η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο εικοστό πρώτο
Η ενριέτα πάρκαρε ακριβώς έξω από το σπίτι. Κλείδωσε το αυτοκίνητο και βγήκε κρεμώντας καλύτερα την τσάντα της στον ώμο. Στο δεξί της χέρι κρατούσε ένα κουτί ελβετικές σοκολάτες. Είχε δώσει μια μικρή περιουσία για να τις αγοράσει αλλά άξιζε. Ήθελε να εξιλεωθεί με αυτόν τον τρόπο, σίγουρα ο Αλέξανδρος θα είχε καταλάβει πως η αγαπημένη του σοκολάτα είχε κάνει φτερά κι έτσι όπως ήταν μέσα στα νεύρα δε θα παρέλειπε να της το θυμίσει κι εκείνης. Έφτασε έξω από την πόρτα και χτύπησε το κουδούνι παρατεταμένα. Έτσι θα καταλάβαινε πως ήταν εκείνη. Δεν άργησε να της ανοίξει. Τα μεγάλα του μάτια καρφώθηκαν πάνω της γεμάτα αγάπη. Για την ώρα ήταν φανερό πως ο καβγάς είχε αποφευχθεί.
Μπήκε στο σπίτι και του έδωσε τις σοκολάτες δήθεν ντροπαλά. Εκείνος έβγαλε το κουτί από τη σακούλα κι αφού διάβασε την ετικέτα ξέσπασε σε δυνατά γέλια.
-Ήμουν σίγουρος πως θα έκανες κάτι τέτοιο απόψε. Δε μου διέφυγε πως έφαγες τη σοκολάτα μου κάποια στιγμή απλά δεν ξέρω τον ακριβή χρόνο που έγινε αυτό.
Χθες το βράδυ απάντησε απολογητικά η ενριέτα βγάζοντας ευτυχισμένη τα παπούτσια της. Τα πόδια της είχαν κι αυτά ανάγκη από λίγη ξεκούραση. Βολεύτηκε σε μια μαλακή πολυθρόνα και τον κάλεσε να καθίσει κοντά της. Εκείνος την πλησίασε χωρίς δεύτερη σκέψη και την πήρε στην αγκαλιά του παίρνοντας τη θέση της στην πολυθρόνα.
-ενώ εγώ κοιμόμουν; Δε σε πιστεύω! Φίλησε τα χείλη της τρυφερά κι έκανε στην άκρη τα μαλλιά της για να δει το πρόσωπό της.
-ναι, δεν ξέρω γιατί πήρα τη δική σου. Η φωνή της έγινε ξαφνικά κοριτσίστικη. Ο Αλέξανδρος ήταν κοντά της, δεν ήθελε τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή.
-εγώ ξέρω, χάιδεψε το στόμα της με τις άκρες των δακτύλων του. Το έκανες για να έχεις σήμερα μια καλή αφορμή να αγοράσεις κι άλλες σοκολάτες. Παραδέξου το λοιπόν.
-ας είναι είπε νικημένα εκείνη. Δίκιο έχεις.
-Ξέρω και κάτι άλλο για σένα που δε μου το είπες σήμερα το πρωί. Η ενριέτα ανασηκώθηκε στην αγκαλιά του αλλά εκείνος την ξάπλωσε ξανά στα χέρια του.
-Ξέρω πως σε πόνεσε η πλάτη σου το βράδυ. Τον κοίταξε απορημένη.
-τελικά φοβάμαι μικρή μου πως η φήμη σου σε ξεπερνάει. Τελικά δεν είσαι και τόσο καλή στη δουλειά σου!
-γιατί όχι;
-Ξέχασες πως άφησες τα μαξιλάρια πριν φύγεις; Η ενριέτα έμεινε αμίλητη για μια στιγμή ώσπου να καταλάβει τι της έλεγε κι ύστερα έβαλε τα γέλια. Σύντομα εκείνος τη μιμήθηκε.
-τα είδα το πρωί και θέλησα να σου τηλεφωνήσω αλλά τελικά αποφάσισα να περιμένω να γυρίσεις. Έτσι θα μπορέσω να σε τιμωρήσω περισσότερο. Έσκυψε από π άνω της και τη φίλησε στο στόμα. Εκείνη δέχτηκε το φιλί χωρίς λέξη. Αυτό ακριβώς χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή.
-Και για να με τιμωρήσεις αγόρασες εκείνο το υπέροχο κρασί που μου έλεγες λίγο πριν στο τηλέφωνο;
-Ακριβώς. Την ακούμπησε απαλά στα μαξιλάρια χαιδεύοντας την πλάτη της και σηκώθηκε.
-είναι από μια άλλη ποικιλία ελπίζω να σου αρέσει.
-χωρίς αμφιβολία!
Ο Πέτρος μπήκε στην κουζίνα. Η Ντανιέλα εκείνη τη στιγμή έβγαζε δυο πιάτα από ένα ράφι κι όταν τον είδε στράφηκε να του μιλήσει.
-Το φαγητό είναι έτοιμο είπε σιγά. Μπορείς να καθίσεις αν θέλεις. Ακούμπησε τα πιάτα στον πάγκο της κουζίνας κι έκλεισε το μάτι.
Ο άνδρας την πλησίασε και στηρήχτηκε σε μια καρέκλα που ήταν εκεί κοντά.
-τηλεφώνησε μια αστυνομικός, μια επιθεωρήτρια τέλοσπάντων. Κάποια που λέγεται ενριέτα, δε μου είπε το επίθετό της την ξέρεις; Η γυναίκα γούρλωσε τα μάτια κι εκείνος για μια στιγμή πίστεψε πως η έκπληξη της ήταν αυθεντική.
-δεν την ξέρω, σου δίνω το λόγο μου.
-είσαι σίγουρη; Τα μάτια του άστραψαν πονηρά κι η Ντανιέλα κατάλαβε πως η γαλήνη της βραδιάς είχε μόλις διαλυθεί.
-Ναι, αλήθεια σου λέω. Δεν ξέρω καμιά ενριέτα. Ο πέτρος την πλησίασε και τη γύρισε προς το μέρος του.
-τότε γιατί δε με ρωτάς για ποιο πράγμα ήθελε να σου μιλήσει; Η κοπέλα τα’χασε κι έτσι άργησε να απαντήσει. Εκείνος το εκμεταλεύτηκε αμέσως.
Την άρπαξε στα χέρια του κι έφερε το πρόσωπό του τόσο κοντά στο δικό της που η αναπνοή του της έκαψε το στόμα.
-τι σεήθελε;
-δεν ξέρω. Η φωνή της άρχισε να τρέμει ελαφρά και η γλώσσα τηςμπερδεύτηκε. Πάντα το πάθαινε αυτό όταν ταραζόταν. «το μόνο που μας λείπει είναι να αρχίσει να μιλάει στην αναθεματισμένη μητρική της γλώσσα».
-γιατί δεν τη ρώτησες εσύ; Τόλμησε να πει η κοπέλα.
-Λες να μην το έκανα; Τη ρώτησα και ξέρεις τι μου είπε; Ξέρεις; Πως η υπόθεση είναι πολύ σοβαρή και πως δε μπορούσε να μου πει τίποτα περισσότερο. Αντίθετα σε σένα θα τα έλεγε όλα.
-Και γιατί δε με φώναξες τότε; Έτσι θα μαθαίναμε κάτι περισσότερο.
Τα λόγια αυτά τον εξαγρίωσαν τόσο που τη χαστούκισε δυνατά. Ο ήχος ακούστηκε πεντα κάθαρα μέσα στο δωμάτιο. Εκείνη θέλησε να ουρλιάξει αλλά έπνιξε την επιθυμία της αυτή ξέροντας πως αυτό θα έκανε χειρότερα τα πράγματα μεταξύ τους.
-εγώ θα τα μάθω όλα απόψε να είσαι σίγουρη γι’αυτό. Τη σήκωσε στα χέρια και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Η Ντανιέλα έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να προετοιμάσει τον εαυτό της γι’αυτά που θα ακολουθούσαν. Την κάθισε στο μεγάλο κρεβάτι και πήρε τη θέση του δίπλα της χωρίς να αφήνει τους καρπούς της.
-Ξέρεις τι θα γίνει τώρα καλό μου κορίτσι αν δε μου πει όλα όσα ξέρεις; Δε θα σε αφήσω να κλείσεις μάτι απόψε. Το ξέρεις;
-ναι, έγνεψε καταφατικά.
-πονάει το κορμίσου ακόμη; Η ερώτηση έγινε όχι με φροντίδα αλλά με πείσμα και χαιρεκακία.
-ναι είπε και πάλι σιγανά.
-τότε θα το κάνω να πονέσει ακόμα περισσότεροαν δεν ανοίξεις το στόμα σου.
-Όχι τον ικέτευσε. Σε παρακαλώ μη μου το κάνεις αυτό! Εκείνος γέλασε.
-Ξέρεις πως δεν το θέλω έτσι δεν είναι; Έσκυψε και τη φίλησε ρουφώντας κυριολεκτικά τα χείλη της. Κι αυτό της άρεσε μολονότι εκείνο το φιλί κάθε άλλη φυσιολογική γυναίκα θα το θεωρούσε προσβολή κάτω από αυτές τις συνθήκες.
-Αφού δε θέλεις να σε πονέσω κάνε κάτι για να το αποτρέψεις. Πες μου λοιπόν. Είναι εντάξει τα χαρτιά της παραμονής σου εδώ;
-ναι, όλα είναι τακτοποιημένα σου δίνω το λόγο μου.
-Και βρίσκονται ακόμη σε κείνο το δερμάτινο τσαντάκι που έχεις φυλαγμένο στη ντουλάπα;
-ναι, εκεί είναι κοίτα και μόνος σου αν θέλεις.
-δε χρειάζεται, σε πιστεύω. Έσυρε με απόλαυση το νύχι του πάνω στη λεία επιδερμίδα της πλάτης της περνώντας το χέρι του μέσα από τη μισάνοιχτη ρόμπα.
Ο πόνος δεν ήταν δυνατός και δε συγκρινόταν με αυτά που έρχονταν αλλά μια δυο σταγόνες κύλησαν και λέρωσαν το κατάλευκο σεντόνι του κρεβατιού.
-Πες μου τότε κάτι άλλο, σε πλησίασε κανείς άγνωστος στη δουλειά αυτές τις μέρες; Κάποιος πελάτης που δε γνωρίζεις.
-όχι, κανείς.
-ωραία, αυτό είναι πολύ ευχάριστο. Έκανε άλλη μια χαρακιά στο δέρμα της πιέζοντας λίγο περισσότερο τα νύχια του πάνω της. Ο πόνος κι αυτή τη φορά ήταν υποφερτός ωστόσο το τσούξιμο και η οσμή του αίματος την τάραξαν. Δυο δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της αλλά εκείνος κρατούσε τα χέρια της κι έτσι κύλησαν στο ,άγουλό της ανενόχλητα.
-δε χρειάζεται να κλαις, της είπε σκουπίζοντάς τα με την ανάστροφη του χεριού του. Πρέπει να είσαι ψύχραιμη γιατί ακόμα δεν αρχίσαμε.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: