η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο τριακοστό ένατο
Η Ναταλία τέλειωσε την Τρίτη βότκα κι ακούμπησε το πότηρι στο μπαρ. Ο Άρης που δεν την έχανε στιγμή από τα μάτια του εκείνη την ώρα σκούπιζε ένα τραπέζι. Κοντευε τρεις το πρωί και οι τελευταίοι πελάτες έφευγαν από το μαγαζί. Η Ναταλία ένιωθε ανακούφιση μα στην πραγματικότητα ομολογούσε στον εαυτό της πως δεν είχε περάσει καθόλου άσχημα. Κάθε φορά που το μπορούσε ο Άρης περνούσε μαζί της λίγα λεπτά κι αντάλλασσαν λίγες κουβέντες βιαστικά. Ήταν περίεργος να δει τι ήταν όλα εκείνα που ήθελε να του πει. Μα όσο κι αν την πίεζε δεν της έπαιρνε άλλη κουβέντα. Μα τώρα ευτυχώς οι ώρες είχαν περάσει κι εκείνος την πλησίασε γοργά.
-πώς νιώθεις; Σε πονάει το κεφάλι σου; Δεν έπρεπε να πιείς κι άλλη βότκα. Η κοπέλα γέλασε ευτυχισμένα και κατέβηκε άνετα από το μπαρ.
-Μην ανησυχείς, σου το είπα πως νιώθω καλά, το κρύωμα έχει αρχίσει ήδη να υποχωρεί. Κι άλωστε μόνος σου το είπες πως πιο πολύ φράουλα παρά βότκα πίναμε.
-δεν έχεις άδικο. Πήρε το σακάκι του.
-Φεύγουμε;
-Βέβαια. Πού θέλεις να πάμε;
-Στο σπίτι σου, την κοίταξε ερωτηματικά, έχω καιρό να έρθω, πολύ καιρό.
-Σύμφωνοι. Κάποια πράγματα είναι πεταμένα εδώ κι εκεί αλλά με ξέρεις τώρα. Ο άρης γέλασε.
-Φυσικά σε ξέρω, από όλες τις πλευρές. Φαντάζομαι λοιπόν πως ξενυχτούσες αγκαλιά με τον υπολογιστή σου, εκτός κι αν είχες άλλη παρέα. Η Ναταλία δάγκωσε τα χείλη της. Τώρα αυτό γιατί το είχε πει;
-δεν είχα άλλη παρέα, Άρη, αν είχα θα μιλούσα σε κείνον για αυτά που συμβαίνουν. Την έπιασε από το μπράτσο.
-εντάξει το ξέρω. Μη με παρεξηγείς, ξέρεις πως σκέφτομαι καμιά φορά. Να πάμε με το αυτοκίνητο; Εκείνη έγνεψε καταφατικά. Μπήκαν μέσα κι ο άρης έβαλε μπροστά ανοίγοντας ταυτοχρόνως τη θέρμανση. Αυτές οι κινήσεις ήταν τόσο οικίες και στους δυο, τις έκαναν για χρόνια κάποτε, δεν ξεχνιούνταν κι εύκολα οι συνήθιες…
-Λοιπόν, δε μπορώ να περιμένω άλλο! Δεν αρχίζεις να μου λες την ιστορία; Η Ναταλία πήρε βαθιά ανάσα.
-Την ξέρεις την Άρτεμη. Ήρθε μου είπες στο μαγαζί λίγες μέρες πριν.
-σωστά.
-είπες πως ήταν ταραγμένη, ξέρω το λόγο και θα φτάσω σε αυτόν. Η άρτεμη ξέρει κάτι που αφορά σε ένα φόνο. Ο άρης πάτησε απότομα φρένο και τα λάστιχα στρίγκλισαν αποκρουστικά. Η ναταλία τον άγγιξε στο μπράτσο.
-Μήπως να περιμένουμε καλύτερα ώσπου να φτάσουμε στο σπίτι μου;
-όχι, συγνώμη, θα προσέχω πιο πολύ. Τι είναι αυτά που λες για την Άρτεμη;
-νομίζω, δεν είμαι εντελώς βέβαιη, αλλά νομίζω πως ξέρω την αλήθεια. Η άρτεμη έχει μια αδερφή.Τη λένε άννα. Την ξέρω κι εκείνη. Την άρτεμη δεν την είχα δει σχεδόν ποτέ όσο παράξενο κι αν σου φαίνεται γιατί η σχέση μου με την αδερφή της είναι κάπως παράξενη.
-πώς παράξενη δηλαδή;
-Να, είμαστε συμμαθήτριες με την άννα. Γίναμε φίλες κάποτε ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Τώρα καταλαβαίνω πως ουσιαστικά με χρησιμοποιουσε κι εμένα.
-με ποιο τρόπο; Τι να του έλεγε; Θα τη μισούσε αν μάθαινε.
-θα σου πω, είπε τελικά αναστενάζοντας, κι ας με μισήσεις. Εδώ που φτάσαμε δε γίνεται να γυρίσω πίσω. Κι άξαφνα πρόσθεσε.
-εσύ δεν είπες πως δε μπορούσες να επικοινωνήσεις με την άρτεμη σήμερα; Ο άρης ανασήκωσε τους ώμους μπερδεμένος.
-Ναι, το είπα κι έτσι είναι αλλά τι σχέση έχει αυτό με την άννα;
-έχει μεγάλη σχέση, θα καταλάβεις. Ίσως, λέω ίσως, η άρτεμη να κινδυνεύει. Σταύρωσε τα χέρια στα γόνατά της περιμένοντας το απότομο φρενάρισμα το οποίο ευτυχώς δεν ήταν τόσο βίαιο όσο το πρώτο.
-τι ξέρεις; Λέγε. Η φωνή του σκλήρυνε μεμιάς.
-Με με αγχώνεις. Άκουσέ με. Η άννα είναι παράξενος άνθρωπος, με φοβίζει. Δεν έχει κάνει καλά πράγματα. Δεν ξέρω ακριβώς μέχρι που έχει φτάσει αλλά θα σου πω τις υποψίες μου κι όλα όσα ξέρω. Δυστυχώς με τον τρόπο μου τη βοηθούσα κι εγώ.
-Πώς δηλαδή;
-Με πλήρωνε, Άρη. Μου έκανε δώρα.
-ήσουν συνεργός σε τι;
-Μη φωνάζεις. Ξεσταύρωσε τα χέρια της. Φοβάμαι.
-Μη φοβάσαι, αλλά μίλα μου.
-Η μαμά της Άρτεμης και της άννας δούλευε στο σπίτι μιας κοπέλας με σοβαρά διανοητικά προβλήματα. Η Άρτεμη τη συμπαθούσε, καμιά φορά της έκανε παρέα. Η άννα σχεδόν τη μισούσε.
-γιατί;
-δεν ξέρω, είναι παράξενη, σου το είπα. Δεν ήθελε να τη βλέπει. Κάποτε είχε μαλώσει πολύ με τη μητέρα της για την κοπέλα αυτή. Όπως κατάλαβα αργότερα, τη ζήλευε επειδή αποσπούσε την προσοχή της γυναίκας εκείνης. Ο άρης σταμάτησε έξω από το σπίτι της.
-έλα, πάμε. Θα μου τα πεις επάνω. Η Ναταλία έγνεψε και κατέβηκε.
-γιατί τη μισούσε τόσο, δεν κατάλαβα. Ήθελε τη μητέρα της κατά δική της;
-Ναι. Είναι εγωκεντρική.
Έφτασαν μπροστά στο σπίτι και η Ναταλία ξεκλείδωσε βιαστικά.
-έλα, Άρη. Θα μας πάρει ώρες ώσπου να βρούμε μια άκρη. Κι ύστερα πρέπει να δούμε πως θα ενεργήσουμε. Αν η άρτεμη ήξερε κάτι από όσα έκανε η αδερφή της, τότε κινδυνεύει μάλλον. Δηλαδή έτσι νομίζω. Κάθισε απέναντί του. Εκείνος άναψε ένα τσιγάρο περιμένοντάς την υπομονετικά.
-εκείνη η κοπέλα που σου είπα, δολοφονήθηκε. Ο Άρης έβγαλε το τσιγάρο από το στόμα.
-Ποιος τη σκότωσε;
-εεεε, μη βιάζεσαι, άρη. Δε μου είναι εύκολο. Ήρθαν στα χέρια μου κάποιες καταθέσεις μαζί με κάποια πορίσματα. Έβγαλα κάποια συμπεράσματα. Θα σου τα πω όλα.
-Τη Λίντα τη σκότωσα ένα βράδυ παρασκευής, όπως και το μωρό μου. Μου άρεσαν πάντα οι παρασκευές επειδή μου θύμιζαν κλασικά αστυνομικά μυθιστορήματα. Με γοήτευαν. Τέλοσπάντων, το οργάνωσα πολύ καλά. Μέρες το περίμενα. Η Λίντα έμεινε μόνη επιτέλους. Δεν ήμουν και σίγουρη για το αν θα τα κατάφερνα να το κάνω Παρασκευή αλλά οι συγκυρίες… παρακολουθούσα στενά όσα γίνοντας μέσα στο σπίτι. Με βοηθούσε η αντωνία, η υπηρέτρια τους. Την πλήρωνα κι αυτήν με τα λεφτά του ζαν. Καλό κορίτσι, ευτυχώς είχε πολλές ανάγκες κι αγαπούσε ένα αγόρι. Ήθελε να φύγει μαζί του, μέχρι και σε μπαρ δούλευε κρυφά. Η αντωνία μου τηλεφωνούσε σχεδόν κάθε μέρα και με ενημέρωνε για την κατάσταση. Η Λίντα ήταν εσωτερική σε σχολείο κι έτσι από αυτή την άποψη βόλευαν οι παρασκευές που επέστρεφε. Η μαμά όπως ξέρεις είχε τσακωθεί πολύ με την αλίκη.
-ναι κι εσύ το χαιρόσουν.
-φυσικά, εγώ δεν την ήθελα ζωντανή για δυο λόγους τη Λίντα. Τους ξέρεις ήδη και τους δυο. Πρώτον δε θα ήταν ευτυχισμένη, όλοι θα τη λυπούνταν έτσι όπως ήταν, ανίκανη να επικοινωνήσει φυσιολογικά με κάποιον. Δεύτερον, δεν ήθελα να μοιράζομαι την αγάπη της μαμάς. Η άρτεμη γούρλωσε τα μάτια.
-Κι εμένα, γιατί δε με σκότωσες;
-Δε θα σε σκότωνα ποτέ εσένα, είσαι παιδί της. Έχουμε το ίδιο αίμα.
-Και με το κοριτσάκι σου το ίδιο αίμα είχατε.
-το ξέρω, μα εκείνο θα ήταν δυστυχισμένο. Τέλοσπάντων. Άκου για τη Λίντα. Αμέσως μόλις έφυγε για το νοσοκομείο ο πατέρας της, η αντωνία μου τηλεφώνησε ειδοποιώντας με. Κατάλαβα πως το πράγμα βόλευε αφού ήδη η αλίκη είχε φύγει.
-πΟύ πήγε; Εσύ δεν ήσουν που την ανάγκασες να φύγει; Η άννα γέλασε.
-Όχι, η μαμά μας.
-τι;
-είχε αρχίσει να βλέπει κρυφά τη Λίντα όπως ξέρεις. Πήγαινε στο σχολείο της. Μια μέρα εκείνη το είπε στην αλίκη κι εκείνη θύμωσε.άρχισε να της τηλεφωνεί, κι όταν κάποτε τη βρήκε της ζήτησε να συναντηθούν. Αυτό έγινε εκείνη την Παρασκευή. Η αλίκη δεν ήθελε να το πει σε κανέναν, δεν ξέρω τι έγραψε στην κατάθεσή της. Ούτε και με νοιάζει. Το θέμα είναι πως εγώ είχα την ευκαιρία που ήθελα. Η αντωνία με είχε εφοδιάσει με κάποια κλειδιά που χρειαζόμουν κι έτσι μπορούσα να μπω ανενόχλητη.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: