η σειρήνα

Κάποτε θέλησε να φύγει μακρι’α, να μην ακούει κανέναν ούτε τις δυνατές ξεδιάντροπες φωνές της μητέρας του ούτε το μεθυσμένο παραμιλητό του πατέρα του ούτε τις παρατεταμένες άναρθρες κραυγές της αδελφής του. μέρες πολλές το στριφογύριζε στο νου του παλεύοντας ανάμεσα στην αγάπη του για την οικογένειά του και στην ολοένα αυξανόμενη ανάγκη του για φυγή.
κι ήρθε ένα πρωί που σαν ξύπνησε κατάλαβε πως δεν είχε πια κανένα στόχο, κανένα προορισμό στη ζωή του. η μάνα του θα φώναζε ώρες ατέλειωτες με ή χωρίς τη δική του παρουσία, ο πατέρας του θα μεθούσε κάθε βράδυ και η αδερφή του θα έπαιζε με τις κούκλες της όσα χρόνια κι αν περνούσαν.
τα σκεφτόταν όλα τούτα ξαπλωμένος στο κρεβάτι του κι έσφιγγε μανιασμένα τα τσαλακωμένα σεντόνια κι ας γνώριζε πως είχε πάρει ήδη την απόφασή του.
χρειάστηκε να ακούσει τον διαπεραστικό καταθλιπτικό ήχο της σειρήνας για να πετάξει από πάνω του τα σκεπάσματα και να τρέξει στο παράθυρο. έκανενα το ανοίξει μα δεν το άνοιξε, αντίθετα τράβηξε πίσω στη θέση τους τις κουρτίνες. Πήρε στα χέρια του το ρολόι και το κοίταξε με μάτια που δεν έβλεπαν. η ώρα ήταν οχτώ παρά τέταρτο αλλά αυτό δεν είχε καμιά σημασία για κείνον. ντύθηκε αργά αργά. το παντελόνι του είχε έναν καφέ λεκέ. μόλις τον είδε άρχισε να τον τρίβει με το δάκτυλό του αλλά εκεινος δεν έλεγε να εξαφανιστεί, τι παράξενο αλήθεια. Έτσι τον άφησε στην ησυχία του και συνέχισε να ετοιμάζεται. το πουκάμισό του ήταν λευκό, όταν άρχισε να το κουμπώνει διαπίστωσε πως το πάνω πάνω κουμπί έλειπε αλλά το αγνόησε κι αυτό. είχε βαρεθεί να το ψάχνει κάτω από το κρεβάτι. είχε βαρεθεί να βλέπει τη μάνα του να του το ράβει.
ντυμένος πια άνοιξε τη μεγάλη ντουλάπα κι άρχισε να παρατηρεί τα υπόλοιπα ρούχα και παπούτσια του. Τράβηξε ένα μικρό σάκο κι άρχισε να τα πετάει όλα μέσα χωρίς να προσέχει τι έπαιρνε μαζί του. Όταν όλα τα ρούχα έγιναν ένα μεγάλο μπλεγμένο κουβάρι άνοιξε ένα άλλο ράφι της ντουλάπας χωρίς να κλείσει το προηγούμενο. εκεί ήταν οι δίσκοι και τα βιβλία του. Του πήρε μερικά λεπτά να καταλάβει πως δε θα χωρούσαν όλα αυτά τα πράγματα στο μικρό του σάκο. δυο ήταν λοιπόν οι λύσεις που απέμεναν. θα αναγκαζόταν να αφήσει κάποια στοσπίτι ή θα έπαιρνε ένα μεγαλύτερο σάκο. τελικά άρχισε να διαλέγει ένα ένα τα δισκάκια του. δεν είχε φορητή συσκευή για να τα ακούει αλλά αυτό δεν τον απασχόλησε ούτε για μια στιγμή. έδεσε όλους τους δίσκους με ένα λαστιχάκι και τους τοποθέτησε κάτω από δυο τζιν παντελόνια. Έτσι θα ήτανπροστατευμένοι ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. έκανε να πιάσει στα χέρια τον πρώτο τόμο των βιβλίων για να διαβάσει τον τίτλο όταν τον κυρίευσε πανικός. Πού ήταν το αγαπημένο του δισκάκι; εκείνη η μαύρη τραγουδίστρια που τον καλούσε κάθε βράδυ να την ακολουθήσει σε άγνωστους κόσμους είχε γίνει πια προέκταση του εαυτού του. Μα πού ήταν; με χέρια που έτρεμαν άρχισε να ψάχνει τα πράγματα που δεν είχε βάλει μέσα στο σάκο. τελικά βρήκε αυτό πουέψαχνε πεταμένο πίσω από το μικρό του γραφείο. μα τι γινόταν εδώ; Μήπως αυτή η γυναίκα δεν ήθελε να τον ακολουθήσει στο νέο του ξεκίνημα; μήπως καταλάβαινε πως η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει γι’αυτόν; όχι! Χτύπησε τη γροθιά του με δύναμη πάνω στο ξύλο του γραφείου κι ένιωσε τον πόνο να απλώνεται σε όλο του το κορμί. ΄΅Εκλεισε τα μάτια και αφέθηκε σ’αυτή την αίσθηση ώσπου το κύμα έγινε πιο αδύνατο και χάθηκε σε λίγο. τότε πήρε το δισκάκι και το έχωσε κι αυτό κάτω από τα παντελόνια.
Κι ο χρόνος πάγωσε όταν έπιασε το βιβλίο που κρατούσε λίγο πριν. «Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα». τον διάβασε ξανά και ξανά, πάντα τον μαγνήτιζαν αυτά τα φεγγάρια, δεν ήθελε ωστόσο να τα σκέφτεται μαύρα, τα προτιμούσε στρογγυλά και ασημένια. έφερε το βιβλίο στα χείλη του και με αυτάχάιδεψε τον τίτλο. ύστερα το τοποθέτησε σχεδόν ευλαβικά στο σάκο και στράφηκε να δει το επόμενο. ήταν οι τρεις σωματοφύλακες. το ακούμπησε πάνω στο προηγούμενο. αυτή η διαδικασία επαναλήφθηκε κάμποσες φορές ώσπου ο σάκος βάρυνε επικίνδυνα. μόνο τότε κατάλαβε πως έπρεπε να σταματήσει. έκλεισε τοο σάκο και ανασηκώθηκε. κοίταξε τη μισοάδεια ντουλάπα. τότε συνειδητοποίησε πως θα αναγκαζόταν να αποχωριστεί το ροβινσόνα Κρούσο. Αυτό δεν του άρεσε. έχωσε τα δάκτυλά του στο βιβλίο και χωρίς να το πολυσκεφθεί έσχισε μια σελίδα στην τύχη. ύστερα τη δίπλωσε και την έχωσε στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του. Αυτή θα ήταν η τελευταία κλωστή που τον έδενε με το παρελθόν και δεν ήθελε να τη χάσει. τη χρειαζόταν και θα την κρατούσε κοντά του. άλωστε αυτός δεν ήταν ο ήρωας που τον είχε βγάλει από το χειμώνα;
φορτώθηκε το σάκο κι ετοιμάστηκε να φύγει όταν κάτι τον έκανε να παγώσει στη θέση του. στην αρχή νόμισε πως ήταν το κλάμα της μάνας του αλλά ύστερα από λίγο κατάλαβε πως ήταν το γέλιο της αδερφής του. Ο σάκος του προκαλούσε ήδη έναν έντονο οξύ πόνο. έπνιξε τον αναστεναγμό που ανέβηκε αθέλητα στο λαιμό του και χωρίς να κοιτάξει πίσω του βγήκε από το σπίτι. δεν είχε πάρει το κλειδί.
η κοπέλα βγήκε από το νερό και άρχισε να σφίγει με τα δυο της χέρια τα μακριά κατάξανθα μαλλιά της για να φύγουν τα πολλά νερά. ύστερα πήγε στο βραχάκι όπου είχε αφήσει τα ρούχα της λίγο πριν μπει στο νερό. με φρίκη διαπίστωσε πως δεν ήταν εκεί. Άρχισε να ψάχνει τριγύρω παραμερίζοντας μα τα λεπτά της δάκτυλα τα φουντωτά κλαδιά με τα αγκάθια. Μα ένα από αυτά μπήχτηκε στον τρυφερό της ώμο και την επόμενη στιγμή ένα λεπτό κόκκινο ρυάκι κύλησε από εκεί κι έπεσε στη γη. Ο πόνος ήταν βαθύς ή τουλάχιστον έτσι της φάνηκε και δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της. «μην κλάψεις»! ποιος ήταν που είχε μιλήσει; στράφηκε να δει, δεν είδε κανέναν. Τελικά εγκατέλειψε την προσπάθια να βρει τα χαμένα της ρούχα και γλίστρησε πάλι μέσα στο νερό.εκεί ένιωθε προστατευμένη. Κι ο πόνοςστο χέρι της μετατράπηκε πρώτα σε κάψιμο κι ύστερα σε ένα ανεπαίσθητο τσούξιμο ώσπου εξαφανίστηκε κι αυτό.
Άρχισε να κολυμπάει τραγουδώντας. Η φωνή της ήταν παράξενη, σαγηνευτική κι αποκρουστική μαζί. όσοι την άκουγαν έρχονταν κοντά της για να μην ξαναφύγουν ποτέ πια ή έτρεχαν μακριά να σωθούν.
το τραγούδι τον οδήγησε κατευθείαν σ’αυτήν. Έκανε τρέχοντας τα βήματα που τον χώριζαν από το νερό κι όταν έφτασε κοντά στάθηκε και κατέβασε το σάκο από τον ώμο του. διαπίστωσε αδιάφορα σχεδόν πως μια πληγή είχε σχηματιστεί από το λουρί του. την έτριψε αλλά ο πόνος δεν υποχώρησε καθόλου.
εκείνη τον είδε και κολύμπησε ως την ακτή.
-γιατί στέκεσαι εκεί του φώναξε. ένα ρίγος τον διαπέρασε στο άκουσμα της φωνής της.
-έλα εδώ. το νερό θα κλείσει όλες σου τις πληγές.
-τις δικές σου τις έκλεισε;
-ναι όλες. κι από τότε που η τελευταία έκλεισε καμιά δεν πήρε τη θέση της.
-αν έρθω θα μου τραγουδήσεις;
-αν έρθεις θα τραγουδάω πάντα για σένα.
δε δίστασε άλλο. πέταξε τα ρούχα του πάνω στο σάκο του και βούτηξε στα παγωμένα νερά. Κάτι μέσα του του έλεγε πως όταν έβγαινε ξανά στη στεριά δε θα τα έβρισκε αλλά δεν τον ένοιαζε πια.
πλησίασε την κοπέλα και χωρίς σκέψη τύληξε τα χέρια του γύρω της. εκείνη δεν αντιστάθηκε καθόλου αντίθετα ήρθε κοντά του. Το νερό τους τύληξε και τους δυο.
-τι θα μου τραγουδήσεις; Τη ρώτησε σιγανά.
-αυτόπου θα ακούσεις ίσως να σε τρομάξει στην αρχή, τον προειδοποίησε ήσυχα εκείνη. Μα δε γίνεται αλλιώς. πρέπει να σε εξαγνίσω.
-εντάξει, τι περιμένεις; Άρχισε λοιπόν….!!!
Τέλοσ

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: