η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο εικοστό τέταρτο
Η ναταλία έκλεισε το τηλέφωνο και πλησίασε ξανά στο κρεβάτι. Πήρε στα χέρια της τον υπολογιστή κι άρχισε να πληκτρολογεί γρήγορα. Είχε μάθει αυτό που έψαχνε. Ο φίλος της επιθεωρήτριας ονομαζόταν αλέξανδρος. Ίσως ο κωδικός αυτός να ήταν εξαιρετικά προφανής αλλά κάτι μέσα της της έλεγε πως έπρεπε να δοκιμάσει. Βρήκε τη σελίδα και πληκτρολόγησε το όνομα στα αγγλικά. Καμιά ένδειξη για λίγο αλλά ύστερα ξαφνικά κατάλαβε πως της έδινε πρόσβαση. Δε μπόρεσε να κρύψει τη χαρά της και μια θριαμβευτική κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της για να χαθεί λίγο αργότερα στο βάθος του λαιμού της. Η σελίδα που είχε ανοίξει χρειαζόταν κι εκείνη κωδικό. Άναψε ένα τσιγάρο. Μα τι περίμενε δηλαδή; Ήταν δυνατό η επιθεωρήτρια να είχε μια τόσο μικρή προστασία στα αρχεία της; Ήταν αφελής αν σκεφτόταν κάτι τέτοιο. Κάπου αλλού βρισκόταν το κλειδί. Ξαφνικά στο νου της ήρθε εκείνο το τηλεφώνημα που είχε δεχθεί λίγο πριν. Ήταν παράξενο, ήθελε να τη συναντήσει, γιατί; Μήπως δεν την έβρισκε αποτελεσματική στη δουλειά της; Αυτό θα ήταν σίγουρα. Όσο το σκεφτόταν τόσο σιγουρευόταν. Αυτό ήταν. Είχε αποδειχθεί πολύ καλή στις παρακολουθήσεις αλλά ως εκεί. Στους υπολογιστές οι ικανότητές της που είχαν διαφημηστεί τόσο πολύ σταματούσαν ξαφνικά. Έσβησε το τσιγάρο της και πέταξε τη γόπα στο τασάκι με λύσσα. Δε θα άφηνε να διακόψει τη συνεργασία τους, θα της αποδείκνυε πως τα κατάφερνε περίφημα με αυτό το μηχάνημα. Έπιασε πάλι το λάπτοπ και κατευθύνθηκε προς το τηλέφωνο. Αν ήθελε να δουλέψει έπρεπε να μην τη διακόψει κανείς, το έβγαλε από την πρίζα. Αν την ήθελε κάτι σημαντικό θα την έβρισκε στο κινητό. Το βρήκε κι αυτό και το έβαλε στη δόνηση. Δεν ήθελε να την αποσπάσει κανένας πιθανός θόρυβος. Επέστρεψε στο δωμάτιό της κι ακούμπησε το κινητό πάνω στο κρεβάτι. Μετά άνοιξε το αρχείο με τις πληροφορίες τις σχετικές με την επιθεωρήτρια και για μια ακόμη φορά άρχισε να τις μελετά προσεκτικά. Σίγουρα αυτό που έψαχνε κρυβόταν κάπου εκεί.
Η Ενριέτα μπήκε στο γραφείο της λίγο μετά τις οχτώ. Εκείνο το βράδυ δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου. Στο νου της γύριζε η σύντομη συνομιλία της με τη Ντανιέλα. Εκείνη η κοπέλα έμοιαζε τρομαγμένη κι ανήσυχη. Σίγουρα είχε μπλεξίματα με την αστυνομία γι’αυτό είχε διστάσει τόσο να έρθει στο γραφείο της. Θα έβλεπε τι μπορούσενα κάνει για εκείνη όταν της αποκάλυπτε όλα όσα γνώριζε για την υπόθεση. Άνοιξε το κλιματιστικό κι έβγαλε το παλτό της. Θα της τηλεφωνούσε αμέσως μόλις η άρτεμη έφευγε. Αν ερχόταν δηλαδή. Η σκέψη αυτή της έφερε εκνευρισμό. Αυτή η κοπέλα είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη. Δυο μέρες τώρα την άκουγε να της μιλάει για τη μητέρα την αδερφή της και τη λίντα. Κάθε φορά γατζωνόταν από μια της λέξη μα όταν άρχιζε να τη ρωτάει σχετικά η κοπέλα άλλαζε θέμα ήέφευγε βιαστικά. Η σάρα βέβαια είχε συστήσει υπομονή αλλά το ήξερε καλά πως δε θα τα κατάφερνε για πολύ να συγκρατεί τον εαυτό της. Το γραφείο άρχισε να ζεσταίνεται. Βολεύτηκε στην πολυθρόνα της κι ετοιμάστηκε να ανοίξει τον υπολογιστή. Έμεναν ακόμη αρκετά που έπρεπε να διαβάσει αλλά το τηλέφωνο την πρόλαβε. Το έπιασε σχεδόν αμέσως. Πίστευε πως μάντευε την ταυτότητα αυτού που την καλούσε. Ήταν η ώρα για την πρωινή ανάκριση της μητέρας της.
-Παρακαλώ, είπε ήρεμα. Η φωνή που άκουσε την ξάφνιασε. Ήταν παραμορφωμένη, σχεδόν αγνώριστη.
-καλημέρα ενριέτα. Πώς είσαι;
-σάρα… καλά είμαι εγώ αλλά στοιχηματίζω πως εσύ δεν είσαι και τόσο.
-Κέρδισες, ξύπνησα σήμερα σε αυτή την κατάσταση που ακούς. Μόλις που ακούγομαι. Μάλλον κρύωσα κάπου χτες το βράδυ. Νιώθω πως γρατζουνάνε το λαιμό μου με κάτι πολύ αιχμηρό. Έβηξε.
-δε φαντάζομαι να έφυγες από το σπίτι σε αυτή την κατάσταση;
-Όχι βέβαια. Σου μιλάω ενώ είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Έφτιαξα κι ένα ζεστό. Δεν πρόκαιται να κουνηθώ από εδώ αν δε νιώσω καλύτερα. Γι’αυτό σου τηλεφώνησα άλωστε. Θα αναγκαστείς να εξετάσεις μόνη σου την άρτεμη σήμερα. Η ενριέτα μόρφασε.
-αυτό δε μου αρέσει καθόλου, όταν είσαι κι εσύ εδώ τα καταφέρνω να την ακούω υπομονετικά. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω να παραμείνω ήρεμη σήμερα. Χάνω χρόνο μαζί της.
-δε χάνεις και μην κάνεις καμιά βλακία γιατί θα φύγει και δε θα ξαναγυρίσει.
-Και;
-Αυτή η κοπέλα κάτι προσπαθεί να σου πει, έχει έναν δικό της τρόπο μην τη διώξεις όμως. Αν φύγει θα το μετανιώσεις έχω βαρεθεί να σου το λέω. Έβηξε πάλι.
-Καλά, μην ταράζεσαι, δε θα τη διώξω. Θα ελέγχξω τα νεύρα μου και θα ξεσπάσω σε σένα μόλις φύγει. Γέλασαν και οι δυο. Ξέρεις έχουμε κι άλλημια εξέλιξη, έπρεπε να το είχα σκεφθεί πιο νωρίς αλλά τι να γίνει. Πάλι καλά που έγινε και τώρα. Της μίλησε για τη Ντανιέλα και τον άνδρα με τον οποίο είχε μιλήσει χθες το βράδυ. Η ψυχολόγος την άκουγε προσεκτικά χωρίς να τη διακόψει. Μόνο όταν εκείνη σταμάτησε πήρε και πάλι το λόγο.
-Πολύ ενδιαφέρον ακούγεται. Θα ήθελα κι εγώ να είμαι μαζί σου όταν θα συναντήσεις αυτή τη Ντανιέλα. Πάντως θα πρέπει να είναι πολύ διαφορετική από την αντωνία, εσύ τιπιστεύεις;
-έχω κι εγώ την ίδια γνώμη με σένα. Πάντως είμαι βέβαιη πως μπορεί να με βοηθήσει πολύ στη συγκεκριμένη υπόθεση. Αυτή θα με οδηγήσει στην υπηρέτρια. Την προγούμενη φορά που είχα προσπαθήσει να την προσεγγίσω με είχε διώξει. Ήταν κατατρομαγγμένη αλλά το έκρυβε πολύ καλά κάτω από ένα μαύρο πέπλο αδιαφορίας. Αυτή τη φορά ωστόσο θα την κάνω να μου αποκαλύψει ένα ένα όλα της τα μυστικά.
Είμαι σίγουρη. Λοιπόν να μιου τηλεφωνήσεις αμέσως μόλις μάθεις κάτι είτε από τημια είτε από την άλλη πλευρά εντάξει;
-Ναι, μείνε ήσυχη. Θα το κάνω, χρειάζομαι τις συμβουλές σου αλλά όχι τη γκρίνια σου. Λοιπόν καλημέρα και περαστικά. Έκλεισε το τηλέφωνο χαμογελώντας. Θα ήθελε κι εκείνη τη Σάρα στη συνάντησή της με τη μικρή αλλά αφού αυτό δε θα μπορούσε να γίνειθα της μετέφερε όλες τις πληροφορίες με ακρίβεια. Αυτή τη φορά άνοιξε τον υπολογιστή και βρήκε το αρχείο το σχετικό με την υπόθεση που την απασχολούσε. Άρχισε να εξετάζει τα έγγραφα. Της τράβηξε την προσοχή η κατάθεση της μητέρας. Αυτή τη γυναίκα στην αρχή την αντιπαθούσε αλλά αργότερα κατάλαβε πως ζούσε κι εκείνη το δικό της δράμα και η αντιπάθια είχε εξανεμισθεί σιγά σιγά. Άνοιξε το φάκελο.
Η ναταλία δούλεψε συγκεντρωμένη για τις επόμενες δυο ώρες. Σταμάτησε μόνο όταν είχε πιστείψει πως ο κωδικός είχε επιτέλους βρεθεί. Οι πληροφορίες για κείνη τη γυναίκα κατέφθαναν συνεχώς κι εκείνη τις διάβαζε και τις ταξινομούσε. Η επιθεωρήτρια διάβαζε βιβλία άκουγε ξένη μουσική έτωγε γλυκά κι έπινε καλό γαλλικό κρασί. Απορούσε κι εκείνη πως είχαν βρει τόσα πολλά γι’αυτήν. Επικεντρώθηκε στη μουσική που άκουγε. Ξένες μπαλάντες και όπερα. Μήπως κάποιο από τα αγαπημένα της συγκροτήματα κρατούσε το κλειδί των αρχείων; Όχι. Παραήταν προφανές κι αυτό. Μήπως κάποια όπερα; Ποιες άκουγε η ενριέτα; Το μεσία του χέντελ και τη λαρεντουτ. Άρχισε να ψάχνει τα λιμπρέτα στο ιντερνετ. Σύντομα κατάλαβε πως επρόκειτο για δυο εντελώς διαφορετικές όπερες. Η μια με θρησκευτικό περιεχόμενο κι άλλη ένα υπέροχο παραμύθι. Ποια να προτιμούσε; Το σκέφτηκε, δεν την είχε δει ποτέ αλλά ένιωθε πως ο Χέντελ ασκούσε πάνω της μια παράξενη επίδραση. Θα δοκίμαζε πρώτα με το μεσία, τι είχε να χάσει;
Πήρε μια βαθιά ανάσα και πληκτρολόγησε τον τίτλο της όπερας. Ύστερα περίμενε. Κι αν ο κωδικός ήταν αυτός αλλά υπήρχε κι άλλο τείχος προστασίας;

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: