Archive for Μαρτίου 2010

Η πρώτη υπόθεση

Μαρτίου 21, 2010

Κεφάλαιο εικοστό πέμπτο
Η άρτεμη τέλειωσε το ντύσιμό της γύρω στις εννιά και βγήκε από το σπίτι χωρίς να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Δεν είχε κοιμηθεί καθόλου καλά το περασμένο βράδυ. Τα όνειρά της ήταν ταραγμένα και ανήσυχα. Ο ανδρέας κι ο άρης έπαιζαν μπιλιάρδο σε μια παράξενη καφετέρια γεμάτη τετράγωνα μακριά τραπέζια. Ήταν και η ίδια εκεί αλλά σέρβιρε ποτά και καφέδες και κανείς από τους δυο τους δεν της έδινε την παραμικρή σημασία. Στην αρχή είχε προσπαθήσει να τους μιλήσει αλλά εκείνοι την αγνοούσαν επειδικτικά συνεχίζοντας το παιχνίδι τους.
Έξω στο δρόμο τίναξε το κεφάλι της προσπαθώντας να διώξει τη σκέψη αυτή κι άρχισε να περπατάει κάπως πιο γρήγορα από ότι συνήθιζε. Ξαφνικά βιαζόταννα συναντήσει την επιθεωρήτρια. Έπρεπε να ξεμπερδέψει μια και καλή με τα μισόλογα και τα αινίγματα. Σίγουρα η ψυχολόγος θα έκανε το έργο της πιο εύκολο και θα τη βοηθούσε να τα βγάλει όλα από μέσα της. Έστριψε σε μια γωνία κι άρχισε να χαζεύει τις βιτρίνες των μαγαζιών που άνοιγαν. Αν ήταν στο χέρι της θα πήγαινε πετώντας ως το γραφείο αλλά καταλάβαινε πως δεν έπρεπε να τρέχει τόσο γρήγορα. Φοβόταν και τη σκιά της και κάτι μέσα της της φώναζε πως ίσως κάποιος να την παρακολουθούσε. Να έφταιγαν άραγε οι ταινίες που έβλεπε; Ήταν πιθανό. Ένα μαύρο μακρύ φόρεμα τράβηξε την προσοχή της. Ήταν φτιαγμένο από ένα λεπτό γυαλιστερό ύφασμα και όσο το κοιτούσε τόσο πιο πολύ της άρεσε. Έτσι χωρίς να το καλοκαταλάβει βρέθηκε μέσα στο μαγαζί. Είχε πολύ χρόνο ακόμη ως το ραντεβού της με την επιθεωρήτρια.
Έστριψε στη γωνία και είδε την άρτεμη μπροστά από τη βιτρίνα ενός μαγαζιού με γυναικεία ρούχα. Πλησίασε με προφύλαξη και την παρατήρησε με προσοχή. Δεν είχε αλάξει σχεδόν καθόλου. Έδειχνε κάπως ανήσυχη αλλά αυτό δεν ήταν ασυνήθιστο για κείνη. Από τότε που ήταν παιδί ανησυχούσε υπερβολικά για τα πάντα. Έκανε ένα βήμα πίσω και αναστέναξε. Είχε προσπαθήσει να πιστέψει πως η άρτεμη δεν ήταν καθόλου όμορφη αλλά δεν τα είχε καταφέρει. Αυτό σκεφτόταν σε όλη τη διάρκεια της πτήσης, αναρωτιόταν πως θα ήταν οι αναλογίες του κορμιού της, τα μάτια της, το χρώμα των μαλλιών της. Αναρωτιόταν αν εκείνη τα έβαφε. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στο σχέδιό της, δεν υπήρχε χρόνος για τέτοιες σκέψεις. Ετοιμαζόταν να πλησιάσει την κοπέλα όταν εκείνη μπήκε στο κατάστημα. Να που τελικά της άρεσε εκείνο το φόρεμα, ποιος να το φανταζόταν, η μικρή άρτεμη ψώνιζε ρούχα στις εννιά το πρωί. Γέλασε πνιχτά κι έφερε τα χέρια στο λαιμό. Πίεσε τη βάση του κι έτσι το γέλιο σταμάτησε, μόνο έτσι τα κατάφερνε να ηρεμεί κάποιες φορές κι αυτό δεν ήταν καθόλου καλό και το ήξερε. Πού ήταν ο αυτοέλεγχος που διέθετε άλλοτε; Δε θα μπορούσε να πετύχει τίποτα χωρίς αυτόν. Άρπαξε το κασκολ που κρεμόταν στο μπουφαν και το φόρεσε τυλήγοντάς το σφιχτά. Αυτό θα έκανε τη δουλειά του. Ύστερα άρχισε να προχωράει αργά προς το κατάστημα.
-σας πάει πολύ! Η νεαρή πωλήτρια έφρερε μια σβούρα γύρω της θαυμάζοντάς τις πτυχές του ρούχου. Το σώμα σας είναι καλοσχηματισμένο και το ρούχο αναδεικνύεται κι αυτό μαζί του. Ξέρετε ράφτηκε στο παρίσι… Η άρτεμη δεν της έδινε καμιά προσοχή. Της άρεσε το ρούχο, θα το αγόραζε αλλά αυτό ήταν όλο. Δεν την ενδιέφεραν τα υπόλοιπα. Περίμενε λίγα δευτερόλεπτα κι ύστερα διέκοψε την πωλήτρια χαμογελώντας πλατιά.
-Πόσο κοστίζει; Θα το αγοράσω. Θα μπορούσα να πληρώσω με πιστωτική κάρτα; Η άλλη κοπέλα που ετοιμαζόταν να θυμώσει για τον τρόπο που τη διέκοψαν χαμογέλασε ξαφνικά, τα είχε καταφέρει. Ίσως να βοήθησε και το παραμύθι για το Παρίσι και το γνωστό σχεδιαστή.
-φυσικά, κανένα πρόβλημα είπε μελιστάλαχτα κι άρχισε να κατευθύνεται προς το ταμείο. Η άρτεμη κούνησε καταφατικά το κεφάλι και μπήκε ξανά στο δοκιμαστήριο για να φορέσει τα ρούχα της. Δε χρειαζόταν να τη δουν με το καινούριο της φόρεμα όλοι. Δεν ήθελε η πρώτη φορά που θα το φορούσε να ήταν αυτή.
Στάθηκε ακριβώς έξω από το μαγαζί και διάβασε το όνομά του, «κλωστή από μετάξι». Δεν ήταν κι άσχημο, θα άρεσε στην άρτεμη. Κοίταξε στο εσωτερικό προσέχοντας να μη φαίνεται, η κοπέλα πλήρωνε με πιστωτική. Και πάλι το κακό εκείνο γέλιο απείλησε να κάνει την εμφάνισή του αλλά το έπνιξε βήχοντας, έπρεπε να το αντιμετοπίσει κάποτε, αλλιώς θα είχε πολλά προβληματα. Έστρεψε την προσοχή της στην περούκα που φορούσε. Ήταν πολύ ακριβή και πλούσια. Χρυσοκόκκινες μπούκλες πλαισίωναν το πρόσωπό και τους ώμους της. Από τότε που ήταν παιδί ονειρευόταν αυτό το χτένισμα. Τα δικά της μαλλιά δεν ήταν ετσι, το χρώμα τους δεν ήταν τόσο αστραφτερό και η υφή τους απείχε πολύ από αυτήν της περούκας. Τακτοποίησε μια μπούκλα που ξέφευγε κι ύστερα έκανε λίγα βήματα για να απομακρυνθεί από την έξοδο. Μόλις που προλάβαινε. Άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε ένα αντικείμενο στο σχήμα και το μέγεθος ενός στυλό. Μόνο που αυτό ήταν ένα γυάλινο φιαλίδιο που περιείχε κάποιο ακριβό άρωμα. Το ξεβίδωσε κι άρχισε να ψεκάζει το λαιμό και το κασκολ της. Αυτή η μυρωδιά θα την τρέλαινε, θα την αναγνώριζε αναμφίβολα ανάμεσα σε χίλιες, αλλά ταυτοχρόνως δε θα μπορούσε να είναι κι απόλυτα σίγουρη. Ύστερα έπλεξε τα δάκτυλα των χεριών και περίμενε.
Η άρτεμη πήρε τη σακούλα με το φόρεμα και αφού χαιρέτισε την πωλήτρια βγήκε από το μαγαζί. Άρχισε να περπατάει βιαστικά, ήταν χαρούμενη. Το άρωμα τη χτύπησε στα ρουθούνια σχεδόν αμέσως αλλά στην αρχή δεν του έδωσε καμιά σημασία. Χρειάστηκε να περάσουν κάμποσα δευτερόλεπτα πριν ακινητοποιηθεί στη θέση της προσπαθώντας να το αναγνωρίσει. Σκόρπιες εικόνες άρχισαν να κατακλίζουν τη μνήμη της αλλά καμιά δεν ήταν τόσο ξεκάθαρη και ισχυρή ώστε να την πληροφορήσουν για την ιδιοκτήτρια του αρώματος. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί καλύτερα στη μυρωδιά, καραμέλα, βούτυρο κι ένα παράξενο ανατολίτικο μπαχαρικό που είχε ξεχάσει για άλλη μια φορά το όνομά του.Ήταν βέβαιη πως κάποτε το θυμόταν πολύ καλά.
Η άλλη γυναίκα συνέχιζε να την παρακολουιεί χαμογελώντας. Μόνο όταν είδε την έκφραση του προσώπου της να αλάζει κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα. Έβγαλε αστραπιαία ένα μικρό χρυσό κινητό τηλέφωνο από την εσωτερική τσέπη του μπουφάν της και πληκτρολόγησε ένα νούμερο.
-όλα εντάξει εκει; Ρώτησε χαμηλόφωνα. Ξεκινάμε σε λίγα λεπτά. Άκουσε για μια στιγμή κι ύστερα έκλεισε τη συσκευή και την έβαλε και πάλι στην τσέπη της.
Πλησίασε την άρτεμη που εξακολουθούσε να στέκεται άφωνη λίγο πιο μακριά και όταν έφτασε κοντά της είπε με την πιο γλυκιά φωνή της.
-Γεια σου άρτεμη. Είσαι καλά; Δεν ήξερα πως σου άρεσαν τα πρωινά ψώνια! Η κοπέλα την κοίταξε με δυο τεράστια μάτια.
-ωραίο φόρεμα, συνέχισε να μιλάει παίρνοντας τη σακούλα από το χέρι της άλλης. Τα δάκτυλα της είχαν ανοίξει παρά τη θέλησή της.
-Κάποτε είχα αγοράσει κι εγώ ένα παρόμοιο, μόνο που εκείνο είχε κι ένα σωρό στολίδια.
-ποια είσαι; Επιτέλους η άρτεμη κατόρθωσε να μιλήσει αν και η φωνή της έτρεμε ελαφρά.
-δεν ξέρεις; Δεν το πιστεύω. Σε ξεγελούν τα μαλλιά μου; Έφερε το χέρι της ως την περούκα κι έκανε να την τραβήξει αλλά ένα απελπισμένο επιφώνημα της άλλης την έκανενα σταματήσει.
-το άρωμά σου, μουρμούρισε η άρτεμη, αυτό το άρωμα…
-το αναγνώρισες;
-ναι.
-δε σκέφτηκες πως θα μπορούσε να είναι κάποια σύμπτωση;
-το σκέφθηκα, για α είμαι ειλικρινής θα το ήθελα.
-γιατί; Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Η άρτεμη έκανε κι εκείνη έβα βήμα προς τα πίσω αλλά δεν υπολόγισε κα΄λά την απόσταση κι έτσι το πίσω μέρος του σώματός της προσέκρουσε πάνω στην πόρτα ενός παρκαρισμένου αυτοκινήτου. Η άλλη γυναίκα την έφτασε γρήγορα και την αγκάλιασε σφικτά.
-Δε χαίρεσαι που με βλέπεις; Η ανάσα της μύριζε μέντα και πορτοκάλι.
Ναι, χαίρομαι. Η άρτεμη θέλησε να τραβηχτεί αλλά η άλλη γυναίκα δεν την άφησε. Αντίθετα την έσφιξε πιο δυνατά με το ένα χέρι ενώ με το άλλο άρχισε να ψάχνει μέσα στην τσάντα της.
-ελπίζω να μη σε καθυστερώ από κάτι είπε ενώ συνέχιζε το ψάξιμο.
-η αλήθεια είναι πως έχω κάποιο ραντεβού. Η Άρτεμη προσπάθησε να ανακτήσει ένα μέρος της ψυχραιμίας της.
-δε γίνεται να καθυστερήσεις λίγο; Επιτέλους σταμάτησε το ψάξιμο. Τώρα κρατούσε ένα μάτσο κλειδιά.
-έχουμε τόσα να πούμε, δε νομίζεις;; Χωρίς να χάσει καιρό ξεκλείδωσε την πόρτα του αυτοκινήτου και σηκώνοντας την εμβρόντητη άρτεμη την κάθισε στη θέση του συνοδηγού. Ύστερα έκανε το γύρο του αυτοκινήτου και κάθισε κι εκείνη στη θέση της δίπλα στην άρτεμη.

Advertisements

L και moln

Μαρτίου 21, 2010

αυτό είναι το πρώτο μισό μιας ιστορίας. γράφτηκε εντελώς απρογραμμάτιστα για να γεμίσουν κάποιες ώρες. ελπίζω αύριο να αναρτήσω το δεύτερο και τελευταίο μέρος, αν καταφέρω να το ολοκληρώσω δηλαδή γιατί δε γράφω συχνά τέτοιες ιστορίες.
ΗL είχε συνηθίσει να ζει μόνη. ΟΙ γονείς της είχαν αγοράσει γι’αυτή ένα όμορφο σπίτι στο κέντρο της πόλης τη χρονιά που αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο. είχε σπουδάσει αγγλική και γαλλική λογοτεχνία κι ετοιμαζόταν να δώσει τις απαραίτητες εξετάσεις για να μπει στο μεταπτυχιακό του τμήματος που ειδικευόταν στο ρεύμα του ρωμαντισμού. Της άρεσε εκείνη η εποχή, προσφερόταν για ιστορίες γεμάτες εξάρσεις αγάπης και πρόωρους θανάτους. Η ίδια διάβαζε πολύ από τότε που ήταν παιδί αλλά δεν είχε γράψει ποτε ούτε μια σειρά. το φοβόταν το γράψιμο, την τρόμαζε ίσως γιατί δεν ήθελε να βγάλει στο φως τις πιο κρυφές της σκέψεις. της άρεσε ωστόσο να μαντεύει τις σκέψεις των άλλων και να βγάζει πλήθος συμπεράσματα για κάθε συγγραφέα που διάβαζε. Οι γονείς της σαν εκπαιδευτικοί που ήταν την ενθάρρυναν να διαβάζει και να ζει με έναν τρόπο απλό αλλά μάλλον εσωστρεφή. έτσι μελετούσε πολύ κι έβγαινε λίγο. νοίκιαζε συχνά dvd με ρωμαντικές ιστορίες ή πήγαινε cinema καμιά φορά. συνήθως ήταν μόνη τις φορές αυτές. ΟΙ άλλοι φοιτητές την έβρισκαν κάπως κλειστή και παράξενη αλλά θαύμαζαν κι εκτιμούσαν τις γνώσεις και τις επιδόσεις της στα μαθήματα. Κάποιοι είχαν προσπαθήσει να την προσεγγίσουν αλλά η l απέρριπτε ευγενικά τις προτάσεις τους. Οι περισσότεροι έπαιρναν το μήνυμα μετά τη δεύτερη ή την τρίτη αποτυχημένη προσπάθια και την άφηναν και πάλι μόνη στρέφοντας αλλού το ενδιαφέρον τους. σε κείνη την ηλικία οι παρέες αλάζουν πολύ γρήγορα. υπήρχε ωστόσο κι ένας φοιτητής λίγο μεγαλύτερος από την l που την παρακολουθούσε στενά αλλά πολύ πιο διακριτικά από τους υπόλοιπους. Ονομαζόταν Moln και έκανε το μεταπτυχιακό του στην αγγλική λογοτεχνία εκεί. ήταν λεπτός και ξανθός και φορούσε πάντα γυαλιά. μιλούσε ήρεμα, σχεδόν ψιθυριστά και όποτε κι αν τον έβλεπε κανείς κρατούσε σημειώσεις. έγραφε πάντα, όχι μόνο κατά τη διάρκεια των μαθημάτων αλλά στο φαγητό ή στα κενά, ακόμη κι όταν ετοιμαζόταν να φύγει από το πανεπιστήμιο. αυτός ήταν κι ο λόγος που τον είχε προσέξει η L. Της φαινόταν παράξενος επειδή έκανε με τόσο πάθος αυτό που τη φόβιζε τόσο. Λίγους μήνες μετά την πρωτη φορά που τον είδε είχε σκεφθεί να του μιλήσει κι αυτό ήταν ακόμη πιο ασυνήθιστο για κείνη. Τον είχε πλησιάσει αλλά εκείνος δεν έδειξε να την αντιλαμβάνεται. είχε μείνει για λίγο εκεί σχεδόν μπροστά του αλλά ύστερα απομακρύνθηκε. το ίδιο βράδυ στο σπίτι της έφερνε στο νου της τα γεγονότα της μέρας ενώ μαγείρευε κάτι εύκολο και γρήγορο. Δεν της άρεσε η επειδικτική του αδιαφορία, δηλαδή ίσως και να μην ήταν επιδεικτική, δεν ήταν βέβαιη γι’αυτό. Η L ¨ηταν όμορφη κοπέλα, ψηλή με σγουρά μαύρα μαλλιά πλεγμένα σε δαχτυλίδια και μάτια που άστραφταν πολύ συχνά. επιπλέον το χαμόγελό της ήταν γλυκό και ζεστό και τα χείλη της ήταν κόκκινα και καλοσχηματισμένα. Ίσως γι’αυτό οι φοιτητές του τμήματός της την προσκαλούσαν τόσο συχνά για φαγητό και για χορό. μια φορά το είχε δοκιμάσει κι αυτό αλλά δεν της άρεσε. είχε καθίσει κοντά σε ένα αγόρι λίγο μεγαλύτερό της που την κοίταζε παράξενα με μάτια κατακόκκινα. Λίγο πριν φύγουν της είχε γράψει το κινητό του και την είχε προσκαλέσει να τον ακολουθήσει στο σπίτι του αλλά εκείνη δεν το είχε δεχθεί. Την ενοχλούσε αυτός ο άνδρας, δεν βγήκε ξανά την παρέα αυτή.
Κάποιες φορές ένιωθε μόνη ειδικά τα βράδια κι ένα παράξενο βάρός πίεζε το στήθος της. ωστόσο ηθελημένα το απέδιδε στην ακούραση και στο στρες για τις εξετάσεις που πλησίαζαν. οΙ γονείς της που ζούσαν σε μια πόλη λίγο πιο μακριά, της τηλεφωνούσαν κάμποσες φορέςμέσα στη μέρα γιανα βεβαιωθούν πως ήταν καλά και πως δε χρειαζόταν κάτι. επίσης της υπενθύμιζαν διακριτικά πάντα τη μελέτη της. Εκείνη το δεχόταν και τους διαβεβαίωνε πως όλα θα πήγαιναν καλά. αμέσως μόλις έκλεινε το τηλέφωνο άρχιζε και πάλι τη μελέτη πιο εντατικά από πριν. Έπρεπε οπωσδήποτε να περάσει τις εξετάσεις, την είχαν κάνει να το πιστέψει. Ωστόσο είχε τελειώσει στην ώρα της το πανεπιστήμιο αλλά κανείς δεν είχε μπει στον κόπο να της πει πως για όλα υπήρχε πάντα μια δεύτερη και μια τρίτη ευκαιρία. κι αυτό ήταν λάθος, μεγάλο λάθος.
Οι μέρες περνούσαν κι η L διάβαζε όλο και περισσότερο. Οι έξοδοί της είχαν περιορισθεί αποκλειστικά ως το σουπερμαρκετ το φαρμακειο ή το πιο κοντινό μαγαζί που πρόσφερε γρήγορο φαγητό. μελετούσε όλη τη μέρα και μόνο όταν κουραζόταν τόσο ώστε να διαμαρτύρεται το κεφάλι της έκλεινε το βιβλίο κι έβαζε να δει κάποιο από τα αγαπημένα της dvd.Οι ιστορίες των πρωταγωνιστών τη βοηθούσαν να διώχνει το άγχος και να απομακρύνει την κούραση. Όταν τέλειωνε η ταινία πήγαινε για ύπνο κι έκανε σχέδια για ζωή εντελώς διαφορετικήαπό αυτή που ζούσε. Κι όταν ο ύπνος την έπαιρνε πριν προλάβει να ολοκληρώσει την εικόνα τη δουλειά αυτή την αναλάμβαναν τα όνειρά της. Ποτέ δεν μιλούσε σε κανέναν για αυτές τις στιγμές.
Την πρώτη φορά που ονειρεύτηκε το moln δεν έμενε παρά μια εβδομάδα ως τις εξετάσεις. Το όνειρο ήταν παράξενο, θαμπό και μπερδεμένο μα το μόνο καθαρό σημείο σ’αυτό ήταν η εικόνα του. Έγραφε όπως πάντα αλλά αυτή τη φορά
Δε βρισκόταν στο πανεπιστήμιο. Το μέρος ήταν πολύ όμορφο αλλά η Lήταν σίγουρη πως δεν το είχε ξαναδεί. Παντού υπήρχαν δένδρα φορτωμένα με κάθε λογής καρπούς και ένα ρυάκι έτρεχε κάπου εκεί κοντά. Είχε προσπαθήσει να τον πλησιάσει για να του μιλήσει αλλά εκείνος κάθε φορά που έφτανε κοντά του απομακρυνόταν λίγα βήματα. Η l άρχισε να τρέχει για να καλύψει την απόσταση πιο γρήγορα αλλά πάντα ο moln προλάβαινε να απομακρυνθεί την τελεταία στιγμή. Κάποτε βρέθηκε πεσμένη στο έδαφοςχωρίς να έχει τη δύναμη να σηκωθεί για να αρχίσει και πάλι το τρέξιμο. Τότε ήταν που ο μολν την πλησίασε και κάθισε δίπλα της.
Κι εκεί ακριβώς ξύπνησε. Έπιασε το μικρό ξυπνητήρι και αφού το σταμάτησε το πέταξε με δύναμη στον απέναντι τοίχο. Μα η κίνηση αυτή την επανέφερε στην πραγματικότητα. Ανασηκώθηκε έντρομη και πέταξε από πάνω της τα λεπτά σκεπάσματα. Δεν ήταν βίαιη και ποτέ δεν είχε αντιδράσει έτσι στο παρελθόν. Πήγε τρέχοντας ως την άλλη άκρη του δωματίου και μάζεψε το ξυπνητήρι που είχε ραγίσει από την πτώση. Έμεινε να το κοιτάει για λίγο αλλά τελικά σηκώθηκε και πήγε να καθίσει απρόθυμα στο γραφείο της. Εκείνη τη μέρα δυσκολεύτηκε πολύ να συγκεντρωθεί στο διάβασμα της Έμιλι Μπροντέ κι αυτό ήταν παράξενο αφού λάτρευε το γράψιμό της. Σκεφτόταν διαρκώς το όνειρο και την κατοπινή της αντίδραση. Ήταν σίγουρη πως κάτι σήμαινε αυτό που είχε ονειρευτεί, πάντα πίστευε στα σημάδια των ονείρων. Η μητέρα της έλεγε πως αυτά ήταν ανόητα πράγματα και κάποτε που θέλησε να αγοράσει έναν ονειροκρίτη είχε γελάσει περιφρονητικά. Αλλά τώρα η μητέρα της δεν ήτανεκεί.
Ο μολν ξύπνησε πολύ νωρίτερα από το συνηθισμένο τη μέρα εκείνη. Κοίταξε το ρολόι που ήταν στο κομοδίνο δίπλα του και σηκώθηκε. Είχε φτάσει η μέρα που η L θα έδινε τις εξετάσεις για το μεταπτυχιακό. Τις τελευταίες μέρες δεν την είχε δει καθόλου στη σχολήκαι στην αρχή είχε ανησυχήσει γι’αυτό.Μετά όμως θυμήθηκε πως η L δεν είχε μαθήματα εκείνες τις μέρες κι αυτό τον καθησύχασε κάπως. Επιπλέον την ήξερε αρκετά καλά για να καταλαβαίνει πως όσο πλησίαζε η μέρα των εξετάσεων τόσο το άγχος θα την κυρίευε. Ήταν σαν να την έβλεπε εκεί κοντά του χαμένη μέσα σε τεράστιους χονδρούς δερματόδετους τόμους και σε στίβες σημειώσεων. Τις λάτρευε τις σημειώσεις η L αν και η ίδια σπάνια κρατούσε τετοιες όταν τελείωνε το μάθημα έσπευδε στο βιβλιοπωλείο που συνεργαζόταν με τη σχολή για να αγοράσει τις καλύτερες. Αυτή η σκέψη τον έκανε να χαμογελάσει ξαφνικά. Την περίμενε κι εκείνος πολύ καιρό αυτή τη μέρα αλλά για λόγους πολύ διαφορετικούς από ο,τι η l. Δεν υποψιαζόταν καθόλου αυτό που την περίμενε. Πέταξε τα ρούχα του και μπήκε στο μπάνιο αρχίζοντας να σιγοτραγουδάει ένα παλιό ξεχασμένο ιταλικό τραγούδι. Αυτό σίγουρα θα της άρεσε. Έκανε ντους και ξυρίστηκε με μεγάλη προσοχή. Την προηγούμενη φορά είχε κάνει μια αρκετά μεγάλη χαρακιά στο δεξί του μάγουλο που ευτυχώς είχε αρχίσει να εξαφανίζεται. Τέλειωσε το ξύρισμα κι άλειψε το δέρμα με μια αρωματική λοσιον. Να της άρεσε άραγε; Δε θυμόταν ποτέ να είχε μυρίσει κάποιο άρωμα πάνω της. Μόνο τα μαλλιά της ανέδιδαν μια γλυκιά μυρωδιά που του θύμιζε αγριοκέρασο και παγωτό. Ντύθηκε και χτένισε προς τα πίσω τα όμορφα ξανθά του τσουλούφια. Κι έπειτα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη μήπως έβρισκε κανένα ψεγάδι. Έπρεπε να είναι τέλειος, έτσι δεν ήταν και οι σαγηνευτικοί κι ερωτεύσιμοι πρωταγωνιστές της Τζέιν Όστιν; Ειδικά εκείνος ο έντουαρτ, έμοιαζε θεσπαίσιος, σχεδόν ψεύτικος. Αλλά μάλλον θα τη γοήτευε την L αν έκρινε από κείνη την εργασία που είχε παρουσιασει τον προηγούμενο χρόνο. Ο καθηγητής τους ένας στριφνός άνθρωπος με υπερβολικές απαιτήσεις την είχε βρει εξαιρετική και της είχε ζητήσει την άδια να τη δημοσιεύσει. Έτσι σήμερα η εργασία ήταν αναρτημένη στην προσωπική του ιστοσελίδα. Λίγο μετά τη μέρα που έγινε η ανάρτηση ο moln είχε πάει σε ένα ιντερνετ καφε και την είχε διαβάσει από την αρχή ως το τέλος με μεγάλη προσήλωση. Ήταν πράγματι εξαιρετική. Η L διέθετε γνήσιο συγγραφικό ταλέντο ακόμη κι αν το αμφισβητούσε τόσο έντονα, ακόμη κι αν όπως ισχυριζόταν απεχθανόταν το γράψιμο. Καθώς έφευγε από την καφετέρια συνειδητοποίησε πως θα χρειαζόταν να δώσει άλλη μια μάχη μαζίτης για να την κανει να το καταλάβει. Ίσως να του έπαιρνε χρόνο ή χρόνια αλλά στο τέλος θα νικούσε, θα την έπειθε.
Η L ξύπνησε πολύ πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Το απενεργοποίησε και σηκώθηκε βιαστικά από το κρεβάτι. Το δωμάτιο έμοιαζε πολύ μικρό. Άνοιξε το παράθυρο κι άρχισε να ρουφάει το φρέσκο δροσερό πρωινό αέρα. Η μέρα εκείνη ήταν συννεφιασμένη, σε λίγο θα άρχιζε να βρέχει. Χάρηκε, της άρεσε η βροχή, τη βοηθούσε να σκέφτεται. Γύρισε στο κρεβάτι και πήρε το κινητό της που ήταν ακουμπισμένο εκεί κοντά. Το άνοιξε και διαπίστωσε πως είχε ένα νέο μήνυμα. Αυτό την ξάφνιασε, δε δεχόταν συχνά sms αφού δεν είχε πολλούς φίλους. Το άνοιξε και η έξαψη διαλύθηκε. Ήταν οι κλήσεις της μητέρας της. Της είχε τηλεφωνήσει τρεις φορές την περασμένη μισή ώρα. Αυτό της χάλασε την ήδη εύθραυστη διάθεση της. Ετοιμάστηκε να την καλέσει για να της πει πως όλα ήταν καλά αλλά την τελευταία στιγμή το μετάνιωσε. Αποφάσισε να της στείλει ένα μήνυμα, δεν ήθελε να της μιλήσει εκείνη τη στιγμή, ίσως αργότερα, μετά τις εξετάσεις. Έτσι την καλημέρισε και την ενημέρωσε πως θα έκλεινε το κινητό της.Ύστερα από αυτό ένιωσε ανακουφισμένη και σηκώθηκε για να ρίξει άλλη μια ματιά έξω από το παράθυρό της. Το πρώτο πράγμα που είδε ήταν πως λίγες σταγόνες είχαν αρχίσει να πέφτουν δειλά δειλά κι αυτό της άρεσε. Το δεύτερο πράγμα ωστόσο τη βρήκε εντελώς απροετοίμαστη. Ένα ασημί σπορ αμάξι βρισκόταν σταματημένο κοντά στο σπίτι της. Το παρατήρησε για λίγο αλλά τελικά κατάλαβε πως δεν της θύμιζε τίποτα. Έκλεισε το παράθυρο και άρχισε να ντύνεται γρήγορα. Φόρεσε ένα μαύρο τζιν κι ένα λευκό ζεστό πουλωβερ. Μετά βούρτσισε τα δόντια της και χτένισε τα μαλλιά της. Ήταν μπλεγμένα αλλά τόσο ατίθασα που την έκαναν να παραιτηθεί από την προσπάθια. Άρπαξε μια μεταλική στέκα διακοσμημένη με λουλούδια από χάντρες και τη φόρεσε. Κοιτάχτηκε για μια τελευταία φορά κι ύστερα μπήκε ξανά στο δωμάτιο κι άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της. Έριξε στο τσαντάκι το κινητό δυο στυλο και κάμποσα ακόμη μικροαντικείμενα κι ύστερα βγήκεαπό το σπίτι.