Η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο εικοστό έκτο
«την κόρη μου τη λάτρευα, ήταν όλη μου η ζωή. Θα έκανα τα πάντα γι’αυτή, δε θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτή, γι’αυτό και δεν το σκέφθηκα ούτε για μια στιγμή να τη στείλω εσωτερική σε κάποιο ίδρυμα. Κι επειδή θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής αυτός ήταν κ ο λόγος που κάποτε μάλωσα πολύ με τον άνδρα μου. Φυσικά εκείνος είναι γιατρός και γνωρίζει πολύ καλύτερα από εμένα τη φύση των ανθρώπινων προβλημάτων. Το ξέρω πως τη λάτρευε τη Λϊντα, το έδειχνε κάθε στιγμή και σε κείνη και σε μένα. Ο,τι έλεγε ήταν για το καλό της και μόνο. Ξέρω καλά πως τα βράδια κλαίει για το χαμό της κόρης μας και πως πίνει στα κρυφά, αυτός που προσπαθούσε να πείσει τόσους ανθρώπους να αποτοξινωθούν από το ποτό. Δεν ξέρει πως τον παρακολουθώ, δε θέλησα να του το πω επειδή ξέρω πως θα το φέρω σε ακόμη πιο δύσκολη θέση. Κάποτε μου εκμυστηρεύτηκε πως νιώθει υπεύθυνος για το θάνατο της Λίντα. Κατηγορεί τον εαυτό του επειδή έφυγε εντελώς ξαφνικά εκείνη την ημέρα, λες και θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά ενώ αυτή που θα έπρεπε να νιώθει αποκλειστικά και μόνο υπεύθυνη για αυτό που συνέβηείμαι εγώ. Εγώ που είχα ορκιστεί να μην την αφήσω στιγμή μόνη. Αλλά τι θα μπορούσα να κάνω τότε; Το τηλέφωνο χτύπησε κι εγώ έτρεξα να το σηκώσω γνωρίζοντας από την αρχή που θα με οδηγούσε. Δίσταζα να αποκαλύψω την αλήθεια για αυτό το τηλεφώνημα επειδή ήξερα πως κανείς δε θα με πίστευε. Ο άνδρας μου αν και με λάτρευε είχε αρχίσει να πιστεύει πως είχα εραστή κι αυτό επειδή τον τελευταίο καιρό ήμουν κάπως ψυχρή, απόμακρη κλεισμένη στον εαυτό μου. Όμως δεν είχα ποτέ εραστή, ποτέ, τον αγαπάω πολύ τον άνδρα μου μολονότι κάποιες φορές τον κατηγορώ επειδή την άφησε μόνη στο σπίτι με την αντωνία. Έχουμε τσακωθεί και γι’αυτόκάμποσες φορές. Μα εδώ που φτάσαμε νομίζω πως πρέπει να πω την αλήθεια. Αυτός που μου τηλεφώνησε δεν ήταν άνδρας αλλά γυναίκα και μάλιστα από το κοντινό μου περιβάλλον. Δούλευε στο σπίτι μας πριν κάποια χρόνια. Ζούσε στην ίδια πολυκατοικία με εμάς. Είχε δυο κορίτσια, την άννα και την Άρτεμη. Με βοηθούσε στο σπίτι και παράλληλα έκανε παρέα και στη Λίντα. Της μάθαινε όσα περισσότερα μπορούσε γύρω από την ανάγνωση τη γραφή τα μαθηματικά και την ιστορία. Επίσης έκαναν μαζί διάφορες κατασκευές και χειροτεχνίες κι έφτιαχναν όμορφα κοσμήματα από πηλό. Η Λίντα τα λάτρευε και ειδικά ένα ζευγάρι σκουλαρίκια δεν τα αποχωριζόταν στιγμή από τότε που τα έφτιαξαν μαζί. Στην αρχή αυτό με έκανε χαρούμενη, δεν ήθελα τίποτα περισσότερο από το να τη βλέπω χαρούμενη. Προσπάθησα να προσεγγίσω αυτή τη γυναίκα με κάθε τρόπο, εκείνη μου φερόταν παράξενα, τη μια στιγμη ήταν δοτική και πρόθυμη για κουβέντα και την άλλη απόμακρη, βυθισμένη στις σκέψεις της. Αυτή η κατάσταση κράτησε κάμποσα χρόνια ώσπου κάποτε με επισκέφθηκε μια φίλη από το εξωτερικό. Ήταν αγγλίδα παιδοψυχολόγος ειδικευμένη σε προβλήματα που αντιμετόπιζαν τα παιδιά στην ηλικία της κόρης μου με κάποια αναπηρία. Είχα να τη δω χρόνια, δε σκέφθηκα ποτέ πως θα μπορούσε να μου φανεί χρήσιμη δίνοντάς μου κάποιες πολύτιμες συμβουλές. Όμως έκανα λάθος όπως αποδείχθηκε. Η αβρίλ έμεινε μαζί μας δέκα μέρες και τις περισσότερες ώρες τις περνούσε κάνοντας παρέα στην κόρη μου. Δεν ξέρω τι ακριβώς ειπώθηκε ανάμεσά τους αλλά την παραμονή της αναχώρησής της είπε πως ήθελε να μιλήσει σε μένα και τον σύζυγό μου. Μας πήγε για φαγητό σε ένα ακριβό εστιατόριο και σε όλη τη διάρκεια του δείπνου μας μιλούσε για την κατάσταση της κόρης μας και πρότεινε κάποιες λύσεις. Η αβρίλ ισχυριζόταν πως είχε έρθει η ώρα να συναναστραφεί κι άλλα παιδιά στην ηλικία της, και είχαμε αργήσει κιόλας. Αν αυτό δε γινόταν συνέχιζε, τα προβλήματά της θα μεγάλωναν ανησυχητικά. Αν κάτι δεν της άρεσε τότε θα ήταν ελεύθερη να γυρίσει στο σπίτι μας, αυτή η φράση ήταν που με ώθησε να πάρω τελικά την απόφαση να τη στείλω στο σχολείο. Το ίδιο βράδυ το κουβέντιασα με τον άνδρα μου ο οποίος έδειχνε εμπιστοσύνη στη φίλη μου και στα λεγόμενά της. Κι οπωσδήποτε έλεγε, εκείνη κάτι καλύτερο θα ήξερε. Δε χάναμε τίποτα να δοκιμάσουμε, σε αυτό συμφωνούσε μαζί μου. Έτσι την άλλη μέρα άρχισα να μιλάω στη Λίντα για όλα όσα θα την περίμεναν έξω από το σπίτι. Εκείνη με άκουγε σχεδόν αδιάφορα και δε σταμάτησε ούτε για μια στιγμή να ζωγραφίζει. Αυτό ωστόσο μου φάνηκε καλό σημάδι, αν θύμωνε θα φρόντιζε να το καταλάβω αμέσως. Για αυτό λοιπόν το λόγο συνέχιζα να της μιλάω για το σχολείο καθημερινά ώσπου δέχτηκε τελικά να πάει. Πίστευα πως όλα είχαν τακτοποιηθεί αλλά είχα ξεχάσει τη γυναίκα που τη φρόντιζε. Όταν της ανακοίνωσα τα νέα εκείνη αντέδρασε με πολύ άσχημο τρόπο. Άρχισε να κλαίει και να φωνάζει και μου πέταξε κατάμουτρα κάμποσα προσβλητικά λόγια. Στεκόμουν άφωνη μην καταλαβαίνοντας ώσπου σηκώθηκε να φύγει διαβεβαιώνοντάς με πως δε θα άφηνε να συμβεί αυτό. Τότε έχασα κι εγώ την ψυχραιμία μου κι άρχισα να υψώνω τον τόνο της φωνής μου. Ποια ήταν αυτή που έπαιρνε τόσα δικαιώματα; Ποιος της είπε πως ήταν σε θέση να παίρνει αποφάσεις για το δικό μου το παιδί;
Εκείνη τη μέρα ανταλάξαμε βαριές κουβέντες και η σχέση μας δέχθηκε ισχυρό πλήγμα. Της ζήτησα να φύγει από το σπίτι αλλά εκείνη αρνήθηκε απαντώντας πως θα έμενε κοντά στη λίντα για όσο καιρό το επιθυμούσε.
Η αλήθεια ήταν πως έπρεπε να περιμένουμε για έναν τουλάχιστο μήνα ώσπου να κάνουμε την εγγραφή της στο σχολείο κι έτσι υποχώρησα κατά κάποιο τρόπο. Της επέτρεψα λοιπόν να έρχεται αλλά οι επισκέψεις της αραίωσαν σημαντικά. Βαθιά μέσα μου φοβόμουν μήπως κατάφερνε να την επηρεάσει αρνητικά και να τα χαλάσει όλα. Διατηρούσα τηλεφωνική επικοινωνία με τη φίλη μουκαι ζητούσα τη γνώμη της κάθε φορά που το έκρινα απαραίτητο. Καταλάβαινα επιτέλους πως έπρεπε να εξασφαλίσω για την κόρη μου μια ζωή άνετη αλλά όμορφη. Πάλεψα πολύ να δεχθώ καποια πράγματα να ξαταπνίξω τους φόβους του παρελθόντος, κι όλα αυτά για το δικό της το καλό. Τη στείλαμε στο σχολείο κι όλα άλλαξαν σιγά σιγά.
Μόνο που όταν το κακό παραμονεύει κανείς δε μπορεί να το σταματήσει. Είναι αλήθεια πως για λίγο καιρό ηρεμήσαμε λίγο από την παρουσία της γυναίκας εκείνης. Έφτασα να πιστεύω πως η εμμονή της με την κόρη μου ήταν δικαιολογημένη ως ένα βαθμό επειδή είχαν δεθεί πολύ αλλά έκανα λάθος. Δεν θα το έβαζε τόσο εύκολα κάτω. Ένα μεσημέρι παρασκευής στην ώρα του φαγητού η Λίντα μας εξομολογήθηκε πως η γυναίκα αυτή την είχε επισκεφθεί την ίδια κιόλας μέρα στο σσχολείο. Προσπάθησα να πνίξω την ταραχή μου κι όσο πιο γλυκά μπορούσα τη ρώτησα τι είχε γίνει στη συνεχεια. Μου απάντησε πως είχαν περάσει μαζί λίγα λεπτά και μου έδειξε ένα κουτί με τα αγαπημένα της σοκολατάκια με το λικερ. Της τα είχε δώσει φεύγοντας.
Λίγο μετά το φαγητό ο σύζυγός μου έφυγε για το νοσοκομείο και η κόρη μου αποσύρθηκε στο δωμάτιό της για να ζωγραφίσει. Αυτή θα ήταν μια από τις τελευταίες της ζωγραφιές».

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: