L και Moln

Δυο ώρες αργότερα ο Moln ήταν ακόμη μέσα στο αυτοκίνητο κι έγραφε. Γι’αυτόν ο χρόνος είχε σταματήσει, ή καλύτερα είχε συμπικνωθεί, κολλώντας σε μια και μόνο στιγμή. Το μυαλό του είχε χωρισθεί σε δυο κομμάτια, φαινομενικά τουλάχιστον. Από αυτά το ένα ήταν αφιερωμένο στην l ¨η καλύτερα στη Lavinia. Έπρεπε να το συνηθίσει αυτό το όνομα, ήταν δικό της. Αναρωτιόταν πώς να είχε γράψει κι αν κόντευε να τελειώσει, όχι πως βιαζόταν δηλαδή αφού είχε πολλή δουλειά να κάνει. Ήθελε ωστόσο να τη δει να χαμογελάει, κάτι μέσα του του έλεγε πως όλα είχαν πάει καλά.
Το άλλο μισό του μυαλού του ήταν συγκεντρωμένο σε αυτό που έγραφε. Εδώ κι ένα χρόνο περίπου δούλευε ένα μυθιστόρημα. Είχε γράψει αρκετά αλλά αυτό ήταν εντελώς διαφορετικό από τα προηγούμενα. Για πρώτη φορά εδώ έκαναν την εμφάνισή τους κάποια βιωματικά στοιχεία καλά συγκαλυμμένα ωστόσο. Όπως ήταν αναμενόμενο η L είχε τη θέση της σ’αυτό. Η ιστορία ήταν απλή, κι αν κάποιος τη γνώριζε σίγουρα θα κατέτασσε το βιβλίο στην κατηγορία των ερωτικών.
Ωστόσο κανείς δεν ήξερε τίποτα γι’αυτό ούτε καν τον τίτλο αφού ο συγγραφέας του αρνιόταν επίμονα να απαντήσει στις ερωτήσεις της οικογένειας και των φίλων του. Όταν όλοι αυτοί γίνονταν πολύ πιεστικοί απλώς κουνούσε αινιγματικά το κεφάλι μισοχαμογελώντας.
Θα τα αποκάλυπτε όλα σε ένα και μόνο πρόσωπο.
Έγραφε έγραφε και μόνο περιστασιακά σταματούσε για να ρίξει μια ματιά στο ρολόι. Ήταν καταπληκτική η ταχύτητα του χρόνου όταν έγραφε. Ωστόσο εκείνο το πρωινό το πέπλο που τον κρατούσε προστατευμένο από τον υπόλοιπο κόσμο δεν έμοιαζε και τόσο αδιαπέραστο. Ίσως επειδή που και που το ανασήκωνε ο ίδιος κρυφά για να ρίξει μια ματιά τριγύρω.
Η l άφησε κάτω το στυλό της κι έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή. Ζαλιζόταν κι ένιωθε το στομάχι της να ανακατεύεται αλλά δεν του έδινε καμία σημασία. Το μόνο που την ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή ήταν να βγει από την αίθουσα. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ποτέ πόσο στενή ήταν. Αναστέναξε και πήρε μια βαθιά ανάσα ανοίγοντας και πάλι τα μάτια της. Έπρεπε να υπερνικήσει την παρόρμηση της να φύγει χωρίς να ελέγξει το γραπτό της μια τελευταία φορά.
Άρχισε λοιπόν να διαβάζει όσα είχε γράψει προσπαθώντας να σκεφθεί αν της είχε ξεφύγει κάτι. Η αλήθεια ήταν πως δεν της άρεσαν και πολύ τα θεατρικά νατουραλιστικά έργα. Είχε διαβάσει βεβαια όλα όσα ήταν στην ύλη άλλα όσο κι αν πάσχιζε δεν κατόρθωνε να συμπαθήσει τους παράξενους εκείνους χαρακτήρες που γίνονταν έρμαια των παρορμήσεων και των πρωτόγονων ενστίκτων τους. Ήταν ξένοι γι’αυτή. Ξαφνικά χαμογέλασε φέρνοντας στο νου της μια πιθανή αντίδραση του moln αν του μιλούσε για εκείνες τις σκέψεις. Να ήταν άραγε ακόμη έξω περιμένοντάς την;
Γύρισε σελίδα και συνέχισε το διάβασμα με την ίδια προσοχή. Πίστευε πως τα είχε γράψει όλα.
Τελικά σηκώθηκε και μάζεψε τα χαρτιά. Μόνο όταν τα παρέδωσε σε μια επιτηρήτρια κι ετοιμάστηκε να φύγει κατάλαβε πως είχε μείνει σχεδόν μόνη στην αίθουσα. Ανασήκωσε τους ώμους της και βγήκε με γρήγορα βήματα. Αυτό δεν ήταν ασυνήθιστο. Συνήθως εξαντλούσε όλο το χρόνο που είχε στη διάθεσή της.
Βγήκε από το κτίριο θέλοντας να αρχίσει να τρέχει αλλά κάτι μέσα της τη συγκράτησε. Μια κοπέλα πέρασε από δίπλα της και τη χαιρέτισε με ένα γνέψιμο. Τη θυμόταν. Ήταν τρια χρόνια μεγαλύτερή της, σπούδαζε στο ίδιο πανεπιστήμιο με την l. Στάθηκε για να της μιλήσει αλλά εκείνη την προσπέρασε, δε φαινόταν βιαστική αλλά χαμένη στις σκέψεις της. Όταν την παρατήρησε καλύτερα της φάνηκε κάπως θλιμμένη κι αυτό δεν της άρεσε. Η κοπέλα εκείνη ήταν πάντα χαμογελαστή αισιόδοξη κι ευδιάθετη. Σϊγουρα κάτι δεν πήγε καλά για εκείνη.
Έσφιξε το τσαντάκι της κι άρχισε πάλι να περπατάει. Ο moln ¨ηταν εκεί και την περίμενε, όπως ακριβώς το είχε υποσχεθεί. Κι αυτό την έκανε να χαρεί πολύ, πιο πολύ από όσο περίμενε. Έφτασε στο αυτοκίνητο κι εκείνος βγήκε γρήγορα για να της ανοίξει την πόρτα.
-λοιπόν; Πώς πήγε; Της πήρε το τσαντάκι και τη βοήθησε να καθίσει
-Μη μου πεις πως όλες αυτές τις ώρες ήσουν εδώ μέσα κι έγραφες; Τα μάτια της καρφώθηκαν στα χαρτιά που ήταν σκορπισμένα παντού.
-ναι, βέβαια, εντάξει δεν ήταν και το πιο βολικό πράγμα στον κόσμο αλλά τα κατάφερα μια χαρά. Κάθισε δίπλα της κι άρχισε να μαζεύει τις σελίδες μια μια αλλά η L άρπαξε μια κι ετοιμάστηκε να αρχίσει το διάβασμα. Εκείνος της την πήρε από το χέρι με μια απαλή κίνηση.
-δικό σου είναι, θα το διαβάσεις όταν έρθει η ώρα.
-πότε;
-πΟλύ σύντομα. Έβαλε τις σελίδες σε ένα μεγάλο ντοσιέ και το πέταξε στο πίσω κάθισμα. Έπειτα έβαλε μπροστά και ξεκίνησε.
-λοιπόν; Πώς τα πήγες; Ασχοληθήκατε με τα αγαπημένα σου μυθιστορήματα κι εκείνη τη Τζειν Οστιν;
-Μήπως είναι μυθιστόρημα αυτό που γράφεις;
-έγραψες και για εκείνον τον… έντουαρντ δεν τον λένε;
-ναι, τώρα που το σκέφτομαι μυθιστόρημα θα πρέπει να είναι. Άπλωσε και πάλι το χέρι της για να πιάσει το ντοσιε.
Τότε στράφηκε να την κοιτάξει σταματώντας για δεύτερη φορά την κίνησή της.
-γιατί βιάζεσαι τόσο; Αφού σου υποσχέθηκα πως θα το διαβάσεις. Σε περιμένω τόσες ώρες εδώ μέσα, δε δικαιούμαι μια απάντηση;Η φωνή του ακούστηκε παράξενα ψυχρή και η L έπλεξε τα δαχτυλά της μπερδεμένη.
-ναι έχεις δίκιο. Όλα πήγαν καλά. Δεν ξέρω τι με έπιασε πριν. Σε ευχαριστώ πολύ που με περίμενες, δεν ήσουν υποχρεωμένος να…
-Σταμάτα. Φρέναρε απότομα. Ήθελα να το κάνω. Τι έπαθες; Όταν μιλάς μαζί μου δε χρειάζεται να απολογείσαι για την κάθε σου λέξη… άλωστε μου άρεσε το ενδιαφέρον σου, μπορώ να πω πως με κολακεύει.
-αλήθεια;
-Φυσικά, έχεις διαβάσει τόσα βιβλία κι όμως θέλεις και το δικό μου.
Η L γέλασε και χαλάρωσε ξανά στη θέση της.
-πΟύ θέλεις να πάμε;
-στη θάλασσα.
-ωραία, εκεί θα πήγαιναμε έτσι κι αλλιώς. Γέλασε κι εκείνος.
-μου αρέσει να γράφω στη θάλασσα αν και σήμερα δε σκοπεύω να κάνω ακριβώς αυτό. Αλήθεια; Είπες στους γονείς σου πως όλα πήγαν καλά;
-Όχι, η l άρχισε να ψάχνει το κινητό της. Το ξέχασα.
-δεν πειράζει, το θυμήθηκα εγώ. Λοιπόν; Πες μου για τα θέματα.
-νατουραλισμός, αηδία.
-Αλήθεια; Κρίμα, ήσουν άτυχη. Αλλά σίγουρα διέπρεψες και πάλι.
Η l άρχισε να πληκτρολογεί ένα sms.
-γιατί δεν τους τηλέφωνείς;
-αργότερα, τώρα μιλάω μαζί σου.
-Τόσο γρήγορα αλλάζεις τελικά; Κι εγώ νόμιζα πως είχαμε χρόνια δουλειάς μπροστά μας.
-δε σε καταλαβαίνω.
-δεν πειράζει. Πες μου για τους νατουραλιστές σου.
-είσαι παράξενος τελικά.
-Ναι πολλοί άνθρωποι συμφωνούν μαζί σου. Λοιπόν;
-θέατρο, θέατρο, δε μου άρεσαν τα θέματα. Δεν ήταν δύσκολα αλλά με απογοήτευσαν. Μόνο μια ερώτηση σχετιζόταν με πεζογραφία.
Τότε άρχισε να κουδουνίζει το κινητό της.
-μην ταράζεσαι, θέλεις να συρικνωθώ για να ξεχάσεις την παρουσία μου; Ο Moln γέλασε σιγανά.
-μη λες βλακίες, αυτά δε γίνονται.
-Γεια σου μαμά. Πώς είσαι; Ακούστηκε παράξενα ήρεμη. Ναι, είμαι καλά, μην ανησυχείς. Όλα πήγαν μια χαρά, αύριο το πρωί θα έχουμε τα αποτελέσματα κι αν όλα πάνε όπως πρέπει θα προχωρήσουμε και στη συνέντευξη. Είμαι ευχαριστημένη αλλά δε μπορώ να πω κάτι άλλο. Θα πάω μια βόλτα κι έπειτα θα γυρίσω στο σπίτι.
Ο Moln κατσούφιασε. Είχε σχέδια για εκείνη τη μέρα και δε θα άφηνε κανέναν να του τα χαλάσει.
-Γεια σου μαμά! Η L έκλεισε το κινητό της.
-συγγνώμη, είπε απολογητικά.
-Κανένα πρόβλημα, ποιος είμαι εγώ που θα διαταράξω τις ισορροπίες σου;
Η L το σκέφτηκε για λίγο. Αλήθεια, ποιος ήταν;

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: