Archive for Ιουλίου 2010

L και Moln

Ιουλίου 31, 2010

Λίγο αργότερα οι δυο τους ήταν καθισμένοι σε ένα μεγάλο κι αναπαυτικό καναπέ. Βρίσκονταν σε ένα μικρό μαγαζάκι, ακριβώςστην άκρη της παραλίας από όπου άκουγαν το κύμα που έσκαγε στην ακρογιαλιά. Η L καθόταν για ώρα εξτατική κι αμίλητη, να παρατηρεί τη θάλασσα και τους λίγους πελάτες. Ο Moln δεν έκανε καμία προσπάθια να σπάσει τη σιωπή, είχε την ευκαιρία να την παρατηρεί χωρίς να δίνει εξηγήσεις. Μόνο όταν ήρθε η ώρα να παραγγείλουν αναστέναξε και κούνησε τον κατάλογο προς το μέρος της.
-Πίνετε καφέ ή όχι; Η φωνή του κουδούνισε κοροιδευτική.
-Εεε… για να πω την αλήθεια… άρχισε να λέει η L αλλά τη διέκοψε βιαστικά.
-αφήστε, ξέρω, ή μαλλον μαντεύω. Μόνο κατά την περίοδο της εξεταστικής σας. Κάνω λάθος; Η L γούρλωσε τα μάτια της απορημένη. Δεν είχε αποφασίσει ακόμη αν της άρεσε ο τρόπος που της μιλούσε. Άργησε λοιπόν να απαντήσει λίγα δευτερόλεπτα.
-προφανώς κι εσύ τα ίδια έκανες όταν ετοιμαζόσουν να πάρεις το πτυχίο σου.
-Όχι ακριβώς, ο Moln έγνεψε στην κοπέλα που περίμενε να πλησιάσει.-Εγώ έγραφα κάθε λεπτό που ήταν διαθέσιμο, το πτυχίο δε με προβλημάτιζε.
-Ένα καπουτσίνο με κανέλα για εμένα κι ένα παγωτό σοκολάτα φράουλα για τη γλυκιά μου φίλη. Η κοπέλα του χαμογέλασε γνέφοντας αλλά άργησε λίγες στιγμές να απομακρυνθεί. Η L το πρόσεξε κι ένιωσε παράξενα κι απροσδιόριστα.
-Σε κοιτούσε, σίγουρα θα το παρατήρησες.
-πράγματι, αλλά δε με ενδιαφέρει.
-Βέβαια, τραβάς τα βλέμματα.
-Ω, η λατρευτή μου L ζηλεύει. Γέλασε δυνατά. Εκείνη σηκώθηκε και τράβηξε προς τα πίσω την καρέκλα της.
-αρχικά να σου πω, ότι δε ζηλεύω. Δεν είναι δική μου δουλειά με ποια γυναίκα θα φλερτάρεις.
-Θυμώνεις, χαίρομαι, αυτό πιστοποιεί πως ανήκεις στα ανθρώπινα πλάσματα.
-το δεύτερο πράγμα που θέλω να σου πω είναι πως… πως δεν είμαι λατρευτή σου.
-Γιατί όχι; Δε σου αρέσει η προσφώνηση;
-Πολύ, αλλά δε μου το έχει πει κανείς ως τώρα.
-Και; Δε σας αρέσουν οι άγνωστες λέξεις; Η L ένιωσε τα μάγουλά της να φλογίζονται και προτού καλά καλά το καταλάβει είχε σηκωθεί από τη θέση της. Άρχισε να περπατάει βιαστικά και λίγο αργότερα είχε βγει από το μαγαζί.
Πήγε και κάθισε σε ένα βραχάκι κοντά στη θάλασσα. Εκείνη τη στιγμή ένιωθε κουρελιασμένη. Σίγουρα ο Moln το είχε παρακάνει.πΟύ πήγαινε να μπλέξει; Μα δε γνώριζε που έπρεπε να σταματήσει; Θα του το μάθαινε εκείνη. Τότε ήταν που θέλησε να κλάψει αλλά προσπάθησε να συγκρατηθεί. Σίγουρα ο Moln θα ερχόταν να τη βρει από στιγμή σε στιγμή, αν καταλάβαινε τι είχε κάνει.
Εκείνος την ίδια στιγμή χαμογελούσε και πάλι στη νεαρή κοπέλα που έφερε τον καφέ και το παγωτό. Εκείνη τα άφησε σιωπηλά μπρροστά του αλλά πριν απομακρυνθεί μίλησε τελικά.
-Πού είναι η γλυκιά σου φίλη; Δε θα έρθει για το παγωτό της;
-ναι, φυσικά, είχε μια δύσκολη μέρα και της χρειαζόταν η αύρα της θάλασσας. Θα είναι εδώ σε λίγα λεπτά. Την πλήρωσε και πήρε στα χέρια το φλιτζάνι του για να της δείξει πως η συζήτηση τους είχε τελειώσει. Εκείνη έφυγε με αργά βήματα.
Αμέσως μόλις έμεινε μόνος άφησε πάλι κάτω το φλιτζάνι, το οποίο δεν είχε φέρει στα χείλη του. Τελικά ίσως ο δρόμος που είχε διαλέξει να μην ήταν κι ο πιο σωστός. Αναστέναξε και σηκώθηκε. Έπρεπε να την προλάβει, δεν ήθελε να τη δει να κλαίει, θα πάλευε για το αντίθετο, ακόμη κι αν τον έδιωχνε.βιαζόταν πολύ, κι αυτό θα τα χαλούσε όλα.εκείνη είχε τους δικούς της ρυθμούς, έπρεπε να το καταλάβει και να το σεβαστεί αν την ήθελε πραγματικά δίπλα του.
Η L στο μεταξύ είχε αγκαλιάσει τα γόνατά της κι είχε κρύψει το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια της, έτσι που ήταν πια κουλουριασμένη σαν μια μικρή μπάλα.
Δεν τον είδε, δεν τον άκουσε σχεδόν. Ίσως να μην ήθελε κιόλας να τον ακούσει αν ήταν να αρχίσει τις γνωστές του σπόντες. Κι αν τον ενοχλούσε τόσο ο χαρακτήρας της γιατί της μιλούσε έτσι κάποιες φορές που ξεχνούσε το σαρκασμό; Γιατί την περίμενε όλο το πρωί; Μήππως για να τη μεταμορφώσει; Ε λοιπόν δε θα το πετύχαινε αυτό χωρίς τη δική της βοήθια.
Δεν την πλησίασε πολύ, από ξαφνικό φόβο μήπως την ενοχλήσει Ήδη είχε φροντίσει να μεγαλώσει το χάσμα μεταξύ τους. Είχε μπερδέψει τη σειρά των πραγμάτων, είχε ξεχάσει το λόγο για τον οποίο την αγαπούσε τόσο βαθιά κι ειλικρινά. Μα μήπως δεν ήταν εκεί ακριβώς για να προσπαθήσει να της το εξηγήσει; Έκανε άλλο ένα βήμα, σχεδόν διστακτικό και πήρε μια βαθιά αθόρυβη ανάσα.
Σ’αγαπώ στο βάθος, πλάτος και ύψος
που η ψυχή μου δύναται να φτάσει, σαν ψάχνει αόρατη
να βρει το τέλος του Είναι και της Χάρης της ιδανικής.
Σ’αγαπώ στο επίπεδο της ταπεινότερης
καθημερινής ανάγκης, κάτω απ’τον ήλιο ή του κεριού το φως.
Σ’αγαπώ ελεύθερα, όπως παλεύουν οι άντρες για το Δίκιο.
Σ’αγαπώ αγνά, όπως απεχθάνονται τον Έπαινο.
Σ’αγαπώ με το πάθος που έντυνα
παλιά τις λύπες μου και με την πίστη
των παιδικών μου χρόνων.
Σ’αγαπώ με μιαν αγάπη που νόμιζα πως έχασα
μαζί με τους χαμένους μου αγίους- σ’αγαπώ με την ανάσα,
τα χαμόγελα, τα δάκρυα όλης της ζωής μου!- και αν ο Θεός ορίσει
θα σ’αγαπώ περισσότερο μετά το θάνατο.
Το είπε αργά κι είχε η φωνή του έναν τόνο σαγηνευτικό, σχεδόν θλιμμένο που η l άκουγε μόνο στη φαντασία της ή στο θέατρο. Στην αρχή δε μπορούσε να πιστέψει πως ήταν εκείνος, πως μιλούσε έτσι. Ήξερετο μπραουνινγγ, απίστευτο! Νόμιζε πως μόνο εκείνη διάβαζε τα σονέτα του.
Κάπου στη μέση του ποιήματος είχε ανασηκωθεί για να τον κοιτάξει. Δε χαμογελούσε καθόλου, το πρόσωπό του ήταν σοβαρό μα όχι απαθές. Τα χείλη του ήταν τραβηγμέναστις άκρες αλλά αυτό που έβλεπε δεν έμοιαζε καθόλου με χαμόγελο.
Η φωνή του παλλόταν, ταιριάζοντας απόλυτα με τον ήχο των κυμάτων που λες και είχαν γλυκάνει εκείνα τα τελευταία λεπτά.
Κι όταν τελικά είχε σηκώσει το βλέμμα της προς το μέρος του, την είχε κοιτάξει άφοβα καρφώνοντας τα μάτια του στα δικά της, κάνοντας άλλο ένα βήμα προς το μέρος της. Τότε ήταν που δάκρυσε κι αυτή τη φορά δεν έκανε καμία προσπάθια να το κρύψει. Το δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της κι έμεινε εκεί να στεγνώσει σιγά σιγά, ταιριάζοντας κι αυτό με την αλμύρα της θάλασσας.
Ο Moln θέλησε να απλώσει το χέρι και να το αγγίξει αλλά την τελευταία στιγμή σταμάτησε, ίσως αυτό να μην της άρεσε. Όταν μίλησε ξανά η φωνή του ήταν πιο τραχιά από ο,τι λίγη ώρα πριν στην καφετέρια. Σαν να επρόκειτο για διαφορετικό άνθρωπο.
-Τα δάκρυα των γυναικών θυμίζουν μαργαριτάρια. Κι όσο πιο όμορφη είναι η γυναίκα που κλαίει, τόσο πιο όμορφα είναι κι αυτά.
-Λίγες φορές έχω κλάψει μπροστά σε κάποιον άλλο εκτός από τους γονείς μου. Λίγα πράγματα μου προκαλούν κάτι τέτοιο, κι η ποίηση είναι ένα από αυτά. Αλλά και πάλι, το χαρτί δεν έχει πάντα τέτοια επίδραση πάνω μου, όση τρυφερότητα κι αν είναι κλεισμένη σε αυτό. Μόνο μια ανδρική φωνή τόσο άψογη, τόσο καλά χρωματισμένη σαν τη δική σου θα μπορούσε να με κάνει να κλάψω.
-Ίσως να έπαιξα κι εγώ το ρόλο μου, αλλά οι τελευταίες μέρες ήταν δύσκολες για σένα, φορτισμένες.
-Δε θα το φανταζόμουν πως μιλούσες κι έτσι όταν το ήθελες, αλλά είσαι και συγγραφέας. Του χαμογέλασε δειλά.
-υποθέτω πως δε φανταζόσουν επίσης πως μου αρέσει ο Μπραουνινγγ, έτσι δεν είναι;
Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.
-Κάποτε ένας καθηγητής μας διάβαζε τέτοια ποιήματα, ήμουν μικρή, δεν καταλάβαινα λέξη, ή τουλάχιστον έτσι πίστευα, πως έφταιγε η ηλικία.
-Και τώρα; Μεγάλωσες και κατανόησες καλύτερα τους ποιητές; Ο σαρκασμός του είχε κάνει φτερά κι αυτό της άρεσε. Άρχισε να αναρωτιέται πόση ώρα θα άντεχε να μιλάει έτσι, γλυκά κι απαλά.
-Δε νομίζω, είπε λίγο αργότερα με μια φωνή κουρασμένη, σχεδόν απογοητευμένη. Μόνο εικασίες μπορώ να κάνω αλλά κάποτε δεν τις έκανα ούτε κι αυτές.
-δε νομίζω πως έμεινες μόνο σε μια απλή εικασία, αν ήταν έτσι τα πράγματα δε θα δάκρυζες.
-Λες;
-Ναι. Έκανε τα τελευταία βήματα που τους χώριζαν και της άπλωσε το χέρι.
-δεν πάμε; Το παγωτό σου θα κοντεύει να λιώσει.
-είναι πολύ όμορφα εδώ!
-Το ξέρω, γι’αυτό σε έφερα σε τούτο το μέρος. Πάμε στην καφετέρια κι έχουμε όλο το χρόνο να επιστρέψουμε αν το θέλεις. Εγώ ήρθα απλά για να σου ζητήσω συγνώμη, κι αυτό έκανα. Εντάξει για να είμαι ειλικρινής λίγες φορές την έχω προφέρει αυτή τη λέξη, συνήθως βρίσκω άλλους τρόπους να το κάνω.
Η L σηκώθηκε
-Μου άρεσε πολύ το ποίημα, ακόμη κι αν δεν ανταποκρινόταν εντελώς στη συγκεκριμένη περίσταση. Την κοίταξε και για πρώτη φορά ένα αχνό αλλά πονηρό χαμόγελο χαράκτηκε στα χείλη του.
-Έτσι λες, δεν ανταποκρινόταν; Άρχισαν να περπατούν αργά αργά..

Γραφη

Ιουλίου 30, 2010

Τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να γράφουν;
Κατά καιρούς περνούν διαφορετικές απαντήσεις από το νου μου.
Σήμερα τείνω να πιστέψω πως το γράψιμο σημαίνει κάτι τελείως διαφορετικό για τον καθένα.
Λίγη ώρα πριν βρήκα ένα ενδιαφέρον ιστολόγιο τυχαία. Καμιά φορά, όταν μου λείπει η διάθεση για λογοτεχνία επισκέπτομαι διάφορους ιστοχώρους και διαβάζω τα κείμενα γνωστών κι αγνώστων για να ανακαλύψω μικρά μυστικά, ή ακόμη για να μαντέψω άλλα πουοι blogers αρνούνται να μοιραστούν με τους αναγνώστες τους.
Αυτό το ιστολόγιο μου άρεσε, γιατί προφανώς ο κάτοχός του αγαπάει τη μουσική κι ίσως την ποίηση. Βρήκα και διάβασα ένα μικρό κειμενάκι, πολύ γλυκό, βαθιά ρωμαντικό μα και τόσο ρεαλιστικό…
Μιλούσε για την αγάπη, για τις χαρές και τις πίκρες που μοιράζει σε όλους αδιάκριτα. Ήταν αληθινό κι αισθαντικό μαζί.
Πότε να το έγραψε άραγε και με ποιο κόστος;
Αλήθεια πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να αποτυπώσουμε στο χαρτί κάτι από αυτά που μας βαραίνουν;
Πόσο συχνά το κάνει άραγε ο καθένας μας; Και πόσο ειλικρινής είναι απέναντι στον εαυτό του;
Και τι ακολουθεί μετά την αποτύπωση όλων αυτών; Αδειάζουμε, λυτρωνόμαστε, ή πληγώνουμε ακόμη πιο πολύ τους εαυτούς μας φέρνοντας στο νου μας κάποια από αυτά που θέλουμε να ξεχάσουμε;
Ακόμη κι αν είμαστε ειλικρινείς και στεκόμαστε μισόγυμνοι μπροστά σε κάθε αναγνώστη, με πόσους διαφορετικούς τρόπους μπορεί να γίνει αντιληπτό το ίδιο κείμενο;

η πρωτη υποθεση

Ιουλίου 29, 2010

Κεφάλαιο τριακοστό πρώτο
Η άννα άρχισε να παίζει με τα νύχια της μπλέκοντάς τα μεταξύ τους ενώ ταυτόχρονα δάγκωνε και τις άκρες των χειλιών της. Η άρτεμη θυμήθηκε αμέσως αυτή τη συνήθια που τόσο πολύ την εκνεύριζε. Αν το έβλεπε αυτό να το κάνουν άλλοι άνθρωποι θα το έπαιρνε σαν δείγμα αμηχανίας αλλά η αδερφή της…
-Μη σταματάς είπε σχεδόν επιτακτικά. Έχουμε πολλά να πούμε. Μα σαν να την εξάντλησαν αυτά τα λόγια κουλουριάστηκε ακόμη περισσότερο στο κάθισμά της.
-σωστά, θα σου τα αφηγηθώ όλα. Λοιπόν, πού είχαμε μείνει;;; Α ναι. Άρχισα να καταστρώνω λεπτομερώς το σχέδιο για την κατάκτηση ή καλύτερα την αποπλάνηση του ζαν. Στην αρχή έβαλα ένα φίλο που μου χρωστούσε μια χάρη να κάνει μια γρήγορη αλλά αθόρυβη έρευνα για εκείνον. Αυτά που ανακάλυψα μου άρεσαν πολύ. ΟΙ γονείς του ζαν ήταν πολύ πλούσιοι, είχαν κι ένα κότερο, φαντάσου. Το έχω δει ξέρεις, ναι, αλήθεια σου λέω. Έχω ταξιδεψει με αυτό.
-Ηρέμησε, σε πιστεύω, όλοι το ξέρουμε πως έχει λεφτά ο Ζαν, αλλιώς τι θα σε τραβούσε εσένα πάνω του; Δε λέω ήταν όμορφος, πολύ…
-βέβαια, πάρα πολύ, κι η ζωή στο πλάι του αποτελούσε πραγματική ευχαρίστηση για εμένα. Τέλοσπάντων, ανακάλυψα πως ήταν το μοναδικό παιδί της οικογένειας και πως ο πατέρας του όπως ήταν φυσικό είχε στηρήξει όλες του τις ελπίδες πάνω του. Χαμογέλασε και συνέχισε βιαστικά. Ξέρεις ήθελε να τον στρέψει στην πολιτική. Μα πόσο ανόητος είναι αυτός ο άνθρωπος; Δε λέω, ο Ζαν διέθετε τα πάντα σχεδόν που χρειαζότανλ λεφτά κύρος καλές γνωριμίες αλλά… όταν άνοιγε το στόμα του… Καλά, μη μου πεις πως δε θυμάσαι…
-Για να σκεφθώ, η άρτεμη έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή αλλά τα άνοιξε ξανά την επόμενη για να τα καρφώσει σε κείνα της αδερφής της.
-Τώρα που το λες… σαν να τραύλιζε ελαφρά, έτσι δεν είναι;
Η άννα ξέσπασε σε ένα γέλιο σχεδόν ειλικρινές.
-Ναι, κάπως έτσι, δεν τραύλιζε ακριβώς, δηλαδή του συνέβαινε κι αυτό σε στιγμές μεγάλης έντασης ή πάθους. Κυρίως αντιμετόπιζε κάποιο πρόβλημα με την άρθρωση του γράμματος Ρ. Δεν το είχα παρατηρήσει στην αρχή αλλά κάποτε που είμαστε οι δυο μας σε κάποιο ακριβό και φημισμένο εστιατόριο τον άκουσα στον πρώτο του αληθινό μονόλογο. Δε νομίζω πως αυτό το σημείο ήταν από τα καλύτερα της προσωπικότητάς του. Μιλούσαμε θυμάμαι για φιλοσοφία, δηλαδή εκείνος μιλούσε, εγώ έπαιζα με το φαγητό μου και τον άκουγα. Εξέθετε τις απόψεις κάποιου γάλλου για τις επιδράσεις των αναμνήσεων στη διάθεση των ανθρώπων σε κάθε ηλικία. Είχε ενδιαφέρον, οφείλω να το ομολογήσω αλλά το πρόβλημα στην άρθρωση του Ζαν ήταν εμφανέςτώρα. Μάζεψα όλο μου το θάρρος και τον ρώτησα γι’αυτό. Είπε πως οι δικοί του τον είχαν πάει σε πολλούς γιατρούς αλλά κανείς δεν είχε μπορέσει να τον βοηθήσει ουσιαστικά ώσπου κατέληξαν πως υπήρχε κάποια ανωμαλία στην κατασκευή του. Εκείνη τη μέρα ήθελα να γελάσω με τη φωνή του αλλά συγκρατήθηκα όπως καταλαβαίνεις. Αν υπέκυπτα σε αυτή την επιθυμία θα τα χαλούσα όλα. Αναστέναξε επιτηδευμένα.
Λίγο καιρό αργότερα γίναμε ζευγάρι. Μη ρωτάς το πώς, αναγκάστηκα να διαβάσω φιλοσοφία και να μελετάω ως το πρωί για το πανεπιστήμιο για να μη μείνω πίσω στα μαθήματα. Διέθετα όλο μου το χρόνο στο ζαν. Πηγαίναμε στο θέατρο κι ύστερα για φαγητό και χορό και κάποιες φορές που του το επέτρεπα με πήγαινε στο σπίτι του. Ήταν καλός εραστής, πιο καλός από ο,τι φανταζόμουν κι αυτό μου άρεσε πολύ.
Βέβαια εγώ δεν ήξερα και πολλά από τέτοια πράγματα αλλά όλα κυλούσαν φυσιολογικά νομίζω. Σιγά σιγά γνώρισα όλους τους φίλους του όπως επίσης και την οικογένειά του. Τα πήγα πολύ καλά από την αρχή με τον πατέρα του ο οποίος όσο μας ξεναγούσε στη βίλα τους πάλευε να χωνέψει την ιδέα πως ο γιος του δε θα ακολουθούσε το δρόμο που εκείνος επιθυμούσε. άΛωστε και οι σπουδές του Ζαν δεν οδηγούσαν προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο αντιμετόπισα προβλήματα με τη μητέρα του σχεδόν από την αρχή. Είχε βλέπεις άλλα σχέδια για το μονάκριβό της γιο.
Σταμάτησε να παίζει με τα νύχια της κι ακούμπησε τα χέρια της πάνω στο τραπέζι για να τα τυλήξει λίγο αργότερα γύρω από το ποτήρι της.
Η μητέρα του είναι μια γυναίκα που έχει τόσα λεφτά ώστε να μην ξέρει τι να τα κάνει. Όχι πως αυτό είναι κακό, θα γίνω κι εγώ έτσι κάποτε αλλά εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκεται το μυαλό της δεν υπάρχει τίποτα. Το μόνο που ξέρει να κάνει είναι να αγοράζει ρούχα και κοσμήματα και να μοιράζει ανόητες υποσχέσεις.
-τι θέλεις να πεις;
-Κάποτε πριν χρόνια, όταν ο ζαν ήταν πολύ μικρός είχε υποσχεθεί σε μια φίλη της πως θα τον πάντρευε με την κόρη της. Είχε κι εκείνη πολλά χρήματα. Τη μικρή τη λένε Ρόουζ, την έχω γνωρίσει. Η αλήθεια είναι πως η εξυπνάδα της ξεπερνούσε κατά πολύ αυτή των δυο γυναικών. Πολιορκούσε στενά το ζαν πριν καλά καλά τελειώσει το σχολείο. Τώρα θα αναρωτιέσαι γιατί οι γονείς δεν είχαν κάνει τους αραβώνες των παιδιών πιο νωρίς. Ο ζαν δεν ήθελε, δεν του άρεσε η Ρόουζ, δεν ξέρω το λόγο. Είναι έξυπνη όπως σου είπα και ντύνεται σύμφωνα με την τελευταία λέξη της μόδας. Όταν τον είχα ρωτήσει είχε σηκώσει αδιάφορα τους ώμους λέγοντας απλά πως δεν τον καταλάβαινε. Τον ρώτησα ξανά λίγες μέρες αργότερα με έναν τρόπο κάπως πιο επίμονο αλλά εκείνος αρνήθηκε να μου απαντήσει. Είπε πως εγώ ήμουν αναμφίβολα πολύ πιο γοητευτική και συναρπαστική γυναίκα και το θέμα έκλεισε εκεί. Κατέπνιξε τις υπόλοιπες ερωτήσεις μου αγοράζοντάς μου ένα κολιε από μαργαριτάρια. Δε με ένοιαζε να ρωτήσω πιο πολλά. Έβγαλα από το νου μου το θέμα ρόουζ, θα την αντιμετόπιζα αν χρειαζόταν. Σταμάτησε για να πιεί λίγο νερό και η Άρτεμη άρπαξε την ευκαιρία για να μιλήσει. οΙ ερωτήσεις της έκαιγαν το λαιμό.
-Και αφού τα πράγματα μεταξύ σας ήταν τόσο σοβαρά γιατί δε μας μίλησες;
-μη με ρωτάς τα ίδια και κάνε υπομονή. Είχα σχέδιο. Μου άρεσε ο ζαν, περνούσαμε υπέροχα μαζί τόσο τη μέρα όσο και τη νύχτα αλλά αυτό απλά διευκόλυνε την κατάσταση. Εγώ ήθελα τα λεφτά.
Η Άρτεμη ανατρίχιασε.
-ΟΙ μήνες περνούσαν κι εγώ προσπαθούσα κάθε μέρα να γίνω απαραίτητη στο Ζαν και νομίζω πως τα κατάφερα. Όλοι σχεδόν οι συμφοιτητές μου γνώριζαν για τη σχέση μας την οποία δεν προσπαθούσαμε κιόλας να κρύψουμε. Είχα σχεδόν εγκατασταθεί στο σπίτι που του αγόρασε η μητέρα του λίγο καιρό πριν. Ένιωθα καλά με τον εαυτό μου κι ετοιμαζόμουν για το πιο αποφασιστικό βήμα, αυτό που θα με έφερνε εκεί που ήθελα.
Το βράδυ που ο Ζαν έκλεινε τα 21 του χρόνια του ανακοίνωσα πως ήμουν έγκυος. Η Άρτεμη πήρε μια βαθια ανάσα κι ο αέρας μπήκε βίαια στα πνευμόνια της σφυρίζοντας.
-πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; Πότε έγινανν όλα αυτά;
-εκείνο το βράδυ είχαμε καλέσει για φαγητό κάποιους φίλους στο σπίτι, δική μου ήταν η ιδέα, ήθελα να τον κάνω να απογαλακτισθεί από τη μητέρα του η οποία πάλευε να τον πείσει να περάσει τα γενέθλιά του όπως πάντα μαζί της. Αλλά εμένα δε με ήξερε καλά, ήθελα να γίνουμε ανεξάρτητοι, είχε έρθει η ώρα. Καλά, μιλάω λες κι έχει περάσει μια αιωνιότητα από τότε κι όμως όλα είναι τόσο πρόσφατα.
Χρησιμοποίησα κάθε μέσο που είχα στη διάθεσή μου για να πετύχω το σκοπό μου και τελικά δικαιώθηκα απόλυτα. Εκείνο το παρτάκι, απέφυγε να χρησιμοποιήσει την πιο σωστή λέξη δεξίωση, έμεινε αξέχαστο σε όλους τους καλεσμένους. Τα ποτά που σερβιρίστηκαν ήταν πολύ ακριβά, η τούρτα τεράστια. Στα μάτια όλων φαινόμουν σαν μια γλυκιά κι απόλυτα αφοσιωμένη φίλη… Τον κοιτούσα στα μάτια όλη την ώρα κι όταν έσβησε τα κεράκια του χάρισα μπροστά σε όλους μια υπέροχη φωτογραφική μηχανή.

Η πρώτη υπόθεση

Ιουλίου 15, 2010

Κεφάλαιο τριακοστό
-γιατί αποφάσσισες ννα μιλήσεις τώρα; Η άννα ακούμπησε τα δυο τηλέφωνα πάνω στο τραπέζι μπροστά της.
-Ξέρεις το γιατί.
-Ίσως αλλά με ενδιαφέρει να το συζητήσω μαζί σου.
-είμαι δειλή κατά βάθος, ίσως πάντα να ήμουν αλλά μου πήρε κάμποσα χρόνια να το συνειδητοποιήσω.
-Και; Πότε το κατάλαβες; Η άννα έγινε σαρκαστική, κι ο τόνος αυτός της ταίριαζε τόσο πολύ ποη η άρτεμη ανατρίχιασε.
-Όταν πέθανε η μαμά. Τότε όλα ξεκαθάρισαν στο κεφάλι μου.
-αλήθεια; Η Άννα άναψε τσιγάρο με ένα μικρό χρυσό αναπτήρα. Η άρτεμη έμεινε για ώρα να τον παρατηρεί. Η αδερφή της είχε πολλά χρήματα και φυσικά της άρεσε να τα επιδεικνύει.
-Πού τα βρήκες τόσα λεφτά;
-έκανα σωστές κινήσεις.
-δηλαδή; Χρηματηστήριο ή κάτι τέτοιο; Εκείνη γέλασε.
-υπάρχουν πολλά είδη επενδύσεων άρτεμη. Εγώ εκείνη τη μέρα που έφυγα από την ελλάδα είχα πάρει ήδη τις αποφάσεις μου.
-όσο γι’αυτό… ήμουν σίγουρη. Το είδα στα μάτια σου εκείνη τη μέρα. Έλαμπαν κι ήταν ψυχρά, σχεδόν ανέκφραστα.
-ακριβώς όπως το είπες, ανέκφραστα. Δεν αφορούσε κανέναν το μέλλον μου. Ούτε εσένα, ούτε τη μητέρα μας. ΆΛωστε εκείνη δεν είχε μάτια για εμάς. Άπλωσε το χέρι να πιάσει το ποτήρι με το χυμό. Κάθονταν σε ένα μακρόστενο δωμάτιο που για μόνη του επίπλωση είχε ένα στρογγυλό τραπέζι καλυμμένο με τζάμι και τέσσερις καρέκλες γύρω του. Το σπίτι δεν το ήξερε η Άρτεμη κι ούτε είχε την ευκαιρία να το δει ολόκληρο αλλά η άννα ισχυρίστηκε πως ήταν μιας φίλης της.
-Γίνεσαι σκληρή με τη μαμά.
-Και ποιο είναι το πρόβλημα; Δε θα το μάθει ποτέ. Η άρτεμη έκρυψε για μια στιγμή το πρόσωπο μέσα στα χέρια της. Όλο και πιο συχνά την έκανε την κίνηση αυτή τώρα τελευταία.
-είχα πιστέψει πως την καταλάβαινες μετά από εκείνη τη μέρα που σε πήρε και μιλούσατε για ώρες, το θυμάσαι έτσι δεν είναι; Η Άννα ήπιε με προσοχή μια μικρή γουλιά κι ανασήκωσε τα φρύδια της με απορία.
-δε θα το ξεχάσω ποτέ αλλά αυτό που με ξαφνιάζει είναι πως τη θυμάσαι κι εσύ τόσο καλά μετά από όλα αυτά τα χρόνια.
-Και βέβαια τη θυμάμαι.
-γιατι; Θίχτηκες επειδή δεν ήσουν μαζί μας;
-όχι βέβαια Άννα, εσύ ήσουν αυτή που έχανε τον έλεγχο κάθε φορά που κάτι σε δυσαρεστούσε. Αλλά και πάλι το κάλυπτες εύκολα. Πίστευες πως οι άλλοι δεν το αντιλαμβάνονταν αυτό αλλά να που έκανες λάθος. Εγώ σε παρακολουθούσα. Η άννα την κοίταξε σαστισμένη.
-Δεν ήσουν εσύ που παρακολουθούσες εμένα αλλά εγώ εσένα. Θα σου το αποδείξω πολύ σύντομα. Κι αν νομίζεις πως με αιφνηδίασες κάνεις μεγάλο λάθος. Ξέρω πως γνωρίζεις αρκετά από τα μυστικά μου κι όσο παράξενο κι αν σου φαίνεται είμαι εδώ για να σου αποκαλύψω κι άλλα.
-Κι άλλα; Πόσα έχεις κάνει; Η άννα γέλασε παράξενα. Η άλλη κοπέλα στηρήχθηκε στους αγκώνες της για να μπορέσει να την κοιτάξει καλύτερα. Δεν της άρεσε αυτό που έβλεπε.
-πΟλλά, κάποιαδε θα τα μάθει κανείς, αλλά εσύ, είσαι η εκλεκτή, η αγαπημένη μου αδερφή. Το ξέρεις πως σε αγαπάω, έτσι δεν είναι; Άπλωσε το χέρι της πάνω από το τραπέζι για να πιάσει αυτό της αδερφής της αλλά εκείνη ττραβήχτηκε. Της προκαλούσε αποστροφή εκείνη η γυναίκα.
Πάντα τη φοβόταν αλλά αυτό που ένιωθε εκείνη τη μέρα δε συγκρινόταν με τίποτα.
-δώσε μου το κινητό μου είπε απότομα. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να το κρατάς εσύ. Δε σου έχω κάνει τίποτα Της το έδωσε αμέσως μισοχαμογελώντας της. Η άρτεμη το άνοιξε βιαστικά. Είδε κλήσεις από την επιθεωρήτρια κι ένα μήνυμα από τον ανδρέα. Απόρησε που τον ξεχνούσε τόσο εύκολα.
-τον θυμάσαι το ζαν; Η φωνή της άλλης γυναίκας έγινε ξαφνικά μεταξένια, σχεδόν βελούδινη. Η άρτεμη χαμογέλασε αυτόματα. Ταξίδεψε στο Παρίσι… δεν είχε ξεχάσει ττίποτα από εκείνες τις μέρες. Αν θυμόταν τον ζαν…
-Βέβαια, άννα. πΟλύ καλά, γιατί;
Τότε εκείνη έβγαλε από την τσάντα της ένα δερμάτινο πορτοφόλι και το άνοιξε. Όσο έψαχνε η άρτεμη πρόλαβε να δει μια σειρά από πιστωτικές κάρτες αλλά δεν το σχολίασε.τελικά η άννα τράβηξε μια έγχρωμη φωτογραφία και της την έδωσε σχεδόν αδιάφορα.
-Δες να μου πεις πως μας βρίσκεις! Την πήρε κι άρχισε να τη μελετάει με προσοχή. Η άννα ντυμένη με ένα κατάλευκο φόρεμα, η Άννα με μια υπέροχη ανθοδέσμη… Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. Δεν ήταν δυνατό αυτό!
-Μη μου πεις πως παντρεύτηκες το Ζαν! Τα μάτια της γύρισαν πάλι στη φωτογραφία. Τον κοίταξε, ήταν πολύ όμορφος, τα μαλλιά του ήταν κατάξανθα και το χαμόγελό στο πρόσωπό του σχεδόν αγγελικό.
-πες μου, τον παντρεύτηκες; Πότε; Γιατί δε μας είπες τίποτα;
-είναι μεγάλη ιστορία, άρτεμη. Αλλά θα σου την πω. Όπως εξήγησα λίγο πριν δε με καταλαβαίνατε καθόλου, ούτε εσύ ούτε η μαμά. Φυσικά αν επρεπε να διαλέξω ανάμεσα στις δυο σας ξέρεις πολύ καλά ποια θα διάλεγα χωρίς δεύτερη σκέψη. Σε ένα πράγμα είχες δίκιο. Εκείνη η μέρα που μίλησα μαζί της για ώρες με σημάδεψε, κάτι χαράχτηκε μέσα μου κι ήξερα πως ο,τι κι αν έκανα δε θα το ξερίζωνα.
Είχα αρχίσει βλέπεις να διαμορφώνω την άποψή μου για όσα έβλεπα κι άκουγα. Εκείνο το βράδυ όταν πήγα για ύπνο υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως θα έκανα ο,τι μπορούσα για να σταματήσω τους πολλούς καβγάδες. Δεν ήταν η σωστή λύση στο πρόβλημα. Όσο το σκεφτόμουν τόσο έβλεπα πως έπρεπε να φύγω αμέσως μετά την αποφοίτηση από το σχολείο. Άρχισα να μαζεύω χρήματα προσπαθώντας να το εξηγήσω και σε εκείνη.
-ήξερες πόσο θα στενοχωριόταν όταν τελικά θα έφευγες.
-ναι, το ήξερα αλλά δε γινόταν αλλιώς. Άλωστε είχε κι άλλο παιδί, θα κάλυπτε γρήγορα το κενό της απουσίας μου.
-Μας αγαπούσε και τις δυο το ίδιο.
-Μη βιάζεσαι, δε μιλάω για εσένα. Η άρτεμη χλώμιασε αλλά προτίμησε να μην απαντήσει. Σπάνια η άννα μιλούσε τόσο πολύ.
-Μη με διακόπτεις, σε παρακαλώ, θα ρωτήσεις ο,τι θελήσεις όταν τελειώσω. Έφυγα λοιπόν όπως ξέρεις το ίδιο εκείνο καλοκαίρι. Είχα βρει ήδη δουλειά σε κείνο το απαίσιο ξενοδοχείο. Ένα πικρό χαμόγελο φάνηκε για μια στιγμή στα χείλη της και η άρτεμη δεν ήταν σίγουρη αν το είχε δει πραγματικά. Να που έκανα κι εγώ την ίδια δουλειά με εσέναγια λίγο. Μόνο που εσύ ικανοποιήθηκες με αυτή ενώ εγώ όχι. Για μένα ήταν απλώς ένα σκαλοπάτι και τίποτα περισσότερο. Τέλοσπάντων. Τα χρήματα που είχα στη διάθεσή μου προορίζονταν αποκλειστικά και μόνο για τις σπουδές μου, αλλά έπρεπε και να ζήσω.
-Φυσικά, άλωστε από τότε σου άρεσαν τα ακριβά ρούχα και τα κοσμήματα.
-Ακριβώς αλλά όταν ήμουν 18 δεν είχα λεφτά για τέτοια πράγματα. Ήμουν βέβαιη πως η ευκαιρία που έψαχνα θα παρουσιαζόταν και δεν έπεσα έξω. Σε μια χριστουγεννιάτικη γιορτή γνώρισα το ζαν. Ήταν νέος ωραίος πλούσιος… Αλλά πάνω από όλα διέθετε μυαλό κι αυτό μου άρεσε. Ήταν βλέπεις σπάνιο φαινόμενο. οΙ πιο πολλοί συμφοιτητές μου ξόδευαν χρήματα για να φλερτάρουν ο ένας τον άλλον από το πρωί ως το βράδυ. Βρισκόμαστε τότε μόλις στο πρώτο έτος των σπουδών μας.
Όταν τον γνώρισα ο Ζαν ήταν πώς να το πω… μηδενιστής, σχεδόν δηλαδή. Στην αρχή δεν τον καταλάβαινα καθόλου αλλά τελικά είδα πως οδηγήθηκε εκεί. Σκεφτόταν πολύ, με μια ασύλληπτη ταχύτητα. Το έργο μου δεν ήταν εύκολο, ευτυχώς το κατάλαβα νωρίς.

Η πρώτη υπόθεση

Ιουλίου 14, 2010

Κεφάλαιο εικοστό ένατο
Η ενριέτα περπατούσε προσέχοντας τη στάση του σώματός της. Τα παυσίπονα δεν είχαν αρχίσει ακόμη τη δράση τους. Ωστόσο ο δροσερός αέρας και το σταθερό περπάτημα την έκαναν ήδη να νιώσει καλύτερα. Το πολύωρο διάβασμα των τελευταίων ημερών είχε μουδιάσει το μυαλό της και τώρα το κατάλάβαινε καλύτερα που ξεκουραζόταν. Η χαλάρωσή της θα ήταν ολοκληρωτική σχεδόν αν δεν την απασχολούσε η άρτεμη. Είχε αργήσει πολύ εκτός κι αν αυτή τη στιγμή χτυπούσε την πόρτα του γραφείου της. Αυτή η σκέψη την έκανε να περπατήσει κάπως πιο γρήγορα αλλά μια σουβλιά πόνου την επανέφερε βίαια στην πραγματικότητα θυμίζοντάς της την τωρινή της κατάσταση. Έφτασε στο περίπτερο την ώρα που είχε αρχίσει να ιδρώνει, κι όμως ήταν τόσο κοντά. Ύστερα από σύντομο δισταγμό αγόρασε δυο σοκολάτες, η μια ήταν με γεύση κεράσι και η άλλη με πορτοκάλι. Άνοιξε τη μια επιστρέφοντας κι άρχισε να τρώει. Κάποια στιγμή σταμάτησε έξω από ένα μαγαζί με ρούχα κι άρχισε να τα κοιτά παρά τη θέλησή της. Της είχε τραβήξει την προσοχή ένα φόρεμα. Φυσικά δεν υπήρχε χρόνος για δοκιμές αλλά αυτό της θύμισε εκείνα τα παπούτσια που είχε δει. Ακόμη δεν είχε βρει το χρόνο για να τα αγοράσει. Γέλασε σιγανά. Ποτέ δε θα άλλαζε τελικά.
Η ντανιέλα ξύπνησε λίγο αργότερα από ο,τι συνήθιζε. Το ρολόι έδειχνε εννιά και μισή το πρωί. Τέντωσε το χέρι στο πλάι του κρεβατιού ψάχνοντας τον Πέτρο. Αυτή η κίνηση ωστόσο την έκανε να πονέσει και μια λεπτή κραυγή πόνου ξέφυγε από τα μισάνοιχτα χείλη της. Μόλις τότε θυμήθηκε τα γεγονότα της περασμένης νύχτας κι αυτά που θυμόταν δεν της άρεσαν καθόλου. Όπως ήταν αναμενόμενο ο πέτρος δε βρισκόταν πλάι της. Ανασηκώθηκε προσπαθώντας να ελέγξει τον πόνο. Ήθελε να κοιταχθεί στον καθρέφτη. Πάντα τα ίδια έκανε κι ας της προκαλούσε αηδία το ίδιο της το σώμα. Πήγε και στάθηκε μπροστά του κι αυτό που αντίκρυσε της έκοψε την ανάσα. Κάποιες φορές ο Πέτρος το παρ’ακανε αλλά αυτή τη φορά τα πράγματα είχαν ξεφύγει κατά πολύ από ο,τι χειρότερο της είχε συμβεί. Ολόκληρη η πλάτη της ήταν γεμάτη σημάδια και πληγές. Με φρίκη έφερε το δάχτυλό της σε κείνα τα σημεία που είχαν πρηστεί περισσότερο αλλά το τράβηξε την επόμενη στιγμή. Ξαφνικά δεν άντεχε άλλο. Έπεσε στο πάτωμα κι αγκαλιάζοντας τα γόνατά της ξέσπασε σε κλάματα. Ήθελε να πεθάνει, εκείνη τη στιγμή. Η πιθανότητα να βρει κάποιον τρόπο για να γλιτώσει από όλο αυτό το μαρτύριο δεν περνούσε στιγμή από το νου της. Βαθιά μέσα της πίστευε πως ήταν υποταγμένη σε κείνον και πως αυτό δε θα έπαυε ποτέ να ισχύει. Ο,τι κι αν έκανε, όπου κι αν πήγαινε εκείνος θα την έβρισκε και τότε όλα θα άρχιζαν ξανά από την αρχή με μεγαλύτερη σφοδρότητα από πριν. οΙ λυγμοί γίνονταν όλο και πιο δυνατοί κι αφού ο Πέτρος δε βρισκόταν στο σπίτι δεν έβλεπε το λόγο να προσπαθήσει να τους πνίξει. Δεν του άρεσαν τα κλάματα και γενικά τέτοιες σκηνές και της το είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή. Κι εκείνη τι είχε κάνει; Είχε προσπαθήσει να συμμορφωθεί μ’αυτό λαμβάνοντας υπ’όψη της μόνο τους δικούς του κανόνες. Η ίδια δε διέθετε κανενός είδους θέληση, το μόνο που έκανε ήταν να δουλεύει για κείνον εξασφαλίζοντας την παραμονή της στη χώρα. Μόνο αυτός υπήρχε, ήταν το κέντρο του δικού της σύμπαντος. Η σκέψη αυτή την έκανε να αρχίσει να τρέμει. Έσφιξε ακόμα πιο πολύ τα γόνατά της χωρίς την παραμικρή διάθεση να σταματήσει να κλαίει.
Η ενριέτα κόντευε να τελειώσει την πρώτη σοκολάτα ενώ έστεκε ακόμη έξω από εκείνο το μαγαζί. Το φόρεμα ήταν γεμάτο χάντρες, ήταν πολύ φανταχτερό ρούχο κι απορούσε κι η ίδια με τον εαυτό της. Τα λεπτά κυλούσαν κι εκείνη δεν έλεγε να κουνηθεί. Μόνο η σκέψη της άρτεμης ήταν ικανή να τη βγάλει από αυτή την παράξενη νιρβάνα. Έβγαλε το κινητό της και την κάλεσε. Θα της μιλούσε ψυχρά κι επιτιμητικά. Δε μπορούσε να παίζει μαζί της με τέτοιο τρόπο. Ωστόσο η ευκαιρία να πραγματοποιήσειτα σχέδιά της δεν της δόθηκε αφού το κινητό ήταν κλειστό.
Τότε ένιωσε τα μάγουλά της να βάφονται κατακόκκινα και κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα για δράση. Με μια απότομη κίνηση πέταξε το χαρτί της σοκολάτας κι άρπαξε πάλι το κινητό. Δεν είχε άλλο χρόνο να σπαταλήσει για εκείνη. Ακόμη κι αν ερχότταν δε θα την έβρισκε εκεί. Τη φαντάστηκε να χτυπά την πόρτα της και να στέκεται απ’έξω περιμένοντας και ένιωσε αμέσως καλύτερα. Ας έλεγε ό,τι ήθελε η Σάρα, εκείνη την αντιπαθούσε. Αλήθεια; Τι να έκανε εκείνη; Θα της τηλεφωνούσε όταν γυρνούσε στο σπίτι. Αλήθεια, έπρεπε να μιλήσει και με τον Αλέξανδρο. Έσφιξε νευρικά τις μικρές γροθιές της, εκείνη η μικρή την είχε αποξενώσει από όλους.
Η Ντανιέλα σκούπισε με θόρυβο τη μύτη της στο μανίκι της πιτζάμας της και προσπάθησε να ανασηκωθεί. Από το βάθος του σπιτιού έφτανε ως αυτήν το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Δυσκολεύτηκε να βρει την ισορροπία της επειδή είχε αρχίσει να ζαλίζεται αλλά τελικά τα κατάφερε κι έτρεξε προς τα εκεί.
Άρπαξε τη συσκευή.
-παρακαλώ! Η ενριέτα πήρε μια βαθιά ανάσα. Τα ίδια εκείνα σπαστά ελληνικά σκέφθηκε.
-Καλημέρα Ντανιέλα είπε με μια φωνή που φανταζόταν πως ήταν γλυκιά. Είσαι καλά; Σιωπή. Η Ντανιέλα έκανε ένα βήμα πίσω. Με όσα έγιναν κόντευε να την ξεχάσει.
-είμαι η Ενριέτα, συνέχισε η επιθεωρήτρια όσο πιο μαλακά μπορούσε. Δε με θυμάσαι; Μιλήσαμε χθες…
-ναι, καλημέρα, η Ντανιέλα πήρε μια βαθιά ανάσα. Σας θυμάμαι.
-μπορείς να μιλήσεις;
-Εεε, δεν είμαι σίγουρη, μα… νομίζω πως ναι. Η ενριέτα έσφιξε το κινητό. Κάτι σοβαρό συνέβαινε σε κείνη την κοπέλα που σχετιζόταν με την απαίσια φωνήπου άκουσε χθες βράδυ. Ξαφνικά βιαζόταν πολύ.
-είναι εκεί ο φίλος σου; Η Ντανιέλα ρούφηξε ξανά τη μύτη της.
-Όχι, λείπει.
-πΟλύ ωραία. Έχεις λίγο χρόνο να συναντηθούμε; Νομίζω πως είναι μια καλή ευκαιρία, θα κάνει καλό και στις δυο μας αυτή η συνάντηση, τι λες;
Η ντανιέλα το σκέφθηκε για λίγο. Από τη μια φοβόταν πολύ, τι θα συνέβαινε αν κάτι μάθαινε εκείνος; Μα από την άλλη, η αντωνία, πόσα χρόνια θα ζούσε με αυτό το βάρος; Κι αν της έκαναν κι εκείνης κάτι; Δε θα το άντεχε. Η επιθεωρήτρια μίλησε ξανά.
-Με ακούς;
-ναι, σας ακούω. Θα ήθελα κι εγώ να βρεθούμε μα…
-άκου, μη φοβάσαι καθόλου, θα σε προστατεύσω εγώ. Σου υπόσχομαι πως δε θα πάθεις τίποτα, μην ξαναλέμε τα ίδια. Λοιπόν ξέρεις εκείνη την καφετέρια που λέγεται μόκα; Δεν είναι στο κέντρο, θα μας βολέψει.
-ναι, την ξέρω, έχω πάει εκεί.
-Ωραία, θα σε περιμένω εκεί σε μισή ώρα, αντίο. Έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο για να μη δώσει χρόνο στην άλλη γυναίκα να μετανιώσει.
Η ντανιέλα ακούμπησε το τηλέφωνο πίσω στη θέση του κι έμεινε να σκέφτεται. Ήταν μπερδεμένη. Λίγο πριν όλα έδειχναν μαύρα κι απειλητικά και δεν έβλεπε καμιά διέξοδο. Μήπως τελικά δεν ήθελε να τη δει; Αναστέναξε και μπήκε πάλι στην κρεβατοκάμαρα. Έπρεπε να βρει κάποιον τρόπο να καλύψει όλα εκείνα τα σημάδια, αν αυτό ήταν δυνατό.

Η πρώτη υπόθεση

Ιουλίου 12, 2010

Κεφάλαιο εικοστό όγδοο
Λίγα λεπτά αργότερα πάρκαραν έξω από το γραφείο της επιθεωρήτριας. Η άρτεμη εξακολουθούσε να κρατά πεισματικά το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια της. Χρειάστηκε να της μιλήσει τρεις φορές η άλλη γυναίκα για νατα κατεβάσει τελικά.
-Θα με περιμένεις εδώ, δε θα αργήσω. Το μόνο που θέλω να κάνεις είναι να τηλεφωνήσεις στο κινητό της ενριέτας. Άρχισε να της μιλάς δικαιολογώντας την απουσία σου και ρώτα ευγενικά που είναι. Καταλαβαίνεις;
-Ναι, η άρτεμη έγνεψε κουρασμένα. Πάλι αυτό το ασημένιο γυαλιστερό τηλέφωνο. Είχε αρχίσει ήδη να το βαριέται.
-μην κάνεις καμιά απερισκεψία γιατί θα το μάθω. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο κι έκλεισε πίσω της την πόρτα με θόρυβο.
Αφού το σκέφτηκε για λίγο πήρε την απόφασή της κι άρχισε να τηλεφωνεί. Η Ενριέτα δεν απαντούσε. Περίμενε με το κινητό κολλημένο στο αφτί της αρκετή ώρα. Έπρεπε να της εξηγήσει πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Τι θα μπορούσε άραγε να της κλέψει από το γραφείο της; Και πότε είχε βγάλει κλειδί;
Μπήκε χωρίς καθυστέρηση. Η ματιά που έριξε στο χώρο ήταν βιαστική μα σαρωτική. Δεν υπήρχε τίποτα αξιόλογο εκεί μέσα εκτός από τον υπολογιστή. Κλείδωσε πίσω της την πόρτα και κάθισε στο γραφείο. Αν ήταν προσεκτική και μεθοδική η δουλειά δε θα έπαιρνε πάνω από μερικά λεπτά. Κι έπειτα όλο το υλικό του σκληρού δίσκου της γυναίκας εκείνης θα βρισκόταν στα χέρια της. Κι αυτό δεν ήταν τόσο σημαντικό από μόνο του, αλλά ευτυχώς υπήρχε η Ναταλία. Θα την επισκεπτόταν πολύ σύντομα και θα της παρέδιδε τα πάντα. Εκείνη θα ήξερε σίγουρα τι να τα κάνει.
Τα δάχτυλά της κινούνταν σταθερά διατρέχοντας το πληκτρολόγιο. Έπρεπε να αντιγράψει τα πάντα. Χωρίς να χάνει ούτε λεπτό τη συγκέντρωσή της άρχισε να σιγομουρμουρίζει εκείνο το παλιό αγαπημένο κλασικό κομμάτι. Την είχε σημαδέψει χωρίς αμφιβολία. Πόσα χρόνια είχαν περάσει άραγε; Όχι και πολλά.
Επανέφερε τον εαυτό της στην πραγματικότητα και οι κινήσεις της έγιναν ελαφρώς πιο γρήγορες. Μα το μυαλό της ξεστράτισε και πάλι για λίγο. Αυτή τη φορά σκεφτόταν τη Ναταλία. Προικισμένο κορίτσι χωρίς αμφιβολία. Την είχε ξεχωρίσει από την πρώτη κιόλας μέρα, την είχε εντυπωσιάσει με την ευρυμάθιά της. Αναμφίβολα ήταν πολύ διαφορετικές αλλά ταίριαζαν κιόλας σε πολλά σημεία. Ήταν και οι δυο δυναμικές γεμάτες αποφασιστηκότητα. Απλά η μια την κάλυπτε με αποτέλεσμα να τη γνωρίζουν ελάχιστοι ενώ η άλλη φρόντιζε να την τρέφει στα κρυφά για να τη χρησιμοποιήσει σαν όπλο όταν θα ερχόταν η ώρα.
Κάποτε, λίγες μέρες μετά την αποφοίτηση τους είχε μιλήσει στη ναταλία για κάποιες από τις σκέψεις της και για λίγες από τις αποφάσεις της. Εκείνη την είχε ακούσει χωρίς να πει λέξη με τα μάτια της καρφωμένα στο φλιτζάνι μπροστά της.Δεν ήταν σίγουρη αν την άκουγε αλλά συνέχισε ώσπου να πει όλα όσα είχε προγραμματίσει. Μόνο όταν τέλειωσε κι έγειρε στη ράχη της καρέκλας της είχε σηκώσει τα μάτια η άλλη κοπέλα για να την κοιτάξει με έναν τρόπο απροσδιόριστο. Τότε ήταν που για πρώτη φορά φοβήθηκε μήπως την είχε τρομάξει και τη ρώτησε γι’αυτό αλλά εκείνη είχε αποφύγει να απαντήσει. Το μόνο που είπε ήταν πως αν χρειαζόταν κάποια βοήθια για τους υπολογιστές θα μπορούσε να της τηλεφωνήσει. Κι ύστερα είχε φύγει.
Ωστόσο η στάση της αυτή την προβλημάτισε κάνοντάς τη να σκεφθεί πολύ για τη Ναταλία. Άρχισε να την παρακολουθεί πιο στενά κι η παρακολούθηση αυτή δεν άργησε να φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Η Ναταλία ήταν άνθρωπος, γυναίκα μάλιστα κι είχε κι αυτή τις δικές της αδυναμίες. Λάτρευε τα παπούτσια και γενικότερα τα ψώνια, θα μπορούσε να το εκμεταλευτεί αναμφίβολα. Κι αυτό ακριβώς έκανε.
Σταμάτησε να σιγοτραγουδά κι έσκυψε πιο μπροστά στην καρέκλα της. Ήθελε να βεβαιωθεί πως όλα είχαν πάει καλά. Αφού ολοκλήρωσε τον έλεγχο έβγαλε την τελευταία δισκέτα και την ακούμπησε προσεκτικά πάνω στις υπόλοιπες. Κι ύστερα απενεργοποίησε τον υπολογιστή και βγήκε αθόρυβα κλειδώνοντας την πόρτα πίσω της.
Η ναταλία τελείωσε την κομπόστα ροδάκινο και πέταξε το μεταλικό κουτάκι. Μετά κάθισε και πάλι στο κρεβάτι και τράβηξε πιο κοντά τον υπολογιστή, τον οποίο δεν είχε αφήσει ούτε στιγμή από τα μάτια της. Μπορεί να είχε καταφέρει να εισχωρήσει στα αρχεία της επιθεωρήτριας ωστόσο μια σειρά νέων κωδικών έκανε σιγά σιγά την εμφάνισή της κι αυτό δεν της άρεσε καθόλου. Επιπλεον η δράση των παυσίπονων είχε αρχίσει να περνάει και κάθε λίγα δευτερόλεπτα φτερνιζόταν κάμποσες φορές.
Η οθόνη μπροστά της ήταν γεμάτη με φακέλους καταθέσεων, νομικά έγγραφα και ιατρικά πορίσματα. Αναρωτήθηκε αστραπιαία αν υπήρχε κάποιος άνθρωπος που τα είχε διαβάσει όλα περισσότερες από μια φορές. Εκείνη δε θα τα κατάφερνε ακόμη κι αν παρατούσε κάθε άλλη δραστηριότητα για έναν τουλάχιστον μήνα. Αυτή η σκέψη της έφερε ξαφνικά γέλιο και βήχα κι αυτό την ενόχλησε. Διάλεξε έναν φάκελο με τίτλο οι πιο πρόσφατες καταθέσεις γιατρών κι έκανε κλικ. Όπως ήταν φυσικό ο φάκελος δεν άνοιξε. Μα τι περίμενε δηλαδή! Τόσο εύκολα θα ξεμπέρδευε;
-και τώρα; Θα πάμε επιτέλους να μιλήσουμε; Η άρτεμη σταύρωνε και ξεσταύρωνε νευρικά τα δάχτυλά της. Δεν διέθετε πια άλλη υπομονή.
-ναι, δηλαδή περίπου, θα κάνουμε μια στάση, θέλω βλέπεις να δώσω κάτι σε μια φίλη. Πίστευα πως θα κατάφερνε να το πάρει μόνη της αλλά τελικά δεν τα κατάφερε. Κρίμα, ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά αν είχε λίγο χρόνο ακόμη στη διάθεσή της.
Το κουδούνι που χτύπησε διαπεραστικά τρεις φορές την έκανε να πεταχτεί όρθια και λίγο έλειψε να παρασύρει μαζί της και το λαπτοπ. Έτρεξε στην πόρτα και την άνοιξε διάπλατα για να μείνει καρφωμένη στη θέση της. Τα μάτια της γέμισαν έκπληξη βλέποντάς την.
-άννα; Πότε ήρθες; Η φωνή της βγήκε βραχνή από την αρρώστια και την έκπληξη.
Εκείνη την πλησίασε και την αγκάλιασε σφιχτά, τόσο που της έφερε δυσφορία.
-μα δεν το πιστευω πως δε με περίμενες. Δε σου τηλεφώνησα;
-ναι βέβαια αλλά είχα καταλάβει πως θα μιλούσαμε ξανά στο τηλέφωνο πριν συναντηθούμε.
-Καμιά φορά η μια απόφαση διαδέχεται την άλλη τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνω να σε ενημερώσω. Γέλασε κοφτά κι άνοιξε την τσάντα της.
-Ξέρεις που ήμουν πριν λίγο; Άπλωσε το χέρι της με τις δισκέτες. Στο γραφείο της επιθεωρήτριας. Πήρα όλα όσα βρήκα… δεν ξέρω αν έχει κι άλλα αρχεία στον προσωπικό της υπολογιστή αλλά αυτό θα το ανακαλύψεις μόνη σου έτσι δεν είναι;
Η ναταλία κούνησε το κεφάλι και πήρε τις δισκέτες.
-έσπασα τον πρώτο κωδικό αλλά μένουν πολλοί ακόμη. Αν είχα λίγο περισσότερο χρόνο θα τα κατάφερνα καλύτερα. Σταμάτησε για να φτερνιστεί.
-Ησύχασε, το ξέρω. Ακούμπησε πάλι το χέρι στον ώμο της. Αλλά πρέπει να βιαστούμε. Τι λες, θα καταφέρεις να τα διαβάσεις όλα;
Η ναταλία έκανε ένα βήμα πίσω.
-δεν είμαι σίγουρη είπε άτονα. Για να πω την αλήθεια άλλη είναι η δουλειά μου.
-το ξέρω καλή μου, αλλά χρειάζομαι τη βοήθιά σου κι εσύ δε θα μου την αρνηθείς. Το χέρι της εξαφανίσθηκε πάλι μέσα στην τσάντα της κι όταν ξαναβγήκε κρατούσε έναν μεγάλο λευκό φάκελο. Τον ακούμπησε απαλά στα χέρια της κοπέλας. Εκείνη έκλεισε τα δάχτυλά της γύρω του και κούνησε το κεφάλι αναστενάζοντας.
-πότε θέλεις την περίληψη;
-Χθες αν γίνεται. Η άννα χαχάνισε και κατευθύνθηκε προς τις σκάλες.
-Θα σου τηλεφωνήσω, φώναξε ενώ το χαμόγελό χανόταν από τα χείλη της.
Κεφάλαιο εικοστό όγδοο
Λίγα λεπτά αργότερα πάρκαραν έξω από το γραφείο της επιθεωρήτριας. Η άρτεμη εξακολουθούσε να κρατά πεισματικά το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια της. Χρειάστηκε να της μιλήσει τρεις φορές η άλλη γυναίκα για νατα κατεβάσει τελικά.
-Θα με περιμένεις εδώ, δε θα αργήσω. Το μόνο που θέλω να κάνεις είναι να τηλεφωνήσεις στο κινητό της ενριέτας. Άρχισε να της μιλάς δικαιολογώντας την απουσία σου και ρώτα ευγενικά που είναι. Καταλαβαίνεις;
-Ναι, η άρτεμη έγνεψε κουρασμένα. Πάλι αυτό το ασημένιο γυαλιστερό τηλέφωνο. Είχε αρχίσει ήδη να το βαριέται.
-μην κάνεις καμιά απερισκεψία γιατί θα το μάθω. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο κι έκλεισε πίσω της την πόρτα με θόρυβο.
Αφού το σκέφτηκε για λίγο πήρε την απόφασή της κι άρχισε να τηλεφωνεί. Η Ενριέτα δεν απαντούσε. Περίμενε με το κινητό κολλημένο στο αφτί της αρκετή ώρα. Έπρεπε να της εξηγήσει πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Τι θα μπορούσε άραγε να της κλέψει από το γραφείο της; Και πότε είχε βγάλει κλειδί;
Μπήκε χωρίς καθυστέρηση. Η ματιά που έριξε στο χώρο ήταν βιαστική μα σαρωτική. Δεν υπήρχε τίποτα αξιόλογο εκεί μέσα εκτός από τον υπολογιστή. Κλείδωσε πίσω της την πόρτα και κάθισε στο γραφείο. Αν ήταν προσεκτική και μεθοδική η δουλειά δε θα έπαιρνε πάνω από μερικά λεπτά. Κι έπειτα όλο το υλικό του σκληρού δίσκου της γυναίκας εκείνης θα βρισκόταν στα χέρια της. Κι αυτό δεν ήταν τόσο σημαντικό από μόνο του, αλλά ευτυχώς υπήρχε η Ναταλία. Θα την επισκεπτόταν πολύ σύντομα και θα της παρέδιδε τα πάντα. Εκείνη θα ήξερε σίγουρα τι να τα κάνει.
Τα δάχτυλά της κινούνταν σταθερά διατρέχοντας το πληκτρολόγιο. Έπρεπε να αντιγράψει τα πάντα. Χωρίς να χάνει ούτε λεπτό τη συγκέντρωσή της άρχισε να σιγομουρμουρίζει εκείνο το παλιό αγαπημένο κλασικό κομμάτι. Την είχε σημαδέψει χωρίς αμφιβολία. Πόσα χρόνια είχαν περάσει άραγε; Όχι και πολλά.
Επανέφερε τον εαυτό της στην πραγματικότητα και οι κινήσεις της έγιναν ελαφρώς πιο γρήγορες. Μα το μυαλό της ξεστράτισε και πάλι για λίγο. Αυτή τη φορά σκεφτόταν τη Ναταλία. Προικισμένο κορίτσι χωρίς αμφιβολία. Την είχε ξεχωρίσει από την πρώτη κιόλας μέρα, την είχε εντυπωσιάσει με την ευρυμάθιά της. Αναμφίβολα ήταν πολύ διαφορετικές αλλά ταίριαζαν κιόλας σε πολλά σημεία. Ήταν και οι δυο δυναμικές γεμάτες αποφασιστηκότητα. Απλά η μια την κάλυπτε με αποτέλεσμα να τη γνωρίζουν ελάχιστοι ενώ η άλλη φρόντιζε να την τρέφει στα κρυφά για να τη χρησιμοποιήσει σαν όπλο όταν θα ερχόταν η ώρα.
Κάποτε, λίγες μέρες μετά την αποφοίτηση τους είχε μιλήσει στη ναταλία για κάποιες από τις σκέψεις της και για λίγες από τις αποφάσεις της. Εκείνη την είχε ακούσει χωρίς να πει λέξη με τα μάτια της καρφωμένα στο φλιτζάνι μπροστά της.Δεν ήταν σίγουρη αν την άκουγε αλλά συνέχισε ώσπου να πει όλα όσα είχε προγραμματίσει. Μόνο όταν τέλειωσε κι έγειρε στη ράχη της καρέκλας της είχε σηκώσει τα μάτια η άλλη κοπέλα για να την κοιτάξει με έναν τρόπο απροσδιόριστο. Τότε ήταν που για πρώτη φορά φοβήθηκε μήπως την είχε τρομάξει και τη ρώτησε γι’αυτό αλλά εκείνη είχε αποφύγει να απαντήσει. Το μόνο που είπε ήταν πως αν χρειαζόταν κάποια βοήθια για τους υπολογιστές θα μπορούσε να της τηλεφωνήσει. Κι ύστερα είχε φύγει.
Ωστόσο η στάση της αυτή την προβλημάτισε κάνοντάς τη να σκεφθεί πολύ για τη Ναταλία. Άρχισε να την παρακολουθεί πιο στενά κι η παρακολούθηση αυτή δεν άργησε να φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Η Ναταλία ήταν άνθρωπος, γυναίκα μάλιστα κι είχε κι αυτή τις δικές της αδυναμίες. Λάτρευε τα παπούτσια και γενικότερα τα ψώνια, θα μπορούσε να το εκμεταλευτεί αναμφίβολα. Κι αυτό ακριβώς έκανε.
Σταμάτησε να σιγοτραγουδά κι έσκυψε πιο μπροστά στην καρέκλα της. Ήθελε να βεβαιωθεί πως όλα είχαν πάει καλά. Αφού ολοκλήρωσε τον έλεγχο έβγαλε την τελευταία δισκέτα και την ακούμπησε προσεκτικά πάνω στις υπόλοιπες. Κι ύστερα απενεργοποίησε τον υπολογιστή και βγήκε αθόρυβα κλειδώνοντας την πόρτα πίσω της.
Η ναταλία τελείωσε την κομπόστα ροδάκινο και πέταξε το μεταλικό κουτάκι. Μετά κάθισε και πάλι στο κρεβάτι και τράβηξε πιο κοντά τον υπολογιστή, τον οποίο δεν είχε αφήσει ούτε στιγμή από τα μάτια της. Μπορεί να είχε καταφέρει να εισχωρήσει στα αρχεία της επιθεωρήτριας ωστόσο μια σειρά νέων κωδικών έκανε σιγά σιγά την εμφάνισή της κι αυτό δεν της άρεσε καθόλου. Επιπλεον η δράση των παυσίπονων είχε αρχίσει να περνάει και κάθε λίγα δευτερόλεπτα φτερνιζόταν κάμποσες φορές.
Η οθόνη μπροστά της ήταν γεμάτη με φακέλους καταθέσεων, νομικά έγγραφα και ιατρικά πορίσματα. Αναρωτήθηκε αστραπιαία αν υπήρχε κάποιος άνθρωπος που τα είχε διαβάσει όλα περισσότερες από μια φορές. Εκείνη δε θα τα κατάφερνε ακόμη κι αν παρατούσε κάθε άλλη δραστηριότητα για έναν τουλάχιστον μήνα. Αυτή η σκέψη της έφερε ξαφνικά γέλιο και βήχα κι αυτό την ενόχλησε. Διάλεξε έναν φάκελο με τίτλο οι πιο πρόσφατες καταθέσεις γιατρών κι έκανε κλικ. Όπως ήταν φυσικό ο φάκελος δεν άνοιξε. Μα τι περίμενε δηλαδή! Τόσο εύκολα θα ξεμπέρδευε;
-και τώρα; Θα πάμε επιτέλους να μιλήσουμε; Η άρτεμη σταύρωνε και ξεσταύρωνε νευρικά τα δάχτυλά της. Δεν διέθετε πια άλλη υπομονή.
-ναι, δηλαδή περίπου, θα κάνουμε μια στάση, θέλω βλέπεις να δώσω κάτι σε μια φίλη. Πίστευα πως θα κατάφερνε να το πάρει μόνη της αλλά τελικά δεν τα κατάφερε. Κρίμα, ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά αν είχε λίγο χρόνο ακόμη στη διάθεσή της.
Το κουδούνι που χτύπησε διαπεραστικά τρεις φορές την έκανε να πεταχτεί όρθια και λίγο έλειψε να παρασύρει μαζί της και το λαπτοπ. Έτρεξε στην πόρτα και την άνοιξε διάπλατα για να μείνει καρφωμένη στη θέση της. Τα μάτια της γέμισαν έκπληξη βλέποντάς την.
-άννα; Πότε ήρθες; Η φωνή της βγήκε βραχνή από την αρρώστια και την έκπληξη.
Εκείνη την πλησίασε και την αγκάλιασε σφιχτά, τόσο που της έφερε δυσφορία.
-μα δεν το πιστευω πως δε με περίμενες. Δε σου τηλεφώνησα;
-ναι βέβαια αλλά είχα καταλάβει πως θα μιλούσαμε ξανά στο τηλέφωνο πριν συναντηθούμε.
-Καμιά φορά η μια απόφαση διαδέχεται την άλλη τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνω να σε ενημερώσω. Γέλασε κοφτά κι άνοιξε την τσάντα της.
-Ξέρεις που ήμουν πριν λίγο; Άπλωσε το χέρι της με τις δισκέτες. Στο γραφείο της επιθεωρήτριας. Πήρα όλα όσα βρήκα… δεν ξέρω αν έχει κι άλλα αρχεία στον προσωπικό της υπολογιστή αλλά αυτό θα το ανακαλύψεις μόνη σου έτσι δεν είναι;
Η ναταλία κούνησε το κεφάλι και πήρε τις δισκέτες.
-έσπασα τον πρώτο κωδικό αλλά μένουν πολλοί ακόμη. Αν είχα λίγο περισσότερο χρόνο θα τα κατάφερνα καλύτερα. Σταμάτησε για να φτερνιστεί.
-Ησύχασε, το ξέρω. Ακούμπησε πάλι το χέρι στον ώμο της. Αλλά πρέπει να βιαστούμε. Τι λες, θα καταφέρεις να τα διαβάσεις όλα;
Η ναταλία έκανε ένα βήμα πίσω.
-δεν είμαι σίγουρη είπε άτονα. Για να πω την αλήθεια άλλη είναι η δουλειά μου.
-το ξέρω καλή μου, αλλά χρειάζομαι τη βοήθιά σου κι εσύ δε θα μου την αρνηθείς. Το χέρι της εξαφανίσθηκε πάλι μέσα στην τσάντα της κι όταν ξαναβγήκε κρατούσε έναν μεγάλο λευκό φάκελο. Τον ακούμπησε απαλά στα χέρια της κοπέλας. Εκείνη έκλεισε τα δάχτυλά της γύρω του και κούνησε το κεφάλι αναστενάζοντας.
-πότε θέλεις την περίληψη;
-Χθες αν γίνεται. Η άννα χαχάνισε και κατευθύνθηκε προς τις σκάλες.
-Θα σου τηλεφωνήσω, φώναξε ενώ το χαμόγελό χανόταν από τα χείλη της.

Η πρώτη υπόθεση

Ιουλίου 11, 2010

Κεφάλαιο εικοστό έβδομο
«έμεινα λοιπόν μόνη για λίγο κι αυτό ακριβώς ήθελα. Η αντωνία πήγε για ψώνια, της είχα ζητήσει να μαγειρέψει κάτι καλό για το δείπνο. Μπήκα στο δωμάτιό μου και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Τηλεφώνησα και περίμενα, ήθελα να ακούσω τις εξηγήσεις που θα μου έδινε. Όμως δεν απαντούσε. Δοκίμασα πολλές φορές αλλά τίποτα, δεν ήταν κανείς στο σπίτι. Μετά προσπάθησα να κοιμηθώ πιστεύοντας πως θα μου έκανε καλό αλλά όπως ήταν αναμενόμενο δεν τα κατάφερα. Ξαφνικά άρχισα να σκέφτομαι τις κόρες της. Τη μια δεν τη συμπαθούσα καθόλου, την άννα. Μου φαινόταν παράξενη κι απόμακρη. Το είχα εκμυστηρευθεί στον άνδρα μου αλλά εκείνος με κοίταξε σοβαρά λέγοντας πως για την αντιπάθιά μου έφταιγε η εξυπνάδα εκείνης της κοπέλας. Κι αυτό που εγώ βάφτιζα ψυχρότητα εκείνος το αποκαλούσε συγκέντρωση σε κάτι. Δε μπορούσα να τον καταλάβω όταν ισχυριζόταν πως τη ζήλευα επειδή η δική μου κόρη υστερούσε σε αυτό. Γιατί δε μου προκαλούσε τα ίδια συναισθήματα και η άλλη κοπέλα; Όχι πως τη συμπαθούσα ιδιαίτερα αλλά τουλάχιστον δεν έτρεφα γι’αυτή αντιπάθια. Ίσως επειδή δεν ήταν τόσο έξυπνη και τόσο δυναμική. Μιλούσε που και που με τη Λίντα αλλά ως εκεί. Η κόρη μου έλεγε εκείνη η μικρή σκαρφιζόταν διάφορες ιστορίες με άνδρες. Απορώ πως μπορούσε να μιλάει έτσι για το δικό μου το παιδί. Εκείνη ενδιαφερόταν για τους άνδρες αυτό το ήξεραν όλοι αλλά η κόρη μου… Μακάρι να ήταν καλά κι ας ενδιαφερόταν κι εκείνη. Τέλοσπάντων μεπήρε κάποτε ο ύπνος αλλά πολύ σύντομα με ξύπνησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα ανήσυχη.
Ήταν εκείνη. Ακουγόταν χαρούμενη κι αποφασισμένη. Θα επισκεπτόταν την κόρη μου έλεγε κάθε φορά που θα της άρεσε κι αυτό με εξόργισε αφάνταστα. Αρχίσαμε να καβγαδίζουμε όπως ήταν φυσικό και κάποτε έκλεισα το τηλέφωνο.
Η Ενριέτα σταμάτησε και κοίταξε το ρολόι της. Είχε την αίσθηση πως διάβαζε πολλή ώρα και πράγματι τα λεπτά κυλούσαν πολύ γρήγορα. Διαπίστωσε πως η άρτεμη έπρεπε να ήταν ήδη εκεί. Αυτή η καθυστέρηση δεν της άρεσε. Είχε αποφασίσει πως εκείνη τη μέρα θα τέλειωνε μαζί της. Είχε άλωστε κι άλλη μια δουλειά εξίσου σοβαρή. Έπρεπε να τηλεφωνήσει στη ντανιέλα. Στο νου της ήρθε η χθεσινοβραδινή τους συνομιλία κι ο τόνος της φωνής της κι εκείνος ο άνδρας. Καθόλουδεν τον συμπάθησε.θα ρωτούσε τη Ντανιέλα γι’αυτόν αν της το επέτρεπε εκείνη φυσικά.
Τελικά σηκώθηκε κι άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω. Η πλάτη της άρχισε πάλι να την ενοχλεί κι αυτή τη φορά ότι κι αν έκανε δε μπόρεσε να αγνοήσει τον πόνο. Άνοιξε ένα ντουλάπι κι έβγαλε ένα πανέμορφο κρυστάλινο κουτάκι γεμάτο στρογγυλά χαπάκια. Έριξε δυο από αυτά μέσα σε ένα ποτήρι με νερό κι αφού περίμενε να λιώσουν τα ήπιε. Ποτέ δε θα συνήθιζε τη γεύση τους. Το μόνο που θα την έκανε να την ξεχάσει ήταν λίγη σοκολάτα. Άρχισε να ψάχνει στην τσάντα της χωρίς αποτέλεσμα. Αν ήθελε να φάει έπρεπε να εγκαταλείψει το γραφείο της για λίγο. Το περίπτερο δεν ήταν μακριά. Ετοιμάστηκε να φύγει. Κι αν ερχόταν στο μεταξύ η Άρτεμη; Δε θα την περίμενε; Ανασήκωσε τους ώμους της. Εκείνη τη μέρα θα μάθαινε τα πάντα ακόμη κι αν χρειαζόταν να την ψάχνει σε ολόκληρη την πόλη.
Η άρτεμη προσπαθούσε να ηρεμήσει παίρνοντας βαθιές ανασες. Δίπλα της η άλλη γυναίκα χαμογελούσε. Δεν την κοιτούσε σχεδόν καθόλου αλλά ακόμη κι όταν το έκανε σιγουρευόταν πως τα βλέμματά τους δε θα διασταυρώνονταν. Δε μπορούσε να τη φοβάται.
-λοιπόν; Πού ήθελες να πας; Δε νομίζεις πως πρέπει να μάθω;
-όχι βέβαια, αυτό δεν είναι δική σου δουλλειά. Δε μου λες καλύτερα που με πας;
-Κάπου ήσυχα όπου θα μιλήσουμε χωρίς να μας ενοχλήσει κανεις.
-δε θέλω να μιλήσω μαζί σου.
-θέλω όμως εγώ. Κι άλωστε καλύτερα να πεις σε εμένα όλα όσα θέλεις παρά σε κάποιον άλλο άνθρωπο. Με καταλαβαίνεις έτσι δεν είναι; Έσκυψε ξαφνικά από πάνω της και κείνο το διαπεραστικό άρωμα ζάλισε την άρτεμη. Όταν ανασηκώθηκε ξανά γελούσε και πάλι.
-Ξέρεις τι λέω; Θα πάμε εκεί που ήθελες για λίγο. Δηλαδή εγώ θα πάω εσύ θα με περιμένεις εδώ. Η άρτεμη άνοιξε διάπλατα τα μάτια της.
-Δηλαδή ξέρεις που ήθελα να πάω;
-Φυσικά, ακόμη κι ένας ανόητος θα το καταλάβαινε. Κοιτάχτηκες στον καθρέφτη μέσα σε εκείνο το κατάστημα; Έτρεμες σαν το ψάρι. Η άρτεμη άρχισε να παίζει νευρικά με τα μαλλιά της φτιάχνοντας μια κοτσίδα. Είχε κοιταχτεί πολλές φορές στον καθρέφτη από το πρωί αλλά πίστευε πως φαινόταν αποφασισμένη, σίγουρη και ήρεμη. Τελικά ίσως έκανε λάθος. Μα πώς είχαν πάει όλα στραβά;
-λοιπόν. Άκου τι σκέφτηκα. Θα παίξουμε ένα παιχνίδι.
Τι είδους παιχνίδι; Εγώ ποτέ δεν έπαιζα όπως εσύ.
-αυτό το παιχνίδι το σκαρφίστηκες μόνη σου πριν λίγο καιρό. Άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε ένα άλλο κινητό, λεπτό κι ασημένιο. Άπλωσε το χέρι δίνοντάς το στην άρτεμη που το πήρε αναστενάζοντας.
-Λοιπόν θα τηλεφωνήσεις σε εκείνη τη γυναίκα, ξέρεις σε ποια, και θα της πεις πως κάτι σου έτυχε και πως δε θα μπορέσεις να πας στο γραφείο της σήμερα. Φρόντισε να φανείς ήρεμη, σου έχω εμπιστοσύνη, δε θέλω να με απογοητεύσεις. Το τηλέφωνο άρχισε να γλιστράει από τα δάχτυλά της κοπέλας.
-πρόσεξε να μη σου πέσει. Μου κόστισε μια περιουσία. Αλήθεια σου αρέσει;
-δεν ξέρω… δηλαδή καλό είναι. Εγώ ποτέ δεν έδινα σημασία σε τέτοια πράγματα.
-Κρίμα που δεν το εκτιμάς, έλεγα να σου το χαρίσω όταν τελειώσει αυτή η ιστορία.
-Είσαι πολύ καλή. Γέλασε παραζαλισμένη κι άρχισε να πληκτρολογεί τον αριθμό του γραφείου της επιθεωρήτριας πολύ αργά. Ξαφνικά ήθελε τόσο να της μιλήσει. Άρχισε να βρίζει τον εαυτό της για την απερισκεψία της.έπρεπε να της τα είχε πει όλα από εκείνη την πρώτη μέρα. Αλλά τότε δε μπορούσε να μαντέψει τι θα συνέβαινε, ήθελε να γίνουν όλα αργά υποκύπτοντας σε μια εντελώς παράλογη επιθυμία για μελοδραματισμό και γελοία θεατρικότητα.
-αργείς γλυκιά μου. Η φωνή της άλλης γυναίκας την επανέφερε στο παρόν. Σαν υπνοτισμένη πάτησε και το τελευταίο κουμπί και ακούμπησε το τηλέφωνο στο αφτί της. Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα και περίμενε. Το τηλέφωνο στην άλλη πλευρά κουδούνισε μια δυο τρεις…. Αλλά κανείς δεν απαντούσε.
-δεν είναι εκεί, είπε μέσα από τα σφιγμένα της δόντια στρέφοντας τα μάτια προς την άλλη γυναίκα. Ένιωθε ανακούφιση και φόβο μαζί.
-δε σε περίμενε; Ίσως τελικά να μη σε πήρε και τόσο σοβαρά… δώσε μου το τηλέφωνο. Της το πήρε βιαστικά από το χέρι και το έριξε ξανά στην τσάντα της.
-Ίσως αυτό να μας βολεύει είπε συλλογισμένα. Λοιπόν ας πάμε εκεί αφού λείπει. Δε μου άρεσε η ιδέα να τη συναντήσω, παρόλαυτά θα πηγαίναμε αλλά αφού εκείνη λείπει όλα τακτοποιήθηκαν.
-Λοιπόν φώναξε, μπορούμε να τρέξουμε… Η άρτεμη άρχισε πάλι να παίζει με τα μαλλιά της.
-τι θέλεις να κάνεις στο γραφείο της ενριέτας;
-Θα το μάθεις κι αυτό, μη βιάζεσαι, όλα στην ώρα τους.
-πάντα λάτρευες τα αινίγματα.
-βέβαια. Έχω μια σημαντική δουλειά εκεί μέσα. Κι ύστερα θα πάμε να μιλήσουμε όπως σου υποσχέθηκα. Η άρτεμη ακούμπησε το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια της και δεν ξαναμίλησε ώσπου να φτάσουν στο γραφείο. Ήξερε πως ο,τι κι αν έκανε δε θα τη σταματούσε. Μα ακόμη κι αν μπορούσε δε θα το έκανε. Βαθιά μέσα της την έτρωγε η περιέργια να μάθει τι ακριβώς συνέβαινε.