η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο τριακοστό έβδομο
Η ενριέτα έφυγε από την καφετέρια λίγα λεπτά αργότερα. Στο χέρι της έσφιγγε νευρικά το χαρτάκι. Το κοίταξε αμέσως μόλις βγήκε έξω. Η Ντανιέλα της είχε γράψει με άσχημα δυσανάγνωστα γράμματα τη διεύθυνση της Αντωνίας στο Βόλο. Αφού τη διάβασε μια δυο φορές, έριξε το χαρτάκι στην τσάντα της κι έβγαλε από μέσα το κινητό. Με γρήγορες κινήσεις πληκτρολόγησε ένα sms και το έστειλε στον αλέξανδρο. Τώρα λογικά θα είχε ξεκινήσει. Ύστερα κάλεσε ένα ταξι, η πλάτη της είχε αρχίσει και πάλι να πονάει. Θα πήγαινε πρώτα στο γραφείο της κι έπειτα αφου βεβαιωνόταν πως η Άρτεμη δεν είχε εμφανισθεί εκεί θα έτρεχε στο σπίτι για να ετοιμαστεί. Βιαζόταν να φτάσει στο Βόλο. Σίγουρα η αντωνία θα ταραζόταν πολύ όταν την έβλεπε και στην αρχή θα αρνιόταν επίμονα να τις δώσει τις πληροφορίες που ήθελε. Γνώριζε πολύ καλά πως η συγκάλυψη ενός τόσο σημαντικού γεγονότος δεν ήταν ασήμαντο παράπτωμα. Ίσως να είχε μιλήσει και με κανέναν δικηγόρο… Κούνησε το κεφάλι της, είχε αρχίσει πάλι τα σενάρια, καλύτερα να μη βιαζόταν. Είχε βρει ήδη τον τρόπο να σπάσει τις άμυνες εκείνης τυς γυναίκας. Η τακτική θα ήταν αντίστροφη από αυτή που ακολούθησε πριν λίγο με τη ντανιέλα.
Καθώς πλήρωνε και κατέβαινε από το ταξι άρχισε να σκέφτεται πιο έντονα την προσωπικότητα της αντωνίας. Κάτι δεν της ταίριαζε, μια κοπέλα που δούλευε στο σπίτι ενός γιατρού να εργάζεται τα βράδια φτιάχχνοντας και σερβίροντας ποτά; Κάπως παράξενο δεν ακουγόταν; Το κινητό της κουδούνισε με ένα σύντομο διαπεραστικό ήχο τριων νοτών. Το έπιασε βιαστικά. Πότε είχε αλλάξει ήχο; Δεν το θυμόταν. Το μήνυμα το είχε στείλει ο Αλέξανδρος, έγραφε πως είχαν μόλις ξεκινήσει και τη ρωτούσε αν είχαν πάει όλα καλά με τη συνάντηση. Άρχισε να πληκτρολογεί την απάντηση σκεπτόμενη πως από μια άποψη ήταν καλό που έλειπε ο Αλέξανδρος από την πόλη. Δεν του άρεσε εκείνη η υπόθεση, κι ίσως να μην την άφηνε να ταξιδεψει μόνη.
Η Ναταλία σταμάτησε το διάβασμα των εγγράφων λίγο πριν βραδιάσει. Τα μάτια της έτσουζαν. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της. Κι εκεί κατάλαβε πως δεν έφταιγε μόνο το πολύωρο διάβασμα για την κατάσταση των ματιών της. Είχε αρχίσει ήδη να κλαίει. Κι αυτό είχε να συμβεί κάμποσα χρόνια. Γέμισε τη μπανιέρα με ζεστό νερό και μπήκε μέσα χωρίς να προσθέσει άλατα. Τα δάκρυα που έπεφταν δεν ήταν πολύ πυκνά αλλά έτσι έκλαιγε. Με τη δύναμη του μυαλού της προσπάθησε να ηρεμήσει αλλά δεν ήταν εύκολο. Ωστόσο έπρεπε να τα καταφέρει γιατί μόνο τότε θα εντόπιζε την αιτία για αυτή τη νέα κατάσταση.
Το νερό βοήθησε κι αυτό και λίγα λεπτά αργότερα τα μάτια της είχαν αρχίσει επιτέλους να καθαρίζουν. Πήρε ένα μπουκαλάκι γεμάτο με άλατα ροδάκινου κι έριξε μέσα μια χούφτα. Η μυρωδιά σχεδόν τη ζάλισε αλλά έφερε αποτέλεσμα. οΙ σκέψεις άρχισαν να έρχονται μια μια.
Τι είχε κάνει στη ζωή της; Διάβαζε, δούλευε, ψώνιζε και ξενυχτούσε πάνω από κείνο το πράγμα που απορροφούσε όλη της την ενέργεια. Πόσα ήταν τα καλά που της είχαν συμβεί; Ένα δυο;
Η αλήθεια ήταν πως είχε βγάλει λεφτά, τα περισσότερα από τα οποία είχαν μετατραπεί σε ρούχα και παπούτσια. Έμεναν κι άλλα ωστόσο στον προσωπικό της λογαριασμό. Ποιος την είχε βοηθήσει να βγάλει τα περισσότερα από αυτά τα χρήματα;
Μα βέβαια η άννα. Η Άννα που ήταν η μοναδική της φίλη. Η σκέψη αυτή της έφερε γέλιο. Έτσι ήταν οι φίλες; Μπορεί η άννα να της έδινε ρούχα παπούτσια και κοσμήματα μα για όλα ζητούσε το αντάλλαγμά της. Τότε ήταν που δάκρυσε και πάλι.
Μα βέβαια, αυτό έφταιγε. Μόλις τώρα συνειδητοποιούσε πόσο πολύ την είχε χρησιμοποιήσει η άννα από τότε που γνωρίστηκαν! Κι εκείνη που νόμιζε πως την τιμούσε με τη φιλία της. Της έλεγε κάποια μυστικά της κάνοντάς τη συνεργό στις πράξεις της κι εκείνη ένιωθε περήφανη γι’αυτό. Γέλασε και πάλι, πιο δυνατά αυτή τη φορά. Θυμήθηκε εκείνη τη μέρα στο Παρίσι που της είχε πει για το ζαν και τη ρόουζ. Πόσο ανόητα είχε φερθεί, και πόσο εύκολα εξαγοραζόταν. Άρχισε να ανακατεύει το αρωματισμένο νερό κι εκείνο ξεχείλισε από τη μπανιέρα βρέχοντας τα έπιπλα του μπάνιου. Αυτή η σκέψη ήταν που δεν άντεχε. Τα προηγούμενα χρόνια δεν τα έβλεπε όλα αυτά, χρειάστηκε να διαβάσει όλα εκείνα τα χαρτιά για τη δολοφονία της Λίντας για να συνειδητοποιήσει πόσο κακή και ύπουλη ήταν η άννα.
Κι εκείνη την κάλυπτε, παραβλέποντάς τα όλα. Μα για πόσο θα συνεχιζόταν αυτό; Ύστερα ο νους της πέταξε στον άρη. Ίσως αυτός να ήταν ο μόνος άνθρωπος που είχε αγαπήσει πραγματικά σε όλη της τη ζωή. Εκείνος την καταλάβαινε, και πίστευε τώρα πως αν του μιλούσε για όλα θα τη στήριζε και θα τη βοηθούσε να ξεφύγει. Ο άρης δεν ήταν κακός άνθρωπος, αλλά εκείνη; Τι είδους άνθρωπος ήταν εκείνη; Γεμάτη απληστία κι εγωκεντρισμό, περιόριζε όλες της τις ανάγκες για να τρέχει πίσω από την άννα και τα κοσμήματα. Μα ούτε για κείνη τα γνώριζε όλα, ήταν βέβαιη. Σε κανέναν δε θα τα εκμυστηρευόταν όλα η άννα. Κανέναν δεν αγαπούσε, ούτε βέβαια και τον καημένο το ζαν. Όλους τους χρησιμοποιούσε για να πετύχει όσα ήθελε. Βγήκε από το νερό με τη σκέψη πως αν δεν την είχε γνωρίσει ίσως να ήταν ακόμη με τον άρη.
Άρχισε να σκουπίζεται με μια πετσέτα. Πόσο ωραίος ήταν, κόντευε να το ξεχάσει, σίγουρα θα το ξεχνούσε αν δεν τον έβλεπε πριν λίγο με κείνη τη γυναίκα. Θα προχωρούσε άραγε μαζί της; Έσφιξε γύρω της την πετσέτα και μπήκε στο δωμάτιο. Να την είχε ξεπεράσει εντελώς; Κι αν όχι; Δε θα ήταν ωραία να ξαναγυρίσει στα γλυκά του;Ας πήγαινε στο διάβολο η άννα, αρκετά χρόνια από τη ζωή της δεν της είχε χαρίσει; Μόνο να την ήθελε ο άρης ακόμη! Μόνο να τη δεχόταν πίσω, θα έκανε μαζί του μια νέα αρχή. Αν το μπορούσε βέβαια. Μα αν εκείνος είχε προχωρήσει παρακάτω; Τι θα έκανε τότε;
Θα επέστρεφε στον υπολογιστή και στα ψώνια; Πέταξε την πετσέτα. Αν εκείνη δεν υπήρχε για αυτόν, θα εξαφανιζόταν.
Άρχισε να ντύνεται. Το παντελόνι της ήταν γαλάζιο και το πουκάμισό της λευκό, ενώ λίγα επίσης γαλάζια λουλουδάκια υπήρχαν στα μανίκια και στο στήθος. Τα παπούτσια της ήταν άσπρα όπως επίσης και η μεγάλη της πάνινη τσάντα. Βάφτηκε με προσοχή, γαλάζια σκιά, γλυκό ρωζ κραγιον κι ανοιχτόχρωμο ρουζ. Έδεσε τα μαλλιά της με μια απλή κορδέλα και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Αυτό που είδε την ικανοποίησε.ύστερα έκλεισε τον υπολογιστή, αδιαφορώντας εντελώς για τις καταθέσεις και τα πορίσματα. Είχε μάθει όσα ήθελε κι ακόμη περισσότερα.
Ο άρης μπήκε στο μαγαζί λίγο πριν τις εννιά που ξεκινούσε η βάρδιά του. Δεν ήθελε να μείνει μόνος εκείνο το βράδυ. Θα έκανε ό,τιδήποτε για να δουλέψει. Όλη τη μέρα προσπαθούσε να επικοινωνήσει με την άρτεμη αλλά δεν τα κατάφερνε. Το κινητό της ήταν κλειστό, κι όταν κάποια στιγμή το άνοιξε για λίγο πάλι δεν του απαντούσε. Αναρωτιόταν που να είχε πάει. Στη δουλειά της πάντως δεν ήταν. Να της είχε συμβεί τίποτα κακό;
Έφτιαξε ένα ελαφρύ κοκτειλ με βότκα και χυμό φράουλας και άρχισε να το πίνει αργά αργά. Το μαγαζί είχε αρχίσει να γεμίζει. Κοιτούσε αφηρημένα τους πελάτες ενώ κουβέντιαζε με την κοπέλα που ετοιμαζόταν να του παραχωρήσει τη θέση της στο μπαρ.
Η Ναταλία μπήκε αργά αργά. Τώρα που είχε φτάσει τόσο κοντά η αποφασιστηκότητά της την εγκατέλειπε. Κι αν ο άρης δε δούλευε απόψε; Τι θα έκανε τότε; Θα του τηλεφωνούσε στο κινητό; Κι αν είχε αλλάξει αριθμό;
Μα όχι, ήταν εκεί! Καθόταν στο μπαρ με ένα ποτήρι στο χέρι και μιλούσε με την κοπέλα που δούλευε. Ξαφνικά ένιωσε να τη ζηλεύει κι αυτή. Έψαξε για την άρτεμη αλλά δεν την είδε πουθενά. Έπρεπε να κάνει αισθητή την παρουσία της.
Πλησίασε το Μπαρ.
-άρη; Εκείνος στράφηκε να δει ποιος του μιλούσε και τα μάτια του γέμισαν έκπληξη καθώς την αναγνώριζε.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: