η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο εικοστό
Η Ντανιέλα ξεκλείδωσε την πόρτα κι έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Είχε χάσει τα κλειδιά της και μόλις πριν ένα λεπτό θυμήθηκε πως τα είχε ρίξει στο πλαινό τσεπάκι της τσάντας της. Μπήκε στο μικρό σπίτι και κλείδωσε αφήνοντας τα κλειδιά πάνω στην πόρτα. Κοίταξε το ρολόι της κι ύστερα πήγε και κρέμασε το φθαρμένο της παλτό στην κρεμάστρα. Ήξερε πως εκείνος θα ερχόταν από στιγμή σε στιγμή. Έπρεπε να κάνει ένα μπάνιο αλλά δεν είχε κουράγιο. Άναψε το θερμοσίφονα και κάθισε στον καναπέ. Έκρυψε το πρόσωπο μέσα στα χέρια της. Ήταν πολύ κουρασμένη και κανείς δε θα μπορούσε να την ξεκουράσει. Ίσως εκείνος αν ήθελε να πετύχαινε κάτι αλλά αμφέβαλε γι’αυτό.
Είδε τους λογαριασμούς όταν σηκώθηκε για να δει αν το νερό είχε ζεσταθεί αλλά δεν τόλμησε να τους ανοίξει. Θα το καθυστερούσε όσο περισσότερο γινόταν. Πέταξε τα ρούχα της πάνω στο πλυντήριο και γλίστρησε στη μπανιέρα. Το σώμα της πονούσε πολύ κι έπρεπε να είναι προσεκτική. Σαπούνισε λοιπόν απαλά τα πονεμένα της μέλη κι ύστερα μισοξάπλωσε σχεδόν κάτω από το ζεστό νερό.
Εκείνος χτύπησε το κουδούνι μισή ώρα αργότερα. Στο μεταξύ η ντανιέλα είχε προλάβει να ντυθεί και να στεγνώσει τα μαλλιά της. Τώρα φορούσε μια μακριά ρωζ βελούδινη ρόμπα κι είχε αφήσει επίτηδες τα πρώτα κουμπιά ανοιχτά. Είχε αλείψει το σώμα της με μια κρέμα που μύριζε βατόμουρο κι είχε βάψει τα χείλη της με ένα κόκκινο κραγιον. Αυτό το τελευταίο δεν της άρεσε πολύ αλλά εκείνος το λάτρευε κι αυτό είχε σημασία. Ευτυχώς που είχε ένα λεπτό άρωμα φράουλας.
Του άνοιξε σχεδόν αμέσως. Εκείνος μπήκε μέσα και την αγκάλιασε απαλά προτού καλά καλά κλείσει την πόρτα. Εκείνη θέλησε να του μιλήσει αλλά δεν πρόλαβε επειδή τα χείλη του πίεσαν ελαφρά τα δικά της. Ο πόνος του κορμιού της ξεχάστηκε την επόμενη στιγμή κι ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν. Καταλάβαινε βαθιά μέσα της πως αυτό που γινόταν εκείνη τη στιγμή δεν ήταν σωστό, πως την κατέστρεφε σιγά σιγά αλλά δεν είχε τη δύναμη να το αποτρέψει. Ο άντρας έχωσε το χέρι του μέσα στη ρόμπα της γυναίκας κι άρχισε να χαιδεύει το στήθος της. Εκείνη αναστέναξε με ευχαρίστηση κι ετοιμάστηκε για ένα ακόμη φιλί. Αλλά εκείνος σταμάτησε σε λίγο κι άρχισε να ξεκουμπώνει τα κουμπιά του φουσκωτού του μπουφάν απομακρύνοντας την σχεδόν απότομα.
-έχεις φάει; Τον ρώτησε με κείνα τα ξεχαρβαλωμένα ελληνικά της. Τόσα χρόνια ζούσε στην ελλάδα κι ακόμη δεν είχε καταφέρει να προσαρμοστεί.
-Όχι απάντησε μέσα από τα δόντια του. Έβγαλε το μπουφάν του και το πέταξε πάνω στον καναπέ. Ύστερα κάθισε δίπλα του.
-θα μαγειρέψω κάτι γρήγορα αν μπορείς να περιμένεις του πρότεινε δειλά. Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι κι άνοιξε την τηλεόραση.
Η Ντανιέλα μπήκε στην κουζίνα κι άρχισε να ψάχνει για τα μακαρόνια ενώ γέμιζε νερό την κατσαρόλα. Η γεύση της φράουλας ανακατευόταν με τη δική του γεύση κι αυτό της άρεσε πολύ. Την έκανε να υποφέρει κάθε στιγμή αλλά ήξερε καλά πως αν τον έβγαζε από τη ζωή της δε θα ζούσε για πολύ.
Ο άντρας εκείνος ήταν γύρω στα σαράντα, τα μαλλιά του ήταν κοντά και καστανά, το σώμα του γυμνασμένο κι αθλητικό και το πρόσωπό του δεν το είχε αγγίξει καθόλου ο χρόνος. Συχνά γινόταν βίαιος και θύμωνε με το παραμικρό αλλά η εξάρτησή της από αυτόν ήταν τόση που παραμέριζε τα πάντα.
Όσο η κοπέλα ετοίμαζε μια σάλτσα ντομάτας εκείνος έβλεπε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα στην τηλεόραση και σκεφτόταν πυρετωδώς. Χρειαζόταν λεφτά το γρηγορότερο. Άλλος τρόπος να τα αποκτήσει δεν υπήρχε εκτός από τούτη την κοπέλα. Έπρεπε να της τα πάρει όλα, όσα κι αν είχε πολλά ή λίγα. Την έφερε στο νου του, δεν ήταν άσχημη καθόλου μάλιστα. Περνούσε καλά μαζί της κι εκείνη το ίδιο βέβαια.
Το κουδούνισμα του τηλεφώνου τον έβγαλε από τις σκέψεις του.
-Ποιον περιμένεις; Ρώτησε κοιτώντας προς την κουζίνα ενώ σηκωνόταν.
-Κανέναν είπε το ίδιο δυνατά η κοπέλα. Σήκωσέ το αν θέλεις.
Πλησίασε τη συσκευή και πριν απαντήσει κοίταξε την οθόνη για τον αριθμό. Αυτός που τηλεφωνούσε έμενε στην Αθήνα. Πάτησε το πράσινο κουμπί.
-Παρακαλώ; Η φωνή του ήταν βαθιά και καλλιεργημένη σχεδόν επιτηδευμένη όταν μίλησε όσο απίστευτο κι αν ακούγεται. Ήταν κι αυτό μέρος της δουλειάς του.
Η ενριέτα ξαφνιάστηκε χωρίς να ξέρει το γιατί αλλά είπε το ίδιο επιτηδευμένα.
-Καλησπέρα, λέγομαι ενριέτα….. δεν είπε το επίθετό της, δεν ήξερε με ποιον μιλούσε.
-είμαι επιθεωρήτρια της αστυνομίας είπε αρχίζοντας ξανά. Θα ήθελα να μιλήσω με τη Ντανιέλα, μήπως είναι εκεί;
Ο άντρας ξαφνιάστηκε με τη σειρά του αλλά δεν άργησε να βρει την ψυχραιμία του.
-Μάλιστα, εδώ είναι. Μα πείτε μουέχει μπλεξίματα η μικρή; Έκανε κάτι;
-εσείς ποιος είστε;
-φίλος της, πολύ στενός φίλος. Θα μπορούσατε τώρα ναμου απαντήσετε;
Η ενριέτα μόρφασε ενοχλημένη. Όσο ευγενικά και συγκρατημένα κι αν μιλούσε ο άνθρωπος αυτός δεν της άρεσε καθόλου.
-δεν έκανε κάτι κύριε, απλώς πιστεύω πως είναι σε θέση να με βοηθήσει να διαλευκάνω μια παλιά υπόθεση.
-Τι είδους υπόθεση; Το κλικ του αναπτήρα του που έφτασε καθαρά στα αφτιά της την εκνεύρισε ακόμηπερισσότερο από τη φωνή του που είχε πάρει μια πιο σκληρή κι απαιτητική χροιά.
-σας ζητώ συγγνώμη κύριε αλλά δε μπορώ να σ ας αποκαλύψω περισσότερα.
-στην περίπτωση αυτή λυπάμαι αλλά δε θα μπορέσετε να μιλήσετε μαζί της.
-γιατί όχι;
-πώς είπαμε ότι σας λένε;
-ενριέτα εσάς;
-Πέτρο. Λοιπόν κυρία ενριέτα θα μπορούσατε να μου πείτε περί τίνος πρόκειται;
Η γυναίκα δίστασε.
-Ξέρετε το απόρριτο και η σοβαρότητα της υπόθεσης δε μου επιτρέπουν να μιλησω. Είναι μεγάλη ανάγκη να επικοινωνήσω μαζί της.
-δε νομίζω πως θα μπορέσετε σας το ξαναλέω. Ο Πέτρος κατέβασε αργά αργά ταο ακουστικό που μπήκε στη θέση του χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο.
Η ενριέτα έκλεισε το δικό της τηλέφωνο με θόρυβο. Άναψε ένα τσιγάρο κι άρχισε να παίζει θυμωμένα με τον καπνό. Είχε τηλεφωνήσει πάνω από δέκα φορές σε κείνη την κοπέλα κι όταν τελικά της απάντησαν τα πράγματα είχαν πάει στραβά. Τελικά δεν είχε τύχη με αυτή την υπόθεση.
Πέταξε τη γόπα στο τασάκι που κόντευε να ξεχειλίσει. Αυτό ο άνδρας γελιόταν αν πίστευε πως θα ξεμπέρδευε τόσο εύκολα μαζί της. Έκανε να πιάσει και πάλι το τηλέφωνο αλλά μια σκέψη τη σταμάτησε.
Αν δεν έμενε μαζί της θα μπορούσε να τη βρει αργότερα. Αυτό την ηρέμησε κάπως. Ξαφνικά θυμήθηκε τη σάρα και χαμογέλασε. Σίγουρα περίμενε ακόμη τηλεφώνημά της. Κι ο Αλέξανδρος; Τι να έκανε άραγε; Πήρε το κινητό της και τον κάλεσε προσπαθώντας να διώξει τις ενοχές που είχαν αρχίσει να την κυκλώνουν από παντού. Απάντησε αμέσως σημάδι πως την περίμενε κι αυτό χειροτέρεψε τα πράγματα.
-Πού είσαι; Ακόμη στο γραφείο σου;
-Ναι, συγγνώμη, είχα πολλή δουλειά. Τελειώνω όμως τώρα. Εσύ;
-γύρισα στο σπίτι πριν λίγο, ήλπιζα πως θα σε έβρισκα εδώ για να πω την αλήθεια αλλά έπεσα έξω. Τέλοσπάντων. Η ενριέτα κατάλαβε πως ο Αλέξανδρος είχε φέρει πάλι κάποιο ακριβό γαλλικό κρασί κι αυτό έφτιαξε τη διάθεσή της. Έτσι πήρε το πιο ναζιάρικο ύφος που διέθετε και μίλησε σελίγο.
-Αν τα [αρατήσω όλα κι έρθω αμέσως εκεί έχω πιθανότητες να με συγχωρήσεις; Εκείνος έκανε πως το σκεφτόταν.
-αν δε βγάλεις από την τσάντα σου καμια παράξενη κατάθεση για μελέτη κι αν δεν ανοίξεις τον υπολογιστή νομίζωπως μπορείς να ελπίζεις.
-εντάξει τότε. Έρχομαι αμέσως.
Έκλεισε το τηλέφωνο κι άρχισε να μαζεύει τα χαρτιά της. Οι ώρες είχαν κυλήσει τόσο γρήγορα και πάλι. Την ώρα που έφευγε θυμηθηκετη ντανιέλα και κοντοστάθηκε αλλά μόνο για λίγο.
Δε μπορεί, κάποια στιγμή ο αλέξανδρος θα κοιμόταν.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: