η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο δέκατο ένατο
Η ενριέτα τράβηξε πίσω την καρέκλα της και σηκώθηκε. Το στομάχι της επέλεξε εκείνη τη στιγμή για να αρχίσει να διαμαρτύρεται. Πήρε την τσάντα της κι ετοιμάστηκε να βγει από το γραφείο, το περίπτερο δεν απείχε παρά ελάχιστα με τα πόδια. Δεν κλείδωσε την πόρτα. Στο διάδρομο είδε μια παρέα συναδέλφων να μιλάει δυνατά αλλά όταν την κάλεσαν να μπει στην συντροφιά τους εκείνη αρνήθηκε μισοχαμογελώντας. Η κατάθεση εκείνης της υπηρέτριας της είχε προκαλέσει παράξενα συναισθήματα. Η αλήθεια που έκρυβαν τα λόγια της φαινόταν ατράνταχτη παρόλ’αυτά κάτι της έλεγε πως υπήρχαν κι άλλα από πίσω που δεν τα είχε ομολογήσει σε κανέναν. Έπρεπε να καταστρώσει κάποιο σχέδιο για να τη δει, δε μπορούσε να γίνει διαφορετικά.
Αγόρασε ένα κουτί πατατάκια με πάπρικα και μια μικρή συσκευασία μπισκότα με σφολιάτα και μέλι κι επέστρεψε στο γραφείο της. Αυτή τη φορά κλείδωσε την πόρτα και κάθισε και πάλι στην πολυθρόνα.
Άρχισε να τρώει βιαστικά δουλεύοντας ταυτόχρονα το σχέδιό της. Η μαγείρισσα εκείνη είχε εξαφανισθεί, πώς θα τηνέκανε να γυρίσει και να μιλήσει; Να είχε άραγε ανάγκη από λεφτά ή ένας συναισθηματικός εκβιασμός θα έφερνε καλύρτερα αποτελέσματα;
Στην αρχή απέρριψε αμέσως την ιδέα αυτή αλλά καθώς τα δευτερόλεπτα κυλούσαν η ιδέα ερχόταν ξανά και ξανά με μια ένταση που μεγάλωνε επικίνδυνα. Τελικά παράτησε τα πατατάκια και τα μπισκότα κι άρχισε να τινάζει τα ψίχουλα από τα ρούχα της.
Έπρεπε να βρει όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσε για τους συγγενείς εκείνης της γυναίκας. Έκανε να πιάσει το ακουστικό του τηλεφώνου αλλά την επόμενη στιγμή το είχε κιόλας μετανιώσει. Ήταν καλύτερα να ασχοληθεί η ίδια και με αυτό. Όσο λιγότεροι εμπλέκονταν στην υπόθεση τόσο το καλύτερο. Πήρε στα χέρια της το ποντίκικι άρχισε να ψάχνει στα μητρώα της αστυνομίας.
Της πήρε μια ώρα αλλά τελικά οι πληροφορίες που γύρευε εμφανίστηκαν στην οθόνη του υπολογιστή. Χωρίς να ξέρει το γιατί έσχισε ένα κομμάτι χαρτί από το καινούριο της μπλοκάκι κι άρχισε να συμειώνει όλα όσα εμφανίζονταν στην οθόνη.
Λίγο αργότερα ένα χαμόγελο έκανε την εμφάνισή του. Το πρόσωπο που έψαχνε υπήρχε εκεί και την περίμενε. Το όνομά της ήταν Ντανιέλα. Ήταν είκοσι χρόνων και ζούσε στην Πάτρα. Έκλεισε το αρχείο κι άρχισε να ψάχνει στις πληροφορίες για τον αριθμό του τηλεφώνου της. Δεν άργησε να τον βρει.
Έσπρωξε το πληκτρολόγιο στο πίσω μέρος του γραφείου και άγγιξε το τηλέφωνο που διάλεξε εκείνη ακριβώς τη στιγμή για να χτυπήσει. Με δυσκολία κατόρθωσε να συγκρατήσει το γέλιο της και το σήκωσε καθαρίζοντας το λαιμό της. Η κουδουνιστή φωνή της ψυχολόγου επέδρασε πάνω τηςόπως και τα κρύα πρωινά ντους.
-επιτέλους έχω το φαξ που περίμενες. Να το στείλω τώρα ή μπορείς να περιμένεις; Η επιθεωρήτρια έβγαλε με δύναμη τον αέρα από τα πνευμόνια της.
-έπρεπε να το είχες στείλει ήδη σάρα, χάνουμε χρόνο έτσι.
-ο,τι πεις αποκρίθηκε εκείνη και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα η ενριέτα άκουσε το χαρακτηρηστικό ήχο της συσκευής που δούλευε.
-Νομίζω πως το έστειλα, μπορείς να το ελέγχξεις;
-Αμέσως. Η επιθεωρήτρια σηκώθηκε γρήγορα. Το μηχάνημα βρισκόταν στην άλλη πλευρά του γραφείου.
-είσαι θησαυρός σάρα φώναξε λίγο αργότερα παίρνοντας στα χέρια της τις σελίδες.
-το ξέρω γλυκιά μου. Λοιπόν υποθέτω πως τώρα θέλεις να μου το κλείσεις κατάμουτρα και να αρχίσεις το διάβασμα έτσι δεν είναι;
Η ενριέτα γέλασε, την ήξερε καλά, πολύ καλά.
-η αλήθεια είναι πως ανυπομονώ να διαβάσω τα συμπεράσματα του γφίλου σου για να διαπιστώσω αν είναι πράγματι τόσο καλός όσο ισχυρίζεσαι. Τώρα ήταν η σειρά της σάρας να γελάσει.
-είσαι σπίστευτη κυρία ενριέτα. Λοιπόν σε αφήνω, θα περιμένω να μου τηλεφωνήσεις εντάξει; Μην το ξεχάσεις σε παρακαλώ!
-μείνε ήσυχη.
Η έκθεση της άρεσε αμέσως. Ήταν ολοφάνερο πως ο δημήτρης ήταν πολύ καλός στη δουλειά του. Η ίδια δε γνώριζε πολλά από γραφολογία αλλά ήταν σε θέση να εκτιμήσει τον τρόπο με τον οποίο ανέλυε τηνπροσωπικότητα της Άρτεμης.
Στην αρχή παρέθετε όλες τις πληροφορίες που ήταν σχετικές με την ευφυία τη θέληση και την ειλικρίνεια του ατόμου. Ήταν αλήθεια πως η κοπέλα αυτή είχε βιώσει πολλά από αυτά που διηγούνταν. Αυτό τη χαροποίησε, θα μπορούσε λοιπόν να βασιστεί στα λόγια της. Ωστόσο ο γραφολόγος ήταν βέβαιος πως κάτι έκρυβε με χίλιους τρόπους. Η ενριέτα έτριψε τα χέρια της κι έχωσε ένα μπισκότο στο στόμα τηςπριν συνεχίσει. Είχε αρχίσει ήδη να τον συμπαθεί αυτόν τον άνθρωπο.
Στη συνέχεια ο γραφολόγος άρχιζε την ανάλυση των σαράντα σημείων της προσωπικότητας της κοπέλας αυτής. Τα παρέθετε αλφαβητικά ξεκινώντας από τον αισθησιασμό. Αυτό λίγο ενδιέφερε την επιθεωρήτρια αλλά ευτυχώς δεν έκανε το λάθος να το προσπεράσει. Υπήρχε μια παράγραφος αφιερωμένη στο καθένα. Εκείνα που την τράβηξαν περισσότερο ήταν η συναισθηματική ευαισθησία και το κίνητρο. Ήταν φανερό πως εκεί κρυβόταν αυτό που έψαχνε.
Όλα τα συμπεράσματα του γραφολόγου κατέλγαν στο ίδιο σημείο. Η κοπέλα αυτή αντιμετόπιζε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και χρειαζόταν βοήθια χωρίς αμφιβολία. Επιπλέον αυτό που έκρυβε στιγμάτιζε όλη της τη ζωή κι αν δε λαμβάνονταν κάποια απαραίτητα μέτρα θα την αφάνιζε αργά ή γρήγορα.
Αναστέναξε κι έσφιξε τα χέρια της. Η σάρα λοιπόν είχε δίκιο όταν της μιλούσε για διαταραγμένη προσωπικότητα. Άρχισε να διαβάζει πιο γρήγορα την έκθεση προσπαθώντας να εστιάσει στα σημεία που την ενδιέφεραν.
Το γράμμα εκείνο είχε γραφθεί σε στιγμές απόλυτης ηρεμίας κι όχι πανικού όπως είχε πιστέψει αρχικά.
Όπως έδειχναν τα πράγματα ήταν ένας άνθρωπος που ήξερε τι ήθελε και πώς να το αποκτήσει. Η μόνη της εβεβαιότητα ήταν για το χρόνο αποστολής του γράμματος Ωστόσο κάθε γραμμή ήταν γραμμένη με σταθερό γραφικό χαρακτήρα.
Έσμιξε τα φρύδια. Εκείνη πίστευε πως τα γράμματα έτρεμαν πως τα δάκτυλά της δεν ήταν σίγουρα πως…… μάλωσε τον εαυτό της. Αυτή ήταν η δουλειά ενός άλλου ανθρώπου, δεν είχε το δικαίωμα να βγάζει τέτοιου είδους συμπεράσματα.
Διάβασε λίγο ακόμη κι ύστερα δίπλωσε προσεκτικά τις σελίδες και τις τοποθέτησε πίσω στο φάκελό τους. Έπρεπε να κάνει κάτι ακόμη. Πήρε μπροστά της το τηλέφωνο και κάλεσε τη Ντανιέλα. Η κοπέλα δεν απ’αντησε κι έτσι αναγκάστηκε να το κλείσει μετά το δέκατο κουδούνισμα. Θα της τηλεφωνούσε αργότερα, έπρεπε να τη βρει.
Η άρτεμη μπήκε στην καφετέρια λίγο καθυστερημένη. Το μέρος αυτό της άρεσε πολύ κι έτσι είχε προσκαλέσει τον Άρη εκεί. Τον αναζήτησε με τα μάτια και δεν άργησε να τον δει. Στεκόταν κοντά στο μπαρ και μιλούσε με έναν σερβιτόρο. Ήταν φανερό πως δεν την είχε αντιληφθεί ακόμη. Έτσι μπόρεσε να τον παρατηρήσει με την ησυχία της. Φορούσε μαύρο δερμάτινο μπουφάν και τζιν παντελόνι. Της άρεσε πολύ. Τον πλησίασε αργά αργά κι όταν έφτασε κοντά του ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του.
-πού ταξιδεύεις; Η φωνή της χάιδεψε το πρόσωπό του ευχάριστα κι ανάλαφρα. Εκείνος τινάχτηκε και στράφηκε να τη δει. Την κοίταξε εξεταστικά για λίγο αλλά ύστερα χαμήλωσε τα μάτια του.
-δε σε είδα είπε βιαστικά σφίγγοντας το χέρι της. Είσαι καλά;
-Ναι, εντάξει είμαι. Λοιπόν; Πάμε να καθίσουμε; Εκείνος έσφιξε λίγο το μπράτσο της και την οδήγησε σε ένα γωνιακό τραπέζι.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: