L και Moln

Μερικές ώρες αργότερα η L ήταν στο σπίτι της. Ήταν ο moln Που την είχε παροτρύνει να γυρίσει εκεί γιατί τα σημάδια της κόπωσης ήταν εμφανή πάνω της. Τις τελευταίες νυχτες δεν είχε κοιμηθεί καλά κι αυτό την είχε επηρεάσει.
Στη θάλασσα του είχε ζητήσει να της μιλήσει για τον εαυτό ττου κι εκείνος το είχε κάνει χωρίς δισταγμό, αποκαλύπτοντας της τις πιο κρυφές σκέψεις του, τα πιο καλά κρυμμένα όνειρά του. Κι ένα από αυτά ήταν κι εκείνη, δεν είχε διστάσει να της το πει. Την κοιτούσε μάλιστα στα μάτια και της κρατούσε το χέρι. Και η L αυθόρμητα είχε αρχίσει να του χαιδεύει τα δάκτυλα, με απαλές και αβέβαιες κινήσεις. Τότε σαν ανταπόκριση, της είχε σφίξει το δικό της προτρέποντάς τη να πάει να ξεκουραστεί.
Όταν έφτασαν έξω από το σπίτι την είχε βοηθήσει να κατεβεί και την είχε καληνυχτίσει με άλλο ένα στίχο, ζητώντας της να μην ασχοληθεί με το μυθιστόρημά του εκείνο το βράδυ.
«Θα κάνεις ένα μπάνιο και θα πέσεις στο κρεβάτι». Θυμόταν πολύ καθαρά τη φράση του τώρα, μέσα στο αρωματισμένο νερό.
Όλα τα λόγια του τα θυμόταν δηλαδή, από την πρωινή του καλημέρα και τα πειράγματά του ως την αποκάλυψη του πως γνώριζε το μυστικό της.
Ήταν παράξενα αυτά που αισθανόταν, την κυρίευαν κάθε στιγμή όλο και πιο πολύ. Και το μπάνιο που σε κάθε άλλη στιγμή θα τη βοηθούσε, τώρα δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα.
Τα πρώτα δάκρυα ήρθαν την ώρα που τυληγμένη σε μια μεγάλη ρωζ πετσέτα ετοιμαζόταν να ξαπλώσει στο κρεβάτι της. Στην αρχή απόρησε, μα έπειτα αφέθηκε σε αυτά ξέροντας πως θα τη λύτρωναν μελλοντικά. Κι αυτό ήταν που ήθελε. Καταλάβαινε πως κάτι γινόταν μέσα της και το καλωσόριζε ακόμη κι αν δε μπορούσε να το εξηγήσει καλά.
Τυλήχτηκε πιο σφιχτά στην πετσέτα της κι άρχισε να κλαίει πιο δυνατά. Έτρεμε αλλά δεν την ένοιαζε. Κάποτε η πετσέτα γλίστρησε από πάνω της και τότε η L χωρίς να τη μαζέψει σηκώθηκε και πήγε στον καθρέφτη. Δεν είχε σταματήσει να κλαίει. Κοίταξε το σώμα της, πόσα λίγα γνώριζε γι’αυτό, πόσα λίγα είχε θελήσει να μάθει στη μέχρι τώρα ζωή της.
Γύρισε πίσω στο κρεβάτι με βήματα που έτρεμαν. Είχε αρχίσει να κρυώνει, με κείνο το κρύο που φέρνει το κλάμα και η ψυχική αναστάτωση.
Τι θα έκανε τώρα αν δεν την είχε βρει ο moln;
Άρχισε να ψάχνει για το νυχτικό της. Χωρίς αμφιβολία θα διάβαζε για αύριο, για να είναι προετοιμασμένη. Θα μιλούσε με τη μητέρα της, αναλύοντας τα θέματα πασχίζοντας να φέρει στο νου της την κάθε γραμμή που είχε γράψει το πρωί.
«πώς ζούσα»; Η φράση ανέβηκε στα χείλη της μα δεν ειπώθηκε ποτέ. Δε χρειαζόταν άλωστε να την ακούσει κανείς.
«Πώς θα καταντούσα»; Κούμπωσε τα κουμπιά του ρούχου και μπήκε στην κουζίνα. Χρειαζόταν κάτι να πιεί. Γέμισε ένα ποτήρι με κρύο τσάι με άρωμα λεμονιού κι επέστρεψε στο δωμάτιό της.
Η μητέρα της τηλεφώνησε λίγο αργότερα αλλά εκείνη δεν κουνήθηκε. Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού, με τα χέρια της πλεγμένα πάνω στο στήθος της. Ήταν κουλουριασμένη σαν μια μικρή μπάλα. Κάθε τόσο κάποιο δάκρυ κυλούσε αλλά δεν έμπαινε στον κόπο να το σκουπίσει.ήθελε να γεννηθεί ξανά, να ζήσει όσα της προσφέρονταν. Ήθελε να μάθει κι άλλα για το moln. Κι όσο περνούσαν οι ώρες και το σκεφτόταν, τόσο πιο πολύ το ήθελε μα και τόσο πιο πολύ το φοβόταν.
Άρχισε να διαβάζει το μυθιστόρημα όταν πίστευε πως τα μάτια της ειχαν καθαρίσει. Μόνο που δεν ήξερε πόσες φορές θα χρειαζόταν να σταματήσει μέσα στη νύχτα.
«Πώς θα ήταν άραγε μια βόλτα μαζί της; Πώς θα ήταν να την κρατάω στην αγκαλιά μου και να της μιλάω για αυτά που δεν τολμάω να αποκαλύψω ουτε στον εαυτό μου»;
Διάβαζε χωρίς να μπορεί να ελέγξει τα συναισθήματα της. Υπήρχε δίπλα της κάποιος άνδρας που ένιωθε τόσο όμορφα πράγματα για κείνη… Πότε θα τα κατάφερνε να του ανταποδώσει και η ίδια κάτι από όλα αυτά; Μηπως να του έγραφε ένα γράμμα; Απέριψε τη σκέψη. Δε θα έκανε αυτά που εκείνος απέφευγε. Θα του μιλούσε την επόμενη μέρα. Θα έβρισκε το κουράγιο. Δεν ήξερε από αυτά τα πράγματα, δεν την είχαν πάρει ποτέ αγκαλιά με τέτοιο τρόπο, αλλά θα τα κατάφερνε.
Η κούραση τη νίκησε λίγο πριν το τέλος του βιβλίου. Λίγες στιγμές πριν αποκοιμηθεί, ακούμπησε το ντοσιε στο στήθος της μισοχαμογελώντας. Μα τι σημασία είχαν οι τελευταίες σελίδες; Εκείνη δεν ήταν που θα καθόριζε το τέλος;
Την ξύπνησε το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Το άρπαξε ρίχνοντας κάτω το ντοσιε. Είχε ξημερώσει, τι ώρα να ήταν;
-εμπρός; Μίλησε νυσταγμένα, προσπαθώντας να θυμηθεί τι μέρα ήταν.
-Καλημέρα σας κυρία μου, η φωνή του moln την επανέφερε στην πραγματικότητα.
-moln, καλημέρα, τι μέρα είναι, τι ώρα; Πού είσαι;
Εκείνος γέλασε χαρούμενα.
-ηρεμήστε. Καλά το έλεγα εγώ πως δεν έπρεπε να ασχοληθείτε με το βιβλίο μου…
-σταμάτα να μου μιλάς στον πληθυντικό. Μα…. Οι εξετάσεις μου, σήμερα πρέπει…
Γέλασε για δεύτερη φορά διασκεδάζοντας.
-λοιπόν γι’αυτό πήρα, για να σου ανακοινώσω τα νέα. Πέρασες τα γραπτά. Το έμαθα πριν ελάχιστα λεπτά, τηλεφώνησα στο πανεπιστήμιο, συγχαριτήρια.
-αλήθεια; Δεν το πιστεύω. Έσφιξε το ακουστικό.
-να το πιστέψεις και να ετοιμαστείς για τη συνέντευξη, αλλιως όλη αυτή η προσπάθια θα πάει χαμένη.
-εσύ; Πώς είσαι; Τι κάνεις; Κοιμήθηκες καλά;
-Τώρα που σε ακούω χαρούμενη, μπορώ να πω πως είμαι κι εγώ καλά.
Η L ετοιμάστηκε να απαντήσει μα εκείνος την πρόλαβε.
-σε μισή ώρα έξω από το σπίτι σου. Μην αργήσεις καθόλου, μόλις που προλαβαίνεις. Έκλεισε το τηλέφωνο ξεσπώντας σε γέλια.
Η L άρχισε να ντύνεται με προσοχή. Μόλις εκείνη τη στιγμή διαπίστωνε πως δεν είχε τίποτα όμορφο να φορέσει, έπρεπε να πάει για ψώνια άμεσα.
Δεν κατάλαβε πότε ακριβώς άρχισε να τραγουδάει αλλά όταν το συνειδητοποίησε σταμάτησε ξαφνιασμένη. Αυτό δεν το έκανε ποτέ της. Το σκέφθηκε λίγο.
Και λοιπόν; Τι πείραζε; Τόσα πράγματα είχε κάνει για πρώτη φορά το τελευταίο εικοσιτετράωρο! Δεν ήταν πιο ωραία τώρα;
-είσαι πολύ όμορφη. Ο moln κάθισε δίπλα της χαμογελώντας.
-αλήθεια;
-ναι, αν και δεν κοιμήθηκες καλά. Δεν πειράζει, σήμερα.
Ξεκίνησε χωρίς καθυστέρηση.
-Πώς αισθάνεσαι;
Ήθελε να του πει πως ένιωθε σαν ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος αλλά δεν το τόλμησε. Έμεναν κι άλλα βήματα και κείνη χρειαζόταν λίγη βοήθια ακόμη.
-Φαίνεσαι μια χαρά, είπε κοιτώντας τη σχολαστικά.
-είμαι. Αλήθεια σου λέω. Του χαμογέλασε κι εκείνος κατάλαβε πως όλα είχαν πάει καλά. Δεν πείραζε που δε μπορούσε ακόμη να του μιλήσει, θα το έκανε εκείνος και για τους δυο.
-Το διάβασες;
-ναι. Μου άρεσε, δεν ξέρω πώς να το πω… με τάραξε αλλά με έναν τρόπο καλοδεχούμενο. Με έκανε να δω πράγματα για πρώτη φορά. Με άγγιξε τόσο που ΄ξέχασα τις εξετάσεις.
-Μα τότε μιλάμε για θαύμα. Αλλά βγάλε το για λίγο από το νου σου. Σε περιμένει η τελευταία δοκιμασία, ύστερα θα έχουμε όλο το χρόνο να μιλήσουμε γι’αυτά.
-εντάξει, αρκεί να με βοηθήσεις λίγο.
-Θα έχεις όση βοήθια θέλεις, την αξίζεις νομίζω.
Την άφησε έξω από το πανεπιστήμιο και την αποχαιρέτισε με ένα χάδι στα μαλλιά.
-όλα θα πάνε καλά, δε θα ανησυχείς πια, έτσι;
-ναι, δεν ανησυχώ, σου λέω αλήθεια, νιώθω… ανάλαφρη και πιο γαλήνια.
-θα σε περιμένω, μην αργήσεις, θα δείξεις τα επόμενα χρόνια το βάθος των γνώσεών σου.
Η l μπήκε στο κτίριο κουνώντας το κεφάλι. Μήπως είχε αρχίσει ήδη να τον συνηθίζει;
Μισή ώρα αργότερα έμπαινε και πάλι στο αυτοκίνητο τρέχοντας. Τα μάτια της έλαμπαν και τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει.
-συγχαριτήρια. Ο moln της έσφιξε δυνατά το χέρι. Εύχομαι μια γόνιμη έρευνα.
-μα πώς το ξέρεις πως όλα πήγαν καλά;
-ήμουν σίγουρος, δεν το έλεγα από χθες;
-ναι, βέβαια.
-τι σε ρώτησαν;
-για το ρωμαντισμό στην αγγλική λογοτεχνία.
-α, γι’αυτό δε βρίζεις κανέναν Γέλασε σιγανά ξεκινώντας.
-μίλησες με τη μητέρα σου;
-Της έστειλα μήνυμα βγαίνοντας. Θα της τηλεφωνήσω αργότερα.
-πΟλύ καλά. Λοιπόν, να ελπίζω πως θα μου χαρίσεις λίγα λεπτά;
-ναι, μπορεί η ελπίδα σου να γίνει βεβαιότητα. Υποσχέθηκα χθες πως θα μιλούσαμε. Δεν ξέρω πως θα τα καταφέρω, αλλά θα γίνει όπως το είπα.
-να μη φοβάσαι, αφού ζήτησες βοήθια θα την έχεις. Πού θέλεις να πάμε;
-πουθενά.
-τι;
Η L γέλασε.
-Να που μπορώ κι εγώ να σε ξαφνιάζω.
-πράγματι. Λοιπόν;
-δε θέλω να πάμε πουθενά συγκεκριμένα. Σταμάτα εδώ, δεν είμαστε καλά;
-υπέροχα. Σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου ώστε να μην εμποδίζει τα υπόλοιπα και στράφηκε προς το μέρος της. Έδειχνε να το διασκεδάζει αλλά εκείνη μάντευε την αναστάτωσή του.
-Λοιπόν, άρχισε σιγανά, το διάβασα σχεδόν όλο. Έμεινε το τέλος αλλά εσύ είπες πως αυτό θα το καθόριζα εγώ. Ισχύει ακόμη αυτό;
-σαφώς.
-ωραία. Έτσι θα συνεχίσω πιο άνετα, μάλλον. Θέλω να σε ευχαριστήσω, που ρίσκαρες χθες και ήρθες να με βρεις. Δεν ξέρω πόσοι θα το τολμούσαν αυτό. Σε ευχαριστώ που μου έδειξες πως υπάρχουν κι άλλα πράγματα εκτός από το διάβασμα. Σε ευχαριστώ που με σκεφτόσουν όλον αυτόν τον καιρό, σε ευχαριστώ για το ποίημα.
Ο moln άπλωσε το χέρι πάνω από την πλάτη της στο κάθισμα αλλά δεν την άγγιξε.
-παρακαλώ. Ήθελα να τα κάνω όλα αυτά και τώρα που σε γνωρίζω θέλω να κάνω ακόμη πιο πολλά.
-χθες το βράδυ έκλαψα επειδή φοβήθηκα πως θα γερνούσα χωρίς να ζήσω τίποτα. Κι αυτό δεν το θελω. Εκείνη τη στιγμή ήθελα να έρθω να σε βρω, να σου πω πως ένιωθα αλλά τελικά περίμενα.
Ακούμπησε το χέρι του για μια στιγμή στην πλάτη της αλλά την επόμενη το τράβηξε ξανά.
-σήμερα εξακολουθώ να θέλω αλλά κάτι με συγκρατεί. Ίσως να είναι ο φόβος, δεν ξέρω πολλά από αυτά, δεν ξέρω τι πρέπει να πω… σταμάτησε συγχισμένη.
-Πέρασες καλά μαζί μου;
-ναι, τόσο καλά που ξέχασα το άγχος για τα αποτελέσματα.
-Πώς ένιωσες τότε που σου έλεγα το ποίημα;
-Ξεχωριστά, πολύ ικανοποιημένη. Ήθελα να βρω κι εγώ κάτι τέτοιο να σου χαρίσω αλλά δε μπορούσα.
-Σιγά σιγά θα γίνει κι αυτό. Την αγκάλιασε χαλαρά για να δει την αντίδρασή της. Εκείνη δεν κουνήθηκε.
-εμένα μου αρκούν αυτά για αρχή. Όπως σου είπα χθες δε θέλω να σε πιέσω. Θέλω να είσαι καλά, να ζήσεις πράγματα, να νιώσεις ξεχωριστή γιατί είσαι.
Με το ελεύθερο χέρι του έπιασε απαλά το πρόσωπό της και το έφερε προς το μέρος του.
-Δε θέλεις το μυθιστόρημα να τελειώσει καλά;
-ναι, το θέλω, δε θα μου άρεσε τίποτα διαφορετικό για σένα.
-μόνο για μένα; Η φωνή του ήταν έτοιμη να σπάσει.
-για σένα και για μένα. Το είπε τόσο σιγά που μόλις κι ακούστηκε.
-Τότε, μη φοβάσαι, γιατί αυτό θέλω κι εγώ, άρα όλα θα πάνε καλά. Έφερε το πρόσωπό του κοντά στο δικό της.
-είσαι πιο δυνατή από ο,τι πίστευα και τώρα που το βλέπω νιώθω πόσο άξιζε η απόφασή μου να σε βρω. Πίστευα πως θα μας έπαιρνε μήνες. Αλλά με εξέπληξες ευχάριστα. Είχα δίκιο που σε αγάπησα.
Πήρε μια βαθιά ηχηρή ανάσα κι ετοιμάστηκε να αγγίξει τα χείλη της με τα δικά του.
-από εδώ και πέρα, θα είμαι πάντα δίπλα σου, αρκεί να με χρειάζεσαι.
-ναι, έτσι νομίζω, πως θα σε χρειάζομαι. Είχε σπάσει και η δική της φωνή.
-ωραία λοιπόν. Μπορώ; Έκανε πίσω για να την κοιτάξει στα μάτια. Εκείνη δεν κατάλαβε για μια στιγμή αλλά ύστερα κούνησε το κεφάλι καταφατικά.
-νομίζω πως ναι.
Την πλησίασε πάλι πολύ αργά.
-νομίζεις, δεν είσαι σίγουρη;
-είμαι, από όσο μπορώ να ξέρω. Πέρασε δειλά το χέρι της γύρω του κι ο moln άγγιξε με προσοχή τα χείλη της με τα δικά του αγκαλιάζοντας τη σφιχτά και προστατευτικά.
Τέλος

Advertisements

Ετικέτες:

2 Σχόλια to “L και Moln”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Το τελείωσες υπέροχα, μια όμορφη ιστορία με γλυκό και τρυφερό τέλος.

  2. Marian Says:

    Πολύ ωραίο τέλος, ρομαντικό και τρυφερό. 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: