η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο τριακοστό τέταρτο
Η ντανιέλα τελείωσε το μακιγιαζ της και κοιτάχτηκε για τελευταία φορά στο μεγάλο μισοσπασμένο καθρέφτη του μπάνιου. Η πούδρα και το μεικ απ της ταίριαζαν πολύ με το χρώμα του δέρματός της και κάλυπταν κάποια από τα σημάδια. Η πλάτη της πονούσε πολύ αλλά αμέσως πριν φύγει θα έπαιρνε ένα παυσίπονο για να μην αντιμετόπιζε προβλήματα κατά τη διάρκεια της κουβέντας της με την επιθεωρήτρια. Φορούσε τζιν κι ένα μαύρο πουλωβερ και σκεφτόταν με τι να τυλήξει το λαιμό της. Την είχε κάνει πολλές φορές τη διαδικασία κι έτσι κάποια πράγματα τα είχε συνηθίσει.
Σίγουρα η επιθεωρήτρια εκείνη θα καταλάβαινε αμέσως τι της συνέβαινε, ήδη είχε αρχίσει τις ερωτήσεις, και θα προσπαθούσε να την κάνει να της μιλήσει. Θα έβλεπε πως θα αντιδρούσε, ανάλογα από τον τρόπο που θα της φερόταν κι από την εντύπωση που θα της άφηνε. Χτένισε προς τα πίσω τα μαλλιά της και τα άφησε ελεύθερα. Δεν υπήρχε λόγος να τα μαζέψει. Έπειτα πήρε την τσάντα της και βγήκε από το σπίτι χωρίς να μπει στον κόπο να κοιτάξει την ώρα. Θα έκανε μια βόλτα αν έφτανε νωρίς.
Η ενριέτα καθόταν ήδη σε μια αναπαυτική πολυθρόνα απολαμβάνοντας ένα ρόφημα σοκολάτας. Αμέσως μόλις κάθισε προσπάθησε για μια ακόμη φορά να επικοινωνήσει με την άρτεμη αλλά χωρίς αποτέλεσμα και πάλι κι αυτό δεν της άρεσε καθόλου. Η ανησυχία της συνεχώς μεγάλωνε κι έτσι για να την καταπολεμήσει άνοιξε το πρώτο περιοδικό που βρέθηκε μπροστά της κι άρχισε να διαβάζει. Βρισκόταν στη στήλη με τα κοσμικά, που ποτέ δεν την ενδιέφεραν αλλά αυτό δεν την απασχολούσε εκείνη τη στιγμή. Το πρώτο θέμα εκείνου του τεύχους είχε να κάνει με το γάμο μιας γνωστής δημοσιογράφου η οποία δούλευε σε μια πρωινή ενημερωτική εκπομπή. Η επιθεωρήτρια έμεινε για ώρα να κοιτά τη φωτογραφία της προσπαθώντας να τη φέρει στο νου της και να θυμηθεί τη φωνή της. Δεν παρακολουθούσε τέτοιες εκπομπές συχνά αφού δε βρισκόταν στο σπίτι τέτοιες ώρες κι έτσι δυσκολευόταν.Το νυφικό της ήταν γεμάτο στρας και χάνδρες. Γύρισε σελίδα, εκείνη δε θα φορούσε ποτέ κάτι τέτοιο. Το κινητό της άρχισε να κουδουνίζει. Πέταξε βιαστικά το περιοδικό και το άρπαξε. Απάντησε χωρίς να δει τον αριθμό που την καλούσε.
-Καλημέρα γλυκιά μου. Ο Αλέξανδρος μιλούσε ήρεμα κι αργά αλλά ήταν φανερό πως κάτι συνέβαινε. Αλλιώς γιατί να αλλάξει την ιεροτελεστία των sms;
-Καλημέρα, είσαι καλά; Η ενριέτα ήπιε λίγο από το ρόφημα.
-εγώ, ναι, είμαι μια χαρά. Στο γραφείο. Ετοιμαζόμουν να φτιάξω κάποια σχέδια αλλά τελικά θα αναγκαστώ να τα παρατήσω όλα.
-Γιατί;
-Η αδερφή μου, δεν είναι καλά. Δεν ξέρω τι ακριβώς έχει συμβεί. Ξέρω μόνο πως λιποθύμησε στο μπάνιο. Ήταν μόνη στο σπίτι. Ο νίκος έφυγε εδώ και μέρες για δουλειά. Δεν προβλέπεται να γυρίσει πριν το Σαββατο.
-μα πότε έγινε αυτό;
-Χθες βράδυ. Μας τηλεφωνούσε η μητέρα αλλά δε μας έβρισκε.
-Κάτι πρέπει να κάνω με το σταθερό μου τελικά.
-ναι, μάλλον. Με πήρε στο γραφείο πριν λίγο. Θα πάω να την πάρω σε λίγο για να πάμε μαζί στην αδερφή μου. Νομίζω πως είναι καλύτερα να είμαι κι εγώ εκεί. Τι λες;
-Ασφαλώς, άλωστε θα χρειασθεί να την πάτε και στο νοσοκομείο για να γίνουν οι απαραίτητες εξετάσεις. Πότε θα φύγεις;
-σε λίγη ώρα. Θα τελειώσω με κάποια χαρτιά που ετοιμάζω και θα φύγω. Μίλησα πριν λίγο με την αδερφή μου, λέει πως αισθάνεται μια χαρά σήμερα αλλά δε θέλουμε να την αφήσουμε μόνη.
-βέβαια, ούτε λόγος. Χρειάζεσαι κάτι; Θέλεις να έρθω εκεί;
-μπα, συνέχισε τη δουλειά σου κι εγώ θα φύγω όπου να’ναι. Θα σου τηλεφωνήσω αμέσως μολις φτάσω. Αλήθεια πού είσαι;
-σε μια καφετέρια, περιμένω μια κοπέλα να μιλήσουμε για κάποια υπόθεση.
-Και γιατί δεν έρχεται στο γραφείο;
-έχει κάποιο πρόβλημα με την αστυνομία μάλλον και επιθυμεί να μη μαθευτεί πως θα μας δώσει κάποια στοιχεία. Δεν ξέρω περισσότερα. Θα σου πω μόλις μάθω αλλά μη σε απασχολεί. Πήγαινε στην αδερφή σου.
-εντάξει, λοιπόν. Σε αφήνω, για να τελειώσω τις δουλειές. Αν αργήσω, έστω και λίγο, η μητέρα θα αρχίσει να φωνάζει.
-εντάξει, να προσέχετε στο δρόμο.
-Κι εσύ να προσέχεις, σε αγαπάω πολύ.
Η ενριέτα έκλεισε το κινητό και το ακούμπησε στο τραπέζι μπροστά της. Η ήδηχαλασμένη διάθεσή της επιδεινώθηκε. Τη συμπαθούσε πολύ την αδερφή του. Ήταν μια γυναίκα μικροφτιαγμένη και γλυκιά, που μιλούσε λίγο. Ήταν τέσσερα χρόνια μικρότερη από εκείνη.
Η Ντανιέλα μπήκε στο μαγαζί. Ήταν ακόμη φοβισμένη. Άρχισε να κοιτά δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας να την αναγνωρίσει. Το μαγαζί είχε αρχίσει να γεμίζει.
Πρώτη την εντόπισε η επιθεωρήτρια. Έκανε πολλά χρόνια αυτή τη δουλειά και δε δυσκολεύτηκε καθόλου να την αναγνωρίσει. Της κούνησε φιλικά το χέρι, καλώντας τη να έρθει και να καθίσει στο τραπέζι της. Η Ντανιέλα πλησίασε. Έμεινε για λίγο διστακτική, με το ένα χέρι να αγγίζει τη ράχη της καρέκλας ενώ με το άλλο έσφιγγε το τραπέζι.
-Κάθισε, την προέτρεψε η επιθεωρήτρια, με φωνή ήρεμη.
Εκείνη έκανε όπως της είπε.
-είσαι η ντανιέλα, έτσι δεν είναι;
-ναι.
-Χάρηκα. Της άπλωσε το χέρι κι εκείνη το έσφιξε χαλαρά.
-θέλεις κάτι να πιείς;
-όχι… δηλαδή ναι. Μια πορτοκαλάδα.
Η ενριέτα έδωσε γρήγορα την παραγγελία σε μια σερβιτόρα και στράφηκε πάλι να την κοιτάξει.
-Χαίρομαι που δέχθηκες να μιλήσουμε. Έχουμε πολλά να πούμε μα θα προχωρήσουμε ως εκεί που επιθυμείς εσύ. Θέλω να νιώθεις άνετα. Μπορεί να δουλεύω στην αστυνομία μα είμαι κι εγώ γυναίκα. Δε θέλω να φοβάσαι.
Η ντανιέλα συγκατένευσε.
-Το ξέρω, έχω πολλά να πω μα διστάζω. Καταλαβαίνεις η θέση μου δεν είναι εύκολη. Είμαι εδώ χωρίς να το ξέρει ο Πέτρος.
-αυτός ο ευγενέστατος άνθρωπος. Η επιθεωρήτρια κούνησε το κεφάλι. Είστε μαζί;
-Όχι ακριβώς… δηλαδή ναι. Ο Πέτρος είναι με όπια θέλει.
-Καταλαβαίνω. Αλλά εσένα δείχνει να σε προτιμάει. Η ενριέτα άρχισε να μετράει σημάδια στο σώμα και το πρόσωπο της γυναίκας.
-Μάλλον. Είμαι κάπως… δε βρίσκω τη λέξη.
-Βολική, συνεργάσιμη, προσπάθησε να τη διευκολύνει.
-Ναι αυτό ακριβώς. Η σερβιτόρα πλησίασε με την πορτοκαλάδα και η επιθεωρήτρια την πλήρωσε βιαστικά.
-πόσον καιρό τον ξέρεις;
Αρκετό. Τον γνώρισα όταν ήρθα εδώπριν χρόνια.
-Από πού ήρθες;
-Από τη Βραζιλία. Τα λεφτά δεν ήταν πολλά κι εγώ έπρεπε να βρω τρόπο να δουλέψω. Στην αρχή έκανα κάποιες λίγες φωτογραφήσειςεκεί αλλά αυτά που έβγαλα δε βοήθησαν και πολύ. Ήμουν ανόητη, ήθελα να γίνω μοντέλο αλλά τελικά έπιασα δουλειά σε μπαρ. Ήπιε μια γουλιά και συνέχισε.
-είμαστε πολλές εκεί. Όλες νέες και φιλόδοξες, το λέω σωστά;
-ναι. Κι όλες είχατε ανάγκη για λεφτά, σωστά;
-ακριβώς. Θα κάναμε τα πάντα για λίγα χρήματα. Και πράγματι αυτό κάναμε. Ουσιαστικά ξεπουληθήκαμε. Όταν μας μάζεψαν όλες για να μας φέρουν εδώ δε διαμαρτυρηθήκαμε καθόλου. Βλέπεις, ελπίζαμε ακόμη. Εγώ ένιωθα σχεδόν χαρούμενη μην ξέροντας αυτό που με περίμενε.
-κι όταν φτάσατε εδώ, σας μοίρασαν σε κάποια ας πούμε κακόφημα μπαρ, τα λέω καλά;
-δυστυχώς. Η Ντανιέλα ήπιε λίγο ακόμη. Και σε ένα από αυτά τα μπαρ γνώρισα τον πέτρο.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: