέ λεκέ. μόλις τον είδε άρχισε να τον τρίβει με το δάκτυλό του αλλά εκεινος δεν έλεγε να εξαφανιστεί, τι παράξενο αλήθεια. Έτσι τον άφησε στην ησυχία του και συνέχισε να ετοιμάζεται. το πουκάμισό του ήταν λευκό, όταν άρχισε να το κουμπώνει διαπίστωσε πως το πάνω πάνω κουμπί έλειπε αλλά το αγνόησε κι αυτό. είχε βαρεθεί να το ψάχνει κάτω από το κρεβάτι. είχε βαρεθεί να βλέπει τη μάνα του να του το ράβει.
ντυμένος πια άνοιξε τη μεγάλη ντουλάπα κι άρχισε να παρατηρεί τα υπόλοιπα ρούχα και παπούτσια του. Τράβηξε ένα μικρό σάκο κι άρχισε να τα πετάει όλα μέσα χωρίς να προσέχει τι έπαιρνε μαζί του. Όταν όλα τα ρούχα έγιναν ένα μεγάλο μπλεγμένο κουβάρι άνοιξε ένα άλλο ράφι της ντουλάπας χωρίς να κλείσει το προηγούμενο. εκεί ήταν οι δίσκοι και τα βιβλία του. Του πήρε μερικά λεπτά να καταλάβει πως δε θα χωρούσαν όλα αυτά τα πράγματα στο μικρό του σάκο. δυο ήταν λοιπόν οι λύσεις που απέμεναν. θα αναγκαζόταν να αφήσει κάποια στοσπίτι ή θα έπαιρνε ένα μεγαλύτερο σάκο. τελικά άρχισε να διαλέγει ένα ένα τα δισκάκια του. δεν είχε φορητή συσκευή για να τα ακούει αλλά αυτό δεν τον απασχόλησε ούτε για μια στιγμή. έδεσε όλους τους δίσκους με ένα λαστιχάκι και τους τοποθέτησε κάτω από δυο τζιν παντελόνια. Έτσι θα ήτανπροστατευμένοι ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. έκανε να πιάσει στα χέρια τον πρώτο τόμο των βιβλίων για να διαβάσει τον τίτλο όταν τον κυρίευσε πανικός. Πού ήταν το αγαπημένο του δισκάκι; εκείνη η μαύρη τραγουδίστρια που τον καλούσε κάθε βράδυ να την ακολουθήσει σε άγνωστους κόσμους είχε γίνει πια προέκταση του εαυτού του. Μα πού ήταν; με χέρια που έτρεμαν άρχισε να ψάχνει τα πράγματα που δεν είχε βάλει μέσα στο σάκο. τελικά βρήκε αυτό πουέψαχνε πεταμένο πίσω από το μικρό του γραφείο. μα τι γινόταν εδώ; Μήπως αυτή η γυναίκα δεν ήθελε να τον ακολουθήσει στο νέο του ξεκίνημα; μήπως καταλάβαινε πως η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει γι’αυτόν; όχι! Χτύπησε τη γροθιά του με δύναμη πάνω στο ξύλο του γραφείου κι ένιωσε τον πόνο να απλώνεται σε όλο του το κορμί. ΄΅Εκλεισε τα μάτια και αφέθηκε σ’αυτή την αίσθηση ώσπου το κύμα έγινε πιο αδύνατο και χάθηκε σε λίγο. τότε πήρε το δισκάκι και το έχωσε κι αυτό κάτω από τα παντελόνια.
Κι ο χρόνος πάγωσε όταν έπιασε το βιβλίο που κρατούσε λίγο πριν. «Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα». τον διάβασε ξανά και ξανά, πάντα τον μαγνήτιζαν αυτά τα φεγγάρια, δεν ήθελε ωστόσο να τα σκέφτεται μαύρα, τα προτιμούσε στρογγυλά και ασημένια. έφερε το βιβλίο στα χείλη του και με αυτάχάιδεψε τον τίτλο. ύστερα το τοποθέτησε σχεδόν ευλαβικά στο σάκο και στράφηκε να δει το επόμενο. ήταν οι τρεις σωματοφύλακες. το ακούμπησε πάνω στο προηγούμενο. αυτή η διαδικασία επαναλήφθηκε κάμποσες φορές ώσπου ο σάκος βάρυνε επικίνδυνα. μόνο τότε κατάλαβε πως έπρεπε να σταματήσει. έκλεισε τοο σάκο και ανασηκώθηκε. κοίταξε τη μισοάδεια ντουλάπα. τότε συνειδητοποίησε πως θα αναγκαζόταν να αποχωριστεί το ροβινσόνα Κρούσο. Αυτό δεν του άρεσε. έχωσε τα δάκτυλά του στο βιβλίο και χωρίς να το πολυσκεφθεί έσχισε μια σελίδα στην τύχη. ύστερα τη δίπλωσε και την έχωσε στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του. Αυτή θα ήταν η τελευταία κλωστή που τον έδενε με το παρελθόν και δεν ήθελε να τη χάσει. τη χρειαζόταν και θα την κρατούσε κοντά του. άλωστε αυτός δεν ήταν ο ήρωας που τον είχε βγάλει από το χειμώνα;
φορτώθηκε το σάκο κι ετοιμάστηκε να φύγει όταν κάτι τον έκανε να παγώσει στη θέση του. στην αρχή νόμισε πως ήταν το κλάμα της μάνας του αλλά ύστερα από λίγο κατάλαβε πως ήταν το γέλιο της αδερφής του. Ο σάκος του προκαλούσε ήδη έναν έντονο οξύ πόνο. έπνιξε τον αναστεναγμό που ανέβηκε αθέλητα στο λαιμό του και χωρίς να κοιτάξει πίσω του βγήκε από το σπίτι. δεν είχε πάρει το κλειδί.
η κοπέλα βγήκε από το νερό και άρχισε να σφίγει με τα δυο της χέρια τα μακριά κατάξανθα μαλλιά της για να φύγουν τα πολλά νερά. ύστερα πήγε στο βραχάκι όπου είχε αφήσει τα ρούχα της λίγο πριν μπει στο νερό. με φρίκη διαπίστωσε πως δεν ήταν εκεί. Άρχισε να ψάχνει τριγύρω παραμερίζοντας μα τα λεπτά της δάκτυλα τα φουντωτά κλαδιά με τα αγκάθια. Μα ένα από αυτά μπήχτηκε στον τρυφερό της ώμο και την επόμενη στιγμή ένα λεπτό κόκκινο ρυάκι κύλησε από εκεί κι έπεσε στη γη. Ο πόνος ήταν βαθύς ή τουλάχιστον έτσι της φάνηκε και δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της. «μην κλάψεις»! ποιος ήταν που είχε μιλήσει; στράφηκε να δει, δεν είδε κανέναν. Τελικά εγκατέλειψε την προσπάθια να βρει τα χαμένα της ρούχα και γλίστρησε πάλι μέσα στο νερό.εκεί ένιωθε προστατευμένη. Κι ο πόνοςστο χέρι της μετατράπηκε πρώτα σε κάψιμο κι ύστερα σε ένα ανεπαίσθητο τσούξιμο ώσπου εξαφανίστηκε κι αυτό.
Άρχισε να κολυμπάει τραγουδώντας. Η φωνή της ήταν παράξενη, σαγηνευτική κι αποκρουστική μαζί. όσοι την άκουγαν έρχονταν κοντά της για να μην ξαναφύγουν ποτέ πια ή έτρεχαν μακριά να σωθούν.
το τραγούδι τον οδήγησε κατευθείαν σ’αυτήν. Έκανε τρέχοντας τα βήματα που τον χώριζαν από το νερό κι όταν έφτασε κοντά στάθηκε και κατέβασε το σάκο από τον ώμο του. διαπίστωσε αδιάφορα σχεδόν πως μια πληγή είχε σχηματιστεί από το λουρί του. την έτριψε αλλά ο πόνος δεν υποχώρησε καθόλου.
εκείνη τον είδε και κολύμπησε ως την ακτή.
-γιατί στέκεσαι εκεί του φώναξε. ένα ρίγος τον διαπέρασε στο άκουσμα της φωνής της.
-έλα εδώ. το νερό θα κλείσει όλες σου τις πληγές.
-τις δικές σου τις έκλεισε;
-ναι όλες. κι από τότε που η τελευταία έκλεισε καμιά δεν πήρε τη θέση της.
-αν έρθω θα μου τραγουδήσεις;
-αν έρθεις θα τραγουδάω πάντα για σένα.
δε δίστασε άλλο. πέταξε τα ρούχα του πάνω στο σάκο του και βούτηξε στα παγωμένα νερά. Κάτι μέσα του του έλεγε πως όταν έβγαινε ξανά στη στεριά δε θα τα έβρισκε αλλά δεν τον ένοιαζε πια.
πλησίασε την κοπέλα και χωρίς σκέψη τύληξε τα χέρια του γύρω της. εκείνη δεν αντιστάθηκε καθόλου αντίθετα ήρθε κοντά του. Το νερό τους τύληξε και τους δυο.
-τι θα μου τραγουδήσεις; Τη ρώτησε σιγανά.
-αυτόπου θα ακούσεις ίσως να σε τρομάξει στην αρχή, τον προειδοποίησε ήσυχα εκείνη. Μα δε γίνεται αλλιώς. πρέπει να σε εξαγνίσω.
-εντάξει, τι περιμένεις; Άρχισε λοιπόν….!!!
Τέλοσ

μια ανακάλυψη

Νοέμβριος 20, 2009

Κάποτε είχα φτιάξει ένα μπλογκάκι επειδή βαριόμουν απίστευτα κι επειδή ήθελα να δημοσιεύσω μια αστυνομική ιστορία. Κι όλα ξεκίνησαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αλλά κάπου στην πορεία τα πράγματα άλλαξαν. Οι αναρτήσεις αραίωσαν και τελικά σταμάτησαν. Τι έφταιξε άραγε;
δεν είμαι βέβαιη. Αυτό που μπορώ να πω είναι πως άρχισαν να με απασχολούν άλλα πράγματα με τελείως διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό του μπλογκ. Κι έτσι το πράσινο πετράδι έμεινε μέσα στο κουτάκι του. αλλά σήμερα αποφάσισα να το φέρω στο φως και πάλι.
Ελπίζω πως στις επόμενες μέρες θα αναρτήσω επιτέλους το επόμενο κεφάλαιο τηςπρώτης υπόθεσης. Λίγο ακόμα και θα αναγκαστώ να τη διαβάσω από την αρχή κι εγώ για να θυμηθώ ποια σκηνή έχει σειρά να γραφθεί.
βέβαια οτι αφήνεις σε αφήνει κι αυτό. αλλά τι να γίνει που όλοι κάτι θέλουν από εμένα;
Λοιπόν σήμερα έκανα μια ανακάλυψη. Έπεσε στα χέρια μου το cd ενός νέου έλληνα συνθέτη. Στην αρχή το αγνόησα επιδεικτικά αλλά τελικά η περιέργιά μου υπερίσχυσε της αμφιβολίας κι άκουσα το cd. Πάλι καλά που το έκανα δηλαδή.
το δισκάκι περιέχει δέκα ορχηστρικά κομμάτια. εκείνο που τράβηξε την προσοχή μου ήταν το τελευταίο κομμάτι. Πολύ απλό στη σύλληψη αλλά ενορχηστρομένο με έναν ξεχωριστό τρόπο. Ο συνθέτης του οποίου το όνομα προτιμάω να μην το αναφέρω αξιοποίησε στο μέγιστο βαθμό τη βασική του μελωδία ντύνοντάς τη με μερικά από τα πιο σημαντικά κι ενδιαφέροντα όργανα της συμφωνικής ορχήστρας. Φυσικά το πιάνο είχε το δικό του ρόλο.
δε μπορώ να πω πως το κομμάτι διέθετε εκείνα τα στοιχεία που προτιμάω όπως ας πούμε μια χορωδία ή ένα καλό μπακραουντ πάντως ο συνθέτης έκανε πολύ καλή δουλειά.
χάρη σε αυτό το κομμάτι επανήλθα κι εγώ. μπορεί ο σύνδεσμος να μην είναι εμφανής πάντως υπάρχει!!
Μια σύνθεση προσφέρει όσα κι ένα καλό βιβλ΄΄ιο μόνο που διαρκεί πολύ λιγότερο και τα συμπεράσματα είναι πιο μπερδεμένα και δυσδιάκριτα. Πάντως κάποος που ακούει προσεκτικά είναι σε θέση να αποκομίσει πολλά μέσα σε λίγα λεπτά.
εγώ το έκανα επιτυχώς νομίζω οπότε αναρτήθηκε αυτό το κείμενο.
ωραία κλίμακα η μι μινορε, κόντευα να το ξεχάσω…!!!!!!!