Η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο τριακοστό
-γιατί αποφάσσισες ννα μιλήσεις τώρα; Η άννα ακούμπησε τα δυο τηλέφωνα πάνω στο τραπέζι μπροστά της.
-Ξέρεις το γιατί.
-Ίσως αλλά με ενδιαφέρει να το συζητήσω μαζί σου.
-είμαι δειλή κατά βάθος, ίσως πάντα να ήμουν αλλά μου πήρε κάμποσα χρόνια να το συνειδητοποιήσω.
-Και; Πότε το κατάλαβες; Η άννα έγινε σαρκαστική, κι ο τόνος αυτός της ταίριαζε τόσο πολύ ποη η άρτεμη ανατρίχιασε.
-Όταν πέθανε η μαμά. Τότε όλα ξεκαθάρισαν στο κεφάλι μου.
-αλήθεια; Η Άννα άναψε τσιγάρο με ένα μικρό χρυσό αναπτήρα. Η άρτεμη έμεινε για ώρα να τον παρατηρεί. Η αδερφή της είχε πολλά χρήματα και φυσικά της άρεσε να τα επιδεικνύει.
-Πού τα βρήκες τόσα λεφτά;
-έκανα σωστές κινήσεις.
-δηλαδή; Χρηματηστήριο ή κάτι τέτοιο; Εκείνη γέλασε.
-υπάρχουν πολλά είδη επενδύσεων άρτεμη. Εγώ εκείνη τη μέρα που έφυγα από την ελλάδα είχα πάρει ήδη τις αποφάσεις μου.
-όσο γι’αυτό… ήμουν σίγουρη. Το είδα στα μάτια σου εκείνη τη μέρα. Έλαμπαν κι ήταν ψυχρά, σχεδόν ανέκφραστα.
-ακριβώς όπως το είπες, ανέκφραστα. Δεν αφορούσε κανέναν το μέλλον μου. Ούτε εσένα, ούτε τη μητέρα μας. ΆΛωστε εκείνη δεν είχε μάτια για εμάς. Άπλωσε το χέρι να πιάσει το ποτήρι με το χυμό. Κάθονταν σε ένα μακρόστενο δωμάτιο που για μόνη του επίπλωση είχε ένα στρογγυλό τραπέζι καλυμμένο με τζάμι και τέσσερις καρέκλες γύρω του. Το σπίτι δεν το ήξερε η Άρτεμη κι ούτε είχε την ευκαιρία να το δει ολόκληρο αλλά η άννα ισχυρίστηκε πως ήταν μιας φίλης της.
-Γίνεσαι σκληρή με τη μαμά.
-Και ποιο είναι το πρόβλημα; Δε θα το μάθει ποτέ. Η άρτεμη έκρυψε για μια στιγμή το πρόσωπο μέσα στα χέρια της. Όλο και πιο συχνά την έκανε την κίνηση αυτή τώρα τελευταία.
-είχα πιστέψει πως την καταλάβαινες μετά από εκείνη τη μέρα που σε πήρε και μιλούσατε για ώρες, το θυμάσαι έτσι δεν είναι; Η Άννα ήπιε με προσοχή μια μικρή γουλιά κι ανασήκωσε τα φρύδια της με απορία.
-δε θα το ξεχάσω ποτέ αλλά αυτό που με ξαφνιάζει είναι πως τη θυμάσαι κι εσύ τόσο καλά μετά από όλα αυτά τα χρόνια.
-Και βέβαια τη θυμάμαι.
-γιατι; Θίχτηκες επειδή δεν ήσουν μαζί μας;
-όχι βέβαια Άννα, εσύ ήσουν αυτή που έχανε τον έλεγχο κάθε φορά που κάτι σε δυσαρεστούσε. Αλλά και πάλι το κάλυπτες εύκολα. Πίστευες πως οι άλλοι δεν το αντιλαμβάνονταν αυτό αλλά να που έκανες λάθος. Εγώ σε παρακολουθούσα. Η άννα την κοίταξε σαστισμένη.
-Δεν ήσουν εσύ που παρακολουθούσες εμένα αλλά εγώ εσένα. Θα σου το αποδείξω πολύ σύντομα. Κι αν νομίζεις πως με αιφνηδίασες κάνεις μεγάλο λάθος. Ξέρω πως γνωρίζεις αρκετά από τα μυστικά μου κι όσο παράξενο κι αν σου φαίνεται είμαι εδώ για να σου αποκαλύψω κι άλλα.
-Κι άλλα; Πόσα έχεις κάνει; Η άννα γέλασε παράξενα. Η άλλη κοπέλα στηρήχθηκε στους αγκώνες της για να μπορέσει να την κοιτάξει καλύτερα. Δεν της άρεσε αυτό που έβλεπε.
-πΟλλά, κάποιαδε θα τα μάθει κανείς, αλλά εσύ, είσαι η εκλεκτή, η αγαπημένη μου αδερφή. Το ξέρεις πως σε αγαπάω, έτσι δεν είναι; Άπλωσε το χέρι της πάνω από το τραπέζι για να πιάσει αυτό της αδερφής της αλλά εκείνη ττραβήχτηκε. Της προκαλούσε αποστροφή εκείνη η γυναίκα.
Πάντα τη φοβόταν αλλά αυτό που ένιωθε εκείνη τη μέρα δε συγκρινόταν με τίποτα.
-δώσε μου το κινητό μου είπε απότομα. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να το κρατάς εσύ. Δε σου έχω κάνει τίποτα Της το έδωσε αμέσως μισοχαμογελώντας της. Η άρτεμη το άνοιξε βιαστικά. Είδε κλήσεις από την επιθεωρήτρια κι ένα μήνυμα από τον ανδρέα. Απόρησε που τον ξεχνούσε τόσο εύκολα.
-τον θυμάσαι το ζαν; Η φωνή της άλλης γυναίκας έγινε ξαφνικά μεταξένια, σχεδόν βελούδινη. Η άρτεμη χαμογέλασε αυτόματα. Ταξίδεψε στο Παρίσι… δεν είχε ξεχάσει ττίποτα από εκείνες τις μέρες. Αν θυμόταν τον ζαν…
-Βέβαια, άννα. πΟλύ καλά, γιατί;
Τότε εκείνη έβγαλε από την τσάντα της ένα δερμάτινο πορτοφόλι και το άνοιξε. Όσο έψαχνε η άρτεμη πρόλαβε να δει μια σειρά από πιστωτικές κάρτες αλλά δεν το σχολίασε.τελικά η άννα τράβηξε μια έγχρωμη φωτογραφία και της την έδωσε σχεδόν αδιάφορα.
-Δες να μου πεις πως μας βρίσκεις! Την πήρε κι άρχισε να τη μελετάει με προσοχή. Η άννα ντυμένη με ένα κατάλευκο φόρεμα, η Άννα με μια υπέροχη ανθοδέσμη… Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. Δεν ήταν δυνατό αυτό!
-Μη μου πεις πως παντρεύτηκες το Ζαν! Τα μάτια της γύρισαν πάλι στη φωτογραφία. Τον κοίταξε, ήταν πολύ όμορφος, τα μαλλιά του ήταν κατάξανθα και το χαμόγελό στο πρόσωπό του σχεδόν αγγελικό.
-πες μου, τον παντρεύτηκες; Πότε; Γιατί δε μας είπες τίποτα;
-είναι μεγάλη ιστορία, άρτεμη. Αλλά θα σου την πω. Όπως εξήγησα λίγο πριν δε με καταλαβαίνατε καθόλου, ούτε εσύ ούτε η μαμά. Φυσικά αν επρεπε να διαλέξω ανάμεσα στις δυο σας ξέρεις πολύ καλά ποια θα διάλεγα χωρίς δεύτερη σκέψη. Σε ένα πράγμα είχες δίκιο. Εκείνη η μέρα που μίλησα μαζί της για ώρες με σημάδεψε, κάτι χαράχτηκε μέσα μου κι ήξερα πως ο,τι κι αν έκανα δε θα το ξερίζωνα.
Είχα αρχίσει βλέπεις να διαμορφώνω την άποψή μου για όσα έβλεπα κι άκουγα. Εκείνο το βράδυ όταν πήγα για ύπνο υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως θα έκανα ο,τι μπορούσα για να σταματήσω τους πολλούς καβγάδες. Δεν ήταν η σωστή λύση στο πρόβλημα. Όσο το σκεφτόμουν τόσο έβλεπα πως έπρεπε να φύγω αμέσως μετά την αποφοίτηση από το σχολείο. Άρχισα να μαζεύω χρήματα προσπαθώντας να το εξηγήσω και σε εκείνη.
-ήξερες πόσο θα στενοχωριόταν όταν τελικά θα έφευγες.
-ναι, το ήξερα αλλά δε γινόταν αλλιώς. Άλωστε είχε κι άλλο παιδί, θα κάλυπτε γρήγορα το κενό της απουσίας μου.
-Μας αγαπούσε και τις δυο το ίδιο.
-Μη βιάζεσαι, δε μιλάω για εσένα. Η άρτεμη χλώμιασε αλλά προτίμησε να μην απαντήσει. Σπάνια η άννα μιλούσε τόσο πολύ.
-Μη με διακόπτεις, σε παρακαλώ, θα ρωτήσεις ο,τι θελήσεις όταν τελειώσω. Έφυγα λοιπόν όπως ξέρεις το ίδιο εκείνο καλοκαίρι. Είχα βρει ήδη δουλειά σε κείνο το απαίσιο ξενοδοχείο. Ένα πικρό χαμόγελο φάνηκε για μια στιγμή στα χείλη της και η άρτεμη δεν ήταν σίγουρη αν το είχε δει πραγματικά. Να που έκανα κι εγώ την ίδια δουλειά με εσέναγια λίγο. Μόνο που εσύ ικανοποιήθηκες με αυτή ενώ εγώ όχι. Για μένα ήταν απλώς ένα σκαλοπάτι και τίποτα περισσότερο. Τέλοσπάντων. Τα χρήματα που είχα στη διάθεσή μου προορίζονταν αποκλειστικά και μόνο για τις σπουδές μου, αλλά έπρεπε και να ζήσω.
-Φυσικά, άλωστε από τότε σου άρεσαν τα ακριβά ρούχα και τα κοσμήματα.
-Ακριβώς αλλά όταν ήμουν 18 δεν είχα λεφτά για τέτοια πράγματα. Ήμουν βέβαιη πως η ευκαιρία που έψαχνα θα παρουσιαζόταν και δεν έπεσα έξω. Σε μια χριστουγεννιάτικη γιορτή γνώρισα το ζαν. Ήταν νέος ωραίος πλούσιος… Αλλά πάνω από όλα διέθετε μυαλό κι αυτό μου άρεσε. Ήταν βλέπεις σπάνιο φαινόμενο. οΙ πιο πολλοί συμφοιτητές μου ξόδευαν χρήματα για να φλερτάρουν ο ένας τον άλλον από το πρωί ως το βράδυ. Βρισκόμαστε τότε μόλις στο πρώτο έτος των σπουδών μας.
Όταν τον γνώρισα ο Ζαν ήταν πώς να το πω… μηδενιστής, σχεδόν δηλαδή. Στην αρχή δεν τον καταλάβαινα καθόλου αλλά τελικά είδα πως οδηγήθηκε εκεί. Σκεφτόταν πολύ, με μια ασύλληπτη ταχύτητα. Το έργο μου δεν ήταν εύκολο, ευτυχώς το κατάλαβα νωρίς.

Advertisements

Ετικέτες:

2 Σχόλια to “Η πρώτη υπόθεση”

  1. meanan Says:

    πολυ ωραια η ιστορια σου.μπραβο

    • mprilla Says:

      Σε ευχαριστω πολυ!! δεν ηξερα οτι διαβαζες το blog μου.
      Η αληθεια ειναι οτι πρεπει καποτε να την τελειωσω την πρωτη υποθεση μηπως παμε και στη δευτερη καποια μερα!!!
      Καλωσηρθες!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: