Archive for Αύγουστος 2010

η πρώτη υπόθεση

Αύγουστος 31, 2010

Κεφάλαιο τεσαρακοστό πρώτο
Η αντωνία επέστρεψε στο μεγάλο σαλόνι δέκα λεπτά αργότερα. Ήταν ντυμένη με ένα ριχτό κόκκινο φόρεμα και στα χέρια της κρατούσε έναν ασημένιο δίσκο. Τον ακούμπησε στο τραπεζάκι μπροστά στην επιθεωρήτρια και της έγνεψε να σερβιριστεί. Εκείνη την ευχαρίστησε κι άρχισε να γεμίζει ένα ψηλό ποτήρι με κάποιο αρωματικό τσάι. Όσο έκανε αυτό άρχισε και πάλι να μιλάει.
-Λοιπόν, για να συνεχίσω τη συζήτηση μας να σου πω πως ονομάζομαι ενριέτα χατζηπέτρου. Ήρθα εδώ για κάποιο υπηρεσιακό θέμα το οποίο ωστόσο με ενδιαφέρει και προσωπικά. Εδώ και κάποια χρόνια ασχολούμαι με την εξιχνίαση μιας δολοφονίας. Η κοπέλα που δολοφονήθηκε λεγόταν λίντα αλεξάνδρου. Ήπιε μια γουλιά από το τσάι της και στράφηκε προς την αντωνία για να δει την αντίδρασή της. Τα μάτια της γυναίκας πέταξαν από την επιθεωρήτρια στο δίσκο κι ύστερα καρφώθηκαν στο παχύ χαλί στα πόδια της.
Η ενριέτα ακούμπησε το ποτήρι πάνω στο δίσκο και συνέχισε με έναν τόνο ελάχιστα πιο αυστηρό.
-έχω την αίσθηση πως την ήξερες εκείνη την κοπέλα, έτσι δεν είναι;
-ναι την ήξερα πράγματι. Η Αντωνία σταύρωσε τα χέρια της και τα ακούμπησε στα γόνατά της. Δούλευα στο σπίτι της για κάποιο διάστημα. Υποθέτω πως αυτό το γνωρίζατε ήδη αφού ήρθατε ως εδώ.
Η επιθεωρήτρια έγνεψε καταφατικά.
-ναι, βέβαια. Όπως φαντάζεσαι έχω διαβάσει ήδη την αρχική σου κατάθεση, Όταν έγινε η δολοφονία άρχισαν να ασχολούνται με αυτή ορισμένοι αστυνομικοί περισσότερο ειδικευμένοι στο θέμα από εμένα. Τώρα την έχω αναλάβει εγώ αλλά ομολογώ πως αυτή είναι η δεύτερη φορά που προσπαθώ να βγάλω κάποια άκρη.
Πήρε ξανά το ποτήρι κι ήπιε για να δώσει λίγο χρόνο και στις δυο τους. Προσπαθούσε να αποφασίσει τι στάση θα κρατούσε ενώ άφηνε την αντωνία να ζυγίσει την κατάσταση, όταν πήρε την απόφασή της μίλησε ξανά, κάπως πιο μαλακά αυτή τη φορά.
-Την τελευταία φορά που ασχολήθηκα με το θάνατο της Λίντας η έρευνα έγινε για μένα πραγματική εμμονή και λίγο έλειψε να χωρήσω. Η Αντωνία άλλαξε θέση και ήρθε να καθίσει πιο κοντά της. Αυτό την ικανοποίησε καταλαβαίνοντας πως σύντομα θα έρχονταν πιο κοντά. Η διαίσθησή της την είχε βοηθήσει και πάλι.
-γιατί; Η αντωνία μίλησε όσο πιο ήρεμα μπορούσε.
-επειδή ένιωθα πως κάτι μου ξέφευγε και παραμελούσα τον εαυτό μου, το φίλο μου, τους γονείς μου. Ξενυχτούσα πάνω από τα ιατρικά πορίσματα και τις καταθέσεις, κάνοντας σενάρια και γεμίζοντας σελίδες ολόκληρες με σκέψεις και εικασίες.
-Αν είναι έτσι, τότε έχεις διαβάσει και τη δική μου κατάθεση.
-περισσότερες από μια φορές. Την έχω μάθει απ’έξω.
-Και τότε, γιατί βρίσκεσαι εδώ;
-γιατί ξέρω πως δεν τα είπες όλα. Η Αντωνία έφερε τα χέρια στην κοιλιά της αλλά η ενριέτα δεν έχασε την ψυχραιμία της και δεν κάμφθηκε. Ήξερε πως ήταν ο φόβος που οδηγούσε την άλλη γυναίκα σε τέτοιες κινήσεις.
-είσαι έγκυος, συγχαριτήρια. Είναι το πρώτο σου;
-ναι.
-ωραία, εύχομαι όλα να πάνε καλά.
-ευχαριστώ για τις ευχές. Μα πραγματικά πιστεύω πως άδικα ήρθες ως εδώ. Πραγματικά δεν έχω να σου πω κάτι άλλο.
-Η Ντανιέλα δε συμφωνεί με αυτό. Μίλησε γλυκά, σαν να τη χάιδευε αλλά ήξερε πως αυτό ήταν αρκετό.
-Η Ντανιέλα; Για ποια μιλάς; Η Αντωνία γούρλωσε τα μάτια της. Ήταν φάνερο πως δε γνώριζε το παιχνίδι της προσποίησης.
-Μιλάω για τη φίλη σου, την κοπέλα που δούλευε μαζί σου στο μπαρ.
-Ποιο μπαρ; Η φωνή της υψώθηκε τρεις τόνους.
-ηρέμησε σε παρακαλώ. Δε θέλω να σου συμβεί κάτι κακό εξαιτίας μου. Ξέρω πιο πολλά από όσα πιστεύεις. Αν το θελήσω μπορώ να σε συλλάβω, αλλά δεν το θέλω. Γι’αυτό φρόντισε να με διευκολυνεις.
-Γιατί μίλησε η ντανιέλα; Η Αντωνία έκρυψε το κεφάλι στα χέρια της.
-σε αγαπάει πολύ. Ο μόνος λόγος που το έκανεήταν για να βοηθήσει να βρεθεί η αλήθεια. Της πρότεινα να τη βοηθήσω να φύγει από τη χώρα αλλά δε δέχτηκε αν και έχει πολλά προβλήματα.
-Πώς έφτασες ως εκείνη;
-δύσκολα αλλά έφτασα. Αυτό δεν πρέπει να σε απασχολεί. Ξέρεις πόσο σοβαρό είναι αυτό που έκανες, έτσι δεν είναι;
-Ναι.
-Μίλησέ μου λοιπόν.
Η αντωνία φάνηκε έτοιμη να ξεσπάσει σε κλάματα αλλά η επιθεωρήτρια την πρόλαβε.
-Σε παρακαλώ, μην το κάνεις στον εαυτό σου αυτό. Προσπάθησε να με καταλάβεις. Θέλω το παιδί σου να μεγαλώσει κοντά σου. Βοήθησέ με να βρω έναν τρόπο να σε προστατεύσω κι εσένα κι αυτό.
-εντάξει, θα μιλήσω. Πήρε βαθιά ανάσα. Τα λεφτά τα είχα ανάγκη. Έπρεπε να φύγω για να έρθω εδώ. Αν δεν το έκανα θα με χώριζε κι αυτό δεν το άντεχα. Δεν ήθελα να ζήσω μόνη. Βαθιά μέσα μου ήξερα πως κάποιος θα με ανακάλυπτε αλλά προσπαθούσα να τη διώξω αυτή τη σκέψη. Τελικά ευτυχώς ήσουν εσύ, καλύτερα γυναίκα. Με καταλαβαίνεις όπως είπες.
-ναι, την αλήθεια σου είπα.
-σε πιστεύω. Γνώρισα την Άννα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Μάλλον με περίμενε γιατί αμέσως μόλις με ίδε να βγαίνω άρχισε να μου μιλάει. Με κοιτουσε διερευνητικά. Φαινόταν έξυπνη. Την ακολούθησα χωρίς δεύτερη σκέψη. Για τις επόμενες μέρες βρισκόμαστε πολύ αλλά κρυφά. Πηγαίναμε για καφέ και μιλούσαμε η μια στην άλλη. Σε μια από αυτές τις εξόδους μου αποκάλυψε πως η μαμά της είχε αρχίσει να την παραμελεί τα τελευταία χρόνια και πως γι’αυτό έφταιγε η Λίντα. Φυσικά δεν την πίστεψα αλλά εκείνη μου εξομολογήθηκε πως κάποτε της είχε πει πως δεν την αγαπούσε όσο εκείνη την κοπέλα.
Σταμάτησε για να πιεί από το δικό της ποτήρι.
-κι εσύ την πίστεψες;
-Μου φαινόταν παράλογο και παράδοξο αλλά όταν κατάλαβα πως μου πρότεινε ένα είδος συνεργασίας τα απομακρυνα όλα.
-Δηλαδή πήρες λεφτά για να την καλύψεις. Δεν τη σκέφτηκες καθόλου τη Λίντα;
-πίστεψέ με, δεν ήξερα πως θα τη σκότωνε. Αν το ήξερα δε θα το άφηνα να γίνει. Το μόνο που μου είπε ήταν πως θα την τρόμαζε λίγο, πως θα την έκανε να φοβηθεί.
-γιατί; Για να μη μιλάει στη μαμά της;
-δεν ξέρω, έτσι μου είπε.
-Κι όσο ανόητο κι αν ήταν το πίστεψες.
-Ήθελα να το πιστέψω.
-και γιατί περίμενε να φύγουν όλοι για να την επισκεφθεί;
Η αντωνία κατέβασε το κεφάλι.
-Μου λες ψέματα και το ξέρεις, αλλά συνέχισε.
-πήρα λεφτά για να της βγάλω κλειδιά από το σπίτι κι από την κρεβατοκάμαρα της λϊντας. Μου είχε πει πως αν τη βοηθούσα θα μου έδινε χρήματα κάθε χρόνο και πως πολύ σύντομα θα έφευγε από την ελλάδα. Τη ρώτησα πως θα έβγαζε τόσα λεφτά αλλά δε μου έδωσε καμιά απάντηση. Κι ούτε κι επέμενα πιο πολύ.
-στην κατάθεση είπες πως όταν ρώτησες τη λίντα αν είχε φάει κάτι άλλο εκτός από τα σοκολατάκια εκείνη το αρνήθηκε.
-ναι. Ξέρω πως τη δηλητηρίασε γιατί όταν πέθανε μέσα στη γενική αναστάτωση έψαξα να τη βρω και μου είπε πως έγινε. Είχε δώσει στη λίντα κάποια άλλα γλυκά τα οποία ύστερα τα είχε εξαφανίσει.
-κανονικά πρέπει να ζήσεις μακριά από τούτο το σπίτι.
Η Αντωνία βούρκωσε.
-όχι, σε παρακαλώ.
-Πώς όχι; Ξέρεις πως λέγεται αυτό που έκανες ή θέλεις να σου το πω εγώ;
-το ξέρω καλά.
-πόσα λεφτά σου έδωσε η Άννα για τη σιωπή σου εκείνο το χρόνο;
-τρεις χιλιάδες. Όπως σου είπα δεν έμαθα ποτέ που τα βρήκε.

Η πρώτη υπόθεση

Αύγουστος 30, 2010

Κεφάλαιο τεσαρακοστό
-η Λίντα ξαφνιάστηκε πολύ όταν με είδε. Για μια στιγμή τα μάτια της πλανήθηκαν άδεια επάνω μου αλλά τελικά φαίνεται πως με αναγνώρισε γιατι με κάλεσε με μια μικρή κραυγή να καθίσω κοντά της. Ήταν γνωστό πως το συναίσθημα αντιπάθιας ήταν αμιβαίο, έτσι η κραυγή αυτή δεν πρόδιδε χαρά αλλά μάλλον αγωνία. Κάθισα στο κρεβάτι της κι άρχισα να της μιλάω, φορώντας το πιο ευγενικό μου χαμόγελο αν και δεν ήξερα σε τι θα χρησίμευε. Στην αρχή τη ρώτησα για τη ζωγραφιά που έφτιαχνε, αφού αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που είδα. Άρχισε να μου μιλάει με ενθουσιασμό εξηγώντας μου πως ζωγράφιζε την αντωνία. Μετά με ρώτησε αν την ήξερα κι εγώ γέλασα αλλά δε μπήκα στον κόπο να της απαντήσω. Δε χρειαζόταν να το κάνω. Κι έπειτα από λίγο σηκώθηκα από τη θέση μου ρωτώντας την αν ήθελε να ακούσουμε λίγη μουσική. Δε μου έδωσε απάντηση κι έτσι πήρα μόνη μου την πρωτοβουλία και βγάζοντας από την τσάντα μου ένα δισκάκι το έβαλα να παίξει. Μάλλον της άρεσε η κλασική μουσική γιατί σταμάτησε να ασχολείται με τη ζωγραφιά της και συγκεντρώθηκε στο κομμάτι, αν μπορώ να το πω έτσι. ύστερα από λίγο μου είπε πως ήταν πολύ απαλό και με ρώτησε αν θα υπήρχαν και λόγια. Έτσι προσπάθησα να της εξηγήσω πως τα κοντσέρτα δεν έχουν ποτέ λόγια.
-δε μπορώ να το πιστέψω πως πήγες να τη σκοτώσεις κι άρχισες να μιλάς μαζί της για κλασική μουσική.
-επειδή είσαι εντελώς άπειρη.
-Τι θέλεις να πεις;
-ήθελα να δημιουργήσω μια πιο φιλική ατμόσφαιρα.
-Γιατί; Μήπως θα τη ρωτούσες αν…
-Σταμάτα, Άρτεμη. Μίλησα πολύ σήμερα, και σε μια ανακρίτρια λιγότερα θα έλεγα αλλά εσύ είσαι αδερφή μου και σου υποσχέθηκα πως θα τα μάθαινες όλα. Φτάνουμε στο τέλος πια. Λοιπόν έβαζα το κομμάτι ξανά και ξανά για να δω την αντίδρασή της. Κάποια στιγμή άρχισε να το βαριέται και με κάλεσε να καθίσω ξανά κοντά της πράγμα που έκανα αμέσως. Τότε ήταν που μου πρόσφερε δυο απτα αγαπημένα της σοκολατάκια. Την ευχαρίστησα κι αφού τα ξετύληξα έβαλα το ένα στο στόμα μου. Με ρώτησε αν μου άρεσε και έσπευσα να τη διαβεβαιώσω πως ήταν πολύ γευστικό. Έδειξε να την ικανοποιεί η απάντησή μου κι ετοιμάστηκενα φάει κι εκείνη ένα αλλά την πρόλαβα. Έβγαλα από την τσάντα μου ένα άλλο κουτί με μικρά σοκολατένια γλυκά, στολισμένο με μια ρωζ κορδέλα δεμένη σε φιόγκο και της το πρόσφερα χαμογελώντας. Εκείνη το δέχτηκε και τα τελευταία ψήγματα επιφυλακτικότητας για μένα εξαφανίσθηκαν. Την παρακολούθησα να το ανοίγει γεμάτη ενθουσιασμό και να παίρνει ένα με άρωμα πορτοκαλιού. Δε φανταζόμουν πως θα ήταν τόσο εύκολο. Το έχωσε όλο στο στόμα της και το έφαγε βιαστικά. Την προέτρεψα να πάρει κι άλλο λέγοντας πως το κουτί ήταν ολόκληρο δικό της.
Τότε σαν να άκουγε τη σκέψη μου άρχισε να τρώει με αληθινή βουλημία. Μόνο όταν ήρθε το πρώτο κύμα πόνου της πήρα το κουτί από τα χέρια. Τη ρώτησα αν αισθανόταν καλά κι εκείνη έγνεψε αρνητικά πιάνοντας την κοιλιά της. Τότε πήρα το κουτί, το έδεσα ξανά με την ρωζ κορδέλα και το έριξα στην τσάντα, όπως επίσης και τα περιτυλήγματα των γλυκών που είχε φάει. Της πρότεινα να φέρω λίγο νερό αλλά εκείνη είπε πως δε χρειαζόταν γιατί ένιωθε ήδη καλύτερα. Τότε ήταν που βεβαιώθηκα πως η δράση του δηλητηρίου είχε αρχίσει για τα καλά.
Τα μάτια της Άρτεμης γέμισαν δάκρυα αλλά δεν έκανε καμιά προσπάθια να τα εμποδίσει να τρέξουν. Απορούσε κι η ίδια πως τα είχε καταφέρει τόσες ώρες.
Η Άννα έκανε πως δεν το πρόσεξε και συνέχισε στον ίδιο τόνο.
-Ήταν το ίδιο εκείνο δηλητήριο πουλίγα χρόνια αργότερα σκότωσε και την κόρη μου, μόνο που η δόση για τη Λίντα ήταν κάπως μεγαλύτερη. Ήμουν βέβαιη για τις αναλογίες.
Έπειτα, έβγαλα το δισκάκι και το έβαλα κι αυτό στην τσάντα μου σκουπίζοντας πολύ προσεκτικά το στερεοφωνικό. Το ίδιο έκανα και με ό,τι άλλο είχα αγγίξει. Ήξερα ακριβώς τις κινήσεις που έπρεπε να γίνουν. Όταν βεβαιώθηκα πως δεν υπήρχε τίποτα άλλο να κάνω, τη χαιρέτισα ήρεμα λέγοντας να μου τηλεφωνούσε αν δεν ένιωθε καλά και είπα πως θα φώναζα την αντωνία να πάει κοντά της. Ήξερα πως δε θα πέθαινε πριν περάσει αρκετή ώρα μα σε καμιά περίπτωση δεν ήθελα να είμαι εκεί όταν ερχόταν η ώρα. Έτσι βγήκα από το σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Δε μίλησα ούτε μαζί της, τι να της έλεγα; Ήμουν σίγουρη πως αργά ή γρήγορα θα μετάνιωνε γι’αυτό που με είχε βοηθήσει να κάνω. Δε θα τη χρησιμοποιούσα ποτέ ξανά. Έκρυβε μέσα της ευαισθησία κι αυτό δε μου άρεσε.Ξέρω πως δε θα ξεχάσει ποτέ τις στιγμές που πέρασε κοντά της αλλά δε μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Κι άλωστε τα λεφτά που πήρε ήταν πολλά.
Τώρα τα ξέρεις όλα.
Η ενριέτα έφτασε έξω από το σπίτι της Αντωνίας κι άρχισε να κοιτά το κουδούνι χωρίς να τολμά να το πατήσει. Τα γράμματα που σχημάτιζαν τις λέξεις αντωνία τριανταφύλλου την έκαναν να νιώσει άσχημα. Της το είχε πει βέβαια η Ντανιέλα πως είχε παντρευτεί αλλά τώρα που το έβλεπε και η ίδια τα συναισθήματά της άλλαζαν γοργά. Αυτό το μέρος της δουλειάς της κάποιες φορές τη δυσκόλευε πολύ περισσότερο από όσο μπορούσε να εξηγήσει στον αλέξανδρο. Ήδη λίγες ώρες πριν είχε αναγκαστεί να ξεγυμνωσει την ψυχή μιας βασανισμένης γυναίκας κι αυτό δεν της άρεσε. Τα είχε καταφέρει ωστόσο κι αυτό έπρεπε να κάνει και τώρα. Άλωστε η αντωνία θα μπορούσε να βρίσκεται και στη φυλακή αν κάποιος που γνώριζε την αλήθεια είχε αποφασίσει να την αποκαλύψει.
Η σκέψη αυτή της έδωσε τη δύναμη που χρειαζόταν για να χτυπήσει το κουδούνι. Κράτησε το χέρι της πάνω στο κουμπί πιο πολύ από ό,τι χρειαζόταν για να βεβαιωθεί πως θα την άκουγαν. Δε σκόπευε να φύγει προτού πάρει τις απαντήσεις που ήθελε.
Την επόμενη στιγμή η πόρτα άνοιγε και μια γυναίκα τυληγμένη με ένα χνουδωτό μπουρνούζι στάθηκε στην είσοδο. Η ενριέτα μίλησε πρώτη.
-καλησπέρα, είσαι η Αντωνία Τριανταφύλλου;
-Ναι, εγώ είμαι. Εσύ ποια Είσαι;
Έμεινε για λίγο σιωπηλή να την κοιτά. Ήταν φανερό πως μόλις εκείνη τη στιγμή είχε βγει από το μπάνιο γιατί και τα μαλλιά της ήταν μέσα σε μια άλλη πετσέτα.
-Με λένε ενριέτα, θα σου πω και το επίθετό μου, είμαι επιθεωρήτρια. Δουλεύω στην αστυνομία. Η Άλλη γυναίκα παραμέρισε αμέσως για να την αφήσει να μπει κι αυτό την ξάφνιασε. Μπήκε ωστόσο στο σπίτι ρίχνοντας σύντομες ματιές στο εσωτερικό του. Η Αντωνία την οδήγησε στο σαλόνι. Ο χώρος ήταν γεμάτος υπέροχα έπιπλα, φτιαγμένα από κάποιο πανάκριβο ξύλο, πόσα λεφτά να κόστιζαν άραγε; Να ήταν πλούσιος ο άνδρας της; Μα όχι, δεν ήταν, αλλιώς δε θα αναγκαζόταν να κάνει τόσα άσχημα πράγματα για τα οποία σίγουρα ντρεπόταν ακόμη. Καμιά κληρονομιά ή μήπως τα λεφτά έφταναν; Και ποιον να κάλυπτε; Να ήταν σωστές οι υποψίες που τη βάραιναν;
-Κάθισε. Θα με περιμένεις ένα λεπτό; Η φωνή της ήταν πολύ σταθερή όταν μίλησε. Θα ντυθώ και θα είμαι εδώ σε ένα λεπτό.
-Φυσικά, κανένα πρόβλημα.
Η αντωνία βγήκε από το σαλόνι και μόλις τότε είδε η επιθεωρήτρια πως ήταν έγκυος. Η εγκυμοσύνη δε διακρινόταν εύκολα βέβαια γιατί ήταν ακόμη στα πρώτα στάδια. Μα αυτή η διαπίστωση έκανε τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα για κείνη.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Αύγουστος 29, 2010

2.

Δεν ήταν αγάπη αυτή που την είχε σπρώξει στην αγκαλιά του, τώρα σιγουρευόταν γι’αυτό. Ούτε έρωτας ήταν, δεν ήταν έτσι ο έρωτας. Ήταν κάποια άλλη παράξενη σκοτεινή δύναμη αυτή που οδηγούσε τα ταραγμένα ασταθή της βήματα μπροστά σε κείνη την καταραμένη σπηλιά. Όσο κι αν πάσχιζε δε μπορούσε να της δώσει κάποιο όνομαόχι πως αυτό ήταν απαραίτητο αλλά είχε συνηθίσει να το κάνει πάντα αυτό στη ζωή της. Αλήθεια; Ποιο ήταν το όνομα αυτού του άντρα που την είχε πλανέψει; Πώς τον έλεγαν αυτόν που είχε τολμήσει να την αποσπάσει από τη γλυκιά ρουτίνα της μοναξιάς και της επίπλαστης ευτυχίας; Γιατί τότε που το σώμα της δεν είχε γνωρίσει το δικό του η μέριλιν αισθανόταν ευτυχισμένη, άδεια μα ευτυχισμένη.Μα γιατί ήθελε να ξεγελάσει τον εαυτό της; Ήταν ποτέ δυνατό να ξεχάσει το όνομά του; Λες κι είχε περάσει καιρός από τότε…
Όταν τον είχε δει για πρώτη φορά δεν του είχε δώσει καμιά σημασία κι ας είχε περάσει τόσο κοντά τηςκι ας είχε μυρίσει εκείνο το καταραμένο διαβολικό του άρωμα. Τον είχε χαιρετήσει ασυγκίνητη, στητή κι αλύγιστη, μα οδηγημένη από μια παράξενη κι έντονη παρόρμηση, κι ύστερα είχε στραφεί να μιλήσει στη φίλη της που την περίμενε υπομονετικά για την καθιερωμένη τους βραδινή βόλτα. Πριν αποκοιμηθεί ττη νύχτα εκείνη ο άγνωστος άντρας είχε εισχωρήσει στο νου της, έμεινε μαζί της μόνο για μερικά δευτερόλεπτα κι ύστερα χάθηκε και πάλι και η μέριλιν δεν είχε ιδέα που πήγαινε κι από πού είχε έρθει. Το μόνο που ήξερε ήταν πως πριν φύγει είχε απλώσει το χέρι και της είχε χαιδέψει τα μαλλιά της φευγαλαία. Ο ύπνος που ακολούθησε ήταν ταραγμένος πράγμα ασυνήθιστο για κείνη. Την άλλη μέρα είχε ξυπνήσει πολύ νωρίτερα από ο,τι συνήθως. Είχε πάρει τις μπογιές και τα πινέλα της κι είχε τρέξει στη θάλασσα. Εκεί κάθισε στο αγαπημένο της βραχάκι και κρυμμένη από τα μάτια των αδιάκριτων παραθεριστών είχε αρχίσει να ζωγραφίζει τον άντρα αυτόν. Έμεινε κατάπληκτη από τον ίδιο της τον εαυτό. Θυμόταν τα χαρακτηρηστικά του με κάθε λεπτομέρια κι ήταν σαν να τον έβλεπε μπροστά της ολοζώντανο. Δεν κατάλαβε πότε ήρθε το βράδυ. Μόνο όταν δεν έβλεπε πια τις τόσες αποχρώσεις σταμάτησε να ζωγραφίζει κι ιεπέστρεψε στην πραγματικότητα. Τότε ο χρόνος θέλησε να πάρει και πάλι την αληθινή του υπόσταση μα η μέριλιν δεν τον είχε αφήσει να το κάνει. Δεν το είχε εμπιστευτεί σε κανέναν μα μπορούσε να κλεύει λίγες στιγμές από την κλεψίδρα της ζωής πότε πότε αξιοποιώντας τες με τον καλύτερο τρόπο. Είχε αφήσει τα μάτια της να περιπλανηθούν στην παραλία κι αφού βεβαιώθηκε πως δεν την παρακολουθούσε πια κανείς πέταξε από πάνω της το λεπτό της φόρεμα και βούτηξε στα παγωμένα κρυστάλινα νερά. Κολύμπησε για ώρα πολλή προσπαθώντας να καθαρίσει το μυαλό της από τα τόσα χρώματα. Το πέτυχε τελικά μα όταν θέλησε να διώξει μακριά εκείνο το στιγμιαίο χάδιτου ονείρου της η θέλησή της αποδείχτηκε εντελώς ανίσχυρη. Κι αυτό την παραξένεψε τόσο πολύ που αφέθηκε τελικά να παρασυρθεί από τα κύματα που την πήγαιναν όλοένα και πιο μακριά. Χρειάστηκε να καταβάλει τεράστια προσπάθια για να μπορέσει να επιστρέψει τελικά στην ακτή. κΙ όταν τα κατάφερε ένιωθε εξουθενωμένη σωματικά και ψυχικά. Είχε ξαπλώσει στην δροσερή νοτισμένη άμμο και είχε βάλει τα χέρια της για μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι της. Σύντομα τα μάτια της έκλεισαν και βυθίστηκε σε έναν ύπνο βαθύ χωρίς όνειρα.

η πρώτη υπόθεση

Αύγουστος 27, 2010

Κεφάλαιο τριακοστό ένατο
Η Ναταλία τέλειωσε την Τρίτη βότκα κι ακούμπησε το πότηρι στο μπαρ. Ο Άρης που δεν την έχανε στιγμή από τα μάτια του εκείνη την ώρα σκούπιζε ένα τραπέζι. Κοντευε τρεις το πρωί και οι τελευταίοι πελάτες έφευγαν από το μαγαζί. Η Ναταλία ένιωθε ανακούφιση μα στην πραγματικότητα ομολογούσε στον εαυτό της πως δεν είχε περάσει καθόλου άσχημα. Κάθε φορά που το μπορούσε ο Άρης περνούσε μαζί της λίγα λεπτά κι αντάλλασσαν λίγες κουβέντες βιαστικά. Ήταν περίεργος να δει τι ήταν όλα εκείνα που ήθελε να του πει. Μα όσο κι αν την πίεζε δεν της έπαιρνε άλλη κουβέντα. Μα τώρα ευτυχώς οι ώρες είχαν περάσει κι εκείνος την πλησίασε γοργά.
-πώς νιώθεις; Σε πονάει το κεφάλι σου; Δεν έπρεπε να πιείς κι άλλη βότκα. Η κοπέλα γέλασε ευτυχισμένα και κατέβηκε άνετα από το μπαρ.
-Μην ανησυχείς, σου το είπα πως νιώθω καλά, το κρύωμα έχει αρχίσει ήδη να υποχωρεί. Κι άλωστε μόνος σου το είπες πως πιο πολύ φράουλα παρά βότκα πίναμε.
-δεν έχεις άδικο. Πήρε το σακάκι του.
-Φεύγουμε;
-Βέβαια. Πού θέλεις να πάμε;
-Στο σπίτι σου, την κοίταξε ερωτηματικά, έχω καιρό να έρθω, πολύ καιρό.
-Σύμφωνοι. Κάποια πράγματα είναι πεταμένα εδώ κι εκεί αλλά με ξέρεις τώρα. Ο άρης γέλασε.
-Φυσικά σε ξέρω, από όλες τις πλευρές. Φαντάζομαι λοιπόν πως ξενυχτούσες αγκαλιά με τον υπολογιστή σου, εκτός κι αν είχες άλλη παρέα. Η Ναταλία δάγκωσε τα χείλη της. Τώρα αυτό γιατί το είχε πει;
-δεν είχα άλλη παρέα, Άρη, αν είχα θα μιλούσα σε κείνον για αυτά που συμβαίνουν. Την έπιασε από το μπράτσο.
-εντάξει το ξέρω. Μη με παρεξηγείς, ξέρεις πως σκέφτομαι καμιά φορά. Να πάμε με το αυτοκίνητο; Εκείνη έγνεψε καταφατικά. Μπήκαν μέσα κι ο άρης έβαλε μπροστά ανοίγοντας ταυτοχρόνως τη θέρμανση. Αυτές οι κινήσεις ήταν τόσο οικίες και στους δυο, τις έκαναν για χρόνια κάποτε, δεν ξεχνιούνταν κι εύκολα οι συνήθιες…
-Λοιπόν, δε μπορώ να περιμένω άλλο! Δεν αρχίζεις να μου λες την ιστορία; Η Ναταλία πήρε βαθιά ανάσα.
-Την ξέρεις την Άρτεμη. Ήρθε μου είπες στο μαγαζί λίγες μέρες πριν.
-σωστά.
-είπες πως ήταν ταραγμένη, ξέρω το λόγο και θα φτάσω σε αυτόν. Η άρτεμη ξέρει κάτι που αφορά σε ένα φόνο. Ο άρης πάτησε απότομα φρένο και τα λάστιχα στρίγκλισαν αποκρουστικά. Η ναταλία τον άγγιξε στο μπράτσο.
-Μήπως να περιμένουμε καλύτερα ώσπου να φτάσουμε στο σπίτι μου;
-όχι, συγνώμη, θα προσέχω πιο πολύ. Τι είναι αυτά που λες για την Άρτεμη;
-νομίζω, δεν είμαι εντελώς βέβαιη, αλλά νομίζω πως ξέρω την αλήθεια. Η άρτεμη έχει μια αδερφή.Τη λένε άννα. Την ξέρω κι εκείνη. Την άρτεμη δεν την είχα δει σχεδόν ποτέ όσο παράξενο κι αν σου φαίνεται γιατί η σχέση μου με την αδερφή της είναι κάπως παράξενη.
-πώς παράξενη δηλαδή;
-Να, είμαστε συμμαθήτριες με την άννα. Γίναμε φίλες κάποτε ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Τώρα καταλαβαίνω πως ουσιαστικά με χρησιμοποιουσε κι εμένα.
-με ποιο τρόπο; Τι να του έλεγε; Θα τη μισούσε αν μάθαινε.
-θα σου πω, είπε τελικά αναστενάζοντας, κι ας με μισήσεις. Εδώ που φτάσαμε δε γίνεται να γυρίσω πίσω. Κι άξαφνα πρόσθεσε.
-εσύ δεν είπες πως δε μπορούσες να επικοινωνήσεις με την άρτεμη σήμερα; Ο άρης ανασήκωσε τους ώμους μπερδεμένος.
-Ναι, το είπα κι έτσι είναι αλλά τι σχέση έχει αυτό με την άννα;
-έχει μεγάλη σχέση, θα καταλάβεις. Ίσως, λέω ίσως, η άρτεμη να κινδυνεύει. Σταύρωσε τα χέρια στα γόνατά της περιμένοντας το απότομο φρενάρισμα το οποίο ευτυχώς δεν ήταν τόσο βίαιο όσο το πρώτο.
-τι ξέρεις; Λέγε. Η φωνή του σκλήρυνε μεμιάς.
-Με με αγχώνεις. Άκουσέ με. Η άννα είναι παράξενος άνθρωπος, με φοβίζει. Δεν έχει κάνει καλά πράγματα. Δεν ξέρω ακριβώς μέχρι που έχει φτάσει αλλά θα σου πω τις υποψίες μου κι όλα όσα ξέρω. Δυστυχώς με τον τρόπο μου τη βοηθούσα κι εγώ.
-Πώς δηλαδή;
-Με πλήρωνε, Άρη. Μου έκανε δώρα.
-ήσουν συνεργός σε τι;
-Μη φωνάζεις. Ξεσταύρωσε τα χέρια της. Φοβάμαι.
-Μη φοβάσαι, αλλά μίλα μου.
-Η μαμά της Άρτεμης και της άννας δούλευε στο σπίτι μιας κοπέλας με σοβαρά διανοητικά προβλήματα. Η Άρτεμη τη συμπαθούσε, καμιά φορά της έκανε παρέα. Η άννα σχεδόν τη μισούσε.
-γιατί;
-δεν ξέρω, είναι παράξενη, σου το είπα. Δεν ήθελε να τη βλέπει. Κάποτε είχε μαλώσει πολύ με τη μητέρα της για την κοπέλα αυτή. Όπως κατάλαβα αργότερα, τη ζήλευε επειδή αποσπούσε την προσοχή της γυναίκας εκείνης. Ο άρης σταμάτησε έξω από το σπίτι της.
-έλα, πάμε. Θα μου τα πεις επάνω. Η Ναταλία έγνεψε και κατέβηκε.
-γιατί τη μισούσε τόσο, δεν κατάλαβα. Ήθελε τη μητέρα της κατά δική της;
-Ναι. Είναι εγωκεντρική.
Έφτασαν μπροστά στο σπίτι και η Ναταλία ξεκλείδωσε βιαστικά.
-έλα, Άρη. Θα μας πάρει ώρες ώσπου να βρούμε μια άκρη. Κι ύστερα πρέπει να δούμε πως θα ενεργήσουμε. Αν η άρτεμη ήξερε κάτι από όσα έκανε η αδερφή της, τότε κινδυνεύει μάλλον. Δηλαδή έτσι νομίζω. Κάθισε απέναντί του. Εκείνος άναψε ένα τσιγάρο περιμένοντάς την υπομονετικά.
-εκείνη η κοπέλα που σου είπα, δολοφονήθηκε. Ο Άρης έβγαλε το τσιγάρο από το στόμα.
-Ποιος τη σκότωσε;
-εεεε, μη βιάζεσαι, άρη. Δε μου είναι εύκολο. Ήρθαν στα χέρια μου κάποιες καταθέσεις μαζί με κάποια πορίσματα. Έβγαλα κάποια συμπεράσματα. Θα σου τα πω όλα.
-Τη Λίντα τη σκότωσα ένα βράδυ παρασκευής, όπως και το μωρό μου. Μου άρεσαν πάντα οι παρασκευές επειδή μου θύμιζαν κλασικά αστυνομικά μυθιστορήματα. Με γοήτευαν. Τέλοσπάντων, το οργάνωσα πολύ καλά. Μέρες το περίμενα. Η Λίντα έμεινε μόνη επιτέλους. Δεν ήμουν και σίγουρη για το αν θα τα κατάφερνα να το κάνω Παρασκευή αλλά οι συγκυρίες… παρακολουθούσα στενά όσα γίνοντας μέσα στο σπίτι. Με βοηθούσε η αντωνία, η υπηρέτρια τους. Την πλήρωνα κι αυτήν με τα λεφτά του ζαν. Καλό κορίτσι, ευτυχώς είχε πολλές ανάγκες κι αγαπούσε ένα αγόρι. Ήθελε να φύγει μαζί του, μέχρι και σε μπαρ δούλευε κρυφά. Η αντωνία μου τηλεφωνούσε σχεδόν κάθε μέρα και με ενημέρωνε για την κατάσταση. Η Λίντα ήταν εσωτερική σε σχολείο κι έτσι από αυτή την άποψη βόλευαν οι παρασκευές που επέστρεφε. Η μαμά όπως ξέρεις είχε τσακωθεί πολύ με την αλίκη.
-ναι κι εσύ το χαιρόσουν.
-φυσικά, εγώ δεν την ήθελα ζωντανή για δυο λόγους τη Λίντα. Τους ξέρεις ήδη και τους δυο. Πρώτον δε θα ήταν ευτυχισμένη, όλοι θα τη λυπούνταν έτσι όπως ήταν, ανίκανη να επικοινωνήσει φυσιολογικά με κάποιον. Δεύτερον, δεν ήθελα να μοιράζομαι την αγάπη της μαμάς. Η άρτεμη γούρλωσε τα μάτια.
-Κι εμένα, γιατί δε με σκότωσες;
-Δε θα σε σκότωνα ποτέ εσένα, είσαι παιδί της. Έχουμε το ίδιο αίμα.
-Και με το κοριτσάκι σου το ίδιο αίμα είχατε.
-το ξέρω, μα εκείνο θα ήταν δυστυχισμένο. Τέλοσπάντων. Άκου για τη Λίντα. Αμέσως μόλις έφυγε για το νοσοκομείο ο πατέρας της, η αντωνία μου τηλεφώνησε ειδοποιώντας με. Κατάλαβα πως το πράγμα βόλευε αφού ήδη η αλίκη είχε φύγει.
-πΟύ πήγε; Εσύ δεν ήσουν που την ανάγκασες να φύγει; Η άννα γέλασε.
-Όχι, η μαμά μας.
-τι;
-είχε αρχίσει να βλέπει κρυφά τη Λίντα όπως ξέρεις. Πήγαινε στο σχολείο της. Μια μέρα εκείνη το είπε στην αλίκη κι εκείνη θύμωσε.άρχισε να της τηλεφωνεί, κι όταν κάποτε τη βρήκε της ζήτησε να συναντηθούν. Αυτό έγινε εκείνη την Παρασκευή. Η αλίκη δεν ήθελε να το πει σε κανέναν, δεν ξέρω τι έγραψε στην κατάθεσή της. Ούτε και με νοιάζει. Το θέμα είναι πως εγώ είχα την ευκαιρία που ήθελα. Η αντωνία με είχε εφοδιάσει με κάποια κλειδιά που χρειαζόμουν κι έτσι μπορούσα να μπω ανενόχλητη.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Αύγουστος 25, 2010

Λοιπόοοοον!! αφού το L και Moln τελείωσε, και η πρώτη υπόθεση τελειώνει κι αυτή σε λίγο, θα δοκιμάσω κάποια άλλα πράγματα.
Αυτή η ιστορία δε θα είναι πολύ μεγάλη, δε μπορώ να μιλήσω με σιγουρια για το ακριβές μέγεθός της!!
δεν έχω γράψει κάτι τέτοιο ως τώρα.
Για να δούμε…
1.
Η Μέριλιν αναστέναξε κι έκλεισε απρόθυμα το βιβλίο της. Διάβαζε τις τελευταίες τρεις ώρες και ένιωθε τα μάτια της να την τσούζουν. Ήταν δακρυσμένα και κόκκινα. Σηκώθηκε νωχελικά και τεντώθηκε. Άρχισε να κάνει βόλτες πάνω κάτω στο δωμάτιο προσπαθώντας να ξεμουδιάσει το σώμα της. Το κλάμα του μωρού ακούστηκε ξανά αυτή τη φορά κάπως επιτακτικο. Η κοπέλα μπήκε στο δωμάτιο με βήματα γοργά και το σήκωσε απαλά στα χέρια της. Ήταν δεν ήταν τριων μηνών. Ένα κοριτσάκι μικροσκοπικό με δυο γαλάζιες χάντρες για μάτια και δυο χείλη ρόδινα που μόλις διακρίνονταν.το έσφιξε πάνω της με τρυφερότητα και μπήκε ξανά στο σαλόνι. Το μωρό ηρέμησε αμέσως από την επαφή μαζί της και μια υποψία χαμόγελου εμφανίστηκε στις άκρες των μικροσκοπικών χειλιών του. Η μέριλιν κάθισε στον μεγάλο καναπέ κι άρχισε να παίζει μαζί του ξεςπώντας σε δυνατά ανέμελα γέλια κάθε τόσο. Είχε δεθεί αμέσως με κείνο το μωρό. Το είχε λατρέψειαπό την πρώτη κιόλας μέρα. Μα κι εκείνο έδειχνε να την εμπιστεύεται απόλυτα και πάντα ησύχαζε στα χέρια της. Ήταν τόσο μικρό, και την είχε τόση ανάγκη. Το αγκάλιασε πιο σφιχτά ξαφνικά. Θα του διοχέτευε όλη της την αγάπη που τόσα χρόνια έμενε αξόδευτη. Έτσι έπρεπε να γίνει άλωστε όλοι το έλεγαν. Λίγο αργότερα σηκώθηκε και με το μωρό πάντα στην αγκαλιά της μπήκε στη μικρή κουζίνα. Έβαλε το γάλα να βράσει κι άνοιξε ένα κουτί μπισκότα. Αφηρημένα έβαλε ένα στο στόμα της κι άρχισε να το μασά αργά αργά. Μόλις έβρασε το γάλα γέμισε το μπιμπερό κι άρχισε να ταίζει το μωρό πολύ προσεχτικά. Εκείνο έπινε λαίμαργα και λίγες σταγόνες κύλησαν στο πηγούνι και το λαιμό του. Η μέριλιν χαμογέλασε με τούτα τα καμώματα που ακόμη δεν τα είχε συνηθίσει. Πήρε την πετσέτα που ήταν αφημένη πάνω στο τραπέζι και σκούπισε το χυμένο γάλα. Όταν το μωρό χόρτασε βγήκαν από την κουζίνα. Είχε έρθει και πάλι η ώρα για ύπνο. Πάντα το ίδιο γινόταν. Το τάιζε και μετά εκείνο την ξεχνούσε για να βυθιστεί σε έναν ατέλειωτο γλυκό ύπνο. Ποιος να ήξερε τι ονειρευόταν. Ίσως να έβλεπε έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό, γεμάτο άλλα πανέμορφα ροδαλά μωράκια. Γέλασε δυνατά με την ίδια της τη σκέψη και απέθεσε το κοριτσάκι στην κούνια του. Μετά το σκέπασε με φροντίδα και βγήκε νυχοπατώντας από το δωμάτιο αφού βεβαιώθηκε πως το σύστημα ενδοεπικοινωνίας λειτουργούσε κανονικά.
Βολεύτηκε στον καναπέ κι ακούμπησε δίπλα της το κουτί με τα μπισκότα. Εκείνη τη μέρα δεν είχε καμιά διάθεση να μαγειρέψει. Το μωρό και το διάβασμα την είχαν απορροφήσει εντελώς. Άνοιξε το βιβλίο και βρήκε σχεδόν αμέσως τη σελίδα στην οποία το είχε αφήσει. Διάβαζε τη ρεχέντα του άλας κλαρίν. Ήταν ένα κλασικό δίτομο μυθιστόρημα που πρωταγωνίστρια του ήταν μια γυναίκα νέα που πάλευε να αποφασίσει αν θα ζούσε για το θεό ή τον έρωτα. Έτσι περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας στο κρεβάτι, εξαντλημένη από την εναγώνια πνευματική αναζήτηση και την απόθηση των πειρασμών. Η ίδια η μέριλιν δε φανταζόταν ποτέ πως θα ερχόταν μια μέρα στη ζωή της που θα χρειαζόταν να διαλέξει ανάμεσα στα δυο εκείνη πίστευε στο θεό, μα η πίστη της ήταν αγνή και καθαρή, απαλαγμένη από κάθε διάθεση διερεύνησης και αναζήτησης. Μα ταυτοχρόνως πίστευε και στον έρωτα, στον απόλυτο παντοτινό έρωτα που ερχόταν μόνο μια φορά στη ζωή του κάθε ανθρώπου. Δεν τον είχε γνωρίσει ακόμη αλλά κάπου μέσα της το ένιωθε πως δε θα αργούσε να γίνει και αυτό. Ήταν 26 χρόνων μα ένιωθε πολύ μεγαλύτερη. Η ζωή της κυλούσε μονότονα ήταν ήδη κουρασμένη και απογοητευμένη. Το χειρότερο ήταν πως όλα έμοιαζαν στάσιμα κι άχαρα. Κολυμπούσε μέσα σε μια θάλασσα γαλήνια μα θολή, χωρίς άλλες μορφές ζωής. Στην αρχή είχε πιστέψει πως θα της αρκούσε αυτό μα σύντομα κατάλαβε πως η μοναξιά ήταν δυσβάσταχτη. Είχε αρχίσει να απελπίζεται όταν ήρθε το γλυκό της μωρό. Τρόμαξε τόσο όταν κατάλαβε τι συνέβαινε, φοβήθηκε πως δε θα τα κατάφερνε αλλά σιγά σιγά υπερίσχυσε η αγάπη για κείνη τη νέα ζωή κι όλα πήραν το δρόμο τους. Τώρα είχε κάποιον να φροντίζει κι έτσι οι μέρες απέκτησαν και πάλι νόημα. Πιο πριν είχε μόνο το διάβασμα και τη ζωγραφική. Όχι πως δεν την ικανοποιούσαν μα το κενό που ένιωθε ολοένα γινόταν και μεγαλύτερο και η απόλαυση που έβρισκε σε αυτά συνεχώς μειωνόταν. Προσπαθούσε να το εξηγήσει μα δεν τα κατάφερνε. Είχε ορκιστεί να ζήσει μόνη από τότε που εκείνος ο άντρας την είχε ξεγελάσει. Της είχε φερθεί με το χειρότερο τρόπο, την είχε εξαπατήσει.

Η πρώτη υπόθεση

Αύγουστος 25, 2010

Κεφάλαιο τριακοστό όγδοο
-Ναταλία, τι κάνεις εδώ; Σηκώθηκε από το σκαμπο που καθόταν και την πλησίασε. Της άγγιξε το χέρι για μια στιγμη μα έπειτα το τράβηξε ξαφνιασμένος κι ο ίδιος από την κίνησή του.
-Για σένα ήρθα. Μπορώ να μείνω;
-Και βέβαια. Μόνο που σε λίγο αρχίζω δουλειά.
-εντάξει, δε με πειράζει. Θα μιλάμε όταν μπορεις εσύ, έχω χρόνο. Πού να καθίσω;
-δεν έρχεσαι στο μπαρ μαζί μου; Δάγκωσε τη γλώσσα του, όση ώρα μιλούσαν την κοιτούσε από πάνω ως κάτω. Εξακολουθούσε να είναι το ίδιο όμορφη, όπως ακριβώς και τότε.
-βέβαια, ευχαρίστως. Πλησίασε κι εκείνη ένα σκαμπο και κάθισε.
-Θέλεις ποτό, της έδειξε το ποτήρι του. Φράουλα με λίγη βότκα.
-Γιατί όχι;, μόνο να είναι ελαφρύ, θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο. Ο άρης έγνεψε καταφατικά και φώναξε στην κοπέλα στο μπαρ.
-είσαι το ίδιο ομορφη, είπε, δίνοντας της το παγωμένο ποτήρι. Του χαμογέλασε παίρνοντας λίγο θάρρος.
-Κι εσύ το ίδιο, Άρη. Όπως πάντα. Κούνησε το κεφάλι του. Εκείνη τη στιγμή τους πλησίασε η κοπέλα που δούλευε. Η ναταλία την ήξερε και τη χαιρέτισε με το κεφάλι. Εκείνη ανταπέδωσε το χαιρετισμό και στράφηκε να μιλήσει στον άρη.
-Να φύγω; Θα τα καταφέρεις ή θέλεις να περιμένω λίγο αφού έχεις ξεχωριστή παρέα;
-Κανένα πρόβλημα, πήγαινε να ξεκουραστείς. Η ναταλία δε βιάζεται άλωστε. Εκείνη γέλασε κι άρχισε να απομακρυνεται.
-έχω καιρό να σε δω, είπε δειλά γυρνώντας να τη δει.
-εγώ καθόλου.
-Τι;
-σε παρακολουθούσα, διακριτικά βέβαια.
-γιατί; Η Ναταλία το σκέφθηκε, τι να του έλεγε; Αποφάσισε να πει τη μισή αλήθεια.
-Ήθελα να μαθαίνω πως ζεις, πως περνάς, αν είσαι καλά.
-αλήθεια;
-ναι.
-Και πώς δε σε είδα ποτέ;
-Φρόντιζα να αλλάζω λίγο την εμφάνισή μου, ή να σε κοιτώ από μακριά. Δεν ήξερα πως θα αντιδρούσες αν με έβλεπες, δεν ήθελα να σου δημιουργήσω κάποιο πρόβλημα.
Μια παρέα μπήκε κι ο άρης ζήτησε συγνώμη και την άφησε για ένα λεπτό. Όταν επέστρεψε κρατούσε άλλο ένα ποτό.
-Τι είδους πρόβλημα θα μου δημιουργούσε η παρουσία σου δηλαδή;
-δεν ξέρω ακριβώς… ίσως εκείνη η κοπέλα που ήταν μαζί σου να ζήλευε αν με έβλεπε.
-Ποια η άρτεμη; Ο άρης γέλασε. Δεν έχουμε σχέση, μας είδες στην αρχή της γνωριμίας. Η Ναταλία χάρηκε αλλά προσπάθησε να μην το δείξει.
-εδώ τη γνώρισα, ήρθε ένα πρωί. Φαινόταν αναστατωμένη και της έκανα παρέα.
-Ξέρω ποια είναι.
-Αλήθεια;
-Ναι. Ξέρω πολλά δυστυχώς και για κείνη και για σένα… είμαι κι εγώ μέρος της ιστορίας.
-ποιας ιστορίας; Η κοπέλα τον κοίταξε λυπημένα.
-δεν ξέρεις, είναι λογικό. Δεν είναι εύκολο να σου μιλήσει.
Μια ακόμη παρέα μπήκε στο μαγαζί κι ο Άρης αναγκάστηκε να σηκωθεί.
-υπάρχουν πολλά να σου πω. Αν θέλεις μπορώ να σε περιμένω να τελειώσεις και να πάμε κάπου, στο σπίτι σου, στο δικό μου.
– αν μπορείς να περιμένεις θα το ήθελα. Την κοίταξε ανήσυχα πριν φύγει.
-δε φαίνεσαι πολύ καλά, μηπως χρειάζεσαι κάτι; Να πάω στο φαρμακείο;
Η Ναταλία εκείνη τη στιγμή άρχισε να ελπίζει πως ίσως δεν είχαν χαθεί όλα γι’αυτούς τους δυο.
-Μη σε απασχολεί, πέρασα ένα κρυολόγημα κι αυτό είναι όλο. Θα είμαι μια χαρά. Πήγαινε να κάνεις τη δουλειά σου, θα περιμένω εδώ.
Η Άννα άρχισε να μιλάει ξανά ενώ προσπαθούσε να ηρεμήσει. Η Ανάσα της έβγαινε κοφτή.
-Γυρίσαμε στο σπίτι λίγες μέρες αργότερα. οΙ γιατροί έκαναν πάρα πολλές εξετάσεις στο μωρό, παλεύοντας να βρουνε μια λύση. Μα εγώ ήξερα πως δε θα γλίτωνε από εμένα γιατί γνώριζα πως τίποτα δε θα μπορούσε να αποκαταστήσει τη βλάβη στον εγκέφαλό του. Ήταν κρίμα να ζει, δε θα ήταν ευτυχισμένο. Ούτε και η Λίντα ήταν, γι’αυτό φρόντισα να την απαλάξω από αυτό που ζούσε.
-μα πώς μιλάς έτσι; Η άρτεμη ούρλιαξε σχεδόν. Είσαι τρελή! Πρέπει να σε δει γιατρός.
-Δεν ξέρω αν είμαι τρελή, ξέρω μόνο πως υπάρχει μεγάλη δυστυχία στον κόσμο κι εγώ δεν το αντέχω αυτό. Αν ζούσε το μωρό θα γινόταν όπως η Λίντα. Θυμάσαι πως την κοιτούσαν όλοι και πως μιλούσαν γι’αυτήν; Ε λοιπόν δε θα άφηνα να γίνει το ίδιο και με τη δική μου κόρη.
Στο σπίτι ο ζαν και η μητέρα του προσπάθησαν να με κάνουν να νιώσω κάπως καλύτερα. Εγκαταστήσαμε όλοι μαζί τη μικρή στο δωμάτιό της. Ήταν πολύ ωραίο, σου το έχω περιγράψει; Γεμάτο ρούχα παιχνίδια κι ο,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Ήταν ο παράδεισος για κείνη.
Η άρτεμη ήταν πολύ χλωμή καθώς την άκουγε κι ένιωθε πως θα λιποθυμούσε από στιγμή σε στιγμή. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να ειδοποιησει την Ενριέτα. Ήξερε πως η αδερφή της είχε σκοτώσει τη Λίντα μα δε μπορούσε να μαντέψει σε ποιο σημείο είχε φτάσει η παράνοιά της!
-λοιπόν για λίγες μέρες έκλαιγα ασταμάτητα, δεν είχα κι άλλη επιλογή κι άλωστε για να σου πω την αλήθεια η ψυχή μου έκλαιγε και θρηνούσε γι’αυτό που ετοιμαζόμουν να κάνω. Ο Ζαν κοιτούσε τη μικρή άπληστα, σαν να μάντευε πως δεν της έμενε πολύς χρόνος ζωής. Η μητέρα του μιλούσε ακόμη για γιατρούς στο Λονδίνο, τη Ρώμη και τη Μαδρίτη. Πόσο ανόητη ήταν, αλλά σου το έχω πει ήδη αυτό.
Όλα έγιναν μια Παρασκευή βράδυ, όπως ακριβώς και με τη Λίντα. Μου άρεσε αυτή η μέρα πάντα. Τέλοσπάντων, Ο Ζαν έλειπε από το πρωί. Ήθελε να παρακολουθήσει μια διάλεξη ενός πανεπιστημιακού και με είχε ρωτήσει από το προηγούμενο βράδυ αν είχα κάποιο πρόβλημα να μείνω μόνη με το μωρό. Πρότεινε βέβαια να μου κάνει παρέα η μητέρα του αλλά εγώ αρνήθηκα όπως καταλαβαίνεις. Τον διαβεβαίωσα πως όλα θα ήταν μια χαρά, άλωστε είχα κι εγώ διάβασμα για τοπανεπιστήμιο. Έτσι έφυγε ήσυχος.
-Μη μου λες άλλα!
-δε γίνεται, τώρα που άρχισα θα τα μάθεις όλα. Όλη εκείνη τη μέρα στεκόμουν πάνω από την κούνια κοιτώντας το μωρό. Κοιμόταν γαλήνιο και μόνο μια φορά ξύπνησε ζητώντας το φαγητό του. Τότε δεν έχασα την ευκαιρία, του έκανα μπάνιο με ένα πανάκριβο σαπούνι που χρησιμοποιούσα κι εγώ κι ύστερα το έντυσα με το φορεματάκι της ρόουζ. Το είχα φυλάξει όπως σου είπα.ήταν πολύ όμορφο το μωρό μου. Του πήγαινε το φόρεμα.
Η άρτεμη έβαλε τα χέρια πάνω στα αφτιά της κι άρχισε να τα σφίγγει με όλη της τη δύναμη. Μα σύντομα κατάλαβε πως ήταν μάταιος κόπος. Η φωνή της άννας έφτανε πεντακάθαρη ως αυτήν.
-Όταν το ετοίμασα και το αρωμάτισα, άρχισα να βράζω το γάλα. κΙ ύστερα έριξα μέσα αυτό που έπρεπε.
Η άρτεμη κατέβασε τα χέρια από το κεφάλι.
-Είσαι τρελή, το δηλητηρίασες;
-Ναι, άρτεμη, μα δεν υπέφερε.
-Τι λες;
-Την αλήθεια σου λέω, πέθανε ήσυχα, λίγο αργότερα. Δε βγήκε κανένας ήχος από τα χείλη του. Το κρατούσα στην αγκαλιά μου ως το βράδυ και τότε άρχισα να κλαίω. Βλέπεις δε θα έκανα άλλο παιδί, δε θα δενόμουν με κανέναν πια.
-με βρήκε ο ζαν εκεί, στην ίδια θέση και δεν άργησε να καταλάβει πως το μωρό ήταν νεκρό. Στην αρχή θέλησε να με παρηγορήσει, και προσπάθησε να μου το πάρει αλλά δεν τον άφησα. Κι έπειτα καθώς οι ώρες περνούσαν άρχισα να ουρλιάζω και να τον βρίζω. Τα έχασε και άρχισε να με ρωτάει τι είχε συμβεί. Μίλησα για όλα, για τη μητέρα, για τη Λίντα, για όλα. Του είπα πως τον είχα δει να φιλάει τη ρόουζ εκείνη την πρώτη μέρα του γάμου μας. Δεν πίστευε στ’αφτιά του. Ορκιζόταν πως δεν την αγαπούσε και πως τον είχε παρασύρει μα δεν άκουγα λέξη.
-Κι ύστερα;
-Κι ύστερα ομολόγησα πως είχα σκοτώσει το μωρό μας. Του εξήγησα πως δε θα ήταν ευτυχισμένο μα δε με κατάλαβε. Με άρπαξε από το λαιμό κι άρχισε να με σφίγγει. Θα με σκότωνε αν δεν εμφανιζόταν η μητέρα του. Δε θυμάμαι τι έγινε μετά, μαλλον μου έκαναν μια ηρεμηστική ένεση γιατί κοιμήθηκα για πολλές ώρες, ίσως και μέρες.
Όταν ξύπνησα ήρθε στο δωμάτιο η μητέρα του. Μου φαινόταν πιο γερασμένη και κουρασμένη. Τη ρώτησα για το Ζαν αλλά είπε να μην αναφέρω ξανά το όνομά του. Θα έφευγαν είπε από το Παρίσι και δεν ήθελαν να με ξαναδούν ποτέ. Τη ρώτησα αν ήξερε για το μωρό κι εκείνη απλά με χαστούκισε. Μου είπε πως ο γιος της ήθελε να με κλείσουν στη φυλακή αλλά εκείνη δεν τον άφησε από φόβο για το σκάνδαλο. Δεν ήθελε να πληρώσει ο γιος της μια νεανική απερισκεψία.
Έπειτα έφυγε βροντώντας πίσω της την πόρτα λέγοντας πως αν τολμούσα να τους ενοχλήσω ξανά, θα με έκλειναν στη φυλακή. Το σπίτι πάντως έμεινε σε μένα, καθώς και όλα όσα υπήρχαν μέσα σε αυτό κι όλα όσα είχα κατορθώσει να κλέψω.
Δεν έμαθα ποτέ πως κήδεψαν το παιδί μου.

η πρώτη υπόθεση

Αύγουστος 24, 2010

Κεφάλαιο τριακοστό έβδομο
Η ενριέτα έφυγε από την καφετέρια λίγα λεπτά αργότερα. Στο χέρι της έσφιγγε νευρικά το χαρτάκι. Το κοίταξε αμέσως μόλις βγήκε έξω. Η Ντανιέλα της είχε γράψει με άσχημα δυσανάγνωστα γράμματα τη διεύθυνση της Αντωνίας στο Βόλο. Αφού τη διάβασε μια δυο φορές, έριξε το χαρτάκι στην τσάντα της κι έβγαλε από μέσα το κινητό. Με γρήγορες κινήσεις πληκτρολόγησε ένα sms και το έστειλε στον αλέξανδρο. Τώρα λογικά θα είχε ξεκινήσει. Ύστερα κάλεσε ένα ταξι, η πλάτη της είχε αρχίσει και πάλι να πονάει. Θα πήγαινε πρώτα στο γραφείο της κι έπειτα αφου βεβαιωνόταν πως η Άρτεμη δεν είχε εμφανισθεί εκεί θα έτρεχε στο σπίτι για να ετοιμαστεί. Βιαζόταν να φτάσει στο Βόλο. Σίγουρα η αντωνία θα ταραζόταν πολύ όταν την έβλεπε και στην αρχή θα αρνιόταν επίμονα να τις δώσει τις πληροφορίες που ήθελε. Γνώριζε πολύ καλά πως η συγκάλυψη ενός τόσο σημαντικού γεγονότος δεν ήταν ασήμαντο παράπτωμα. Ίσως να είχε μιλήσει και με κανέναν δικηγόρο… Κούνησε το κεφάλι της, είχε αρχίσει πάλι τα σενάρια, καλύτερα να μη βιαζόταν. Είχε βρει ήδη τον τρόπο να σπάσει τις άμυνες εκείνης τυς γυναίκας. Η τακτική θα ήταν αντίστροφη από αυτή που ακολούθησε πριν λίγο με τη ντανιέλα.
Καθώς πλήρωνε και κατέβαινε από το ταξι άρχισε να σκέφτεται πιο έντονα την προσωπικότητα της αντωνίας. Κάτι δεν της ταίριαζε, μια κοπέλα που δούλευε στο σπίτι ενός γιατρού να εργάζεται τα βράδια φτιάχχνοντας και σερβίροντας ποτά; Κάπως παράξενο δεν ακουγόταν; Το κινητό της κουδούνισε με ένα σύντομο διαπεραστικό ήχο τριων νοτών. Το έπιασε βιαστικά. Πότε είχε αλλάξει ήχο; Δεν το θυμόταν. Το μήνυμα το είχε στείλει ο Αλέξανδρος, έγραφε πως είχαν μόλις ξεκινήσει και τη ρωτούσε αν είχαν πάει όλα καλά με τη συνάντηση. Άρχισε να πληκτρολογεί την απάντηση σκεπτόμενη πως από μια άποψη ήταν καλό που έλειπε ο Αλέξανδρος από την πόλη. Δεν του άρεσε εκείνη η υπόθεση, κι ίσως να μην την άφηνε να ταξιδεψει μόνη.
Η Ναταλία σταμάτησε το διάβασμα των εγγράφων λίγο πριν βραδιάσει. Τα μάτια της έτσουζαν. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της. Κι εκεί κατάλαβε πως δεν έφταιγε μόνο το πολύωρο διάβασμα για την κατάσταση των ματιών της. Είχε αρχίσει ήδη να κλαίει. Κι αυτό είχε να συμβεί κάμποσα χρόνια. Γέμισε τη μπανιέρα με ζεστό νερό και μπήκε μέσα χωρίς να προσθέσει άλατα. Τα δάκρυα που έπεφταν δεν ήταν πολύ πυκνά αλλά έτσι έκλαιγε. Με τη δύναμη του μυαλού της προσπάθησε να ηρεμήσει αλλά δεν ήταν εύκολο. Ωστόσο έπρεπε να τα καταφέρει γιατί μόνο τότε θα εντόπιζε την αιτία για αυτή τη νέα κατάσταση.
Το νερό βοήθησε κι αυτό και λίγα λεπτά αργότερα τα μάτια της είχαν αρχίσει επιτέλους να καθαρίζουν. Πήρε ένα μπουκαλάκι γεμάτο με άλατα ροδάκινου κι έριξε μέσα μια χούφτα. Η μυρωδιά σχεδόν τη ζάλισε αλλά έφερε αποτέλεσμα. οΙ σκέψεις άρχισαν να έρχονται μια μια.
Τι είχε κάνει στη ζωή της; Διάβαζε, δούλευε, ψώνιζε και ξενυχτούσε πάνω από κείνο το πράγμα που απορροφούσε όλη της την ενέργεια. Πόσα ήταν τα καλά που της είχαν συμβεί; Ένα δυο;
Η αλήθεια ήταν πως είχε βγάλει λεφτά, τα περισσότερα από τα οποία είχαν μετατραπεί σε ρούχα και παπούτσια. Έμεναν κι άλλα ωστόσο στον προσωπικό της λογαριασμό. Ποιος την είχε βοηθήσει να βγάλει τα περισσότερα από αυτά τα χρήματα;
Μα βέβαια η άννα. Η Άννα που ήταν η μοναδική της φίλη. Η σκέψη αυτή της έφερε γέλιο. Έτσι ήταν οι φίλες; Μπορεί η άννα να της έδινε ρούχα παπούτσια και κοσμήματα μα για όλα ζητούσε το αντάλλαγμά της. Τότε ήταν που δάκρυσε και πάλι.
Μα βέβαια, αυτό έφταιγε. Μόλις τώρα συνειδητοποιούσε πόσο πολύ την είχε χρησιμοποιήσει η άννα από τότε που γνωρίστηκαν! Κι εκείνη που νόμιζε πως την τιμούσε με τη φιλία της. Της έλεγε κάποια μυστικά της κάνοντάς τη συνεργό στις πράξεις της κι εκείνη ένιωθε περήφανη γι’αυτό. Γέλασε και πάλι, πιο δυνατά αυτή τη φορά. Θυμήθηκε εκείνη τη μέρα στο Παρίσι που της είχε πει για το ζαν και τη ρόουζ. Πόσο ανόητα είχε φερθεί, και πόσο εύκολα εξαγοραζόταν. Άρχισε να ανακατεύει το αρωματισμένο νερό κι εκείνο ξεχείλισε από τη μπανιέρα βρέχοντας τα έπιπλα του μπάνιου. Αυτή η σκέψη ήταν που δεν άντεχε. Τα προηγούμενα χρόνια δεν τα έβλεπε όλα αυτά, χρειάστηκε να διαβάσει όλα εκείνα τα χαρτιά για τη δολοφονία της Λίντας για να συνειδητοποιήσει πόσο κακή και ύπουλη ήταν η άννα.
Κι εκείνη την κάλυπτε, παραβλέποντάς τα όλα. Μα για πόσο θα συνεχιζόταν αυτό; Ύστερα ο νους της πέταξε στον άρη. Ίσως αυτός να ήταν ο μόνος άνθρωπος που είχε αγαπήσει πραγματικά σε όλη της τη ζωή. Εκείνος την καταλάβαινε, και πίστευε τώρα πως αν του μιλούσε για όλα θα τη στήριζε και θα τη βοηθούσε να ξεφύγει. Ο άρης δεν ήταν κακός άνθρωπος, αλλά εκείνη; Τι είδους άνθρωπος ήταν εκείνη; Γεμάτη απληστία κι εγωκεντρισμό, περιόριζε όλες της τις ανάγκες για να τρέχει πίσω από την άννα και τα κοσμήματα. Μα ούτε για κείνη τα γνώριζε όλα, ήταν βέβαιη. Σε κανέναν δε θα τα εκμυστηρευόταν όλα η άννα. Κανέναν δεν αγαπούσε, ούτε βέβαια και τον καημένο το ζαν. Όλους τους χρησιμοποιούσε για να πετύχει όσα ήθελε. Βγήκε από το νερό με τη σκέψη πως αν δεν την είχε γνωρίσει ίσως να ήταν ακόμη με τον άρη.
Άρχισε να σκουπίζεται με μια πετσέτα. Πόσο ωραίος ήταν, κόντευε να το ξεχάσει, σίγουρα θα το ξεχνούσε αν δεν τον έβλεπε πριν λίγο με κείνη τη γυναίκα. Θα προχωρούσε άραγε μαζί της; Έσφιξε γύρω της την πετσέτα και μπήκε στο δωμάτιο. Να την είχε ξεπεράσει εντελώς; Κι αν όχι; Δε θα ήταν ωραία να ξαναγυρίσει στα γλυκά του;Ας πήγαινε στο διάβολο η άννα, αρκετά χρόνια από τη ζωή της δεν της είχε χαρίσει; Μόνο να την ήθελε ο άρης ακόμη! Μόνο να τη δεχόταν πίσω, θα έκανε μαζί του μια νέα αρχή. Αν το μπορούσε βέβαια. Μα αν εκείνος είχε προχωρήσει παρακάτω; Τι θα έκανε τότε;
Θα επέστρεφε στον υπολογιστή και στα ψώνια; Πέταξε την πετσέτα. Αν εκείνη δεν υπήρχε για αυτόν, θα εξαφανιζόταν.
Άρχισε να ντύνεται. Το παντελόνι της ήταν γαλάζιο και το πουκάμισό της λευκό, ενώ λίγα επίσης γαλάζια λουλουδάκια υπήρχαν στα μανίκια και στο στήθος. Τα παπούτσια της ήταν άσπρα όπως επίσης και η μεγάλη της πάνινη τσάντα. Βάφτηκε με προσοχή, γαλάζια σκιά, γλυκό ρωζ κραγιον κι ανοιχτόχρωμο ρουζ. Έδεσε τα μαλλιά της με μια απλή κορδέλα και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Αυτό που είδε την ικανοποίησε.ύστερα έκλεισε τον υπολογιστή, αδιαφορώντας εντελώς για τις καταθέσεις και τα πορίσματα. Είχε μάθει όσα ήθελε κι ακόμη περισσότερα.
Ο άρης μπήκε στο μαγαζί λίγο πριν τις εννιά που ξεκινούσε η βάρδιά του. Δεν ήθελε να μείνει μόνος εκείνο το βράδυ. Θα έκανε ό,τιδήποτε για να δουλέψει. Όλη τη μέρα προσπαθούσε να επικοινωνήσει με την άρτεμη αλλά δεν τα κατάφερνε. Το κινητό της ήταν κλειστό, κι όταν κάποια στιγμή το άνοιξε για λίγο πάλι δεν του απαντούσε. Αναρωτιόταν που να είχε πάει. Στη δουλειά της πάντως δεν ήταν. Να της είχε συμβεί τίποτα κακό;
Έφτιαξε ένα ελαφρύ κοκτειλ με βότκα και χυμό φράουλας και άρχισε να το πίνει αργά αργά. Το μαγαζί είχε αρχίσει να γεμίζει. Κοιτούσε αφηρημένα τους πελάτες ενώ κουβέντιαζε με την κοπέλα που ετοιμαζόταν να του παραχωρήσει τη θέση της στο μπαρ.
Η Ναταλία μπήκε αργά αργά. Τώρα που είχε φτάσει τόσο κοντά η αποφασιστηκότητά της την εγκατέλειπε. Κι αν ο άρης δε δούλευε απόψε; Τι θα έκανε τότε; Θα του τηλεφωνούσε στο κινητό; Κι αν είχε αλλάξει αριθμό;
Μα όχι, ήταν εκεί! Καθόταν στο μπαρ με ένα ποτήρι στο χέρι και μιλούσε με την κοπέλα που δούλευε. Ξαφνικά ένιωσε να τη ζηλεύει κι αυτή. Έψαξε για την άρτεμη αλλά δεν την είδε πουθενά. Έπρεπε να κάνει αισθητή την παρουσία της.
Πλησίασε το Μπαρ.
-άρη; Εκείνος στράφηκε να δει ποιος του μιλούσε και τα μάτια του γέμισαν έκπληξη καθώς την αναγνώριζε.

Η πρώτη υπόθεση

Αύγουστος 15, 2010

Κεφάλαιο τριακοστό πέμπτο
-ήταν ο ιδιοκτητης του μπαρ;
-Έτσι μου είπε στην αρχή. Περνούσε ώρες μαζί μας βοηθώντας μας να προσαρμοστούμε. Εμένα έδειχνε να με συμπαθεί ιδιαίτερα, δεν κατάλαβα τότε το λόγο. Σκεφτόμουν πως του άρεσε το σώμα μου. Η Ντανιέλα γέλασε φέρνοντας τα χέρια στο λαιμό της. Άρχισε να με κερνάει ποτά και κάποτε μου πρότεινε να μετακομίσω στο σπιτι του. Παραξενεύτηκα και είπα πως θα το σκεφτόμουν. Δε λέω, μου άρεσε η εμφάνισή του, είναι ωραίος άνδρας, και σήμερα παραμένει. Αλλά ήταν πολύ νωρίς, δεν ήξερα αν έπρεπε να τον εμπιστευτώ. Πήρα την απόφαση όταν μου χάρισε ένα ψεύτικο κόσμημα. Το έβγαλε από την τσάντα και το πέταξε πάνω στο τραπέζι. Η επιθεωρήτρια το πήρε κι άρχισε να το περιεργάζεται. Ήταν κολιε, φτιαγμένο από χρωματιστές χάνδρες.
-να με τι με έπεισε να τον ακολουθήσω. Δεν είναι γελοίο; Η ντανιέλα γέλασε πικραμένα. Αλλά τότε, όπως και τώρα, είχα ανάγκη από προσοχή. Μετακόμισα στο σπίτι του την επόμενη μέρα. Δεν έτρεφα ελπίδες πως όλα θα ήταν ωραία και καλά. Μια εβδομάδα αργότερα άρχισε να με χτυπάει. Στην αρχή επρόκειτο για χαστούκια που δεν άφηναν σημάδια. Μα μετά έκανα τη βλακία να αρχίσω τις διαμαρτυρίες. Τότε τα χτυπήματα έγιναν πιο πυκνά και πιο σκληρά κι επεκτάθηκαν και στο υπόλοιπο σώμα μου. Ο Πέτρος μου είπε μια μέρα πως ουσιαστικά με είχε αγοράσει δίνοντας ελάχιστα χρήματα. Τότε δεν καταλάβαινα τι ήθελε να πει, μα σήμερα το καταλαβαίνω καλά αφού το ζω.
-τι θέλεις να πεις;
-Όσα λεφτά βγάζω καταλήγουν όλα στα χέρια του, σχεδόν δηλαδή. Εκείνος είναι που διαλέγει τους πελάτες μου. Η Ντανιέλα έσκυψε με ντροπή το κεφάλι.
-Και σε χτυπάει όλο και περισσότερο, έτσι δεν είναι;
-Ναι. Δε διαμαρτύρομαι πια. Ξέρω πως δε μπορώ να ξεφύγω. Τα μάτια της επιθεωρήτριας βούρκωσαν.
-Και βέβαια μπορείς να ξεφύγεις αν το θέλεις. Θα σε βοηθήσω εγώ.
-Και πού να πάω; Κανείς από τους δικούς μου δε θα με θυμάται πια στη βραζιλία. Έτσι γίνεται, μας ξεγράφουν αμέσως μόλις φεύγουμε.
-Θα ζήσεις καλύτερα ακόμη και μόνη. Πες μου για την αντωνία κι εγώ θα σε βοηθήσω να φύγεις.
-μα δεν ξέρω αν το θέλω, δεν ξέρω αν μπορώ. Δε θυμάμαι πως ζουν οι γυναίκες.
Η ενριέτα ξαφνικά άρχισε να βιάζεται. Πήρε την αποφαση της χωρίς άλλη σκέψη.
-διερευνώ το φόνο μιας δεκαοχτάχρονης κοπέλας με πολύ σημαντικά διανοητικά προβλήματα. Η Αντωνία δούλευε στο σπίτι της για κάποιο χρονικό διάστημα. Την πρώτη φορά που ασχολήθηκα με την έρευνα, απέτυχα, ίσως γιατί μου έλειπαν κάποια στοιχεία, ίσως επειδή υπήρξα αφελής. Μα τώρα μια εικόνα έχει αρχίσει να σχηματίζεται στο μυαλό μου επειδή βρήκα και κάποια καινούρια στοιχεία. Σϊγουρα μπορεί να με βοηθήσει η αντωνία. Ήταν στο σπίτι όταν έγινε ο φόνος γι’αυτό σε παρακαλώ, μη με δυσκολευεις κι εσύ. Πίστευα πως θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε η μια την άλλη.
-Την ξέρω την ιστορία. Η Ντανιέλα είχε μιλήσει ακόμη πιο σιγά. Τώρα παράτησε την πορτοκαλάδα και στράφηκε να κοιτάξει την επιθεωρήτρια με βλέμμα που δεν ήταν ωστόσο σταθερό.
-Μου την είπε η αντωνία όταν ήρθαμε πιο κοντά. Υπάρχουν μεταξύ μας κάποια κοινά, τέλοσπάντων, αυτά δεν αφορούν κανέναν. Ήρθε στο μαγαζί λίγο καιρό πιο μετά από ό,τι εγώ. Ήταν αρκετά εμφανήσιμη και δε δυσκολεύτηκε να καταλάβει τι περίμενε από αυτή ο ιδιοκτήτης. Δούλευε στο μπαρ, ετοιμάζοντας ποτά μα ποτέ δεν έκανε τίποτα παραπάνω. Ακόμη και στον Πέτρο άρεσε, τον έπιασα να τη γλυκοκοιτά κάποιες φορές μα εκείνη δεν ανταποκρίθηκε ποτέ. Ξεκαθάρισε σε όλους πως ήταν δεσμευμένη και πως αγαπούσε πολύ το φίλο της. Είπε πως έκανε τη δουλειά από ανάγκη και πως θα τα παρατούσε πολύ σύντομα. ΅ψμένα με συμπάθησε κι αυτό ήταν παράξενο επειδή δεν τα πήγαινε καλά με τα υπόλοιπα κορίτσια, καταλαβαίνεις, εκείνη έδειχνε καθώς πρέπει.
-ναι, καταλαβαίνω.
-Λοιπόν επειδή δε μιλούσα πολύ κι επειδή έσπευδα να βοηθήσω όπου μπορούσα, ελπίζω να το είπα σωστά, άρχισε να μου μιλά και μια μέρα μετά το τέλος της βάρδιας μου πήγαμε για ένα ποτό. Κάπως έτσι έγινε η αρχή. Έμαθα τότε πως δούλευε στο σπίτι ενός γιατρού που ήταν παντρεμένος με κάποια αλίκη.
Η ενριέτα έγνεψε καταφατικά. Η καρδιά της είχε αρχίσει να χτυπάει πιο δυνατά.
-τι άλλο είπε;
-δε μιλούσε με καλό τρόπο για τη γυναίκα του γιατρού. Δεν τη συμπαθούσε επειδή ήταν κάπως αυταρχική, νομίζω έτσι το είπε.
-Πολύ πιθανό.
-μου μίλησε και για τη Λίντα, έτσι δεν την έλεγαν την κοπέλα που πέθανε;
-Ακριβώς. Η ενριέτα αναστέναξε, δεν περίμενε να είναι τόσο ενημερωμένη.
-προσπάθησε να μου εξηγήσει την κατάστασή της, δεν κατάλαβα και πολλά εκτός από το ό,τι δεν επικοινωνούσε καλά με τους ανθρώπους γύρω της και πως το μυαλό της δε δούλευε σωστά. Τη συμπαθούσε και καμιά φορά, όταν δεν είχε πολλές δουλειές στην κουζίνα περνούσε λίγο χρόνο στο δωμάτιό της. Η λίντα, μου είπε, ζωγράφιζε πολύ ωραία και ήθελε να της φτιάξει μια ζωγραφιά.
Νομίζω πως και η λίντα τη συμπαθούσε. Η αντωνία μιλούσε για τα γλυκά που της έφτιαχνε. Αυτό κράτησε λίγο καιρό. Ένα βράδυ η αντωνία ήρθε στο μαγαζί κι ήταν πολύ διαφορετική. Φορούσε ένα πανάκριβο φόρεμα, γεμάτο μεστρας. Όλοι την κοιτούσαν εκεί αλλά δεν έδινε σημασία σε κανέναν. Όταν τη ρώτησα που το είχε βρει μου απαντησε πως έκανε πολύ κακώς που τοφόρεσε στη δουλειά αλλά δε μπορούσε να αντισταθεί.
-δεν τη ρώτησες που βρήκε τα λεφτά για ένα τόσο ακριβό ρούχο;
-Ναι βέβαια. Είπε πως είχε πληρωθεί για κάποια δουλειά αλλά κατάλαβα πως δε θα μιλούσε εύκολα, ντρεπόταν. Κι αυτό με παραξένεψε πολύ γιατί όπως σου είπα ήταν καλό κορίτσι και αγαπούσε το φίλο της. Επέμενα λοιπόν αφού με έτρωγε η περιέργια.
Τότε άρχισε να μιλά για κείνη τη μέρα που όλοι έφυγαν από το σπίτι κι έμεινε μόνη με τη Λίντα. Το γεγονός πως εκείνη είχε πεθάνει το έμαθα πολύ αργότερα. Δε θα μου το έλεγε ο,τι κι αν γινόταν. Μόνη άρχισα να κολλάω τη μια πληροφορία με την άλλη. Τα στοιχεία ήταν πολλά. Η Αντωνία παραιτήθηκε το ίδιο κιόλας βράδυ. Είπε πως θα έφευγε για πάντα από την πόλη.
-Και;
-Με αποχαιρέτισε την επόμενη μέρα που πήγαμε για καφέ. Μου χάρισε κι ένα άρωμα. Θα πήγαινε στο βόλο για να βρει κάποια δουλειά μαζί με το φίλο της. Καταλάβαινα πως κάτι κακό είχε κάνει αλλά όσο κι αν προσπάθησα δεν έμαθα τιποτα. Της είπα πως θα μου έλειπε και σηκώθηκα να φύγω. Τότε μου έδωσε τη διεύθυνσή της. Χάρηκα, δεν το περίμενα, νόμιζα πως δεν ήθελε πια καμιά σχέση με το παρελθόν.
-Σήμερα μιλάς καθόλου μαζί της;
Η ντανιέλα δίστασε λίγο.
-Σε παρακαλώ. Η ενριέτα της άγγιξε ελαφρά το μπράτσο.
-το βλέπεις και μόνη σου πως κάποια σχέση έχει με αυτό το γεγονός που ερευνώ.
Η ντανιέλα αναστατώθηκε.
-α όχι δεν είπα εγώ κάτι τέτοιο.
-μην ταράζεσαι, δεν ισχυρίσθηκα τέτοιο πράγμα.
-καλά λοιπόν, μιλάμε ακόμη, αρκετά συχνά. Έχει παντρευτεί.
-Θα μπορούσες να μου δώσεις τη διεύθυνσή της;
-Όχι. Δε θέλει μπλεξίματα με την αστυνομία, ούτε κι εγώ άλωστε.
-ναι μα δέχθηκες να με συναντήσεις, σκεφτόσουν να μου τηλεφωνήσις, γιατί;
-γιατί μόλις με είχε χτυπήσει, δεν άντεχα.
-και τώρα τι άλλαξε; Φοβάσαι πάλι;
-πΟλύ. Μα για εκείνη. Δε θέλω να μπει φυλακή, δε θέλω να μη μου μιλάει πια.
-δε θα μπει φυλακή κι αν είναι σωστός άνθρωπος θα σε καταλάβει. Άλωστε μπορώ να βρω κι από αλλού τα στιχεία της. Αλλά αν μου τα δώσεις εσύ, θα σε βοηθήσω να φύγεις από τη χώρα.Μη λες τίποτα. Μπορεί να μην το θέλεις τώρα αλλά αν αλλάξεις γνώμη να έρθεις να με βρεις.
Η ντανιέλα άνοιξε το τσαντακι της και πήρε ένα στυλό. Πήρε την μισοβρεγμένη απόδειξη και με χέρι που έτρεμε έγραψε κάτι. Ύστερα το πέταξε στην ενριέτα και σηκώθηκε.
-Ευχαριστώ. Επικοινώνησε μαζί μου όποτε θέλεις.
-έχω ήδη μετανιώσει απάντησε εκείνη κι έφυγε τρέχοντας. Μα λίγο πριν βγει από το μαγαζί στράφηκε και πάλι προς την άλλη γυναίκα.
-Δεν το κάνω για τον εαυτό μου, απλά δε θέλω να μείνουν ατιμώρητοι οι δολοφόνοι εκείνης της μικρής. Βγήκε και χάθηκε στη γωνία του δρόμου.

η πρώτη υπόθεση

Αύγουστος 12, 2010

Κεφάλαιο τριακοστό τέταρτο
Η ντανιέλα τελείωσε το μακιγιαζ της και κοιτάχτηκε για τελευταία φορά στο μεγάλο μισοσπασμένο καθρέφτη του μπάνιου. Η πούδρα και το μεικ απ της ταίριαζαν πολύ με το χρώμα του δέρματός της και κάλυπταν κάποια από τα σημάδια. Η πλάτη της πονούσε πολύ αλλά αμέσως πριν φύγει θα έπαιρνε ένα παυσίπονο για να μην αντιμετόπιζε προβλήματα κατά τη διάρκεια της κουβέντας της με την επιθεωρήτρια. Φορούσε τζιν κι ένα μαύρο πουλωβερ και σκεφτόταν με τι να τυλήξει το λαιμό της. Την είχε κάνει πολλές φορές τη διαδικασία κι έτσι κάποια πράγματα τα είχε συνηθίσει.
Σίγουρα η επιθεωρήτρια εκείνη θα καταλάβαινε αμέσως τι της συνέβαινε, ήδη είχε αρχίσει τις ερωτήσεις, και θα προσπαθούσε να την κάνει να της μιλήσει. Θα έβλεπε πως θα αντιδρούσε, ανάλογα από τον τρόπο που θα της φερόταν κι από την εντύπωση που θα της άφηνε. Χτένισε προς τα πίσω τα μαλλιά της και τα άφησε ελεύθερα. Δεν υπήρχε λόγος να τα μαζέψει. Έπειτα πήρε την τσάντα της και βγήκε από το σπίτι χωρίς να μπει στον κόπο να κοιτάξει την ώρα. Θα έκανε μια βόλτα αν έφτανε νωρίς.
Η ενριέτα καθόταν ήδη σε μια αναπαυτική πολυθρόνα απολαμβάνοντας ένα ρόφημα σοκολάτας. Αμέσως μόλις κάθισε προσπάθησε για μια ακόμη φορά να επικοινωνήσει με την άρτεμη αλλά χωρίς αποτέλεσμα και πάλι κι αυτό δεν της άρεσε καθόλου. Η ανησυχία της συνεχώς μεγάλωνε κι έτσι για να την καταπολεμήσει άνοιξε το πρώτο περιοδικό που βρέθηκε μπροστά της κι άρχισε να διαβάζει. Βρισκόταν στη στήλη με τα κοσμικά, που ποτέ δεν την ενδιέφεραν αλλά αυτό δεν την απασχολούσε εκείνη τη στιγμή. Το πρώτο θέμα εκείνου του τεύχους είχε να κάνει με το γάμο μιας γνωστής δημοσιογράφου η οποία δούλευε σε μια πρωινή ενημερωτική εκπομπή. Η επιθεωρήτρια έμεινε για ώρα να κοιτά τη φωτογραφία της προσπαθώντας να τη φέρει στο νου της και να θυμηθεί τη φωνή της. Δεν παρακολουθούσε τέτοιες εκπομπές συχνά αφού δε βρισκόταν στο σπίτι τέτοιες ώρες κι έτσι δυσκολευόταν.Το νυφικό της ήταν γεμάτο στρας και χάνδρες. Γύρισε σελίδα, εκείνη δε θα φορούσε ποτέ κάτι τέτοιο. Το κινητό της άρχισε να κουδουνίζει. Πέταξε βιαστικά το περιοδικό και το άρπαξε. Απάντησε χωρίς να δει τον αριθμό που την καλούσε.
-Καλημέρα γλυκιά μου. Ο Αλέξανδρος μιλούσε ήρεμα κι αργά αλλά ήταν φανερό πως κάτι συνέβαινε. Αλλιώς γιατί να αλλάξει την ιεροτελεστία των sms;
-Καλημέρα, είσαι καλά; Η ενριέτα ήπιε λίγο από το ρόφημα.
-εγώ, ναι, είμαι μια χαρά. Στο γραφείο. Ετοιμαζόμουν να φτιάξω κάποια σχέδια αλλά τελικά θα αναγκαστώ να τα παρατήσω όλα.
-Γιατί;
-Η αδερφή μου, δεν είναι καλά. Δεν ξέρω τι ακριβώς έχει συμβεί. Ξέρω μόνο πως λιποθύμησε στο μπάνιο. Ήταν μόνη στο σπίτι. Ο νίκος έφυγε εδώ και μέρες για δουλειά. Δεν προβλέπεται να γυρίσει πριν το Σαββατο.
-μα πότε έγινε αυτό;
-Χθες βράδυ. Μας τηλεφωνούσε η μητέρα αλλά δε μας έβρισκε.
-Κάτι πρέπει να κάνω με το σταθερό μου τελικά.
-ναι, μάλλον. Με πήρε στο γραφείο πριν λίγο. Θα πάω να την πάρω σε λίγο για να πάμε μαζί στην αδερφή μου. Νομίζω πως είναι καλύτερα να είμαι κι εγώ εκεί. Τι λες;
-Ασφαλώς, άλωστε θα χρειασθεί να την πάτε και στο νοσοκομείο για να γίνουν οι απαραίτητες εξετάσεις. Πότε θα φύγεις;
-σε λίγη ώρα. Θα τελειώσω με κάποια χαρτιά που ετοιμάζω και θα φύγω. Μίλησα πριν λίγο με την αδερφή μου, λέει πως αισθάνεται μια χαρά σήμερα αλλά δε θέλουμε να την αφήσουμε μόνη.
-βέβαια, ούτε λόγος. Χρειάζεσαι κάτι; Θέλεις να έρθω εκεί;
-μπα, συνέχισε τη δουλειά σου κι εγώ θα φύγω όπου να’ναι. Θα σου τηλεφωνήσω αμέσως μολις φτάσω. Αλήθεια πού είσαι;
-σε μια καφετέρια, περιμένω μια κοπέλα να μιλήσουμε για κάποια υπόθεση.
-Και γιατί δεν έρχεται στο γραφείο;
-έχει κάποιο πρόβλημα με την αστυνομία μάλλον και επιθυμεί να μη μαθευτεί πως θα μας δώσει κάποια στοιχεία. Δεν ξέρω περισσότερα. Θα σου πω μόλις μάθω αλλά μη σε απασχολεί. Πήγαινε στην αδερφή σου.
-εντάξει, λοιπόν. Σε αφήνω, για να τελειώσω τις δουλειές. Αν αργήσω, έστω και λίγο, η μητέρα θα αρχίσει να φωνάζει.
-εντάξει, να προσέχετε στο δρόμο.
-Κι εσύ να προσέχεις, σε αγαπάω πολύ.
Η ενριέτα έκλεισε το κινητό και το ακούμπησε στο τραπέζι μπροστά της. Η ήδηχαλασμένη διάθεσή της επιδεινώθηκε. Τη συμπαθούσε πολύ την αδερφή του. Ήταν μια γυναίκα μικροφτιαγμένη και γλυκιά, που μιλούσε λίγο. Ήταν τέσσερα χρόνια μικρότερη από εκείνη.
Η Ντανιέλα μπήκε στο μαγαζί. Ήταν ακόμη φοβισμένη. Άρχισε να κοιτά δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας να την αναγνωρίσει. Το μαγαζί είχε αρχίσει να γεμίζει.
Πρώτη την εντόπισε η επιθεωρήτρια. Έκανε πολλά χρόνια αυτή τη δουλειά και δε δυσκολεύτηκε καθόλου να την αναγνωρίσει. Της κούνησε φιλικά το χέρι, καλώντας τη να έρθει και να καθίσει στο τραπέζι της. Η Ντανιέλα πλησίασε. Έμεινε για λίγο διστακτική, με το ένα χέρι να αγγίζει τη ράχη της καρέκλας ενώ με το άλλο έσφιγγε το τραπέζι.
-Κάθισε, την προέτρεψε η επιθεωρήτρια, με φωνή ήρεμη.
Εκείνη έκανε όπως της είπε.
-είσαι η ντανιέλα, έτσι δεν είναι;
-ναι.
-Χάρηκα. Της άπλωσε το χέρι κι εκείνη το έσφιξε χαλαρά.
-θέλεις κάτι να πιείς;
-όχι… δηλαδή ναι. Μια πορτοκαλάδα.
Η ενριέτα έδωσε γρήγορα την παραγγελία σε μια σερβιτόρα και στράφηκε πάλι να την κοιτάξει.
-Χαίρομαι που δέχθηκες να μιλήσουμε. Έχουμε πολλά να πούμε μα θα προχωρήσουμε ως εκεί που επιθυμείς εσύ. Θέλω να νιώθεις άνετα. Μπορεί να δουλεύω στην αστυνομία μα είμαι κι εγώ γυναίκα. Δε θέλω να φοβάσαι.
Η ντανιέλα συγκατένευσε.
-Το ξέρω, έχω πολλά να πω μα διστάζω. Καταλαβαίνεις η θέση μου δεν είναι εύκολη. Είμαι εδώ χωρίς να το ξέρει ο Πέτρος.
-αυτός ο ευγενέστατος άνθρωπος. Η επιθεωρήτρια κούνησε το κεφάλι. Είστε μαζί;
-Όχι ακριβώς… δηλαδή ναι. Ο Πέτρος είναι με όπια θέλει.
-Καταλαβαίνω. Αλλά εσένα δείχνει να σε προτιμάει. Η ενριέτα άρχισε να μετράει σημάδια στο σώμα και το πρόσωπο της γυναίκας.
-Μάλλον. Είμαι κάπως… δε βρίσκω τη λέξη.
-Βολική, συνεργάσιμη, προσπάθησε να τη διευκολύνει.
-Ναι αυτό ακριβώς. Η σερβιτόρα πλησίασε με την πορτοκαλάδα και η επιθεωρήτρια την πλήρωσε βιαστικά.
-πόσον καιρό τον ξέρεις;
Αρκετό. Τον γνώρισα όταν ήρθα εδώπριν χρόνια.
-Από πού ήρθες;
-Από τη Βραζιλία. Τα λεφτά δεν ήταν πολλά κι εγώ έπρεπε να βρω τρόπο να δουλέψω. Στην αρχή έκανα κάποιες λίγες φωτογραφήσειςεκεί αλλά αυτά που έβγαλα δε βοήθησαν και πολύ. Ήμουν ανόητη, ήθελα να γίνω μοντέλο αλλά τελικά έπιασα δουλειά σε μπαρ. Ήπιε μια γουλιά και συνέχισε.
-είμαστε πολλές εκεί. Όλες νέες και φιλόδοξες, το λέω σωστά;
-ναι. Κι όλες είχατε ανάγκη για λεφτά, σωστά;
-ακριβώς. Θα κάναμε τα πάντα για λίγα χρήματα. Και πράγματι αυτό κάναμε. Ουσιαστικά ξεπουληθήκαμε. Όταν μας μάζεψαν όλες για να μας φέρουν εδώ δε διαμαρτυρηθήκαμε καθόλου. Βλέπεις, ελπίζαμε ακόμη. Εγώ ένιωθα σχεδόν χαρούμενη μην ξέροντας αυτό που με περίμενε.
-κι όταν φτάσατε εδώ, σας μοίρασαν σε κάποια ας πούμε κακόφημα μπαρ, τα λέω καλά;
-δυστυχώς. Η Ντανιέλα ήπιε λίγο ακόμη. Και σε ένα από αυτά τα μπαρ γνώρισα τον πέτρο.

L και Moln

Αύγουστος 10, 2010

Μερικές ώρες αργότερα η L ήταν στο σπίτι της. Ήταν ο moln Που την είχε παροτρύνει να γυρίσει εκεί γιατί τα σημάδια της κόπωσης ήταν εμφανή πάνω της. Τις τελευταίες νυχτες δεν είχε κοιμηθεί καλά κι αυτό την είχε επηρεάσει.
Στη θάλασσα του είχε ζητήσει να της μιλήσει για τον εαυτό ττου κι εκείνος το είχε κάνει χωρίς δισταγμό, αποκαλύπτοντας της τις πιο κρυφές σκέψεις του, τα πιο καλά κρυμμένα όνειρά του. Κι ένα από αυτά ήταν κι εκείνη, δεν είχε διστάσει να της το πει. Την κοιτούσε μάλιστα στα μάτια και της κρατούσε το χέρι. Και η L αυθόρμητα είχε αρχίσει να του χαιδεύει τα δάκτυλα, με απαλές και αβέβαιες κινήσεις. Τότε σαν ανταπόκριση, της είχε σφίξει το δικό της προτρέποντάς τη να πάει να ξεκουραστεί.
Όταν έφτασαν έξω από το σπίτι την είχε βοηθήσει να κατεβεί και την είχε καληνυχτίσει με άλλο ένα στίχο, ζητώντας της να μην ασχοληθεί με το μυθιστόρημά του εκείνο το βράδυ.
«Θα κάνεις ένα μπάνιο και θα πέσεις στο κρεβάτι». Θυμόταν πολύ καθαρά τη φράση του τώρα, μέσα στο αρωματισμένο νερό.
Όλα τα λόγια του τα θυμόταν δηλαδή, από την πρωινή του καλημέρα και τα πειράγματά του ως την αποκάλυψη του πως γνώριζε το μυστικό της.
Ήταν παράξενα αυτά που αισθανόταν, την κυρίευαν κάθε στιγμή όλο και πιο πολύ. Και το μπάνιο που σε κάθε άλλη στιγμή θα τη βοηθούσε, τώρα δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα.
Τα πρώτα δάκρυα ήρθαν την ώρα που τυληγμένη σε μια μεγάλη ρωζ πετσέτα ετοιμαζόταν να ξαπλώσει στο κρεβάτι της. Στην αρχή απόρησε, μα έπειτα αφέθηκε σε αυτά ξέροντας πως θα τη λύτρωναν μελλοντικά. Κι αυτό ήταν που ήθελε. Καταλάβαινε πως κάτι γινόταν μέσα της και το καλωσόριζε ακόμη κι αν δε μπορούσε να το εξηγήσει καλά.
Τυλήχτηκε πιο σφιχτά στην πετσέτα της κι άρχισε να κλαίει πιο δυνατά. Έτρεμε αλλά δεν την ένοιαζε. Κάποτε η πετσέτα γλίστρησε από πάνω της και τότε η L χωρίς να τη μαζέψει σηκώθηκε και πήγε στον καθρέφτη. Δεν είχε σταματήσει να κλαίει. Κοίταξε το σώμα της, πόσα λίγα γνώριζε γι’αυτό, πόσα λίγα είχε θελήσει να μάθει στη μέχρι τώρα ζωή της.
Γύρισε πίσω στο κρεβάτι με βήματα που έτρεμαν. Είχε αρχίσει να κρυώνει, με κείνο το κρύο που φέρνει το κλάμα και η ψυχική αναστάτωση.
Τι θα έκανε τώρα αν δεν την είχε βρει ο moln;
Άρχισε να ψάχνει για το νυχτικό της. Χωρίς αμφιβολία θα διάβαζε για αύριο, για να είναι προετοιμασμένη. Θα μιλούσε με τη μητέρα της, αναλύοντας τα θέματα πασχίζοντας να φέρει στο νου της την κάθε γραμμή που είχε γράψει το πρωί.
«πώς ζούσα»; Η φράση ανέβηκε στα χείλη της μα δεν ειπώθηκε ποτέ. Δε χρειαζόταν άλωστε να την ακούσει κανείς.
«Πώς θα καταντούσα»; Κούμπωσε τα κουμπιά του ρούχου και μπήκε στην κουζίνα. Χρειαζόταν κάτι να πιεί. Γέμισε ένα ποτήρι με κρύο τσάι με άρωμα λεμονιού κι επέστρεψε στο δωμάτιό της.
Η μητέρα της τηλεφώνησε λίγο αργότερα αλλά εκείνη δεν κουνήθηκε. Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού, με τα χέρια της πλεγμένα πάνω στο στήθος της. Ήταν κουλουριασμένη σαν μια μικρή μπάλα. Κάθε τόσο κάποιο δάκρυ κυλούσε αλλά δεν έμπαινε στον κόπο να το σκουπίσει.ήθελε να γεννηθεί ξανά, να ζήσει όσα της προσφέρονταν. Ήθελε να μάθει κι άλλα για το moln. Κι όσο περνούσαν οι ώρες και το σκεφτόταν, τόσο πιο πολύ το ήθελε μα και τόσο πιο πολύ το φοβόταν.
Άρχισε να διαβάζει το μυθιστόρημα όταν πίστευε πως τα μάτια της ειχαν καθαρίσει. Μόνο που δεν ήξερε πόσες φορές θα χρειαζόταν να σταματήσει μέσα στη νύχτα.
«Πώς θα ήταν άραγε μια βόλτα μαζί της; Πώς θα ήταν να την κρατάω στην αγκαλιά μου και να της μιλάω για αυτά που δεν τολμάω να αποκαλύψω ουτε στον εαυτό μου»;
Διάβαζε χωρίς να μπορεί να ελέγξει τα συναισθήματα της. Υπήρχε δίπλα της κάποιος άνδρας που ένιωθε τόσο όμορφα πράγματα για κείνη… Πότε θα τα κατάφερνε να του ανταποδώσει και η ίδια κάτι από όλα αυτά; Μηπως να του έγραφε ένα γράμμα; Απέριψε τη σκέψη. Δε θα έκανε αυτά που εκείνος απέφευγε. Θα του μιλούσε την επόμενη μέρα. Θα έβρισκε το κουράγιο. Δεν ήξερε από αυτά τα πράγματα, δεν την είχαν πάρει ποτέ αγκαλιά με τέτοιο τρόπο, αλλά θα τα κατάφερνε.
Η κούραση τη νίκησε λίγο πριν το τέλος του βιβλίου. Λίγες στιγμές πριν αποκοιμηθεί, ακούμπησε το ντοσιε στο στήθος της μισοχαμογελώντας. Μα τι σημασία είχαν οι τελευταίες σελίδες; Εκείνη δεν ήταν που θα καθόριζε το τέλος;
Την ξύπνησε το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Το άρπαξε ρίχνοντας κάτω το ντοσιε. Είχε ξημερώσει, τι ώρα να ήταν;
-εμπρός; Μίλησε νυσταγμένα, προσπαθώντας να θυμηθεί τι μέρα ήταν.
-Καλημέρα σας κυρία μου, η φωνή του moln την επανέφερε στην πραγματικότητα.
-moln, καλημέρα, τι μέρα είναι, τι ώρα; Πού είσαι;
Εκείνος γέλασε χαρούμενα.
-ηρεμήστε. Καλά το έλεγα εγώ πως δεν έπρεπε να ασχοληθείτε με το βιβλίο μου…
-σταμάτα να μου μιλάς στον πληθυντικό. Μα…. Οι εξετάσεις μου, σήμερα πρέπει…
Γέλασε για δεύτερη φορά διασκεδάζοντας.
-λοιπόν γι’αυτό πήρα, για να σου ανακοινώσω τα νέα. Πέρασες τα γραπτά. Το έμαθα πριν ελάχιστα λεπτά, τηλεφώνησα στο πανεπιστήμιο, συγχαριτήρια.
-αλήθεια; Δεν το πιστεύω. Έσφιξε το ακουστικό.
-να το πιστέψεις και να ετοιμαστείς για τη συνέντευξη, αλλιως όλη αυτή η προσπάθια θα πάει χαμένη.
-εσύ; Πώς είσαι; Τι κάνεις; Κοιμήθηκες καλά;
-Τώρα που σε ακούω χαρούμενη, μπορώ να πω πως είμαι κι εγώ καλά.
Η L ετοιμάστηκε να απαντήσει μα εκείνος την πρόλαβε.
-σε μισή ώρα έξω από το σπίτι σου. Μην αργήσεις καθόλου, μόλις που προλαβαίνεις. Έκλεισε το τηλέφωνο ξεσπώντας σε γέλια.
Η L άρχισε να ντύνεται με προσοχή. Μόλις εκείνη τη στιγμή διαπίστωνε πως δεν είχε τίποτα όμορφο να φορέσει, έπρεπε να πάει για ψώνια άμεσα.
Δεν κατάλαβε πότε ακριβώς άρχισε να τραγουδάει αλλά όταν το συνειδητοποίησε σταμάτησε ξαφνιασμένη. Αυτό δεν το έκανε ποτέ της. Το σκέφθηκε λίγο.
Και λοιπόν; Τι πείραζε; Τόσα πράγματα είχε κάνει για πρώτη φορά το τελευταίο εικοσιτετράωρο! Δεν ήταν πιο ωραία τώρα;
-είσαι πολύ όμορφη. Ο moln κάθισε δίπλα της χαμογελώντας.
-αλήθεια;
-ναι, αν και δεν κοιμήθηκες καλά. Δεν πειράζει, σήμερα.
Ξεκίνησε χωρίς καθυστέρηση.
-Πώς αισθάνεσαι;
Ήθελε να του πει πως ένιωθε σαν ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος αλλά δεν το τόλμησε. Έμεναν κι άλλα βήματα και κείνη χρειαζόταν λίγη βοήθια ακόμη.
-Φαίνεσαι μια χαρά, είπε κοιτώντας τη σχολαστικά.
-είμαι. Αλήθεια σου λέω. Του χαμογέλασε κι εκείνος κατάλαβε πως όλα είχαν πάει καλά. Δεν πείραζε που δε μπορούσε ακόμη να του μιλήσει, θα το έκανε εκείνος και για τους δυο.
-Το διάβασες;
-ναι. Μου άρεσε, δεν ξέρω πώς να το πω… με τάραξε αλλά με έναν τρόπο καλοδεχούμενο. Με έκανε να δω πράγματα για πρώτη φορά. Με άγγιξε τόσο που ΄ξέχασα τις εξετάσεις.
-Μα τότε μιλάμε για θαύμα. Αλλά βγάλε το για λίγο από το νου σου. Σε περιμένει η τελευταία δοκιμασία, ύστερα θα έχουμε όλο το χρόνο να μιλήσουμε γι’αυτά.
-εντάξει, αρκεί να με βοηθήσεις λίγο.
-Θα έχεις όση βοήθια θέλεις, την αξίζεις νομίζω.
Την άφησε έξω από το πανεπιστήμιο και την αποχαιρέτισε με ένα χάδι στα μαλλιά.
-όλα θα πάνε καλά, δε θα ανησυχείς πια, έτσι;
-ναι, δεν ανησυχώ, σου λέω αλήθεια, νιώθω… ανάλαφρη και πιο γαλήνια.
-θα σε περιμένω, μην αργήσεις, θα δείξεις τα επόμενα χρόνια το βάθος των γνώσεών σου.
Η l μπήκε στο κτίριο κουνώντας το κεφάλι. Μήπως είχε αρχίσει ήδη να τον συνηθίζει;
Μισή ώρα αργότερα έμπαινε και πάλι στο αυτοκίνητο τρέχοντας. Τα μάτια της έλαμπαν και τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει.
-συγχαριτήρια. Ο moln της έσφιξε δυνατά το χέρι. Εύχομαι μια γόνιμη έρευνα.
-μα πώς το ξέρεις πως όλα πήγαν καλά;
-ήμουν σίγουρος, δεν το έλεγα από χθες;
-ναι, βέβαια.
-τι σε ρώτησαν;
-για το ρωμαντισμό στην αγγλική λογοτεχνία.
-α, γι’αυτό δε βρίζεις κανέναν Γέλασε σιγανά ξεκινώντας.
-μίλησες με τη μητέρα σου;
-Της έστειλα μήνυμα βγαίνοντας. Θα της τηλεφωνήσω αργότερα.
-πΟλύ καλά. Λοιπόν, να ελπίζω πως θα μου χαρίσεις λίγα λεπτά;
-ναι, μπορεί η ελπίδα σου να γίνει βεβαιότητα. Υποσχέθηκα χθες πως θα μιλούσαμε. Δεν ξέρω πως θα τα καταφέρω, αλλά θα γίνει όπως το είπα.
-να μη φοβάσαι, αφού ζήτησες βοήθια θα την έχεις. Πού θέλεις να πάμε;
-πουθενά.
-τι;
Η L γέλασε.
-Να που μπορώ κι εγώ να σε ξαφνιάζω.
-πράγματι. Λοιπόν;
-δε θέλω να πάμε πουθενά συγκεκριμένα. Σταμάτα εδώ, δεν είμαστε καλά;
-υπέροχα. Σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου ώστε να μην εμποδίζει τα υπόλοιπα και στράφηκε προς το μέρος της. Έδειχνε να το διασκεδάζει αλλά εκείνη μάντευε την αναστάτωσή του.
-Λοιπόν, άρχισε σιγανά, το διάβασα σχεδόν όλο. Έμεινε το τέλος αλλά εσύ είπες πως αυτό θα το καθόριζα εγώ. Ισχύει ακόμη αυτό;
-σαφώς.
-ωραία. Έτσι θα συνεχίσω πιο άνετα, μάλλον. Θέλω να σε ευχαριστήσω, που ρίσκαρες χθες και ήρθες να με βρεις. Δεν ξέρω πόσοι θα το τολμούσαν αυτό. Σε ευχαριστώ που μου έδειξες πως υπάρχουν κι άλλα πράγματα εκτός από το διάβασμα. Σε ευχαριστώ που με σκεφτόσουν όλον αυτόν τον καιρό, σε ευχαριστώ για το ποίημα.
Ο moln άπλωσε το χέρι πάνω από την πλάτη της στο κάθισμα αλλά δεν την άγγιξε.
-παρακαλώ. Ήθελα να τα κάνω όλα αυτά και τώρα που σε γνωρίζω θέλω να κάνω ακόμη πιο πολλά.
-χθες το βράδυ έκλαψα επειδή φοβήθηκα πως θα γερνούσα χωρίς να ζήσω τίποτα. Κι αυτό δεν το θελω. Εκείνη τη στιγμή ήθελα να έρθω να σε βρω, να σου πω πως ένιωθα αλλά τελικά περίμενα.
Ακούμπησε το χέρι του για μια στιγμή στην πλάτη της αλλά την επόμενη το τράβηξε ξανά.
-σήμερα εξακολουθώ να θέλω αλλά κάτι με συγκρατεί. Ίσως να είναι ο φόβος, δεν ξέρω πολλά από αυτά, δεν ξέρω τι πρέπει να πω… σταμάτησε συγχισμένη.
-Πέρασες καλά μαζί μου;
-ναι, τόσο καλά που ξέχασα το άγχος για τα αποτελέσματα.
-Πώς ένιωσες τότε που σου έλεγα το ποίημα;
-Ξεχωριστά, πολύ ικανοποιημένη. Ήθελα να βρω κι εγώ κάτι τέτοιο να σου χαρίσω αλλά δε μπορούσα.
-Σιγά σιγά θα γίνει κι αυτό. Την αγκάλιασε χαλαρά για να δει την αντίδρασή της. Εκείνη δεν κουνήθηκε.
-εμένα μου αρκούν αυτά για αρχή. Όπως σου είπα χθες δε θέλω να σε πιέσω. Θέλω να είσαι καλά, να ζήσεις πράγματα, να νιώσεις ξεχωριστή γιατί είσαι.
Με το ελεύθερο χέρι του έπιασε απαλά το πρόσωπό της και το έφερε προς το μέρος του.
-Δε θέλεις το μυθιστόρημα να τελειώσει καλά;
-ναι, το θέλω, δε θα μου άρεσε τίποτα διαφορετικό για σένα.
-μόνο για μένα; Η φωνή του ήταν έτοιμη να σπάσει.
-για σένα και για μένα. Το είπε τόσο σιγά που μόλις κι ακούστηκε.
-Τότε, μη φοβάσαι, γιατί αυτό θέλω κι εγώ, άρα όλα θα πάνε καλά. Έφερε το πρόσωπό του κοντά στο δικό της.
-είσαι πιο δυνατή από ο,τι πίστευα και τώρα που το βλέπω νιώθω πόσο άξιζε η απόφασή μου να σε βρω. Πίστευα πως θα μας έπαιρνε μήνες. Αλλά με εξέπληξες ευχάριστα. Είχα δίκιο που σε αγάπησα.
Πήρε μια βαθιά ηχηρή ανάσα κι ετοιμάστηκε να αγγίξει τα χείλη της με τα δικά του.
-από εδώ και πέρα, θα είμαι πάντα δίπλα σου, αρκεί να με χρειάζεσαι.
-ναι, έτσι νομίζω, πως θα σε χρειάζομαι. Είχε σπάσει και η δική της φωνή.
-ωραία λοιπόν. Μπορώ; Έκανε πίσω για να την κοιτάξει στα μάτια. Εκείνη δεν κατάλαβε για μια στιγμή αλλά ύστερα κούνησε το κεφάλι καταφατικά.
-νομίζω πως ναι.
Την πλησίασε πάλι πολύ αργά.
-νομίζεις, δεν είσαι σίγουρη;
-είμαι, από όσο μπορώ να ξέρω. Πέρασε δειλά το χέρι της γύρω του κι ο moln άγγιξε με προσοχή τα χείλη της με τα δικά του αγκαλιάζοντας τη σφιχτά και προστατευτικά.
Τέλος