Η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο τριακοστό πέμπτο
-ήταν ο ιδιοκτητης του μπαρ;
-Έτσι μου είπε στην αρχή. Περνούσε ώρες μαζί μας βοηθώντας μας να προσαρμοστούμε. Εμένα έδειχνε να με συμπαθεί ιδιαίτερα, δεν κατάλαβα τότε το λόγο. Σκεφτόμουν πως του άρεσε το σώμα μου. Η Ντανιέλα γέλασε φέρνοντας τα χέρια στο λαιμό της. Άρχισε να με κερνάει ποτά και κάποτε μου πρότεινε να μετακομίσω στο σπιτι του. Παραξενεύτηκα και είπα πως θα το σκεφτόμουν. Δε λέω, μου άρεσε η εμφάνισή του, είναι ωραίος άνδρας, και σήμερα παραμένει. Αλλά ήταν πολύ νωρίς, δεν ήξερα αν έπρεπε να τον εμπιστευτώ. Πήρα την απόφαση όταν μου χάρισε ένα ψεύτικο κόσμημα. Το έβγαλε από την τσάντα και το πέταξε πάνω στο τραπέζι. Η επιθεωρήτρια το πήρε κι άρχισε να το περιεργάζεται. Ήταν κολιε, φτιαγμένο από χρωματιστές χάνδρες.
-να με τι με έπεισε να τον ακολουθήσω. Δεν είναι γελοίο; Η ντανιέλα γέλασε πικραμένα. Αλλά τότε, όπως και τώρα, είχα ανάγκη από προσοχή. Μετακόμισα στο σπίτι του την επόμενη μέρα. Δεν έτρεφα ελπίδες πως όλα θα ήταν ωραία και καλά. Μια εβδομάδα αργότερα άρχισε να με χτυπάει. Στην αρχή επρόκειτο για χαστούκια που δεν άφηναν σημάδια. Μα μετά έκανα τη βλακία να αρχίσω τις διαμαρτυρίες. Τότε τα χτυπήματα έγιναν πιο πυκνά και πιο σκληρά κι επεκτάθηκαν και στο υπόλοιπο σώμα μου. Ο Πέτρος μου είπε μια μέρα πως ουσιαστικά με είχε αγοράσει δίνοντας ελάχιστα χρήματα. Τότε δεν καταλάβαινα τι ήθελε να πει, μα σήμερα το καταλαβαίνω καλά αφού το ζω.
-τι θέλεις να πεις;
-Όσα λεφτά βγάζω καταλήγουν όλα στα χέρια του, σχεδόν δηλαδή. Εκείνος είναι που διαλέγει τους πελάτες μου. Η Ντανιέλα έσκυψε με ντροπή το κεφάλι.
-Και σε χτυπάει όλο και περισσότερο, έτσι δεν είναι;
-Ναι. Δε διαμαρτύρομαι πια. Ξέρω πως δε μπορώ να ξεφύγω. Τα μάτια της επιθεωρήτριας βούρκωσαν.
-Και βέβαια μπορείς να ξεφύγεις αν το θέλεις. Θα σε βοηθήσω εγώ.
-Και πού να πάω; Κανείς από τους δικούς μου δε θα με θυμάται πια στη βραζιλία. Έτσι γίνεται, μας ξεγράφουν αμέσως μόλις φεύγουμε.
-Θα ζήσεις καλύτερα ακόμη και μόνη. Πες μου για την αντωνία κι εγώ θα σε βοηθήσω να φύγεις.
-μα δεν ξέρω αν το θέλω, δεν ξέρω αν μπορώ. Δε θυμάμαι πως ζουν οι γυναίκες.
Η ενριέτα ξαφνικά άρχισε να βιάζεται. Πήρε την αποφαση της χωρίς άλλη σκέψη.
-διερευνώ το φόνο μιας δεκαοχτάχρονης κοπέλας με πολύ σημαντικά διανοητικά προβλήματα. Η Αντωνία δούλευε στο σπίτι της για κάποιο χρονικό διάστημα. Την πρώτη φορά που ασχολήθηκα με την έρευνα, απέτυχα, ίσως γιατί μου έλειπαν κάποια στοιχεία, ίσως επειδή υπήρξα αφελής. Μα τώρα μια εικόνα έχει αρχίσει να σχηματίζεται στο μυαλό μου επειδή βρήκα και κάποια καινούρια στοιχεία. Σϊγουρα μπορεί να με βοηθήσει η αντωνία. Ήταν στο σπίτι όταν έγινε ο φόνος γι’αυτό σε παρακαλώ, μη με δυσκολευεις κι εσύ. Πίστευα πως θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε η μια την άλλη.
-Την ξέρω την ιστορία. Η Ντανιέλα είχε μιλήσει ακόμη πιο σιγά. Τώρα παράτησε την πορτοκαλάδα και στράφηκε να κοιτάξει την επιθεωρήτρια με βλέμμα που δεν ήταν ωστόσο σταθερό.
-Μου την είπε η αντωνία όταν ήρθαμε πιο κοντά. Υπάρχουν μεταξύ μας κάποια κοινά, τέλοσπάντων, αυτά δεν αφορούν κανέναν. Ήρθε στο μαγαζί λίγο καιρό πιο μετά από ό,τι εγώ. Ήταν αρκετά εμφανήσιμη και δε δυσκολεύτηκε να καταλάβει τι περίμενε από αυτή ο ιδιοκτήτης. Δούλευε στο μπαρ, ετοιμάζοντας ποτά μα ποτέ δεν έκανε τίποτα παραπάνω. Ακόμη και στον Πέτρο άρεσε, τον έπιασα να τη γλυκοκοιτά κάποιες φορές μα εκείνη δεν ανταποκρίθηκε ποτέ. Ξεκαθάρισε σε όλους πως ήταν δεσμευμένη και πως αγαπούσε πολύ το φίλο της. Είπε πως έκανε τη δουλειά από ανάγκη και πως θα τα παρατούσε πολύ σύντομα. ΅ψμένα με συμπάθησε κι αυτό ήταν παράξενο επειδή δεν τα πήγαινε καλά με τα υπόλοιπα κορίτσια, καταλαβαίνεις, εκείνη έδειχνε καθώς πρέπει.
-ναι, καταλαβαίνω.
-Λοιπόν επειδή δε μιλούσα πολύ κι επειδή έσπευδα να βοηθήσω όπου μπορούσα, ελπίζω να το είπα σωστά, άρχισε να μου μιλά και μια μέρα μετά το τέλος της βάρδιας μου πήγαμε για ένα ποτό. Κάπως έτσι έγινε η αρχή. Έμαθα τότε πως δούλευε στο σπίτι ενός γιατρού που ήταν παντρεμένος με κάποια αλίκη.
Η ενριέτα έγνεψε καταφατικά. Η καρδιά της είχε αρχίσει να χτυπάει πιο δυνατά.
-τι άλλο είπε;
-δε μιλούσε με καλό τρόπο για τη γυναίκα του γιατρού. Δεν τη συμπαθούσε επειδή ήταν κάπως αυταρχική, νομίζω έτσι το είπε.
-Πολύ πιθανό.
-μου μίλησε και για τη Λίντα, έτσι δεν την έλεγαν την κοπέλα που πέθανε;
-Ακριβώς. Η ενριέτα αναστέναξε, δεν περίμενε να είναι τόσο ενημερωμένη.
-προσπάθησε να μου εξηγήσει την κατάστασή της, δεν κατάλαβα και πολλά εκτός από το ό,τι δεν επικοινωνούσε καλά με τους ανθρώπους γύρω της και πως το μυαλό της δε δούλευε σωστά. Τη συμπαθούσε και καμιά φορά, όταν δεν είχε πολλές δουλειές στην κουζίνα περνούσε λίγο χρόνο στο δωμάτιό της. Η λίντα, μου είπε, ζωγράφιζε πολύ ωραία και ήθελε να της φτιάξει μια ζωγραφιά.
Νομίζω πως και η λίντα τη συμπαθούσε. Η αντωνία μιλούσε για τα γλυκά που της έφτιαχνε. Αυτό κράτησε λίγο καιρό. Ένα βράδυ η αντωνία ήρθε στο μαγαζί κι ήταν πολύ διαφορετική. Φορούσε ένα πανάκριβο φόρεμα, γεμάτο μεστρας. Όλοι την κοιτούσαν εκεί αλλά δεν έδινε σημασία σε κανέναν. Όταν τη ρώτησα που το είχε βρει μου απαντησε πως έκανε πολύ κακώς που τοφόρεσε στη δουλειά αλλά δε μπορούσε να αντισταθεί.
-δεν τη ρώτησες που βρήκε τα λεφτά για ένα τόσο ακριβό ρούχο;
-Ναι βέβαια. Είπε πως είχε πληρωθεί για κάποια δουλειά αλλά κατάλαβα πως δε θα μιλούσε εύκολα, ντρεπόταν. Κι αυτό με παραξένεψε πολύ γιατί όπως σου είπα ήταν καλό κορίτσι και αγαπούσε το φίλο της. Επέμενα λοιπόν αφού με έτρωγε η περιέργια.
Τότε άρχισε να μιλά για κείνη τη μέρα που όλοι έφυγαν από το σπίτι κι έμεινε μόνη με τη Λίντα. Το γεγονός πως εκείνη είχε πεθάνει το έμαθα πολύ αργότερα. Δε θα μου το έλεγε ο,τι κι αν γινόταν. Μόνη άρχισα να κολλάω τη μια πληροφορία με την άλλη. Τα στοιχεία ήταν πολλά. Η Αντωνία παραιτήθηκε το ίδιο κιόλας βράδυ. Είπε πως θα έφευγε για πάντα από την πόλη.
-Και;
-Με αποχαιρέτισε την επόμενη μέρα που πήγαμε για καφέ. Μου χάρισε κι ένα άρωμα. Θα πήγαινε στο βόλο για να βρει κάποια δουλειά μαζί με το φίλο της. Καταλάβαινα πως κάτι κακό είχε κάνει αλλά όσο κι αν προσπάθησα δεν έμαθα τιποτα. Της είπα πως θα μου έλειπε και σηκώθηκα να φύγω. Τότε μου έδωσε τη διεύθυνσή της. Χάρηκα, δεν το περίμενα, νόμιζα πως δεν ήθελε πια καμιά σχέση με το παρελθόν.
-Σήμερα μιλάς καθόλου μαζί της;
Η ντανιέλα δίστασε λίγο.
-Σε παρακαλώ. Η ενριέτα της άγγιξε ελαφρά το μπράτσο.
-το βλέπεις και μόνη σου πως κάποια σχέση έχει με αυτό το γεγονός που ερευνώ.
Η ντανιέλα αναστατώθηκε.
-α όχι δεν είπα εγώ κάτι τέτοιο.
-μην ταράζεσαι, δεν ισχυρίσθηκα τέτοιο πράγμα.
-καλά λοιπόν, μιλάμε ακόμη, αρκετά συχνά. Έχει παντρευτεί.
-Θα μπορούσες να μου δώσεις τη διεύθυνσή της;
-Όχι. Δε θέλει μπλεξίματα με την αστυνομία, ούτε κι εγώ άλωστε.
-ναι μα δέχθηκες να με συναντήσεις, σκεφτόσουν να μου τηλεφωνήσις, γιατί;
-γιατί μόλις με είχε χτυπήσει, δεν άντεχα.
-και τώρα τι άλλαξε; Φοβάσαι πάλι;
-πΟλύ. Μα για εκείνη. Δε θέλω να μπει φυλακή, δε θέλω να μη μου μιλάει πια.
-δε θα μπει φυλακή κι αν είναι σωστός άνθρωπος θα σε καταλάβει. Άλωστε μπορώ να βρω κι από αλλού τα στιχεία της. Αλλά αν μου τα δώσεις εσύ, θα σε βοηθήσω να φύγεις από τη χώρα.Μη λες τίποτα. Μπορεί να μην το θέλεις τώρα αλλά αν αλλάξεις γνώμη να έρθεις να με βρεις.
Η ντανιέλα άνοιξε το τσαντακι της και πήρε ένα στυλό. Πήρε την μισοβρεγμένη απόδειξη και με χέρι που έτρεμε έγραψε κάτι. Ύστερα το πέταξε στην ενριέτα και σηκώθηκε.
-Ευχαριστώ. Επικοινώνησε μαζί μου όποτε θέλεις.
-έχω ήδη μετανιώσει απάντησε εκείνη κι έφυγε τρέχοντας. Μα λίγο πριν βγει από το μαγαζί στράφηκε και πάλι προς την άλλη γυναίκα.
-Δεν το κάνω για τον εαυτό μου, απλά δε θέλω να μείνουν ατιμώρητοι οι δολοφόνοι εκείνης της μικρής. Βγήκε και χάθηκε στη γωνία του δρόμου.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: