Archive for Δεκέμβριος 2009

Και πάλι εδώ

Δεκέμβριος 28, 2009

Το ξέρω, χάθηκα και πάλι. όλο λέω πως αυτό δεν είναι σωστό κι όλο εξαφανίζομαι αλλά έγιναν πολλά.
ελπίζω να είμαι πιο συνεπής τη νέα χρονία.
αλήθεια, χρόνια πολλά σε όλους.
Το επόμενο κεφάλαιο της πρώτης υπόθεσης ετοιμάζεται ήδη κι ελπίζω να το ανεβάσω σε λίγες μέρες.
αυτές τις μέρες έγραψα πολύ αλλά τα πράγματα δεν πήγαν όπως ακριβώς τα θέλησα κι αυτό με απέσπασε από την υπόθεση της καημένης της Λίντας αλλά θα επανορθώσω.
Σας χαιρετώ, εις το επαναγραφείν!

η πρώτη υπόθεση

Δεκέμβριος 10, 2009

Κεφάλαιο εικοστό τέταρτο
Η ναταλία έκλεισε το τηλέφωνο και πλησίασε ξανά στο κρεβάτι. Πήρε στα χέρια της τον υπολογιστή κι άρχισε να πληκτρολογεί γρήγορα. Είχε μάθει αυτό που έψαχνε. Ο φίλος της επιθεωρήτριας ονομαζόταν αλέξανδρος. Ίσως ο κωδικός αυτός να ήταν εξαιρετικά προφανής αλλά κάτι μέσα της της έλεγε πως έπρεπε να δοκιμάσει. Βρήκε τη σελίδα και πληκτρολόγησε το όνομα στα αγγλικά. Καμιά ένδειξη για λίγο αλλά ύστερα ξαφνικά κατάλαβε πως της έδινε πρόσβαση. Δε μπόρεσε να κρύψει τη χαρά της και μια θριαμβευτική κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της για να χαθεί λίγο αργότερα στο βάθος του λαιμού της. Η σελίδα που είχε ανοίξει χρειαζόταν κι εκείνη κωδικό. Άναψε ένα τσιγάρο. Μα τι περίμενε δηλαδή; Ήταν δυνατό η επιθεωρήτρια να είχε μια τόσο μικρή προστασία στα αρχεία της; Ήταν αφελής αν σκεφτόταν κάτι τέτοιο. Κάπου αλλού βρισκόταν το κλειδί. Ξαφνικά στο νου της ήρθε εκείνο το τηλεφώνημα που είχε δεχθεί λίγο πριν. Ήταν παράξενο, ήθελε να τη συναντήσει, γιατί; Μήπως δεν την έβρισκε αποτελεσματική στη δουλειά της; Αυτό θα ήταν σίγουρα. Όσο το σκεφτόταν τόσο σιγουρευόταν. Αυτό ήταν. Είχε αποδειχθεί πολύ καλή στις παρακολουθήσεις αλλά ως εκεί. Στους υπολογιστές οι ικανότητές της που είχαν διαφημηστεί τόσο πολύ σταματούσαν ξαφνικά. Έσβησε το τσιγάρο της και πέταξε τη γόπα στο τασάκι με λύσσα. Δε θα άφηνε να διακόψει τη συνεργασία τους, θα της αποδείκνυε πως τα κατάφερνε περίφημα με αυτό το μηχάνημα. Έπιασε πάλι το λάπτοπ και κατευθύνθηκε προς το τηλέφωνο. Αν ήθελε να δουλέψει έπρεπε να μην τη διακόψει κανείς, το έβγαλε από την πρίζα. Αν την ήθελε κάτι σημαντικό θα την έβρισκε στο κινητό. Το βρήκε κι αυτό και το έβαλε στη δόνηση. Δεν ήθελε να την αποσπάσει κανένας πιθανός θόρυβος. Επέστρεψε στο δωμάτιό της κι ακούμπησε το κινητό πάνω στο κρεβάτι. Μετά άνοιξε το αρχείο με τις πληροφορίες τις σχετικές με την επιθεωρήτρια και για μια ακόμη φορά άρχισε να τις μελετά προσεκτικά. Σίγουρα αυτό που έψαχνε κρυβόταν κάπου εκεί.
Η Ενριέτα μπήκε στο γραφείο της λίγο μετά τις οχτώ. Εκείνο το βράδυ δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου. Στο νου της γύριζε η σύντομη συνομιλία της με τη Ντανιέλα. Εκείνη η κοπέλα έμοιαζε τρομαγμένη κι ανήσυχη. Σίγουρα είχε μπλεξίματα με την αστυνομία γι’αυτό είχε διστάσει τόσο να έρθει στο γραφείο της. Θα έβλεπε τι μπορούσενα κάνει για εκείνη όταν της αποκάλυπτε όλα όσα γνώριζε για την υπόθεση. Άνοιξε το κλιματιστικό κι έβγαλε το παλτό της. Θα της τηλεφωνούσε αμέσως μόλις η άρτεμη έφευγε. Αν ερχόταν δηλαδή. Η σκέψη αυτή της έφερε εκνευρισμό. Αυτή η κοπέλα είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη. Δυο μέρες τώρα την άκουγε να της μιλάει για τη μητέρα την αδερφή της και τη λίντα. Κάθε φορά γατζωνόταν από μια της λέξη μα όταν άρχιζε να τη ρωτάει σχετικά η κοπέλα άλλαζε θέμα ήέφευγε βιαστικά. Η σάρα βέβαια είχε συστήσει υπομονή αλλά το ήξερε καλά πως δε θα τα κατάφερνε για πολύ να συγκρατεί τον εαυτό της. Το γραφείο άρχισε να ζεσταίνεται. Βολεύτηκε στην πολυθρόνα της κι ετοιμάστηκε να ανοίξει τον υπολογιστή. Έμεναν ακόμη αρκετά που έπρεπε να διαβάσει αλλά το τηλέφωνο την πρόλαβε. Το έπιασε σχεδόν αμέσως. Πίστευε πως μάντευε την ταυτότητα αυτού που την καλούσε. Ήταν η ώρα για την πρωινή ανάκριση της μητέρας της.
-Παρακαλώ, είπε ήρεμα. Η φωνή που άκουσε την ξάφνιασε. Ήταν παραμορφωμένη, σχεδόν αγνώριστη.
-καλημέρα ενριέτα. Πώς είσαι;
-σάρα… καλά είμαι εγώ αλλά στοιχηματίζω πως εσύ δεν είσαι και τόσο.
-Κέρδισες, ξύπνησα σήμερα σε αυτή την κατάσταση που ακούς. Μόλις που ακούγομαι. Μάλλον κρύωσα κάπου χτες το βράδυ. Νιώθω πως γρατζουνάνε το λαιμό μου με κάτι πολύ αιχμηρό. Έβηξε.
-δε φαντάζομαι να έφυγες από το σπίτι σε αυτή την κατάσταση;
-Όχι βέβαια. Σου μιλάω ενώ είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Έφτιαξα κι ένα ζεστό. Δεν πρόκαιται να κουνηθώ από εδώ αν δε νιώσω καλύτερα. Γι’αυτό σου τηλεφώνησα άλωστε. Θα αναγκαστείς να εξετάσεις μόνη σου την άρτεμη σήμερα. Η ενριέτα μόρφασε.
-αυτό δε μου αρέσει καθόλου, όταν είσαι κι εσύ εδώ τα καταφέρνω να την ακούω υπομονετικά. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω να παραμείνω ήρεμη σήμερα. Χάνω χρόνο μαζί της.
-δε χάνεις και μην κάνεις καμιά βλακία γιατί θα φύγει και δε θα ξαναγυρίσει.
-Και;
-Αυτή η κοπέλα κάτι προσπαθεί να σου πει, έχει έναν δικό της τρόπο μην τη διώξεις όμως. Αν φύγει θα το μετανιώσεις έχω βαρεθεί να σου το λέω. Έβηξε πάλι.
-Καλά, μην ταράζεσαι, δε θα τη διώξω. Θα ελέγχξω τα νεύρα μου και θα ξεσπάσω σε σένα μόλις φύγει. Γέλασαν και οι δυο. Ξέρεις έχουμε κι άλλημια εξέλιξη, έπρεπε να το είχα σκεφθεί πιο νωρίς αλλά τι να γίνει. Πάλι καλά που έγινε και τώρα. Της μίλησε για τη Ντανιέλα και τον άνδρα με τον οποίο είχε μιλήσει χθες το βράδυ. Η ψυχολόγος την άκουγε προσεκτικά χωρίς να τη διακόψει. Μόνο όταν εκείνη σταμάτησε πήρε και πάλι το λόγο.
-Πολύ ενδιαφέρον ακούγεται. Θα ήθελα κι εγώ να είμαι μαζί σου όταν θα συναντήσεις αυτή τη Ντανιέλα. Πάντως θα πρέπει να είναι πολύ διαφορετική από την αντωνία, εσύ τιπιστεύεις;
-έχω κι εγώ την ίδια γνώμη με σένα. Πάντως είμαι βέβαιη πως μπορεί να με βοηθήσει πολύ στη συγκεκριμένη υπόθεση. Αυτή θα με οδηγήσει στην υπηρέτρια. Την προγούμενη φορά που είχα προσπαθήσει να την προσεγγίσω με είχε διώξει. Ήταν κατατρομαγγμένη αλλά το έκρυβε πολύ καλά κάτω από ένα μαύρο πέπλο αδιαφορίας. Αυτή τη φορά ωστόσο θα την κάνω να μου αποκαλύψει ένα ένα όλα της τα μυστικά.
Είμαι σίγουρη. Λοιπόν να μιου τηλεφωνήσεις αμέσως μόλις μάθεις κάτι είτε από τημια είτε από την άλλη πλευρά εντάξει;
-Ναι, μείνε ήσυχη. Θα το κάνω, χρειάζομαι τις συμβουλές σου αλλά όχι τη γκρίνια σου. Λοιπόν καλημέρα και περαστικά. Έκλεισε το τηλέφωνο χαμογελώντας. Θα ήθελε κι εκείνη τη Σάρα στη συνάντησή της με τη μικρή αλλά αφού αυτό δε θα μπορούσε να γίνειθα της μετέφερε όλες τις πληροφορίες με ακρίβεια. Αυτή τη φορά άνοιξε τον υπολογιστή και βρήκε το αρχείο το σχετικό με την υπόθεση που την απασχολούσε. Άρχισε να εξετάζει τα έγγραφα. Της τράβηξε την προσοχή η κατάθεση της μητέρας. Αυτή τη γυναίκα στην αρχή την αντιπαθούσε αλλά αργότερα κατάλαβε πως ζούσε κι εκείνη το δικό της δράμα και η αντιπάθια είχε εξανεμισθεί σιγά σιγά. Άνοιξε το φάκελο.
Η ναταλία δούλεψε συγκεντρωμένη για τις επόμενες δυο ώρες. Σταμάτησε μόνο όταν είχε πιστείψει πως ο κωδικός είχε επιτέλους βρεθεί. Οι πληροφορίες για κείνη τη γυναίκα κατέφθαναν συνεχώς κι εκείνη τις διάβαζε και τις ταξινομούσε. Η επιθεωρήτρια διάβαζε βιβλία άκουγε ξένη μουσική έτωγε γλυκά κι έπινε καλό γαλλικό κρασί. Απορούσε κι εκείνη πως είχαν βρει τόσα πολλά γι’αυτήν. Επικεντρώθηκε στη μουσική που άκουγε. Ξένες μπαλάντες και όπερα. Μήπως κάποιο από τα αγαπημένα της συγκροτήματα κρατούσε το κλειδί των αρχείων; Όχι. Παραήταν προφανές κι αυτό. Μήπως κάποια όπερα; Ποιες άκουγε η ενριέτα; Το μεσία του χέντελ και τη λαρεντουτ. Άρχισε να ψάχνει τα λιμπρέτα στο ιντερνετ. Σύντομα κατάλαβε πως επρόκειτο για δυο εντελώς διαφορετικές όπερες. Η μια με θρησκευτικό περιεχόμενο κι άλλη ένα υπέροχο παραμύθι. Ποια να προτιμούσε; Το σκέφτηκε, δεν την είχε δει ποτέ αλλά ένιωθε πως ο Χέντελ ασκούσε πάνω της μια παράξενη επίδραση. Θα δοκίμαζε πρώτα με το μεσία, τι είχε να χάσει;
Πήρε μια βαθιά ανάσα και πληκτρολόγησε τον τίτλο της όπερας. Ύστερα περίμενε. Κι αν ο κωδικός ήταν αυτός αλλά υπήρχε κι άλλο τείχος προστασίας;

η πρώτη υπόθεση

Δεκέμβριος 9, 2009

Κεφάλαιο εικοστό τρίτο
-λοιπόν ξέρεις τι ώρα είναι; Ο Άρης έβαλε ξανά το ρολόι στην τσέπη του. Ώρα να πας στη δουλειά σου. Η Άρτεμη αναπήδησε στην καρέκλα της.
-δεν το πιστεύω, έλεγα πως δε θα ερχόταν ποτέ αυτή η ώρα. Σήμερα δεν θέλω να δουλέψω. Ο νέος άνδρας χαμογέλασε με κατανόηση. Τις στιγμές που γελούσε τα χείλη του σχημάτιζαν γωνία κι αυτό της άρεσε πολύ.
-δε μπορεί να γίνει διαφορετικά, εκτός κι αν πούμε πως είσαι άρρωστη. Το θέλεις;
-όχι, έχουμε πολλή δουλειά, με χρειάζονται, δε μπορώ να μην πάω. Μάζεψε το κινητό και το πορτοφόλι της.
-ευχαριστώ πολύ για τον καφέ και το φαγητό, θα χαρώ να σου το ανταποδώσω.
-όποτε θέλεις. Ο άρης άφησε ένα χαρτονόμισμα πάνω στο τραπέζι και σηκώθηκε για να τη βοηθήσει να φορέσει το παλτό της.
-πέρασες ωραία λοιπόν μαζί μου; Στάθηκε δίπλα της.
-Ναι, ήταν πολύ όμορφα. Σε ευχαριστώ και πάλι. Η Άρτεμη κρέμασε στον ώμο την τσάντα της. Βγήκαν έξω. Το κρύο ήταν τσουχτερό.
-Πότε θα σε ξαναδώ; Ο άρης σταμάτησε κοντά στο αυτοκίνητό του.
-δεν ξέρω, θα εξαρτηθεί από τη δουλειά στο ξενοδοχείο και από……
-ναι; Από ποιον;
-από το φίλο μου. Την κοίταξε ξαφνιασμένος.
-έχεις φίλο; Η άρτεμη άγγιξε την άκρη του μπουφαν του.
-έχω, το είπα για να το ξέρεις αλλά…τον τελευταίο καιρό δεν τα πάμε και πολύ καλά μεταξύ μας.
-Γιατί; Συγνώμη που ρωτάω είναι αδιακρισία και το ξέρω.
-δεν [πειράζει, δυστυχώς δεν του αφιερώνω πολύ χρόνο όπως παλιά. –Για ποιο λόγο; Τον βαρέθηκες; Ή μήπως η δουλειά χρειάζεται όλη την ενέργειά σου;
-Και τα δυο. Όχι πως είναι κακό παιδί αλλά δεν ανέχομαι καμιά μορφή καταπίεσης. Επιπλέον η δουλειά μου απαιτεί πολύ χρόνο καταλαβαίνεις έτσι δεν είναι;
-απόλυτα. Πάντως σκέψου πολύ πριν πάρεις κάποια απόφαση, δε βρίσκουμε συχνά έναν άνθρωπο να μας καταλαβαίνει και να μας στηρίζει παντού. Η Άρτεμη ενοχλήθηκε από τα τελευταία του λόγια αλλά προσπάθησε να μην το δείξει. Δεν ήθελε να του φανερώσει πως την είχε πειράξει ο τρόπος που ,μίλησε. Έτσι αρκέστηκε να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι της.
-θέλεις να σε πάω στο σπίτι σουτο βράδυ; Ο Άρης της χαμογέλασε συγκαλυμμένα.
-Όχι, σε ευχαριστώ, θα πάω μόνη. Ας μην κάνω τα πράγματα χειρότερα από ο,τι είναι ήδη. Στράφηκε να φύγει αλλά την τελευταία στιγμή γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος του.
-έλα να με πάρεις μετά τη δουλειά αν θέλεις, θα κάνουμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο αλλά θα γυρίσω μόνη στο σπίτι. Πώς την έλεγαν εκείνη την κοπέλα με την οποία είχες σχέση τότε; Ο νέος άνδρας έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.
-ναταλία απάντησε χωρίς δισταγμό. Τα μάτια του έλαμπαν εκείνη τη στιγμή. Γιατί ρωτάς;
-δεν ξέρω, ήταν αυθόρμητο. Τα ονόματα σημαίνουν πολλά για μένα. Θα σου εξηγήσω τη θεωρία μου την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε. Θα σου τηλεφωνήσω όταν τελειώσω. Έφυγε τρέχοντας.
Ο άρης έμεινε για λίγο ακόμη εκεί, έξω από το αυτοκίνητό του να σκέφτεται την Άρτεμη. Του άρεσε, αυτό το παραδεχόταν αλλά τον μπέρδευε ταυτόχρονα. Μα κι αυτό τον γοήτευε πολύ και τον τραβούσε κοντά της. Κάποτε το πήρε απόφαση πως εκείνη είχε χαθεί και μπήκε στο αυτοκίνητό του. Δεν είχε όρεξη να πάει στο σπίτι. Του χρειαζόταν ένα ποτό. Πάρκαρε έξω από την καφετέρια όπου δούλευε. Μπήκε μέσα και χαιρέτησε το σερβιτόρο που δούλευε εκείνη την ώρα. Παράγγειλε ένα ουίσκι με πάγο και κάθισε στο μπαρ. Ο σερβιτόρος του έδωσε το παγωμένο ποτήρι κι άρχισε να του μιλάει για ποδόσφαιρο. Μόνο τότε πρόσεξε ο Άρης πως οι πιο πολλοί πελάτες του μαγαζιού είχαν την προσοχή τους στραμμένη στη μεγάλη τηλεόραση. Κούνησε το κεφάλι του αδιάφορα και ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι του. Συνήθως θα παρακολουθούσε κι εκείνος το παιχνίδι αλλά εκείνο το βράδυ δε μπορούσε να συγκεντρωθεί ούτε σε αυτό. Όλες του οι σκέψεις αφορούσαν την άρτεμη και τη συμπεριφορά της. Προσπαθούσε να την αναλύσει, να την καταλάβει. Γιατί τον είχε ρωτήσει για τη Ναταλία; Το πρόσωπο της παλιάς του αγαπημένης ήρθε κι αυτό στο νου του. Την είχε αγαπήσει πολύ, βαθιά κι αληθινά. Είχε πιστέψει πως θα περνούσε την υπόλοιπη ζωή του μαζί της αλλά να που έκανε λάθος. Η ναταλία, που λάτρευε τους υπολογιστές και ξενυχτούσε παλεύοντας να σπάσει κωδικούς όταν οι άλλοι κοιμόνταν στο σπίτι. Η ναταλία που μιλούσε λίγο αλλά σκεφτόταν πολύ. Πώς είχε αλλάξει τόσο; Την άλλαξε μάλλον εκείνο το ταξίδι της στο Παρίσι όσο κι αν εκείνη δεν ήθελε νατο παραδεχτεί. Ο Άρης το ήξερε. Όταν έφυγε ήταν χαμογελαστή και σίγουρη για τον εαυτό της μα όταν γύρισε η λάμψη στα μάτια ης είχε γίνει πιο μεταλική και το χαμόγελο της είχε γίνει μια λεπτή σφιχτή γραμμή στα λεπτά της χείλη. Την είχε ρωτήσει πολλές φορές τι της συνέβαινε αλλά εκείνη κουνούσε αδιάφορα τους ώμους της. Λίγο αργότερα είχε έρθει η καταστροφή. Έσπρωξε το ποτήρι του προς το μερος του μπαρμαν που το ξαναγέμισε χωρίς λέξη. Είχε καταλάβει πως ο φίλος του δε βρισκόταν εκεί.ύστερα έβγαλε το κινητό από την τσέπη και το ακούμπησε στο τραπέζι. Είχε πει πως θα του τηλεφωνούσε αν κι αυτό θα αργούσε να γίνει.
Όταν τελικά τηλεφώνησε εκείνος ήταν καθισμένος σε ένα παρόμοιο τραπέζι μιας άλλης καφετέριας κι είχε αντικαταστήσει το ουίσκι με χυμό πορτοκαλιού. Πήγε και την πήρε. Έκαναν βόλτες με το αυτοκίνητο κι όταν η ώρα πέρασε την άφησε λίγα στενά πιο μακριά.
Η άρτεμη μπήκε στο σπίτι σχεδόν αθόρυβα. Ευχόταν να μην ήταν εκεί ο Ανδρέας ή έστω να κοιμάται. Εκείνος ωστόσο την περίμενε μισοξαπλωμένος στον καναπέ. Ανασηκώθηκε αμέσως μόλις την άκουσε.
-επιτέλους ήρθες. Σε περίμενε δυο ώρες τώρα. Πού ήσουν; Η Άρτεμη έβγαλε τα γάντια της.
-δούλευα, δεν το ξέρεις;
-ναι, το ξέρω, τηλεφώνησα στο ξενοδοχείο. Αλλά έμαθα πως δεν έφυγες μόνη. Η κοπέλα πήγε και κάθισε στην πιο απομακρυσμένη πολυθρόνα. Ποιος του είχε πει πως την είχε πάρει ο άρης;
-εντάξει, δεν ήμουν μόνη. Ήρθε ένας φίλος για λίγο.
-ποιος φίλος;
-δεν τον ξέρεις, το γνώρισα πολύ πρόσφατα.
-και πώς τον λένε;
-γιατί ρωτάς; Άρη τον λένε. Αν προσπαθούσε να του πει ψέματα εκείνος θα θύμωνε κι αυτό δεν το ήθελε.
-Πού τον γνώρισες;
-Σε μια καφετέρια. Είχα πάει να πιω έναν καφέ ένα πρωί που βαριόμουν. Εσύ δούλευες τότε για κείνο το γάμο και γύρισες στο σπίτι δωδεκα ώρες αργότερα. Δεν το θυμάσαι;
-Φυσικά και το θυμάμαι. Δεν πάει και τόσος καιρός. Την πλησίασε και κάθισε στο μπράτσο της πολυθρόνας της.
-τι σου συμβαίνει; Είσαι εντάξει; Τον κοίταξε διαπεραστικά για μια στιγμή αλλά ύστερα χαμήλωσε τα μάτια της.
-Τίποτα. Είμαι κουρασμένη. Νοίκιασα ένα καλό θρυλερ, θέλεις να το δούμε μαζί; Θα δούμε την ταινία κι ύστερα θα κοιμηθούμε τι λες;
-εντάξει, αν τα καταφέρουμε. Δεν πεινάς;
-όχι, έφαγα κάτι λίγο πριν φύγω από το ξενοδοχείο. Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Ο ανδρέας σηκώθηκε κι αυτός. Πήρε την τσάντα της στα χέρια του και την άνοιξε.
-Θα βρω το dvd όσο εσύ θα ετοιμάεσαι. Εκείνη ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους και μπήκε στο μπάνιο.
Ο ανδρέας βρήκε το dvd και κοίταξε τον τίτλο. «προδοσία σε λευκό φόντο». Κούνησε το κεφάλι του, μόνο η άρτεμη θα νοίκιαζε κάτι τέτοιο για να το δει μια τόσο προχωρημένη ώρα. Το ακούμπησε δίπλαστην τσάντα κι ύστερα έβγαλε από μέσα το κινητό της. Ξεκλείδωσε το πληκτρολόγιο κι άρχισε να ψάχνει τις επαφές της. Δεν υπήρχε κανένας άρης καταχωρημένος εκεί. Το επέστρεψε στη θέση του.