Η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο εικοστό έβδομο
«έμεινα λοιπόν μόνη για λίγο κι αυτό ακριβώς ήθελα. Η αντωνία πήγε για ψώνια, της είχα ζητήσει να μαγειρέψει κάτι καλό για το δείπνο. Μπήκα στο δωμάτιό μου και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Τηλεφώνησα και περίμενα, ήθελα να ακούσω τις εξηγήσεις που θα μου έδινε. Όμως δεν απαντούσε. Δοκίμασα πολλές φορές αλλά τίποτα, δεν ήταν κανείς στο σπίτι. Μετά προσπάθησα να κοιμηθώ πιστεύοντας πως θα μου έκανε καλό αλλά όπως ήταν αναμενόμενο δεν τα κατάφερα. Ξαφνικά άρχισα να σκέφτομαι τις κόρες της. Τη μια δεν τη συμπαθούσα καθόλου, την άννα. Μου φαινόταν παράξενη κι απόμακρη. Το είχα εκμυστηρευθεί στον άνδρα μου αλλά εκείνος με κοίταξε σοβαρά λέγοντας πως για την αντιπάθιά μου έφταιγε η εξυπνάδα εκείνης της κοπέλας. Κι αυτό που εγώ βάφτιζα ψυχρότητα εκείνος το αποκαλούσε συγκέντρωση σε κάτι. Δε μπορούσα να τον καταλάβω όταν ισχυριζόταν πως τη ζήλευα επειδή η δική μου κόρη υστερούσε σε αυτό. Γιατί δε μου προκαλούσε τα ίδια συναισθήματα και η άλλη κοπέλα; Όχι πως τη συμπαθούσα ιδιαίτερα αλλά τουλάχιστον δεν έτρεφα γι’αυτή αντιπάθια. Ίσως επειδή δεν ήταν τόσο έξυπνη και τόσο δυναμική. Μιλούσε που και που με τη Λίντα αλλά ως εκεί. Η κόρη μου έλεγε εκείνη η μικρή σκαρφιζόταν διάφορες ιστορίες με άνδρες. Απορώ πως μπορούσε να μιλάει έτσι για το δικό μου το παιδί. Εκείνη ενδιαφερόταν για τους άνδρες αυτό το ήξεραν όλοι αλλά η κόρη μου… Μακάρι να ήταν καλά κι ας ενδιαφερόταν κι εκείνη. Τέλοσπάντων μεπήρε κάποτε ο ύπνος αλλά πολύ σύντομα με ξύπνησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα ανήσυχη.
Ήταν εκείνη. Ακουγόταν χαρούμενη κι αποφασισμένη. Θα επισκεπτόταν την κόρη μου έλεγε κάθε φορά που θα της άρεσε κι αυτό με εξόργισε αφάνταστα. Αρχίσαμε να καβγαδίζουμε όπως ήταν φυσικό και κάποτε έκλεισα το τηλέφωνο.
Η Ενριέτα σταμάτησε και κοίταξε το ρολόι της. Είχε την αίσθηση πως διάβαζε πολλή ώρα και πράγματι τα λεπτά κυλούσαν πολύ γρήγορα. Διαπίστωσε πως η άρτεμη έπρεπε να ήταν ήδη εκεί. Αυτή η καθυστέρηση δεν της άρεσε. Είχε αποφασίσει πως εκείνη τη μέρα θα τέλειωνε μαζί της. Είχε άλωστε κι άλλη μια δουλειά εξίσου σοβαρή. Έπρεπε να τηλεφωνήσει στη ντανιέλα. Στο νου της ήρθε η χθεσινοβραδινή τους συνομιλία κι ο τόνος της φωνής της κι εκείνος ο άνδρας. Καθόλουδεν τον συμπάθησε.θα ρωτούσε τη Ντανιέλα γι’αυτόν αν της το επέτρεπε εκείνη φυσικά.
Τελικά σηκώθηκε κι άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω. Η πλάτη της άρχισε πάλι να την ενοχλεί κι αυτή τη φορά ότι κι αν έκανε δε μπόρεσε να αγνοήσει τον πόνο. Άνοιξε ένα ντουλάπι κι έβγαλε ένα πανέμορφο κρυστάλινο κουτάκι γεμάτο στρογγυλά χαπάκια. Έριξε δυο από αυτά μέσα σε ένα ποτήρι με νερό κι αφού περίμενε να λιώσουν τα ήπιε. Ποτέ δε θα συνήθιζε τη γεύση τους. Το μόνο που θα την έκανε να την ξεχάσει ήταν λίγη σοκολάτα. Άρχισε να ψάχνει στην τσάντα της χωρίς αποτέλεσμα. Αν ήθελε να φάει έπρεπε να εγκαταλείψει το γραφείο της για λίγο. Το περίπτερο δεν ήταν μακριά. Ετοιμάστηκε να φύγει. Κι αν ερχόταν στο μεταξύ η Άρτεμη; Δε θα την περίμενε; Ανασήκωσε τους ώμους της. Εκείνη τη μέρα θα μάθαινε τα πάντα ακόμη κι αν χρειαζόταν να την ψάχνει σε ολόκληρη την πόλη.
Η άρτεμη προσπαθούσε να ηρεμήσει παίρνοντας βαθιές ανασες. Δίπλα της η άλλη γυναίκα χαμογελούσε. Δεν την κοιτούσε σχεδόν καθόλου αλλά ακόμη κι όταν το έκανε σιγουρευόταν πως τα βλέμματά τους δε θα διασταυρώνονταν. Δε μπορούσε να τη φοβάται.
-λοιπόν; Πού ήθελες να πας; Δε νομίζεις πως πρέπει να μάθω;
-όχι βέβαια, αυτό δεν είναι δική σου δουλλειά. Δε μου λες καλύτερα που με πας;
-Κάπου ήσυχα όπου θα μιλήσουμε χωρίς να μας ενοχλήσει κανεις.
-δε θέλω να μιλήσω μαζί σου.
-θέλω όμως εγώ. Κι άλωστε καλύτερα να πεις σε εμένα όλα όσα θέλεις παρά σε κάποιον άλλο άνθρωπο. Με καταλαβαίνεις έτσι δεν είναι; Έσκυψε ξαφνικά από πάνω της και κείνο το διαπεραστικό άρωμα ζάλισε την άρτεμη. Όταν ανασηκώθηκε ξανά γελούσε και πάλι.
-Ξέρεις τι λέω; Θα πάμε εκεί που ήθελες για λίγο. Δηλαδή εγώ θα πάω εσύ θα με περιμένεις εδώ. Η άρτεμη άνοιξε διάπλατα τα μάτια της.
-Δηλαδή ξέρεις που ήθελα να πάω;
-Φυσικά, ακόμη κι ένας ανόητος θα το καταλάβαινε. Κοιτάχτηκες στον καθρέφτη μέσα σε εκείνο το κατάστημα; Έτρεμες σαν το ψάρι. Η άρτεμη άρχισε να παίζει νευρικά με τα μαλλιά της φτιάχνοντας μια κοτσίδα. Είχε κοιταχτεί πολλές φορές στον καθρέφτη από το πρωί αλλά πίστευε πως φαινόταν αποφασισμένη, σίγουρη και ήρεμη. Τελικά ίσως έκανε λάθος. Μα πώς είχαν πάει όλα στραβά;
-λοιπόν. Άκου τι σκέφτηκα. Θα παίξουμε ένα παιχνίδι.
Τι είδους παιχνίδι; Εγώ ποτέ δεν έπαιζα όπως εσύ.
-αυτό το παιχνίδι το σκαρφίστηκες μόνη σου πριν λίγο καιρό. Άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε ένα άλλο κινητό, λεπτό κι ασημένιο. Άπλωσε το χέρι δίνοντάς το στην άρτεμη που το πήρε αναστενάζοντας.
-Λοιπόν θα τηλεφωνήσεις σε εκείνη τη γυναίκα, ξέρεις σε ποια, και θα της πεις πως κάτι σου έτυχε και πως δε θα μπορέσεις να πας στο γραφείο της σήμερα. Φρόντισε να φανείς ήρεμη, σου έχω εμπιστοσύνη, δε θέλω να με απογοητεύσεις. Το τηλέφωνο άρχισε να γλιστράει από τα δάχτυλά της κοπέλας.
-πρόσεξε να μη σου πέσει. Μου κόστισε μια περιουσία. Αλήθεια σου αρέσει;
-δεν ξέρω… δηλαδή καλό είναι. Εγώ ποτέ δεν έδινα σημασία σε τέτοια πράγματα.
-Κρίμα που δεν το εκτιμάς, έλεγα να σου το χαρίσω όταν τελειώσει αυτή η ιστορία.
-Είσαι πολύ καλή. Γέλασε παραζαλισμένη κι άρχισε να πληκτρολογεί τον αριθμό του γραφείου της επιθεωρήτριας πολύ αργά. Ξαφνικά ήθελε τόσο να της μιλήσει. Άρχισε να βρίζει τον εαυτό της για την απερισκεψία της.έπρεπε να της τα είχε πει όλα από εκείνη την πρώτη μέρα. Αλλά τότε δε μπορούσε να μαντέψει τι θα συνέβαινε, ήθελε να γίνουν όλα αργά υποκύπτοντας σε μια εντελώς παράλογη επιθυμία για μελοδραματισμό και γελοία θεατρικότητα.
-αργείς γλυκιά μου. Η φωνή της άλλης γυναίκας την επανέφερε στο παρόν. Σαν υπνοτισμένη πάτησε και το τελευταίο κουμπί και ακούμπησε το τηλέφωνο στο αφτί της. Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα και περίμενε. Το τηλέφωνο στην άλλη πλευρά κουδούνισε μια δυο τρεις…. Αλλά κανείς δεν απαντούσε.
-δεν είναι εκεί, είπε μέσα από τα σφιγμένα της δόντια στρέφοντας τα μάτια προς την άλλη γυναίκα. Ένιωθε ανακούφιση και φόβο μαζί.
-δε σε περίμενε; Ίσως τελικά να μη σε πήρε και τόσο σοβαρά… δώσε μου το τηλέφωνο. Της το πήρε βιαστικά από το χέρι και το έριξε ξανά στην τσάντα της.
-Ίσως αυτό να μας βολεύει είπε συλλογισμένα. Λοιπόν ας πάμε εκεί αφού λείπει. Δε μου άρεσε η ιδέα να τη συναντήσω, παρόλαυτά θα πηγαίναμε αλλά αφού εκείνη λείπει όλα τακτοποιήθηκαν.
-Λοιπόν φώναξε, μπορούμε να τρέξουμε… Η άρτεμη άρχισε πάλι να παίζει με τα μαλλιά της.
-τι θέλεις να κάνεις στο γραφείο της ενριέτας;
-Θα το μάθεις κι αυτό, μη βιάζεσαι, όλα στην ώρα τους.
-πάντα λάτρευες τα αινίγματα.
-βέβαια. Έχω μια σημαντική δουλειά εκεί μέσα. Κι ύστερα θα πάμε να μιλήσουμε όπως σου υποσχέθηκα. Η άρτεμη ακούμπησε το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια της και δεν ξαναμίλησε ώσπου να φτάσουν στο γραφείο. Ήξερε πως ο,τι κι αν έκανε δε θα τη σταματούσε. Μα ακόμη κι αν μπορούσε δε θα το έκανε. Βαθιά μέσα της την έτρωγε η περιέργια να μάθει τι ακριβώς συνέβαινε.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: