L και Moln

Έκανε τρέχοντας τη διαδρομή ως εκεί αλλά λίγο πριν το πλησιάσει μαρμάρωσε στη θέση της. Ήταν εκείνος, ο μολν, το αγόρι που έγραφε ακατάπαυστα. Τον κοιτούσε μην πιστεύοντας στα μάτια της, το όνειρό της είχε πάρει σάρκα και οστά. Ι καλύτερο μπορούσε άραγε να ζητήσει; Για μια στιγμή όλα τυλήχτηκαν σε ένα απόκοσμο υπέροχο φως για να βυθιστούν στο σκοτάδι λίγες στιγμές αργότερα. Τι γύρευε στο σπίτι της εκείνο το πρωί; Γιατί είχε έρθει έτσι ξαφνικά, Και γιατί είχε διαλέξει εκείνη τη μέρα; Έσφιξε το τσαντάκι της κι ασυναίσθητα έκανε ένα βήμα πίσω.
Ο μολν που την κοιτούσε από το καθρεφτάκι το πρόσεξε και κατέβασε το παράθυρο χαμογελώντας.
-Καλημέρα κυρία L! Η φωνή του ακούστηκε κοροιδευτική μα κι ευχάριστη.
-τι θα λέγατε να μπείτε; Η L τίναξε νευρικά το κεφάλι της κι αφού το σκέφθηκε λίγο ακόμη άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και μπήκε στο αυτοκίνητο. Βολεύτηκε όσο καλύτερα μπορούσε στη θέση του συνοδηγού κι ύστερα μίλησε με μια φωνή κάπως αυστηρή κι επιτηδευμένη που ακούστηκε άσχημα ακόμη και στα δικά της αφτιά.
-Καλημέρα moln, έτσι δε σε λένε;
-Ακριβώς. Αυτό είναι το όνομά μου. Το δικό σου; Έβαλε μπροστά χωρίς να βιάζεται.
-με λένε L. δεν το πρόφερες λίγο πριν;
-Ναι, αλλά είχα την αίσθηση πως αυτό ήταν μόνο το πρώτο γράμμα του. Δεν καταλαβαίνω γιατί το κάνεις αυτό.
-το όνομά του κάθε ανθρώπου λέει κάτι για εκείνον, απάντησε το ίδιο ξερά η L.
-μάλιστα, και το δικό σου τι λέει;
-γιατί ρωτάς;
-το δικόμου δε λέει και πολλά, το διάλεξε η μητέρα μου που ήθελε να γίνω συγγραφέας αλλά ομολογώ πως δε μπορώ να κάνω κάποιο συσχετισμό.
-γιατί; Μήπως δεν τη δικαίωσες; Ανασήκωσε τα φρύδια της ενώ πάλευε να κρύψει ένα χαμόγελο που ετοιμαζόταν να κάνει την εμφάνισή του.
-Όχι ακριβώς…. Τίποτα από όσα γράφω δεν έχει εκδοθεί.
-εντάξει, ίσως δεν έχει έρθει η ώρα, αλλά θα έρθει, να είσαι σίγουρος. Σταμάτησε και πήρε μια απότομη ανάσα. Δεν έπρεπε να μιλήσει τόσο.
-Ίσως και να έχεις δίκιο αποκρίθηκε ήρεμα ο Moln στρίβοντας στο επόμενο στενό. Αν κάποτε διαβάσεις κάποιο από τα κείμενά μου θα μπορείς να μιλήσεις με μεγαλύτερη σιγουριά. Πάντως θα ήθελα πολύ να μάθω κι άλλο ένα γράμμα του ονόματός σου.
-γιατί;
-Θα τα συνδέω ένα ένα κι ελπίζω ταυτόχρονα να μαθαίνω και κάτι περισσότερο για εσένα.
Η L ακούμπησε δίπλα της το μικρό τσαντάκι.
-σήμερα δίνω εξετάσεις, δε μπορώ να λύνω γρίφους κι αινίγματα γι’αυτό περιμένω μια απάντηση. Ο κακός της εαυτός που λίγο πριν χτυπούσε την πόρτα είχε μπει ανενόχλητος πια. Πού να είχε πάει η παλιά της αταραξία;
-Νόμιζα πως είχες υπομονή αλλά δυστυχώς με διαψεύδεις. Ο moln αναστέναξε και στράφηκε να την κοιτάξει.
-Αυτό που γράφω είναι πώς να το πω…. Κάτι που σε ενδιαφέρει.
-αλήθεια, πάντα έψαχνα μια καλή ιστορία για τον ευρωπαικό ρωμαντισμό στην τέχνη.
-ΜΜμ ναι; Έχω κάποιους τόμους στο σπίτι αν θέλεις μπορείς να τους ρίξεις μια ματιά αργότερα, αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν ήθελα να πω ακριβώς αυτό. Γράφω λοιπόν ένα μυθιστόρημα για μια γυναίκα χωρίς ταυτότητα.
-Δεν ακούγεται και τόσο ενδιαφέρον, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της.
-Κι όμως αν το διάβαζες ίσως άλλαζες γνώμη. Η γυναίκα αυτή είναι… ξεχωριστή. Μορφωμένη καλλιεργημένη, αλλά απίστευτα μόνη, κλεισμένη σε μια φυλακή.
-Θα πρέπει να τους έχεις διαβάσει όλους εκείνους τους τόμους για τους οποίους μιλούσες πριν από λίγο.
-Κι ακόμη περισσότερους, πίστεψέ με αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Η γυναίκα αυτή είναι πολύ όμορφη πολύ δροσερή κι ας μην το γνωρίζει.
-Και πώς τη λένε;
-εδώ είναι το πρόβλημα. Δεν ξέρω το όνομά της. Ελπίζω όμως να το μάθω σύντομα.
Τράβηξε το βλέμμα του από πάνω της χωρίς να προσθέσει τίποτα άλλο για λίγο.
Η L ένιωθε παράξενα μουδιασμένη. Ήταν βέβαιη πως κάτι της διέφευγε.
Κανείς δε μίλησε στη διάρκεια της υπόλοιπης διαδρομής. Ο Moln ήξερε καλά πως τα λόγια του την είχαν αναστατώσει αλλά δε βιαζόταν να της δώσει τις απαραίτητες εξηγήσεις, θα ερχόταν η στιγμή και γι’αυτό.
Μόνο όταν έφτασαν στο πανεπιστήμιο έσβησε τη μηχανή και γύρισε προς το μέρος της.
-σου εύχομαι καλή επιτυχία, θα την έχεις αν κρίνω από τις ατέλειωτες ώρες του διαβάσματός σου. Άσε που αμφιβάλω αν τους χρειάζεσαι πραγματικά εκείνους τους τόμους. Όλα θα πάνε καλά αλλά ακόμη κι αν κάτι χαλάσει την τελευταία στιγμή μη στενοχωρηθείς, υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα που σε περιμένουν έξω από αυτό το κτίριο. Βγήκε από το αυτοκίνητο χωρις να της δώσει χρόνο για να απαντήσει και της άνοιξε την πόρτα με μια ευγενική κίνηση.
-Θα σε περιμένω να τελειώσεις, μη βιαστείς, γράψε όλα όσα θυμάσαι, έχω χρόνο.
Πήρε το τσαντάκι από το κάθισμα και της το έδωσε.
-Καλή επιτυχία, επανέλαβε και κάθισε πάλι στη θέση του. Η l έμενε καρφωμένη στη δική της θέση ανίκανη να κουνηθεί.
-Τι συμβαίνει; Ρώτησε κατεβάζοντας το τζάμι του παραθύρου. Γιατί δε φεύγεις; Δε χρειάζεται να αργήσεις, ο χρόνος είναι πολύτιμος, έτσι δεν ισχυρίζεσαι;
-Ναι βέβαια, κούνησε το κεφάλι της κι έκανε λίγα διστακτικά βήματα.
-δε διαφωνώ, αν και για εμένα η αξία του βρίσκεταισε άλλα πράγματα αλλά αυτό θα το συζητήσουμε αργότερα.
-τι θα κάνεις όσο εγώ θα γράφω;
-θα γράφω κι εγώ για τη γυναίκα που λέγαμε. Πρέπει να τη βγάλω στο φως.
-Και να της βρεις και όνομα, έτσι δεν είναι;
-Ναι, κι αυτό. Αν έχεις καμιά ιδέα θα χαρώ να τη μοιραστείς μαζί μου.
-Το όνομά μου είναι Lavinia. Το είχε διαβάσει κάποτε η μητέρα μου σε ένα παιδικό μυθιστόρημα… δεν ξέρω τον τίτλο, μιλούσε για μια μικρή βασίλισσα.
-Ωραίο όνομα, αριστοκρατικό. Ίσως και να σου ταιριάζει.
Κατέβηκε για δεύτερη φορά από το αυτοκίνητο και την πλησίασε χαμογελώντας.
Ο χώρος γύρω τους γέμιζε σιγά σιγά από φοιτητές κι αυτοκίνητα αλλά η l δεν έδειχνε να το αντιλαμβάνεται. Ήθελε να μιλήσει για το όνομά της κι εκείνο το βιβλίο. Είχε πολλές όμορφες ζωγραφιές που τις θυμόταν καλά και ήθελε να τις περιγράψει στο moln εκείνη ακριβώς τη στιγμή.
-Η μικρή βασίλισσα ήταν όμορφη, δε θυμάμαι το όνομά της. Ήταν γλυκιά κι ευγενική με όλους αλλά ένιωθε δυστυχισμένη. Ο πατέρας της πέθανε όταν ήταν 10 χρόνων.
Ο moln ακούμπησε πολύ προσεκτικά το χέρι του στον ώμο της.
-Δε σου είχαν μάθει να μιλάς όταν ήσουν μικρή; Τον κοίταξε με ανέκφραστα μάτια.
-Δε σε καταλαβαίνω.
-άκου, εγώ θα είμαι στο αυτοκίνητό όσο εσύ θα γράφεις, σου υπόσχομαι πως θα σε περιμένω όσο χρειαστεί. Γράψε με την ησυχία σου τα θέματα κι ύστερα έλα να με βρεις. Θα συζητήσουμε, και μετά θα πάμε μια ωραία βόλτα.
Πού;
-όπου θέλεις.
-Πάμε τώρα; Η φωνή της έσπασε κι αυτό του άρεσε. Δε φανταζόταν ποτέ πως διέθετε ένα τόσο όμορφο χρώμα για κάτι τέτοιες στιγμές.
Πίεσε λίγο το χέρι στον ώμο της.
-δε θέλεις να γράψεις; Η L δεν απάντησε.
-δε γίνεται να τα παρατήσεις, έχεις προσπαθήσει τόσο πολύ! Άλωστε εγώ περίμενα πολύ, δεν πειράζει να περιμένω κι άλλες δυο ώρες.
-Πόσο περίμενες;
-αρκετά. Άρχισε να περπατάει παίρνοντας τη μαζί του.
Η L καταλάβαινε πως επρεπε να επιστρέψει στην πραγματικότητα αλλά δεν έβρισκε τον τρόπο. Αισθανόταν τόσο παράξενα, σαν να ταξίδευε ώρες ολόκληρες χωρίς τελικό προορισμό μέσα στο χιόνι.
Μπήκαν στο κτίριο. Οι χαρούμενες φωνές των φοιτητών έκαναν αυτό που έπρεπε για εκείνη.
Ξαφνικά τίναξε το κεφάλι της και το βλέμμα της έγινε όπως και πριν. Ο l που περπατούσε στο πλάι της κατάλαβε την αλλαγή και σταμάτησε.
-εδώ θα σε αφήσω, να προσέχεις. Τράβηξε απαλά το χέρι του από πάνω της κι άρχισε να απομακρύνεται. Η L τον κοίταξε για λίγο κι ύστερα μπήκε τρέχοντας στην αίθουσα.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: