Archive for Ιουνίου 2010

L και Moln

Ιουνίου 29, 2010

Δυο ώρες αργότερα ο Moln ήταν ακόμη μέσα στο αυτοκίνητο κι έγραφε. Γι’αυτόν ο χρόνος είχε σταματήσει, ή καλύτερα είχε συμπικνωθεί, κολλώντας σε μια και μόνο στιγμή. Το μυαλό του είχε χωρισθεί σε δυο κομμάτια, φαινομενικά τουλάχιστον. Από αυτά το ένα ήταν αφιερωμένο στην l ¨η καλύτερα στη Lavinia. Έπρεπε να το συνηθίσει αυτό το όνομα, ήταν δικό της. Αναρωτιόταν πώς να είχε γράψει κι αν κόντευε να τελειώσει, όχι πως βιαζόταν δηλαδή αφού είχε πολλή δουλειά να κάνει. Ήθελε ωστόσο να τη δει να χαμογελάει, κάτι μέσα του του έλεγε πως όλα είχαν πάει καλά.
Το άλλο μισό του μυαλού του ήταν συγκεντρωμένο σε αυτό που έγραφε. Εδώ κι ένα χρόνο περίπου δούλευε ένα μυθιστόρημα. Είχε γράψει αρκετά αλλά αυτό ήταν εντελώς διαφορετικό από τα προηγούμενα. Για πρώτη φορά εδώ έκαναν την εμφάνισή τους κάποια βιωματικά στοιχεία καλά συγκαλυμμένα ωστόσο. Όπως ήταν αναμενόμενο η L είχε τη θέση της σ’αυτό. Η ιστορία ήταν απλή, κι αν κάποιος τη γνώριζε σίγουρα θα κατέτασσε το βιβλίο στην κατηγορία των ερωτικών.
Ωστόσο κανείς δεν ήξερε τίποτα γι’αυτό ούτε καν τον τίτλο αφού ο συγγραφέας του αρνιόταν επίμονα να απαντήσει στις ερωτήσεις της οικογένειας και των φίλων του. Όταν όλοι αυτοί γίνονταν πολύ πιεστικοί απλώς κουνούσε αινιγματικά το κεφάλι μισοχαμογελώντας.
Θα τα αποκάλυπτε όλα σε ένα και μόνο πρόσωπο.
Έγραφε έγραφε και μόνο περιστασιακά σταματούσε για να ρίξει μια ματιά στο ρολόι. Ήταν καταπληκτική η ταχύτητα του χρόνου όταν έγραφε. Ωστόσο εκείνο το πρωινό το πέπλο που τον κρατούσε προστατευμένο από τον υπόλοιπο κόσμο δεν έμοιαζε και τόσο αδιαπέραστο. Ίσως επειδή που και που το ανασήκωνε ο ίδιος κρυφά για να ρίξει μια ματιά τριγύρω.
Η l άφησε κάτω το στυλό της κι έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή. Ζαλιζόταν κι ένιωθε το στομάχι της να ανακατεύεται αλλά δεν του έδινε καμία σημασία. Το μόνο που την ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή ήταν να βγει από την αίθουσα. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ποτέ πόσο στενή ήταν. Αναστέναξε και πήρε μια βαθιά ανάσα ανοίγοντας και πάλι τα μάτια της. Έπρεπε να υπερνικήσει την παρόρμηση της να φύγει χωρίς να ελέγξει το γραπτό της μια τελευταία φορά.
Άρχισε λοιπόν να διαβάζει όσα είχε γράψει προσπαθώντας να σκεφθεί αν της είχε ξεφύγει κάτι. Η αλήθεια ήταν πως δεν της άρεσαν και πολύ τα θεατρικά νατουραλιστικά έργα. Είχε διαβάσει βεβαια όλα όσα ήταν στην ύλη άλλα όσο κι αν πάσχιζε δεν κατόρθωνε να συμπαθήσει τους παράξενους εκείνους χαρακτήρες που γίνονταν έρμαια των παρορμήσεων και των πρωτόγονων ενστίκτων τους. Ήταν ξένοι γι’αυτή. Ξαφνικά χαμογέλασε φέρνοντας στο νου της μια πιθανή αντίδραση του moln αν του μιλούσε για εκείνες τις σκέψεις. Να ήταν άραγε ακόμη έξω περιμένοντάς την;
Γύρισε σελίδα και συνέχισε το διάβασμα με την ίδια προσοχή. Πίστευε πως τα είχε γράψει όλα.
Τελικά σηκώθηκε και μάζεψε τα χαρτιά. Μόνο όταν τα παρέδωσε σε μια επιτηρήτρια κι ετοιμάστηκε να φύγει κατάλαβε πως είχε μείνει σχεδόν μόνη στην αίθουσα. Ανασήκωσε τους ώμους της και βγήκε με γρήγορα βήματα. Αυτό δεν ήταν ασυνήθιστο. Συνήθως εξαντλούσε όλο το χρόνο που είχε στη διάθεσή της.
Βγήκε από το κτίριο θέλοντας να αρχίσει να τρέχει αλλά κάτι μέσα της τη συγκράτησε. Μια κοπέλα πέρασε από δίπλα της και τη χαιρέτισε με ένα γνέψιμο. Τη θυμόταν. Ήταν τρια χρόνια μεγαλύτερή της, σπούδαζε στο ίδιο πανεπιστήμιο με την l. Στάθηκε για να της μιλήσει αλλά εκείνη την προσπέρασε, δε φαινόταν βιαστική αλλά χαμένη στις σκέψεις της. Όταν την παρατήρησε καλύτερα της φάνηκε κάπως θλιμμένη κι αυτό δεν της άρεσε. Η κοπέλα εκείνη ήταν πάντα χαμογελαστή αισιόδοξη κι ευδιάθετη. Σϊγουρα κάτι δεν πήγε καλά για εκείνη.
Έσφιξε το τσαντάκι της κι άρχισε πάλι να περπατάει. Ο moln ¨ηταν εκεί και την περίμενε, όπως ακριβώς το είχε υποσχεθεί. Κι αυτό την έκανε να χαρεί πολύ, πιο πολύ από όσο περίμενε. Έφτασε στο αυτοκίνητο κι εκείνος βγήκε γρήγορα για να της ανοίξει την πόρτα.
-λοιπόν; Πώς πήγε; Της πήρε το τσαντάκι και τη βοήθησε να καθίσει
-Μη μου πεις πως όλες αυτές τις ώρες ήσουν εδώ μέσα κι έγραφες; Τα μάτια της καρφώθηκαν στα χαρτιά που ήταν σκορπισμένα παντού.
-ναι, βέβαια, εντάξει δεν ήταν και το πιο βολικό πράγμα στον κόσμο αλλά τα κατάφερα μια χαρά. Κάθισε δίπλα της κι άρχισε να μαζεύει τις σελίδες μια μια αλλά η L άρπαξε μια κι ετοιμάστηκε να αρχίσει το διάβασμα. Εκείνος της την πήρε από το χέρι με μια απαλή κίνηση.
-δικό σου είναι, θα το διαβάσεις όταν έρθει η ώρα.
-πότε;
-πΟλύ σύντομα. Έβαλε τις σελίδες σε ένα μεγάλο ντοσιέ και το πέταξε στο πίσω κάθισμα. Έπειτα έβαλε μπροστά και ξεκίνησε.
-λοιπόν; Πώς τα πήγες; Ασχοληθήκατε με τα αγαπημένα σου μυθιστορήματα κι εκείνη τη Τζειν Οστιν;
-Μήπως είναι μυθιστόρημα αυτό που γράφεις;
-έγραψες και για εκείνον τον… έντουαρντ δεν τον λένε;
-ναι, τώρα που το σκέφτομαι μυθιστόρημα θα πρέπει να είναι. Άπλωσε και πάλι το χέρι της για να πιάσει το ντοσιε.
Τότε στράφηκε να την κοιτάξει σταματώντας για δεύτερη φορά την κίνησή της.
-γιατί βιάζεσαι τόσο; Αφού σου υποσχέθηκα πως θα το διαβάσεις. Σε περιμένω τόσες ώρες εδώ μέσα, δε δικαιούμαι μια απάντηση;Η φωνή του ακούστηκε παράξενα ψυχρή και η L έπλεξε τα δαχτυλά της μπερδεμένη.
-ναι έχεις δίκιο. Όλα πήγαν καλά. Δεν ξέρω τι με έπιασε πριν. Σε ευχαριστώ πολύ που με περίμενες, δεν ήσουν υποχρεωμένος να…
-Σταμάτα. Φρέναρε απότομα. Ήθελα να το κάνω. Τι έπαθες; Όταν μιλάς μαζί μου δε χρειάζεται να απολογείσαι για την κάθε σου λέξη… άλωστε μου άρεσε το ενδιαφέρον σου, μπορώ να πω πως με κολακεύει.
-αλήθεια;
-Φυσικά, έχεις διαβάσει τόσα βιβλία κι όμως θέλεις και το δικό μου.
Η L γέλασε και χαλάρωσε ξανά στη θέση της.
-πΟύ θέλεις να πάμε;
-στη θάλασσα.
-ωραία, εκεί θα πήγαιναμε έτσι κι αλλιώς. Γέλασε κι εκείνος.
-μου αρέσει να γράφω στη θάλασσα αν και σήμερα δε σκοπεύω να κάνω ακριβώς αυτό. Αλήθεια; Είπες στους γονείς σου πως όλα πήγαν καλά;
-Όχι, η l άρχισε να ψάχνει το κινητό της. Το ξέχασα.
-δεν πειράζει, το θυμήθηκα εγώ. Λοιπόν; Πες μου για τα θέματα.
-νατουραλισμός, αηδία.
-Αλήθεια; Κρίμα, ήσουν άτυχη. Αλλά σίγουρα διέπρεψες και πάλι.
Η l άρχισε να πληκτρολογεί ένα sms.
-γιατί δεν τους τηλέφωνείς;
-αργότερα, τώρα μιλάω μαζί σου.
-Τόσο γρήγορα αλλάζεις τελικά; Κι εγώ νόμιζα πως είχαμε χρόνια δουλειάς μπροστά μας.
-δε σε καταλαβαίνω.
-δεν πειράζει. Πες μου για τους νατουραλιστές σου.
-είσαι παράξενος τελικά.
-Ναι πολλοί άνθρωποι συμφωνούν μαζί σου. Λοιπόν;
-θέατρο, θέατρο, δε μου άρεσαν τα θέματα. Δεν ήταν δύσκολα αλλά με απογοήτευσαν. Μόνο μια ερώτηση σχετιζόταν με πεζογραφία.
Τότε άρχισε να κουδουνίζει το κινητό της.
-μην ταράζεσαι, θέλεις να συρικνωθώ για να ξεχάσεις την παρουσία μου; Ο Moln γέλασε σιγανά.
-μη λες βλακίες, αυτά δε γίνονται.
-Γεια σου μαμά. Πώς είσαι; Ακούστηκε παράξενα ήρεμη. Ναι, είμαι καλά, μην ανησυχείς. Όλα πήγαν μια χαρά, αύριο το πρωί θα έχουμε τα αποτελέσματα κι αν όλα πάνε όπως πρέπει θα προχωρήσουμε και στη συνέντευξη. Είμαι ευχαριστημένη αλλά δε μπορώ να πω κάτι άλλο. Θα πάω μια βόλτα κι έπειτα θα γυρίσω στο σπίτι.
Ο Moln κατσούφιασε. Είχε σχέδια για εκείνη τη μέρα και δε θα άφηνε κανέναν να του τα χαλάσει.
-Γεια σου μαμά! Η L έκλεισε το κινητό της.
-συγγνώμη, είπε απολογητικά.
-Κανένα πρόβλημα, ποιος είμαι εγώ που θα διαταράξω τις ισορροπίες σου;
Η L το σκέφτηκε για λίγο. Αλήθεια, ποιος ήταν;

Advertisements

ΟΙ νότες σαν σταγόνες

Ιουνίου 28, 2010

Πάντα λάτρευα τα μουσικά θέματα σε αργό τεμπο. Προτιμούσα αυτά που ήταν πιο θλιμμένα, με τις αποχρώσεις του ανεκπλήρωτου. Άκουγα τις νότες του πιάνου να ταξιδεύουν μέσα στη νύχτα και προσπαθούσα ξέροντας την ταυτότητα του συνθέτη να ανακαλύψω εκείνη του πιανίστα.
Καμιά φορά τα κατάφερνα και τότε η χαρά μου ήταν απερίγραπτη. συνήθως εντόπιζα το ίδιο πρόσωπο, ίσως επειδή χάιδευε το πιάνο με μια ασύλληπτη αισθαντικότητα, με έναν σεβασμό που έμοιαζε με ερωτική αφοσίωση σε αυτό.
εκείνα τα χρόνια πάλευα να βρω τα κλειδιά που έκρυβε η κάθε νότα, να δω τι κρυβόταν από πίσω. Κάποιες φορές τα παρατούσα στη μέση της προσπάθιας, νιώθοντας κάτι που έμοιαζε με φόβο. Ίσως ακούγεται παράλογο αλλά αυτό είναι το συναίσθημα που προσεγγίζει καλύτερα αυτό που ένιωθα τότε.
όταν κατάλαβα πως εδώ δε χωρούσε απογοήτευση άρχισα να διαβάζω για κάποιους συνθέτες, περιμένοντας από τους τόμους της ιστορίας της δυτικοευρωπαικής μουσικής να μου δώσουν τη λύση.
είναι αλήθεια πως κατανόησα πολλά πράγματα για τον ψυχισμό των ανθρώπων αυτών, για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσαν κι έγραφαν πριν τόσα χρόνια.
Τότε μου ήρθε η ιδέα πως με κάθε έργο που τέλειωναν άφηναν πίσω τους κι ένα δικό τους κομμάτι. Κι αργότερα πείσθηκα πως η ιδέα δεν ήταν παράλογη αφού πολλοί από αυτούς πέθαναν με άσχημο τρόπο.ήταν ωστόσο ανάμεσα σε πεντάγραμμα κι είχαν στ’αφτιά τους αγαπημένους ήχους που δεν έφτασαν ως εμάς. τους πήραν μαζί τους, μαζί με άλλα μυστικά καλά κρυμμένα.
Κάθε μουσικό έργο εκτός από καταγραφή ενός συναισθήματός αποτελεί και μια μορφή εξομολόγησης. Κι αυτό δε μου το έμαθαν οι τόμοι που διάβασα. για τους πιο πολλούς που ασχολούνται με αυτή την επιστήμη η συλλογή στοιχείων γύρω από την τεχνοτροπία των συνθέσεων και τα ρεύματα που τις επηρέασανγίνεται γρήγορα μονομανία, δεν ξέρουν τι χάνουν.
Ευτυχώς δεν έφτασα ποτέ σ’αυτό το σημείο κι ελπίζω δηλαδή να μη φτάσω γιατί τότε δεν αξίζει να ξαναγράψω ούτε νότα.
Ο τίτλος της ανάρτησης είναι κάπως δίσημος.
από τη μια οι σταγόνες του σοπέν που με συντρόφευαν για χρόνια ολόκληρα κάνουν εδώ και πάλι την εμφάνισή τους.
δεν τις έχω ακούσει τουςτελευταίους μήνες κι ομολογώ πως μου έχουν λείψει πολύ.
από την άλλη υπάρχουν και κάποιες άλλες σταγόνες, πιο προσωπικές, πιο ταπεινές βέβαια, αλλά και πιο διστακτικές.
πάντα ταύτιζα τους ήχους των οργάνων με τη φύση τις φωνές των ανθρώπων αλλά και τις λέξεις.
Η ιδέα της σταγόνας ήταν μαζί μου πάντα, όχι μόνο επειδή πάλευα να διαλέξω το όργανο που της ταιριάζει αλλά κι επειδή ήθελα να τη σχηματοποιήσω.
για κάποιους λόγους που δε χωρούν εδώ, τους τελευταίους μήνες δεν έγραφα μουσική.
όχι πως έλειπαν οι ιδέες, αλλά τι είναι οι ιδέες από μόνες τους; Χάνονται σαν να μην υπήρξαν.
είχα αρχίσει να απογοητεύομαι επειδή μου ξέφευγε η ιδέα της σταγόνας κι επειδή η μουσική που παίζει στο κεφάλι μου είχε σχεδόν σταματήσει.
αλλά όλα άλλαξαν σήμερα εξαιτίας μιας παράξενης συναισθηματικής κατάστασης.
όλα ήταν ρευστάόλα εκτός από τις σταγόνες. Κι αυτό που μου ξέφευγε ήταν το τσέμπαλο.
δεν έχω γράψει παρά μόνο την εισαγωγή του κομματιού. ουσιαστικά το μόνο που υπάρχει είναι η αρχική ιδέα στηρηγμένη σε κάποια παλιά ανάμνηση.
Βάση της σύνθεσης αποτελεί το αγαπημένο μου minore το οποίο δεν αποχωρίζομαι σχεδόν ποτέ.
ένα πιάνο δύο βιολιά… και το τσέμπαλο. Πόσος καιρός πέρασε ώσπου να το εκτιμήσω.
όταν ο Μπαχ ήταν για μένα απλή αγκαρία το τσέμπαλο έμοιαζε άχαρο απόμακρο και ξένο.
πόσο λάθος έκανα μένοντας προσκολλημένη στον ήχο του πιάνου.
έπειτα μου χάρισαν ένα cd κι όλα άστραψαν.
Το τσέμπαλο που ωστότε ήταν για μένα συνυφασμένο με τις φούγγες και κάποια άλλα σολιστικά και κουραστικά μέρη μεταμορφώθηκε.
Κι ο ήχος που μου φαινόταν στεγνός έγινε τόσο γλυκός…
Για να επανέλθω λοιπόν στη σύνθεση, οι σταγόνες άρχισαν να κυλούν στην αρχή αργά αργά κι ακανόνιστα, σχεδόν άρυθμα για να καταλήξουν ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε σε μια καταιγίδα που ήταν ωστόσο τόσο διαφορετική από τις άλλες. αλλά κι αυτές οι ίδιες ήταν τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, κάποιες σχεδόν έλαμπαν, κάποιες άλλες διαλύονταν πριν πάρουν καλά καλά το βασικό τους σχήμα. Κι όμως η κάθε μια κουβαλούσε κι από ένα διαφορετικό συναίσθημα.
μέσα σε λίγες νόταν ειπώθηκαν όλα όσα έπρεπε. Κι αυτός ήταν μόνο ο πρόλογος.

Η πρώτη υπόθεση

Ιουνίου 20, 2010

Κεφάλαιο εικοστό έκτο
«την κόρη μου τη λάτρευα, ήταν όλη μου η ζωή. Θα έκανα τα πάντα γι’αυτή, δε θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτή, γι’αυτό και δεν το σκέφθηκα ούτε για μια στιγμή να τη στείλω εσωτερική σε κάποιο ίδρυμα. Κι επειδή θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής αυτός ήταν κ ο λόγος που κάποτε μάλωσα πολύ με τον άνδρα μου. Φυσικά εκείνος είναι γιατρός και γνωρίζει πολύ καλύτερα από εμένα τη φύση των ανθρώπινων προβλημάτων. Το ξέρω πως τη λάτρευε τη Λϊντα, το έδειχνε κάθε στιγμή και σε κείνη και σε μένα. Ο,τι έλεγε ήταν για το καλό της και μόνο. Ξέρω καλά πως τα βράδια κλαίει για το χαμό της κόρης μας και πως πίνει στα κρυφά, αυτός που προσπαθούσε να πείσει τόσους ανθρώπους να αποτοξινωθούν από το ποτό. Δεν ξέρει πως τον παρακολουθώ, δε θέλησα να του το πω επειδή ξέρω πως θα το φέρω σε ακόμη πιο δύσκολη θέση. Κάποτε μου εκμυστηρεύτηκε πως νιώθει υπεύθυνος για το θάνατο της Λίντα. Κατηγορεί τον εαυτό του επειδή έφυγε εντελώς ξαφνικά εκείνη την ημέρα, λες και θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά ενώ αυτή που θα έπρεπε να νιώθει αποκλειστικά και μόνο υπεύθυνη για αυτό που συνέβηείμαι εγώ. Εγώ που είχα ορκιστεί να μην την αφήσω στιγμή μόνη. Αλλά τι θα μπορούσα να κάνω τότε; Το τηλέφωνο χτύπησε κι εγώ έτρεξα να το σηκώσω γνωρίζοντας από την αρχή που θα με οδηγούσε. Δίσταζα να αποκαλύψω την αλήθεια για αυτό το τηλεφώνημα επειδή ήξερα πως κανείς δε θα με πίστευε. Ο άνδρας μου αν και με λάτρευε είχε αρχίσει να πιστεύει πως είχα εραστή κι αυτό επειδή τον τελευταίο καιρό ήμουν κάπως ψυχρή, απόμακρη κλεισμένη στον εαυτό μου. Όμως δεν είχα ποτέ εραστή, ποτέ, τον αγαπάω πολύ τον άνδρα μου μολονότι κάποιες φορές τον κατηγορώ επειδή την άφησε μόνη στο σπίτι με την αντωνία. Έχουμε τσακωθεί και γι’αυτόκάμποσες φορές. Μα εδώ που φτάσαμε νομίζω πως πρέπει να πω την αλήθεια. Αυτός που μου τηλεφώνησε δεν ήταν άνδρας αλλά γυναίκα και μάλιστα από το κοντινό μου περιβάλλον. Δούλευε στο σπίτι μας πριν κάποια χρόνια. Ζούσε στην ίδια πολυκατοικία με εμάς. Είχε δυο κορίτσια, την άννα και την Άρτεμη. Με βοηθούσε στο σπίτι και παράλληλα έκανε παρέα και στη Λίντα. Της μάθαινε όσα περισσότερα μπορούσε γύρω από την ανάγνωση τη γραφή τα μαθηματικά και την ιστορία. Επίσης έκαναν μαζί διάφορες κατασκευές και χειροτεχνίες κι έφτιαχναν όμορφα κοσμήματα από πηλό. Η Λίντα τα λάτρευε και ειδικά ένα ζευγάρι σκουλαρίκια δεν τα αποχωριζόταν στιγμή από τότε που τα έφτιαξαν μαζί. Στην αρχή αυτό με έκανε χαρούμενη, δεν ήθελα τίποτα περισσότερο από το να τη βλέπω χαρούμενη. Προσπάθησα να προσεγγίσω αυτή τη γυναίκα με κάθε τρόπο, εκείνη μου φερόταν παράξενα, τη μια στιγμη ήταν δοτική και πρόθυμη για κουβέντα και την άλλη απόμακρη, βυθισμένη στις σκέψεις της. Αυτή η κατάσταση κράτησε κάμποσα χρόνια ώσπου κάποτε με επισκέφθηκε μια φίλη από το εξωτερικό. Ήταν αγγλίδα παιδοψυχολόγος ειδικευμένη σε προβλήματα που αντιμετόπιζαν τα παιδιά στην ηλικία της κόρης μου με κάποια αναπηρία. Είχα να τη δω χρόνια, δε σκέφθηκα ποτέ πως θα μπορούσε να μου φανεί χρήσιμη δίνοντάς μου κάποιες πολύτιμες συμβουλές. Όμως έκανα λάθος όπως αποδείχθηκε. Η αβρίλ έμεινε μαζί μας δέκα μέρες και τις περισσότερες ώρες τις περνούσε κάνοντας παρέα στην κόρη μου. Δεν ξέρω τι ακριβώς ειπώθηκε ανάμεσά τους αλλά την παραμονή της αναχώρησής της είπε πως ήθελε να μιλήσει σε μένα και τον σύζυγό μου. Μας πήγε για φαγητό σε ένα ακριβό εστιατόριο και σε όλη τη διάρκεια του δείπνου μας μιλούσε για την κατάσταση της κόρης μας και πρότεινε κάποιες λύσεις. Η αβρίλ ισχυριζόταν πως είχε έρθει η ώρα να συναναστραφεί κι άλλα παιδιά στην ηλικία της, και είχαμε αργήσει κιόλας. Αν αυτό δε γινόταν συνέχιζε, τα προβλήματά της θα μεγάλωναν ανησυχητικά. Αν κάτι δεν της άρεσε τότε θα ήταν ελεύθερη να γυρίσει στο σπίτι μας, αυτή η φράση ήταν που με ώθησε να πάρω τελικά την απόφαση να τη στείλω στο σχολείο. Το ίδιο βράδυ το κουβέντιασα με τον άνδρα μου ο οποίος έδειχνε εμπιστοσύνη στη φίλη μου και στα λεγόμενά της. Κι οπωσδήποτε έλεγε, εκείνη κάτι καλύτερο θα ήξερε. Δε χάναμε τίποτα να δοκιμάσουμε, σε αυτό συμφωνούσε μαζί μου. Έτσι την άλλη μέρα άρχισα να μιλάω στη Λίντα για όλα όσα θα την περίμεναν έξω από το σπίτι. Εκείνη με άκουγε σχεδόν αδιάφορα και δε σταμάτησε ούτε για μια στιγμή να ζωγραφίζει. Αυτό ωστόσο μου φάνηκε καλό σημάδι, αν θύμωνε θα φρόντιζε να το καταλάβω αμέσως. Για αυτό λοιπόν το λόγο συνέχιζα να της μιλάω για το σχολείο καθημερινά ώσπου δέχτηκε τελικά να πάει. Πίστευα πως όλα είχαν τακτοποιηθεί αλλά είχα ξεχάσει τη γυναίκα που τη φρόντιζε. Όταν της ανακοίνωσα τα νέα εκείνη αντέδρασε με πολύ άσχημο τρόπο. Άρχισε να κλαίει και να φωνάζει και μου πέταξε κατάμουτρα κάμποσα προσβλητικά λόγια. Στεκόμουν άφωνη μην καταλαβαίνοντας ώσπου σηκώθηκε να φύγει διαβεβαιώνοντάς με πως δε θα άφηνε να συμβεί αυτό. Τότε έχασα κι εγώ την ψυχραιμία μου κι άρχισα να υψώνω τον τόνο της φωνής μου. Ποια ήταν αυτή που έπαιρνε τόσα δικαιώματα; Ποιος της είπε πως ήταν σε θέση να παίρνει αποφάσεις για το δικό μου το παιδί;
Εκείνη τη μέρα ανταλάξαμε βαριές κουβέντες και η σχέση μας δέχθηκε ισχυρό πλήγμα. Της ζήτησα να φύγει από το σπίτι αλλά εκείνη αρνήθηκε απαντώντας πως θα έμενε κοντά στη λίντα για όσο καιρό το επιθυμούσε.
Η αλήθεια ήταν πως έπρεπε να περιμένουμε για έναν τουλάχιστο μήνα ώσπου να κάνουμε την εγγραφή της στο σχολείο κι έτσι υποχώρησα κατά κάποιο τρόπο. Της επέτρεψα λοιπόν να έρχεται αλλά οι επισκέψεις της αραίωσαν σημαντικά. Βαθιά μέσα μου φοβόμουν μήπως κατάφερνε να την επηρεάσει αρνητικά και να τα χαλάσει όλα. Διατηρούσα τηλεφωνική επικοινωνία με τη φίλη μουκαι ζητούσα τη γνώμη της κάθε φορά που το έκρινα απαραίτητο. Καταλάβαινα επιτέλους πως έπρεπε να εξασφαλίσω για την κόρη μου μια ζωή άνετη αλλά όμορφη. Πάλεψα πολύ να δεχθώ καποια πράγματα να ξαταπνίξω τους φόβους του παρελθόντος, κι όλα αυτά για το δικό της το καλό. Τη στείλαμε στο σχολείο κι όλα άλλαξαν σιγά σιγά.
Μόνο που όταν το κακό παραμονεύει κανείς δε μπορεί να το σταματήσει. Είναι αλήθεια πως για λίγο καιρό ηρεμήσαμε λίγο από την παρουσία της γυναίκας εκείνης. Έφτασα να πιστεύω πως η εμμονή της με την κόρη μου ήταν δικαιολογημένη ως ένα βαθμό επειδή είχαν δεθεί πολύ αλλά έκανα λάθος. Δεν θα το έβαζε τόσο εύκολα κάτω. Ένα μεσημέρι παρασκευής στην ώρα του φαγητού η Λίντα μας εξομολογήθηκε πως η γυναίκα αυτή την είχε επισκεφθεί την ίδια κιόλας μέρα στο σσχολείο. Προσπάθησα να πνίξω την ταραχή μου κι όσο πιο γλυκά μπορούσα τη ρώτησα τι είχε γίνει στη συνεχεια. Μου απάντησε πως είχαν περάσει μαζί λίγα λεπτά και μου έδειξε ένα κουτί με τα αγαπημένα της σοκολατάκια με το λικερ. Της τα είχε δώσει φεύγοντας.
Λίγο μετά το φαγητό ο σύζυγός μου έφυγε για το νοσοκομείο και η κόρη μου αποσύρθηκε στο δωμάτιό της για να ζωγραφίσει. Αυτή θα ήταν μια από τις τελευταίες της ζωγραφιές».

L και Moln

Ιουνίου 20, 2010

Έκανε τρέχοντας τη διαδρομή ως εκεί αλλά λίγο πριν το πλησιάσει μαρμάρωσε στη θέση της. Ήταν εκείνος, ο μολν, το αγόρι που έγραφε ακατάπαυστα. Τον κοιτούσε μην πιστεύοντας στα μάτια της, το όνειρό της είχε πάρει σάρκα και οστά. Ι καλύτερο μπορούσε άραγε να ζητήσει; Για μια στιγμή όλα τυλήχτηκαν σε ένα απόκοσμο υπέροχο φως για να βυθιστούν στο σκοτάδι λίγες στιγμές αργότερα. Τι γύρευε στο σπίτι της εκείνο το πρωί; Γιατί είχε έρθει έτσι ξαφνικά, Και γιατί είχε διαλέξει εκείνη τη μέρα; Έσφιξε το τσαντάκι της κι ασυναίσθητα έκανε ένα βήμα πίσω.
Ο μολν που την κοιτούσε από το καθρεφτάκι το πρόσεξε και κατέβασε το παράθυρο χαμογελώντας.
-Καλημέρα κυρία L! Η φωνή του ακούστηκε κοροιδευτική μα κι ευχάριστη.
-τι θα λέγατε να μπείτε; Η L τίναξε νευρικά το κεφάλι της κι αφού το σκέφθηκε λίγο ακόμη άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και μπήκε στο αυτοκίνητο. Βολεύτηκε όσο καλύτερα μπορούσε στη θέση του συνοδηγού κι ύστερα μίλησε με μια φωνή κάπως αυστηρή κι επιτηδευμένη που ακούστηκε άσχημα ακόμη και στα δικά της αφτιά.
-Καλημέρα moln, έτσι δε σε λένε;
-Ακριβώς. Αυτό είναι το όνομά μου. Το δικό σου; Έβαλε μπροστά χωρίς να βιάζεται.
-με λένε L. δεν το πρόφερες λίγο πριν;
-Ναι, αλλά είχα την αίσθηση πως αυτό ήταν μόνο το πρώτο γράμμα του. Δεν καταλαβαίνω γιατί το κάνεις αυτό.
-το όνομά του κάθε ανθρώπου λέει κάτι για εκείνον, απάντησε το ίδιο ξερά η L.
-μάλιστα, και το δικό σου τι λέει;
-γιατί ρωτάς;
-το δικόμου δε λέει και πολλά, το διάλεξε η μητέρα μου που ήθελε να γίνω συγγραφέας αλλά ομολογώ πως δε μπορώ να κάνω κάποιο συσχετισμό.
-γιατί; Μήπως δεν τη δικαίωσες; Ανασήκωσε τα φρύδια της ενώ πάλευε να κρύψει ένα χαμόγελο που ετοιμαζόταν να κάνει την εμφάνισή του.
-Όχι ακριβώς…. Τίποτα από όσα γράφω δεν έχει εκδοθεί.
-εντάξει, ίσως δεν έχει έρθει η ώρα, αλλά θα έρθει, να είσαι σίγουρος. Σταμάτησε και πήρε μια απότομη ανάσα. Δεν έπρεπε να μιλήσει τόσο.
-Ίσως και να έχεις δίκιο αποκρίθηκε ήρεμα ο Moln στρίβοντας στο επόμενο στενό. Αν κάποτε διαβάσεις κάποιο από τα κείμενά μου θα μπορείς να μιλήσεις με μεγαλύτερη σιγουριά. Πάντως θα ήθελα πολύ να μάθω κι άλλο ένα γράμμα του ονόματός σου.
-γιατί;
-Θα τα συνδέω ένα ένα κι ελπίζω ταυτόχρονα να μαθαίνω και κάτι περισσότερο για εσένα.
Η L ακούμπησε δίπλα της το μικρό τσαντάκι.
-σήμερα δίνω εξετάσεις, δε μπορώ να λύνω γρίφους κι αινίγματα γι’αυτό περιμένω μια απάντηση. Ο κακός της εαυτός που λίγο πριν χτυπούσε την πόρτα είχε μπει ανενόχλητος πια. Πού να είχε πάει η παλιά της αταραξία;
-Νόμιζα πως είχες υπομονή αλλά δυστυχώς με διαψεύδεις. Ο moln αναστέναξε και στράφηκε να την κοιτάξει.
-Αυτό που γράφω είναι πώς να το πω…. Κάτι που σε ενδιαφέρει.
-αλήθεια, πάντα έψαχνα μια καλή ιστορία για τον ευρωπαικό ρωμαντισμό στην τέχνη.
-ΜΜμ ναι; Έχω κάποιους τόμους στο σπίτι αν θέλεις μπορείς να τους ρίξεις μια ματιά αργότερα, αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν ήθελα να πω ακριβώς αυτό. Γράφω λοιπόν ένα μυθιστόρημα για μια γυναίκα χωρίς ταυτότητα.
-Δεν ακούγεται και τόσο ενδιαφέρον, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της.
-Κι όμως αν το διάβαζες ίσως άλλαζες γνώμη. Η γυναίκα αυτή είναι… ξεχωριστή. Μορφωμένη καλλιεργημένη, αλλά απίστευτα μόνη, κλεισμένη σε μια φυλακή.
-Θα πρέπει να τους έχεις διαβάσει όλους εκείνους τους τόμους για τους οποίους μιλούσες πριν από λίγο.
-Κι ακόμη περισσότερους, πίστεψέ με αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Η γυναίκα αυτή είναι πολύ όμορφη πολύ δροσερή κι ας μην το γνωρίζει.
-Και πώς τη λένε;
-εδώ είναι το πρόβλημα. Δεν ξέρω το όνομά της. Ελπίζω όμως να το μάθω σύντομα.
Τράβηξε το βλέμμα του από πάνω της χωρίς να προσθέσει τίποτα άλλο για λίγο.
Η L ένιωθε παράξενα μουδιασμένη. Ήταν βέβαιη πως κάτι της διέφευγε.
Κανείς δε μίλησε στη διάρκεια της υπόλοιπης διαδρομής. Ο Moln ήξερε καλά πως τα λόγια του την είχαν αναστατώσει αλλά δε βιαζόταν να της δώσει τις απαραίτητες εξηγήσεις, θα ερχόταν η στιγμή και γι’αυτό.
Μόνο όταν έφτασαν στο πανεπιστήμιο έσβησε τη μηχανή και γύρισε προς το μέρος της.
-σου εύχομαι καλή επιτυχία, θα την έχεις αν κρίνω από τις ατέλειωτες ώρες του διαβάσματός σου. Άσε που αμφιβάλω αν τους χρειάζεσαι πραγματικά εκείνους τους τόμους. Όλα θα πάνε καλά αλλά ακόμη κι αν κάτι χαλάσει την τελευταία στιγμή μη στενοχωρηθείς, υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα που σε περιμένουν έξω από αυτό το κτίριο. Βγήκε από το αυτοκίνητο χωρις να της δώσει χρόνο για να απαντήσει και της άνοιξε την πόρτα με μια ευγενική κίνηση.
-Θα σε περιμένω να τελειώσεις, μη βιαστείς, γράψε όλα όσα θυμάσαι, έχω χρόνο.
Πήρε το τσαντάκι από το κάθισμα και της το έδωσε.
-Καλή επιτυχία, επανέλαβε και κάθισε πάλι στη θέση του. Η l έμενε καρφωμένη στη δική της θέση ανίκανη να κουνηθεί.
-Τι συμβαίνει; Ρώτησε κατεβάζοντας το τζάμι του παραθύρου. Γιατί δε φεύγεις; Δε χρειάζεται να αργήσεις, ο χρόνος είναι πολύτιμος, έτσι δεν ισχυρίζεσαι;
-Ναι βέβαια, κούνησε το κεφάλι της κι έκανε λίγα διστακτικά βήματα.
-δε διαφωνώ, αν και για εμένα η αξία του βρίσκεταισε άλλα πράγματα αλλά αυτό θα το συζητήσουμε αργότερα.
-τι θα κάνεις όσο εγώ θα γράφω;
-θα γράφω κι εγώ για τη γυναίκα που λέγαμε. Πρέπει να τη βγάλω στο φως.
-Και να της βρεις και όνομα, έτσι δεν είναι;
-Ναι, κι αυτό. Αν έχεις καμιά ιδέα θα χαρώ να τη μοιραστείς μαζί μου.
-Το όνομά μου είναι Lavinia. Το είχε διαβάσει κάποτε η μητέρα μου σε ένα παιδικό μυθιστόρημα… δεν ξέρω τον τίτλο, μιλούσε για μια μικρή βασίλισσα.
-Ωραίο όνομα, αριστοκρατικό. Ίσως και να σου ταιριάζει.
Κατέβηκε για δεύτερη φορά από το αυτοκίνητο και την πλησίασε χαμογελώντας.
Ο χώρος γύρω τους γέμιζε σιγά σιγά από φοιτητές κι αυτοκίνητα αλλά η l δεν έδειχνε να το αντιλαμβάνεται. Ήθελε να μιλήσει για το όνομά της κι εκείνο το βιβλίο. Είχε πολλές όμορφες ζωγραφιές που τις θυμόταν καλά και ήθελε να τις περιγράψει στο moln εκείνη ακριβώς τη στιγμή.
-Η μικρή βασίλισσα ήταν όμορφη, δε θυμάμαι το όνομά της. Ήταν γλυκιά κι ευγενική με όλους αλλά ένιωθε δυστυχισμένη. Ο πατέρας της πέθανε όταν ήταν 10 χρόνων.
Ο moln ακούμπησε πολύ προσεκτικά το χέρι του στον ώμο της.
-Δε σου είχαν μάθει να μιλάς όταν ήσουν μικρή; Τον κοίταξε με ανέκφραστα μάτια.
-Δε σε καταλαβαίνω.
-άκου, εγώ θα είμαι στο αυτοκίνητό όσο εσύ θα γράφεις, σου υπόσχομαι πως θα σε περιμένω όσο χρειαστεί. Γράψε με την ησυχία σου τα θέματα κι ύστερα έλα να με βρεις. Θα συζητήσουμε, και μετά θα πάμε μια ωραία βόλτα.
Πού;
-όπου θέλεις.
-Πάμε τώρα; Η φωνή της έσπασε κι αυτό του άρεσε. Δε φανταζόταν ποτέ πως διέθετε ένα τόσο όμορφο χρώμα για κάτι τέτοιες στιγμές.
Πίεσε λίγο το χέρι στον ώμο της.
-δε θέλεις να γράψεις; Η L δεν απάντησε.
-δε γίνεται να τα παρατήσεις, έχεις προσπαθήσει τόσο πολύ! Άλωστε εγώ περίμενα πολύ, δεν πειράζει να περιμένω κι άλλες δυο ώρες.
-Πόσο περίμενες;
-αρκετά. Άρχισε να περπατάει παίρνοντας τη μαζί του.
Η L καταλάβαινε πως επρεπε να επιστρέψει στην πραγματικότητα αλλά δεν έβρισκε τον τρόπο. Αισθανόταν τόσο παράξενα, σαν να ταξίδευε ώρες ολόκληρες χωρίς τελικό προορισμό μέσα στο χιόνι.
Μπήκαν στο κτίριο. Οι χαρούμενες φωνές των φοιτητών έκαναν αυτό που έπρεπε για εκείνη.
Ξαφνικά τίναξε το κεφάλι της και το βλέμμα της έγινε όπως και πριν. Ο l που περπατούσε στο πλάι της κατάλαβε την αλλαγή και σταμάτησε.
-εδώ θα σε αφήσω, να προσέχεις. Τράβηξε απαλά το χέρι του από πάνω της κι άρχισε να απομακρύνεται. Η L τον κοίταξε για λίγο κι ύστερα μπήκε τρέχοντας στην αίθουσα.