η πρωτη υποθεση

Κεφάλαιο τριακοστό δεύτερο
Δε μπορούσε να το πιστέψει, την κρατούσε και κοίταζε μια αυτή και μια εμένα. Τελικά με φίλησε μπροστά σε όλους και είπε γεμάτος χαρά κι αυτοπεποίθηση πως ήμουν ο,τι καλύτερο του είχε συμβεί στη ζωή του. Κι ακόμη δεν ήξερε τα καλύτερα.
-πότε του το είπες; Όταν μείνατε μόνοι;
-ναι, καθόμαστε στη βεράντα πίνοντας το τελευταίο ποτό της βραδιάς, μια υπέροχη σαμπάνια. Την είχε διαλέξει η μητέρα του, να που ήταν καλή και σε κάτι. Λοιπόν όταν τέλειωσε του ξαναγέμισα το ποτήρι παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του. Το τραύλισμά του είχε γίνει πιο έντονο αλλά ποιος έδινε σημασία; Ήξερα πως δεν το άντεχε το ποτό αλλά ήθελα όλα να γίνουν όπως τα είχα φανταστεί. Όπως ακριβώς σε εκείνες τις ταινίες που έβλεπε η μαμά. Τις θυμάσαι;
-Ναι βέβαια, λοιπόν;
-Λίγο πριν τυληχθεί στη ζάλη και στη νάρκη της μέθης του ανακοίνωσα το ευχάριστο. Χαμογελούσα αλλά έδειχνα ταυτοχρόνως τόσο ευάλωτη, το χέρι μου που ήταν παγωμένο έτρεμε μέσα στο δικό του κι η φωνή μου ήταν έτοιμη να σπάσει. Εκείνος μόλις το συνειδητοποίησε δάκρυσε αλλά σκούπισε τα μάτια του βιαστικά, δεν ήθελε να φανεί αδύναμος μολονότι ήξερα πως αυτό οφειλόταν στο ποτό. Στην πραγματικότητα δεν ήταν καθόλου εύκολο να τον χειραγωγήσω, το ήξερα, αλλά είχα ο,τι χρειαζόμουν, ένα παιδί. Ήμουν μόλις λίγων εβδομάδωναλλά είχα κάνει ήδη δυο τεστ κι είχα επισκεφθεί κι έναν καλό γυναικολόγο. Ευτυχώς δεν δυσκολεύτηκα να πετύχω το σκοπό μου.
Αλλά τότε ήταν που ρώτησε για τα χάπια.
-Μη μου πεις πως αυτό σε ανησύχησε!
-όχι βέβαια, ατυχήματα συμβαίνουν πολύ συχνά κι εμείς είχαμε βρεθεί αρκετές φορές εκτός σπιτιού, έτσι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα.
Με πήρε στην αγκαλιά του κι άρχισε να μου μιλάει για τα παιδικά του χρόνια και για τις συζητήσεις με τη μητέρα του που ήθελε να τον παντρέψει με τη Ρόουζ. Αλλά ήμουν τόσο καλά που ούτε η αναφορά σε κείνη δε μπόρεσε να μου χαλάσει τη διάθεση, ο Ζαν ήταν δικός μου, θα τον έδενα για πάντα μαζί μου.
Άρχισα κι εγώ να κλαίω γέρνοντας το κεφάλι μου στον ώμο του ενώ τυληγόμουν πιο σφιχτά γύρω του. Ξαφνικά όλα μου φαίνονταν αβέβαια, ή τουλάχιστον αυτό ήθελα να του δείξω. Δειλά δειλά άρχισα να αναρωτιέμαι αν ήταν σωστό να κρατήσουμε το παιδί. Είπα πως είμαστε μικροί, πως δεν είχαμε τελειώσει τις σπουδές μας, πως δεν ήμουν σίγουρη αν ήθελα να μείνω για πάντα στο Παρίσι. δεν ανέφερα καθόλου το θέμα του γάμου κι ίσως αυτόνα τον πληγωσε.
-Λογικό ήταν.
-έκλεισε το στόμα μου με το δικό του και είπε πως θα τα τακτοποιούσαμε όλα και πως ένα παιδί είναι ευλογία και πως θα τον βοηθούσε να βγει από κείνη τη φάση του μηδενισμού. Αλλά εγώ δεν είχα καμφθεί κι άρχισα να λέω πως η μητέρα του δε θα το άφηνε να γίνει κι άλλα τέτοια. Εκείνος γέλασε κι ύστερα οργίσθηκε και την επόμενη στιγμή μου έκανε επιτέλους την πολυπόθητη πρόταση γάμου. Αυτό ήταν, είχα πετύχει.Και σαν να μην έφταναν αυτά, έβαλα στο γάμο κι έναν όρο. Ζήτησα να παντρευτούμε στο δημαρχείο μόνοι μας για να αποφύγουμε τη μεγάλη δημοσιότητα. Αυτό δεν του άρεσε καθόλου αλλά συμφωνήσαμε να το συζητήσουμε το επόμενο πρωί.
-μπορείς να γίνεις λίγο πιο σύντομη; Παντρευτήκατε;
-Ο γάμος μας έγινε στο δημαρχείο δυο εβδομάδες αργότερα προς μεγάλη απογοήτευση της μητέρας του η οποία είχε μάθει πως ήμουν έγκυος. Μου πρότεινε να ρίξω το παιδί προσφέροντάς μου πολλά χρήματα αλλά αρνήθηκα. Τα ήθελα βλέπεις όλα κι επιπλέον είχε αρχίσει να φωλιάζει μέσα μου μια σατανική ιδέα.
Η άρτεμη ένιωσε τα χέρια της να ιδρώνουν κι όσο πιο διακριτικά μπορούσε τα σκούπισε στα ρούχα της.
-ήταν μάρτυρες ελάχιστοι άνθρωποι, οι γονείς του μια φίλη από το παρίσι και μια παλιά μου συμμαθήτρια.
-Ποια;
-Η Ναταλία. Καλό κορίτσι, κάποιες φορές παίρνει σωστές πρωτοβουλίες μόνο που δεν το κάνει συχνά κι έτσι με απογοητεύει αλλά κατά τα άλλα ξέρω καλά πως μπορώ να την εμπιστευθώ. Εντάξει δεν ξέρει όλα όσα έχω κάνει, γιατί αν τα γνώριζε δε θα μου μιλούσε αλλά είναι χρήσιμη βοηθός. Της τηλεφώνησα λίγες μέρες πριν, της αγόρασα κι ένα ωραίο βελούδινο φόρεμα, έκλεισα και εισιτήριο κι όλα έγιναν σχετικά εύκολα. Της άρεσε αμέσως ο ζαν, τα πήγαν καλά οι δυο τους. Στη δεξίωση που έγινε στο σπίτι των γονιών του, αυτή ήταν η μόνη παραχώρηση που δέχθηκα να κάνω, μιλούσαν ασταμάτητα για αριθμούς και νέα συστήματα πληροφορικής. Εγώ τριγυρνούσα από εδώ κι από εκεί, φλυαρώντας με τους καλεσμένους και όποτε μου δινόταν η ευκαιρία, χαμογελούσα χαιρέκακα στη μητέρα του. Η καημένη, δε μπορούσε να το χωνέψει με τίποτα. Η μόνη της παρηγοριά ήταν η σκέψη του παιδιού. Όλα λοιπόν πήγαιναν καλά ως τη στιγμή που στο κατώφλι μας εμφανίσθηκε η ρόουζ. Δεν ξέρω ποιος την κάλεσε, είμαι σίγουρη πως δεν ήταν η μητέρα του Ζαν, όσο κι αν τη συμπαθούσε δε θα έφτανε ποτέ σε αυτό το σημείο. πολλές φορές προσπάθησα να μάθω κάτι σχετικό αλλά πάντα έπεφτα πάνω σε έναν τοίχο. Λοιπόν ήταν πανέμορφη, το παραδέχομαι, πιο όμορφη από εμένα. Έλαμπε από το πολύ χρυσάφι και τις πέτρες κι ήταν τυληγμένη μέσα στα μετάξια. Το άρωμά της, πανάκριβο, ήταν μεθυστικό. Κι ενώ εγώ στεκόμουν άφωνη από την έκπληξη και την ταραχή, με πλησίασε και άρχισε να μου δίνει ευχές σφίγγοντάς δυνατά το χέρι μου. Τότε μας πλησίασε επιτέλους κι ο Ζαν, δε χαμογελούσε, αντίθετα φαινόταν αναστατωμένος. Τη χαιρέτισε με ένα αδιόρατο κούνημα του κεφαλιού τυληγοντας το χέρι του γύρω από τους ώμους μου. Κάμποση ώρα πέρασε έτσι, αλλά κάποτε αναγκάστηκα να τους αφήσω για να μιλήσω και στους τελευταίους καλεσμένους που κατέφθαναν αργοπορημένοι. Όση ώρα έλειπα από κοντά τους έριχνα κλεφτές ματιές. Είχαν αρχίσει να μιλούν χαλαρά αργοπίνοντας σαμπάνια. Ο Ζαν κάθε φορά που σήκωνε το βλέμμα μου χαμογελούσε κι αυτό με έπειθε πως όλα ήταν καλά. Ωστόσο η ταραχή δεν υποχωρούσε.
Κάποτε τους έχασα από τα μάτια μου, το σπίτι ήταν τεράστιο, υπήρχαν τρια μεγάλα σαλόνια και μια γυναίκα σχεδόν άγνωστη μου μιλούσε ασταμάτητα ακολουθώντας με. Δε θυμάμαι τίποτα γι’αυτήν, εκτός από το όνομά της, κλερ. Το συγκράτησα επειδή μου φάνηκε κάπως αταίριαστο με την εμφάνισή της. Ήταν πληθορική, με μεγάλο στήθος και είχε μακριά σγουρά μαλλιά, με πορφυρό χρώμα. Το κολιε της ήταν φτιαγμένο από μεγάλες μπάλες από κρύσταλο ενώ από τα αφτιά της κρέμονταν κάτι τεράστιοι χρυσοί κρίκοι. Όσο μιλούσε η ταραχή μου αυξανόταν έτσι που τελικά αναγκάστηκα να την εγκαταλείψω και να φύγω σχεδόν τρέχοντας. Έμεινε μόνη στη μέση του δωματίου κουνώντας παραξενεμένη το κεφάλι της.
Εγώ έφτασα τρέχοντας στο σαλόνι όπου λίγο πριν ο Ζαν και η ρόουζ έπειναν σαμπάνια. Διέτρεξα το χώρο πολύ προσεκτικά αλλά σύντομα κατάλαβα πως δεν ήταν εκεί. Τότε με πλησίασε η Ναταλία. Τα μάγουλά της έκαιγαν και τα μάτια της άστραφταν. Με μικρές κοφτές προτάσεις μου είπε πως τους είχε δει να βγαίνουν μαζί από το δωμάτιο λίγα λεπτά πριν. Τη ρώτησα προς τα πού είχαν πάει κι εκείνη έδειξε τη μεγάλη στριφογυριστή σκάλα στο βάθος ενός διαδρόμου. Την ευχαρίστησα βιαστικά κι έτρεξα προς τα εκεί. Κάτι μου έλεγε πως αυτό που με περίμενεδεν ήταν ευχάριστο.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: