η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο εικοστό δεύτερο
-Μη με βασανίζεις άλλο σε παρακαλώ, αν ήξερα κάτι άλλο θα σου το έλεγα. Η Ντανιέλα είχε αρχίσει να κλαίει πιο δυνατάκαι σπαρακτικά παλεύοντας να ελευθερώσει τα χέρια της από το σφιχτό του κράτημα. Αλλά εκείνος ήταν πιο δυνατός και έκανε κάθε προσπάθιά της να φαντάζει άχρηστη κι ανόητη.
-αυτό θα το δούμε της είπε και ξάπλωσε πάνω της. Το βάρος του σώματός του της έκοψε την ανάσα.
-αυτή η κυρία που σου τηλεφώνησε ακουγόταν πολύ σοβαρή και καθώς πρέπει αλλά εγώ που ξέρω τις γυναίκες σου λέω πως κάτι σοβαρό την απασχολεί. Πολύ πιθανό να ήθελε να μιλήσετε για κάποια σκοτεινή ιστορία ίσως για καμιά κλοπή ή ακόμα και για καμιά δολοφονία. Γι’αυτό σκέψου καλά αυτό που θα σε ρωτήσω.
-έχεις καμιά σχέση με καμιά κοπέλα με κακιά φήμη; Πρόσεξε τι θα πεις. Πίεσε με το σώμα του το κάτω μέρος του κορμιού της.
-Όχι αποκρίθηκε αδύναμα η κοπέλα μολονότιμια σκέψη τη χτύπησε με ορμή. Η μόνη που είχε κάποια σχέση με μια παλιά φρικτή ιστορία ήταν η Αντωνία. Δε μπορούσε να σκεφθεί καμιά άλλη αλλά πώς είχε φτάσει ως αυτή εκείνη η επιθεωρήτρια; Πρόσεχε πολύ τη σχέση της με την αντωνία ελάχιστοι άνθρωποι ήξεραν πως αυτές οι δυο γυναίκες βλέπονταν, ελάχιστοι ήξεραν για αυτό που τις έδενε. Έπρεπε να μιλήσει με κάθε τρόπο σε κείνη τη γυναίκα. Ο πόνος στο στήθος της της θύμισε την παρουσία του άνδρα. Δεν έπρεπε να του φανερώσει αυτό που σκεφτόταν διαφορετικά κινδύνευε.
-σε ρώτησα κάτι, περιμένω.
-δεν ξέρω τίποτα σου τ’ορκίζομαι. Η φωνή της έμοιαζε περισσότερο με κραυγή πονεμένου ζώου παρά με γυναικεία φωνή. Με ξέρεις τόσα χρόνια, ξέρεις την κάθε μου κίνηση. Με παρακολουθείς στενά…..
-θα σε χτυπήσω αφού δε μουμιλάς ειλικρινά. Σηκώθηκε από πάνω της. Είχε πάρει την απόφαςήτου κι εκείνη το ήξερε. Οι προηγούμενες πληγές δεν είχαν κλείσει καλά καλά αλλά ο πόνος δεν την τρόμαζε. Αυτό που απεχθανόταν ήταν τα κακόβουλα σχόλια στη δουλειά και τα βλέμματα τα γεμάτα οίκτο. Αυτά δε μπορούσε να τα αντέξει. Όλοι τον ήξεραν τον πέτρο, όλοι γνώριζαν τις μεθόδους του αλλά κανείς δεν τολμούσε να τις βγάλει στο φως.
Ο άνδρας πλησίασε σιωπηλός τη ντουλάπα και την άνοιξε.
Ο γνώριμος μεταλικός ήχος που ακολούθησε έφτασε ως την καρδιά της και την έκανε να παγώσει. Αν είχε έστω και μια πιθανότητα να το γλιτώσει αυτό που θα γινόταν έπρεπε να του μιλήσει για την αντωνία. Τράβηξε το μαξιλάρι και κάλυψε το κεφάλι της. Έπρεπε να προστατεύσει το πρόσωπό της, αυτό έπρεπε να μείνει ανέπαφο.
-θα μιλήσεις ή όχι;
-δεν έχω να πω κάτι άλλο, αν είχα θαααααα….. η μεταλική του ζώνη έπεσε στηνπλάτη της κάνοντας εκείνο τον απαίσιο χαρακτηρηστικό ήχο. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα μια λεπτή κόκκινη αιμάτινη γραμμή απλώθηκε κατά μήκος της πλάτης της κι άρχισε να κυλάει προς τα κάτω. Ο Πέτρος έσφιξε το χέρι της.
-μήπως θυμήθηκες τίποτα άλλο; Σκουπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό του κι έπιασε ξανά τη ζώνη του.
-σε παρακαλώ, μη μου το κάνεις αυτό, σε παρακαλώωω….. μια δεύτερη κόκκινη γραμμή έκανε την εμφάνισή της δίπλα από την προηγούμενη κι αυτή τη φορά η Ντανιέλα δάγκωσε τη γλώσσα της και το στόμα της γέμισε με την άλικη γεύση του αίματος. Ξαφνικά ο Πέτρος πέταξε τη δερμάτινη ζώνη στο πάτωμα. Κι έτσι όπως το μεταλο έπεφτε με ορμή πάνω στο ξύλο η ντανιέλα χαλάρωνε νιώθοντας πως τα χειρότερα είχαν περάσει.
Ο άνδρας πήγε και κάθισε στην άλλη πλευρά του κρεβατιού. Με μια απότομη κίνηση τράβηξε από το πρόσωπό της το μαξιλάρι και το πέταξε κι αυτό στο πάτωμα πλάι στη ζώνη. Ύστερα την τράβηξε στην αγκαλιά του κι άρχισε να χαιδεύει τις πληγές της.την είχε τιμωρήσει αρκετά. Αν ήξερε κάτι θα του το είχε πει. Εκείνη άρχισε να κλαίεικαι πάλι αυτή τη φορά χωρίς να βγαίνει κανένας ήχος από το στόμα της.
-πονάς πολύ; Περίμενε. Την ξάπλωσε ξανά στο κρεβάτι και βγήκε από το δωμάτιο. Επέστρεψε λίγο αργότερα με ένα μπουκαλάκι ιώδιο και νερό. Έπλυνε και καθάρισε τις πληγές της ενώ εκείνη εξακολουθούσε να τραντάζεται από τους δυνατούς λυγμούς. Όταν τις έδεσε την αγκάλιασε και την έσφιξε πάνω του και τότε, εκείνη ένιωσε προστατευμένη.
Ο πέτρος άρχισε να τη χαιδεύει απαλά, πολύ απαλά αποφεύγοντας να αγγίζει τις πληγές της. Σιγά σιγά οι λυγμοί ατόνησαν και η καρδιά της βρήκε και πάλι τους φυσιολογικούς της ρυθμούς.
Όταν τη φίλησε στο λαιμό αισθάνθηκε ένα ρίγος να τη διατρέχει ολόκληρη. Κι αυτό ήταν πολύ ευχάριστο. Πώς ήταν δυνατόν αυτός ο άνδρας να της χαρίζει πόνο ηδονή κι έρωτα μαζί; Σήκωσε το κεφάλι της και του πρόσφερε τα χείλη της. Εκείνος τα δέχτηκε αμέσως. Κι όταν το φιλί βάθυνε κατάλαβε πως οι συγγινήσεις της νύχτας εκείνης μόλις τότε άρχιζαν.
Η ενριέτα αναστέναξε κι άνοιξε τα μάτια της. Η δόνηση του κινητού την είχε ξυπνήσει. Έπιασε τη συσκευή που ήταν κάτω από το κεφάλι της και τη σταμάτησε. Ο Αλέξανδρος δίπλα της κοιμόταν. Του χάιδεψε τα μαλλιά κι ύστερα σηκώθηκε και βήκε από το δωμάτιο. Ο υπολογιστής την περίμενε στην ίδια θέση με το προηγούμενο βράδυ. Το τηλέφωνο ήταν κι αυτό εκεί και την καλούσε επιτακτικά.
Φόρεσε μια ρόμπα βελουδενια στο χρώμα της φωτιάς και κούμπωσε όλα τα κουμπιά της. Ύστερα κάθισε στον καναπέ προσέχοντας να μην αναστατώσει τα μαξιλάρια κι έπιασε τις δυο συσκευές τραβώντας τες προς το μέρος της. Ήθελε να μιλήσει με τη Ντανιέλα εκείνη τη στιγμή και πάλευε με τον εαυτό της να πάρει τη σωστή απόφαση. Αν ήταν μόνη δε θα την πείραζε να ζητήσει συγγνώμη, σίγουρα αν της εξηγούσε την κατάσταση εκείνη δε θα την παρεξηγούσε μα αν ήταν κι αυτός μαζί της τότε τα πράγματα δε θα εξελίσσονταν καθόλου καλά.
Η ντανιέλα ανασηκώθηκε αργά αργά. Με δυσκολία κατάφερε να αποτραβήξει το χέρι της από το δικό του. Πάτησε στα πόδια της κι ένιωσε αμέσως τον πόνο από τις δεμένες πληγές. Τον αγνόησε σφίγγοντας τα δόνια και έκανε να βγει από το δωμάτιο. Τότε ήταν που άνοιξε τα μάτια του ο Πέτρος.
-πού πας; Η φωνή του ήταν βραχνή από τον ύπνο.
-Οινάει λίγο το στομάχι μου. Κοιμίσου εσύ, σε λίγο θα έρθω κι εγώ.
-εντάξει, γύρισε πλευρό και βυθίστηκε ξανά σε έναν ύπνο βαθύ.
Έκλεισετην πόρτα του δωματίου απαλά και μπήκε στο μπάνιο. Έπλυνε το πρόσωπό της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τα μάτια της ήταν μεγάλα με μαύρους κύκλους. Πρόωρες ρυτίδες έκαναν την εμφάνισή τους στο πρόσωπό της. Μπήκε στο σαλόνι και κάθισε σε μια πολυθρόνα, στην ίδια που είχε καθίσει και πριν ο Πέτρος. Πήρε το τηλέφωνο κι άρχισε να ψάχνει για τον αριθμό που την είχε καλέσει λίγες ΄ωρες πριν.
Όταν άρχισε να χτυπάει το σήκωσε σχεδόν αμέσως καλύπτοντας το με την άκρη του ρούχου της.
-παρακαλώ, μίλησε σχεδόν ψιθυριστά. Η ενριέτα πήρε μια βαθιά ανάσα, τα είχε καταφέρει. Όταν μίλησε προσπάθησε να φανεί φιλική.
-Γεια σου, συγγνώμη για την τόσο προχωρημένη ώρα σου τηλεφώνησα και πριν… Με λένε ενριέτα. Είμαι επιθεωρήτρια. Σου τηλεφωνώ για κάποια σοβαρή υπόθεση δολοφονίας. Η Ντανιέλα χλώμιασε κι έσφιξε το ακουστικό.
-τι συμβαίνει;
-Μην ανησυχείς, θα ήθελα μόνο να μιλήσουμε λίγο αύριο. Ξέρεις κάποια αντωνία; Η ντανιέλα προσπάθησε να ελέγχξει την ταραχή που την κυρίευε.
-Ναι είναι καλά;
-Έτσι πιστεύω απάντησε η επιθεωρήτρια μισοχαμογελώντας.
-εμπλέκεται σε μια άσχημη υπόθεση, θα μπορούσαμε να συναντηθούμε αύριο;
-Ναι, φυσικά. Αλλά όχι στην αστυνομία, δε θα το ήθελα.
-γιατί;
-Σας παρακαλώ, η φωνή της Ντανιέλας άρχισε να τρέμει.
-εντάξει, βιάστηκε να πει η ενριέτα. Θα πάμε για έναν καφέ αν βολεύει.
-ναι, αυτό ετοιμαζόμουν να προτείνω κι εγώ.
-Λοιπόν, θα επικοινωνήσουμε ξανά για την ώρα και το μέρος σύμφωνοι;
-ναι, σύμφωνοι, καληνύχτα. Το έκλεισαν και οι δυο.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: