η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο εικοστό τρίτο
-λοιπόν ξέρεις τι ώρα είναι; Ο Άρης έβαλε ξανά το ρολόι στην τσέπη του. Ώρα να πας στη δουλειά σου. Η Άρτεμη αναπήδησε στην καρέκλα της.
-δεν το πιστεύω, έλεγα πως δε θα ερχόταν ποτέ αυτή η ώρα. Σήμερα δεν θέλω να δουλέψω. Ο νέος άνδρας χαμογέλασε με κατανόηση. Τις στιγμές που γελούσε τα χείλη του σχημάτιζαν γωνία κι αυτό της άρεσε πολύ.
-δε μπορεί να γίνει διαφορετικά, εκτός κι αν πούμε πως είσαι άρρωστη. Το θέλεις;
-όχι, έχουμε πολλή δουλειά, με χρειάζονται, δε μπορώ να μην πάω. Μάζεψε το κινητό και το πορτοφόλι της.
-ευχαριστώ πολύ για τον καφέ και το φαγητό, θα χαρώ να σου το ανταποδώσω.
-όποτε θέλεις. Ο άρης άφησε ένα χαρτονόμισμα πάνω στο τραπέζι και σηκώθηκε για να τη βοηθήσει να φορέσει το παλτό της.
-πέρασες ωραία λοιπόν μαζί μου; Στάθηκε δίπλα της.
-Ναι, ήταν πολύ όμορφα. Σε ευχαριστώ και πάλι. Η Άρτεμη κρέμασε στον ώμο την τσάντα της. Βγήκαν έξω. Το κρύο ήταν τσουχτερό.
-Πότε θα σε ξαναδώ; Ο άρης σταμάτησε κοντά στο αυτοκίνητό του.
-δεν ξέρω, θα εξαρτηθεί από τη δουλειά στο ξενοδοχείο και από……
-ναι; Από ποιον;
-από το φίλο μου. Την κοίταξε ξαφνιασμένος.
-έχεις φίλο; Η άρτεμη άγγιξε την άκρη του μπουφαν του.
-έχω, το είπα για να το ξέρεις αλλά…τον τελευταίο καιρό δεν τα πάμε και πολύ καλά μεταξύ μας.
-Γιατί; Συγνώμη που ρωτάω είναι αδιακρισία και το ξέρω.
-δεν [πειράζει, δυστυχώς δεν του αφιερώνω πολύ χρόνο όπως παλιά. –Για ποιο λόγο; Τον βαρέθηκες; Ή μήπως η δουλειά χρειάζεται όλη την ενέργειά σου;
-Και τα δυο. Όχι πως είναι κακό παιδί αλλά δεν ανέχομαι καμιά μορφή καταπίεσης. Επιπλέον η δουλειά μου απαιτεί πολύ χρόνο καταλαβαίνεις έτσι δεν είναι;
-απόλυτα. Πάντως σκέψου πολύ πριν πάρεις κάποια απόφαση, δε βρίσκουμε συχνά έναν άνθρωπο να μας καταλαβαίνει και να μας στηρίζει παντού. Η Άρτεμη ενοχλήθηκε από τα τελευταία του λόγια αλλά προσπάθησε να μην το δείξει. Δεν ήθελε να του φανερώσει πως την είχε πειράξει ο τρόπος που ,μίλησε. Έτσι αρκέστηκε να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι της.
-θέλεις να σε πάω στο σπίτι σουτο βράδυ; Ο Άρης της χαμογέλασε συγκαλυμμένα.
-Όχι, σε ευχαριστώ, θα πάω μόνη. Ας μην κάνω τα πράγματα χειρότερα από ο,τι είναι ήδη. Στράφηκε να φύγει αλλά την τελευταία στιγμή γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος του.
-έλα να με πάρεις μετά τη δουλειά αν θέλεις, θα κάνουμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο αλλά θα γυρίσω μόνη στο σπίτι. Πώς την έλεγαν εκείνη την κοπέλα με την οποία είχες σχέση τότε; Ο νέος άνδρας έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.
-ναταλία απάντησε χωρίς δισταγμό. Τα μάτια του έλαμπαν εκείνη τη στιγμή. Γιατί ρωτάς;
-δεν ξέρω, ήταν αυθόρμητο. Τα ονόματα σημαίνουν πολλά για μένα. Θα σου εξηγήσω τη θεωρία μου την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε. Θα σου τηλεφωνήσω όταν τελειώσω. Έφυγε τρέχοντας.
Ο άρης έμεινε για λίγο ακόμη εκεί, έξω από το αυτοκίνητό του να σκέφτεται την Άρτεμη. Του άρεσε, αυτό το παραδεχόταν αλλά τον μπέρδευε ταυτόχρονα. Μα κι αυτό τον γοήτευε πολύ και τον τραβούσε κοντά της. Κάποτε το πήρε απόφαση πως εκείνη είχε χαθεί και μπήκε στο αυτοκίνητό του. Δεν είχε όρεξη να πάει στο σπίτι. Του χρειαζόταν ένα ποτό. Πάρκαρε έξω από την καφετέρια όπου δούλευε. Μπήκε μέσα και χαιρέτησε το σερβιτόρο που δούλευε εκείνη την ώρα. Παράγγειλε ένα ουίσκι με πάγο και κάθισε στο μπαρ. Ο σερβιτόρος του έδωσε το παγωμένο ποτήρι κι άρχισε να του μιλάει για ποδόσφαιρο. Μόνο τότε πρόσεξε ο Άρης πως οι πιο πολλοί πελάτες του μαγαζιού είχαν την προσοχή τους στραμμένη στη μεγάλη τηλεόραση. Κούνησε το κεφάλι του αδιάφορα και ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι του. Συνήθως θα παρακολουθούσε κι εκείνος το παιχνίδι αλλά εκείνο το βράδυ δε μπορούσε να συγκεντρωθεί ούτε σε αυτό. Όλες του οι σκέψεις αφορούσαν την άρτεμη και τη συμπεριφορά της. Προσπαθούσε να την αναλύσει, να την καταλάβει. Γιατί τον είχε ρωτήσει για τη Ναταλία; Το πρόσωπο της παλιάς του αγαπημένης ήρθε κι αυτό στο νου του. Την είχε αγαπήσει πολύ, βαθιά κι αληθινά. Είχε πιστέψει πως θα περνούσε την υπόλοιπη ζωή του μαζί της αλλά να που έκανε λάθος. Η ναταλία, που λάτρευε τους υπολογιστές και ξενυχτούσε παλεύοντας να σπάσει κωδικούς όταν οι άλλοι κοιμόνταν στο σπίτι. Η ναταλία που μιλούσε λίγο αλλά σκεφτόταν πολύ. Πώς είχε αλλάξει τόσο; Την άλλαξε μάλλον εκείνο το ταξίδι της στο Παρίσι όσο κι αν εκείνη δεν ήθελε νατο παραδεχτεί. Ο Άρης το ήξερε. Όταν έφυγε ήταν χαμογελαστή και σίγουρη για τον εαυτό της μα όταν γύρισε η λάμψη στα μάτια ης είχε γίνει πιο μεταλική και το χαμόγελο της είχε γίνει μια λεπτή σφιχτή γραμμή στα λεπτά της χείλη. Την είχε ρωτήσει πολλές φορές τι της συνέβαινε αλλά εκείνη κουνούσε αδιάφορα τους ώμους της. Λίγο αργότερα είχε έρθει η καταστροφή. Έσπρωξε το ποτήρι του προς το μερος του μπαρμαν που το ξαναγέμισε χωρίς λέξη. Είχε καταλάβει πως ο φίλος του δε βρισκόταν εκεί.ύστερα έβγαλε το κινητό από την τσέπη και το ακούμπησε στο τραπέζι. Είχε πει πως θα του τηλεφωνούσε αν κι αυτό θα αργούσε να γίνει.
Όταν τελικά τηλεφώνησε εκείνος ήταν καθισμένος σε ένα παρόμοιο τραπέζι μιας άλλης καφετέριας κι είχε αντικαταστήσει το ουίσκι με χυμό πορτοκαλιού. Πήγε και την πήρε. Έκαναν βόλτες με το αυτοκίνητο κι όταν η ώρα πέρασε την άφησε λίγα στενά πιο μακριά.
Η άρτεμη μπήκε στο σπίτι σχεδόν αθόρυβα. Ευχόταν να μην ήταν εκεί ο Ανδρέας ή έστω να κοιμάται. Εκείνος ωστόσο την περίμενε μισοξαπλωμένος στον καναπέ. Ανασηκώθηκε αμέσως μόλις την άκουσε.
-επιτέλους ήρθες. Σε περίμενε δυο ώρες τώρα. Πού ήσουν; Η Άρτεμη έβγαλε τα γάντια της.
-δούλευα, δεν το ξέρεις;
-ναι, το ξέρω, τηλεφώνησα στο ξενοδοχείο. Αλλά έμαθα πως δεν έφυγες μόνη. Η κοπέλα πήγε και κάθισε στην πιο απομακρυσμένη πολυθρόνα. Ποιος του είχε πει πως την είχε πάρει ο άρης;
-εντάξει, δεν ήμουν μόνη. Ήρθε ένας φίλος για λίγο.
-ποιος φίλος;
-δεν τον ξέρεις, το γνώρισα πολύ πρόσφατα.
-και πώς τον λένε;
-γιατί ρωτάς; Άρη τον λένε. Αν προσπαθούσε να του πει ψέματα εκείνος θα θύμωνε κι αυτό δεν το ήθελε.
-Πού τον γνώρισες;
-Σε μια καφετέρια. Είχα πάει να πιω έναν καφέ ένα πρωί που βαριόμουν. Εσύ δούλευες τότε για κείνο το γάμο και γύρισες στο σπίτι δωδεκα ώρες αργότερα. Δεν το θυμάσαι;
-Φυσικά και το θυμάμαι. Δεν πάει και τόσος καιρός. Την πλησίασε και κάθισε στο μπράτσο της πολυθρόνας της.
-τι σου συμβαίνει; Είσαι εντάξει; Τον κοίταξε διαπεραστικά για μια στιγμή αλλά ύστερα χαμήλωσε τα μάτια της.
-Τίποτα. Είμαι κουρασμένη. Νοίκιασα ένα καλό θρυλερ, θέλεις να το δούμε μαζί; Θα δούμε την ταινία κι ύστερα θα κοιμηθούμε τι λες;
-εντάξει, αν τα καταφέρουμε. Δεν πεινάς;
-όχι, έφαγα κάτι λίγο πριν φύγω από το ξενοδοχείο. Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Ο ανδρέας σηκώθηκε κι αυτός. Πήρε την τσάντα της στα χέρια του και την άνοιξε.
-Θα βρω το dvd όσο εσύ θα ετοιμάεσαι. Εκείνη ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους και μπήκε στο μπάνιο.
Ο ανδρέας βρήκε το dvd και κοίταξε τον τίτλο. «προδοσία σε λευκό φόντο». Κούνησε το κεφάλι του, μόνο η άρτεμη θα νοίκιαζε κάτι τέτοιο για να το δει μια τόσο προχωρημένη ώρα. Το ακούμπησε δίπλαστην τσάντα κι ύστερα έβγαλε από μέσα το κινητό της. Ξεκλείδωσε το πληκτρολόγιο κι άρχισε να ψάχνει τις επαφές της. Δεν υπήρχε κανένας άρης καταχωρημένος εκεί. Το επέστρεψε στη θέση του.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: