Η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο εικοστό ένατο
Η ενριέτα περπατούσε προσέχοντας τη στάση του σώματός της. Τα παυσίπονα δεν είχαν αρχίσει ακόμη τη δράση τους. Ωστόσο ο δροσερός αέρας και το σταθερό περπάτημα την έκαναν ήδη να νιώσει καλύτερα. Το πολύωρο διάβασμα των τελευταίων ημερών είχε μουδιάσει το μυαλό της και τώρα το κατάλάβαινε καλύτερα που ξεκουραζόταν. Η χαλάρωσή της θα ήταν ολοκληρωτική σχεδόν αν δεν την απασχολούσε η άρτεμη. Είχε αργήσει πολύ εκτός κι αν αυτή τη στιγμή χτυπούσε την πόρτα του γραφείου της. Αυτή η σκέψη την έκανε να περπατήσει κάπως πιο γρήγορα αλλά μια σουβλιά πόνου την επανέφερε βίαια στην πραγματικότητα θυμίζοντάς της την τωρινή της κατάσταση. Έφτασε στο περίπτερο την ώρα που είχε αρχίσει να ιδρώνει, κι όμως ήταν τόσο κοντά. Ύστερα από σύντομο δισταγμό αγόρασε δυο σοκολάτες, η μια ήταν με γεύση κεράσι και η άλλη με πορτοκάλι. Άνοιξε τη μια επιστρέφοντας κι άρχισε να τρώει. Κάποια στιγμή σταμάτησε έξω από ένα μαγαζί με ρούχα κι άρχισε να τα κοιτά παρά τη θέλησή της. Της είχε τραβήξει την προσοχή ένα φόρεμα. Φυσικά δεν υπήρχε χρόνος για δοκιμές αλλά αυτό της θύμισε εκείνα τα παπούτσια που είχε δει. Ακόμη δεν είχε βρει το χρόνο για να τα αγοράσει. Γέλασε σιγανά. Ποτέ δε θα άλλαζε τελικά.
Η ντανιέλα ξύπνησε λίγο αργότερα από ο,τι συνήθιζε. Το ρολόι έδειχνε εννιά και μισή το πρωί. Τέντωσε το χέρι στο πλάι του κρεβατιού ψάχνοντας τον Πέτρο. Αυτή η κίνηση ωστόσο την έκανε να πονέσει και μια λεπτή κραυγή πόνου ξέφυγε από τα μισάνοιχτα χείλη της. Μόλις τότε θυμήθηκε τα γεγονότα της περασμένης νύχτας κι αυτά που θυμόταν δεν της άρεσαν καθόλου. Όπως ήταν αναμενόμενο ο πέτρος δε βρισκόταν πλάι της. Ανασηκώθηκε προσπαθώντας να ελέγξει τον πόνο. Ήθελε να κοιταχθεί στον καθρέφτη. Πάντα τα ίδια έκανε κι ας της προκαλούσε αηδία το ίδιο της το σώμα. Πήγε και στάθηκε μπροστά του κι αυτό που αντίκρυσε της έκοψε την ανάσα. Κάποιες φορές ο Πέτρος το παρ’ακανε αλλά αυτή τη φορά τα πράγματα είχαν ξεφύγει κατά πολύ από ο,τι χειρότερο της είχε συμβεί. Ολόκληρη η πλάτη της ήταν γεμάτη σημάδια και πληγές. Με φρίκη έφερε το δάχτυλό της σε κείνα τα σημεία που είχαν πρηστεί περισσότερο αλλά το τράβηξε την επόμενη στιγμή. Ξαφνικά δεν άντεχε άλλο. Έπεσε στο πάτωμα κι αγκαλιάζοντας τα γόνατά της ξέσπασε σε κλάματα. Ήθελε να πεθάνει, εκείνη τη στιγμή. Η πιθανότητα να βρει κάποιον τρόπο για να γλιτώσει από όλο αυτό το μαρτύριο δεν περνούσε στιγμή από το νου της. Βαθιά μέσα της πίστευε πως ήταν υποταγμένη σε κείνον και πως αυτό δε θα έπαυε ποτέ να ισχύει. Ο,τι κι αν έκανε, όπου κι αν πήγαινε εκείνος θα την έβρισκε και τότε όλα θα άρχιζαν ξανά από την αρχή με μεγαλύτερη σφοδρότητα από πριν. οΙ λυγμοί γίνονταν όλο και πιο δυνατοί κι αφού ο Πέτρος δε βρισκόταν στο σπίτι δεν έβλεπε το λόγο να προσπαθήσει να τους πνίξει. Δεν του άρεσαν τα κλάματα και γενικά τέτοιες σκηνές και της το είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή. Κι εκείνη τι είχε κάνει; Είχε προσπαθήσει να συμμορφωθεί μ’αυτό λαμβάνοντας υπ’όψη της μόνο τους δικούς του κανόνες. Η ίδια δε διέθετε κανενός είδους θέληση, το μόνο που έκανε ήταν να δουλεύει για κείνον εξασφαλίζοντας την παραμονή της στη χώρα. Μόνο αυτός υπήρχε, ήταν το κέντρο του δικού της σύμπαντος. Η σκέψη αυτή την έκανε να αρχίσει να τρέμει. Έσφιξε ακόμα πιο πολύ τα γόνατά της χωρίς την παραμικρή διάθεση να σταματήσει να κλαίει.
Η ενριέτα κόντευε να τελειώσει την πρώτη σοκολάτα ενώ έστεκε ακόμη έξω από εκείνο το μαγαζί. Το φόρεμα ήταν γεμάτο χάντρες, ήταν πολύ φανταχτερό ρούχο κι απορούσε κι η ίδια με τον εαυτό της. Τα λεπτά κυλούσαν κι εκείνη δεν έλεγε να κουνηθεί. Μόνο η σκέψη της άρτεμης ήταν ικανή να τη βγάλει από αυτή την παράξενη νιρβάνα. Έβγαλε το κινητό της και την κάλεσε. Θα της μιλούσε ψυχρά κι επιτιμητικά. Δε μπορούσε να παίζει μαζί της με τέτοιο τρόπο. Ωστόσο η ευκαιρία να πραγματοποιήσειτα σχέδιά της δεν της δόθηκε αφού το κινητό ήταν κλειστό.
Τότε ένιωσε τα μάγουλά της να βάφονται κατακόκκινα και κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα για δράση. Με μια απότομη κίνηση πέταξε το χαρτί της σοκολάτας κι άρπαξε πάλι το κινητό. Δεν είχε άλλο χρόνο να σπαταλήσει για εκείνη. Ακόμη κι αν ερχότταν δε θα την έβρισκε εκεί. Τη φαντάστηκε να χτυπά την πόρτα της και να στέκεται απ’έξω περιμένοντας και ένιωσε αμέσως καλύτερα. Ας έλεγε ό,τι ήθελε η Σάρα, εκείνη την αντιπαθούσε. Αλήθεια; Τι να έκανε εκείνη; Θα της τηλεφωνούσε όταν γυρνούσε στο σπίτι. Αλήθεια, έπρεπε να μιλήσει και με τον Αλέξανδρο. Έσφιξε νευρικά τις μικρές γροθιές της, εκείνη η μικρή την είχε αποξενώσει από όλους.
Η Ντανιέλα σκούπισε με θόρυβο τη μύτη της στο μανίκι της πιτζάμας της και προσπάθησε να ανασηκωθεί. Από το βάθος του σπιτιού έφτανε ως αυτήν το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Δυσκολεύτηκε να βρει την ισορροπία της επειδή είχε αρχίσει να ζαλίζεται αλλά τελικά τα κατάφερε κι έτρεξε προς τα εκεί.
Άρπαξε τη συσκευή.
-παρακαλώ! Η ενριέτα πήρε μια βαθιά ανάσα. Τα ίδια εκείνα σπαστά ελληνικά σκέφθηκε.
-Καλημέρα Ντανιέλα είπε με μια φωνή που φανταζόταν πως ήταν γλυκιά. Είσαι καλά; Σιωπή. Η Ντανιέλα έκανε ένα βήμα πίσω. Με όσα έγιναν κόντευε να την ξεχάσει.
-είμαι η Ενριέτα, συνέχισε η επιθεωρήτρια όσο πιο μαλακά μπορούσε. Δε με θυμάσαι; Μιλήσαμε χθες…
-ναι, καλημέρα, η Ντανιέλα πήρε μια βαθιά ανάσα. Σας θυμάμαι.
-μπορείς να μιλήσεις;
-Εεε, δεν είμαι σίγουρη, μα… νομίζω πως ναι. Η ενριέτα έσφιξε το κινητό. Κάτι σοβαρό συνέβαινε σε κείνη την κοπέλα που σχετιζόταν με την απαίσια φωνήπου άκουσε χθες βράδυ. Ξαφνικά βιαζόταν πολύ.
-είναι εκεί ο φίλος σου; Η Ντανιέλα ρούφηξε ξανά τη μύτη της.
-Όχι, λείπει.
-πΟλύ ωραία. Έχεις λίγο χρόνο να συναντηθούμε; Νομίζω πως είναι μια καλή ευκαιρία, θα κάνει καλό και στις δυο μας αυτή η συνάντηση, τι λες;
Η ντανιέλα το σκέφθηκε για λίγο. Από τη μια φοβόταν πολύ, τι θα συνέβαινε αν κάτι μάθαινε εκείνος; Μα από την άλλη, η αντωνία, πόσα χρόνια θα ζούσε με αυτό το βάρος; Κι αν της έκαναν κι εκείνης κάτι; Δε θα το άντεχε. Η επιθεωρήτρια μίλησε ξανά.
-Με ακούς;
-ναι, σας ακούω. Θα ήθελα κι εγώ να βρεθούμε μα…
-άκου, μη φοβάσαι καθόλου, θα σε προστατεύσω εγώ. Σου υπόσχομαι πως δε θα πάθεις τίποτα, μην ξαναλέμε τα ίδια. Λοιπόν ξέρεις εκείνη την καφετέρια που λέγεται μόκα; Δεν είναι στο κέντρο, θα μας βολέψει.
-ναι, την ξέρω, έχω πάει εκεί.
-Ωραία, θα σε περιμένω εκεί σε μισή ώρα, αντίο. Έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο για να μη δώσει χρόνο στην άλλη γυναίκα να μετανιώσει.
Η ντανιέλα ακούμπησε το τηλέφωνο πίσω στη θέση του κι έμεινε να σκέφτεται. Ήταν μπερδεμένη. Λίγο πριν όλα έδειχναν μαύρα κι απειλητικά και δεν έβλεπε καμιά διέξοδο. Μήπως τελικά δεν ήθελε να τη δει; Αναστέναξε και μπήκε πάλι στην κρεβατοκάμαρα. Έπρεπε να βρει κάποιον τρόπο να καλύψει όλα εκείνα τα σημάδια, αν αυτό ήταν δυνατό.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: