Η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο τεσαρακοστό
-η Λίντα ξαφνιάστηκε πολύ όταν με είδε. Για μια στιγμή τα μάτια της πλανήθηκαν άδεια επάνω μου αλλά τελικά φαίνεται πως με αναγνώρισε γιατι με κάλεσε με μια μικρή κραυγή να καθίσω κοντά της. Ήταν γνωστό πως το συναίσθημα αντιπάθιας ήταν αμιβαίο, έτσι η κραυγή αυτή δεν πρόδιδε χαρά αλλά μάλλον αγωνία. Κάθισα στο κρεβάτι της κι άρχισα να της μιλάω, φορώντας το πιο ευγενικό μου χαμόγελο αν και δεν ήξερα σε τι θα χρησίμευε. Στην αρχή τη ρώτησα για τη ζωγραφιά που έφτιαχνε, αφού αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που είδα. Άρχισε να μου μιλάει με ενθουσιασμό εξηγώντας μου πως ζωγράφιζε την αντωνία. Μετά με ρώτησε αν την ήξερα κι εγώ γέλασα αλλά δε μπήκα στον κόπο να της απαντήσω. Δε χρειαζόταν να το κάνω. Κι έπειτα από λίγο σηκώθηκα από τη θέση μου ρωτώντας την αν ήθελε να ακούσουμε λίγη μουσική. Δε μου έδωσε απάντηση κι έτσι πήρα μόνη μου την πρωτοβουλία και βγάζοντας από την τσάντα μου ένα δισκάκι το έβαλα να παίξει. Μάλλον της άρεσε η κλασική μουσική γιατί σταμάτησε να ασχολείται με τη ζωγραφιά της και συγκεντρώθηκε στο κομμάτι, αν μπορώ να το πω έτσι. ύστερα από λίγο μου είπε πως ήταν πολύ απαλό και με ρώτησε αν θα υπήρχαν και λόγια. Έτσι προσπάθησα να της εξηγήσω πως τα κοντσέρτα δεν έχουν ποτέ λόγια.
-δε μπορώ να το πιστέψω πως πήγες να τη σκοτώσεις κι άρχισες να μιλάς μαζί της για κλασική μουσική.
-επειδή είσαι εντελώς άπειρη.
-Τι θέλεις να πεις;
-ήθελα να δημιουργήσω μια πιο φιλική ατμόσφαιρα.
-Γιατί; Μήπως θα τη ρωτούσες αν…
-Σταμάτα, Άρτεμη. Μίλησα πολύ σήμερα, και σε μια ανακρίτρια λιγότερα θα έλεγα αλλά εσύ είσαι αδερφή μου και σου υποσχέθηκα πως θα τα μάθαινες όλα. Φτάνουμε στο τέλος πια. Λοιπόν έβαζα το κομμάτι ξανά και ξανά για να δω την αντίδρασή της. Κάποια στιγμή άρχισε να το βαριέται και με κάλεσε να καθίσω ξανά κοντά της πράγμα που έκανα αμέσως. Τότε ήταν που μου πρόσφερε δυο απτα αγαπημένα της σοκολατάκια. Την ευχαρίστησα κι αφού τα ξετύληξα έβαλα το ένα στο στόμα μου. Με ρώτησε αν μου άρεσε και έσπευσα να τη διαβεβαιώσω πως ήταν πολύ γευστικό. Έδειξε να την ικανοποιεί η απάντησή μου κι ετοιμάστηκενα φάει κι εκείνη ένα αλλά την πρόλαβα. Έβγαλα από την τσάντα μου ένα άλλο κουτί με μικρά σοκολατένια γλυκά, στολισμένο με μια ρωζ κορδέλα δεμένη σε φιόγκο και της το πρόσφερα χαμογελώντας. Εκείνη το δέχτηκε και τα τελευταία ψήγματα επιφυλακτικότητας για μένα εξαφανίσθηκαν. Την παρακολούθησα να το ανοίγει γεμάτη ενθουσιασμό και να παίρνει ένα με άρωμα πορτοκαλιού. Δε φανταζόμουν πως θα ήταν τόσο εύκολο. Το έχωσε όλο στο στόμα της και το έφαγε βιαστικά. Την προέτρεψα να πάρει κι άλλο λέγοντας πως το κουτί ήταν ολόκληρο δικό της.
Τότε σαν να άκουγε τη σκέψη μου άρχισε να τρώει με αληθινή βουλημία. Μόνο όταν ήρθε το πρώτο κύμα πόνου της πήρα το κουτί από τα χέρια. Τη ρώτησα αν αισθανόταν καλά κι εκείνη έγνεψε αρνητικά πιάνοντας την κοιλιά της. Τότε πήρα το κουτί, το έδεσα ξανά με την ρωζ κορδέλα και το έριξα στην τσάντα, όπως επίσης και τα περιτυλήγματα των γλυκών που είχε φάει. Της πρότεινα να φέρω λίγο νερό αλλά εκείνη είπε πως δε χρειαζόταν γιατί ένιωθε ήδη καλύτερα. Τότε ήταν που βεβαιώθηκα πως η δράση του δηλητηρίου είχε αρχίσει για τα καλά.
Τα μάτια της Άρτεμης γέμισαν δάκρυα αλλά δεν έκανε καμιά προσπάθια να τα εμποδίσει να τρέξουν. Απορούσε κι η ίδια πως τα είχε καταφέρει τόσες ώρες.
Η Άννα έκανε πως δεν το πρόσεξε και συνέχισε στον ίδιο τόνο.
-Ήταν το ίδιο εκείνο δηλητήριο πουλίγα χρόνια αργότερα σκότωσε και την κόρη μου, μόνο που η δόση για τη Λίντα ήταν κάπως μεγαλύτερη. Ήμουν βέβαιη για τις αναλογίες.
Έπειτα, έβγαλα το δισκάκι και το έβαλα κι αυτό στην τσάντα μου σκουπίζοντας πολύ προσεκτικά το στερεοφωνικό. Το ίδιο έκανα και με ό,τι άλλο είχα αγγίξει. Ήξερα ακριβώς τις κινήσεις που έπρεπε να γίνουν. Όταν βεβαιώθηκα πως δεν υπήρχε τίποτα άλλο να κάνω, τη χαιρέτισα ήρεμα λέγοντας να μου τηλεφωνούσε αν δεν ένιωθε καλά και είπα πως θα φώναζα την αντωνία να πάει κοντά της. Ήξερα πως δε θα πέθαινε πριν περάσει αρκετή ώρα μα σε καμιά περίπτωση δεν ήθελα να είμαι εκεί όταν ερχόταν η ώρα. Έτσι βγήκα από το σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Δε μίλησα ούτε μαζί της, τι να της έλεγα; Ήμουν σίγουρη πως αργά ή γρήγορα θα μετάνιωνε γι’αυτό που με είχε βοηθήσει να κάνω. Δε θα τη χρησιμοποιούσα ποτέ ξανά. Έκρυβε μέσα της ευαισθησία κι αυτό δε μου άρεσε.Ξέρω πως δε θα ξεχάσει ποτέ τις στιγμές που πέρασε κοντά της αλλά δε μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Κι άλωστε τα λεφτά που πήρε ήταν πολλά.
Τώρα τα ξέρεις όλα.
Η ενριέτα έφτασε έξω από το σπίτι της Αντωνίας κι άρχισε να κοιτά το κουδούνι χωρίς να τολμά να το πατήσει. Τα γράμματα που σχημάτιζαν τις λέξεις αντωνία τριανταφύλλου την έκαναν να νιώσει άσχημα. Της το είχε πει βέβαια η Ντανιέλα πως είχε παντρευτεί αλλά τώρα που το έβλεπε και η ίδια τα συναισθήματά της άλλαζαν γοργά. Αυτό το μέρος της δουλειάς της κάποιες φορές τη δυσκόλευε πολύ περισσότερο από όσο μπορούσε να εξηγήσει στον αλέξανδρο. Ήδη λίγες ώρες πριν είχε αναγκαστεί να ξεγυμνωσει την ψυχή μιας βασανισμένης γυναίκας κι αυτό δεν της άρεσε. Τα είχε καταφέρει ωστόσο κι αυτό έπρεπε να κάνει και τώρα. Άλωστε η αντωνία θα μπορούσε να βρίσκεται και στη φυλακή αν κάποιος που γνώριζε την αλήθεια είχε αποφασίσει να την αποκαλύψει.
Η σκέψη αυτή της έδωσε τη δύναμη που χρειαζόταν για να χτυπήσει το κουδούνι. Κράτησε το χέρι της πάνω στο κουμπί πιο πολύ από ό,τι χρειαζόταν για να βεβαιωθεί πως θα την άκουγαν. Δε σκόπευε να φύγει προτού πάρει τις απαντήσεις που ήθελε.
Την επόμενη στιγμή η πόρτα άνοιγε και μια γυναίκα τυληγμένη με ένα χνουδωτό μπουρνούζι στάθηκε στην είσοδο. Η ενριέτα μίλησε πρώτη.
-καλησπέρα, είσαι η Αντωνία Τριανταφύλλου;
-Ναι, εγώ είμαι. Εσύ ποια Είσαι;
Έμεινε για λίγο σιωπηλή να την κοιτά. Ήταν φανερό πως μόλις εκείνη τη στιγμή είχε βγει από το μπάνιο γιατί και τα μαλλιά της ήταν μέσα σε μια άλλη πετσέτα.
-Με λένε ενριέτα, θα σου πω και το επίθετό μου, είμαι επιθεωρήτρια. Δουλεύω στην αστυνομία. Η Άλλη γυναίκα παραμέρισε αμέσως για να την αφήσει να μπει κι αυτό την ξάφνιασε. Μπήκε ωστόσο στο σπίτι ρίχνοντας σύντομες ματιές στο εσωτερικό του. Η Αντωνία την οδήγησε στο σαλόνι. Ο χώρος ήταν γεμάτος υπέροχα έπιπλα, φτιαγμένα από κάποιο πανάκριβο ξύλο, πόσα λεφτά να κόστιζαν άραγε; Να ήταν πλούσιος ο άνδρας της; Μα όχι, δεν ήταν, αλλιώς δε θα αναγκαζόταν να κάνει τόσα άσχημα πράγματα για τα οποία σίγουρα ντρεπόταν ακόμη. Καμιά κληρονομιά ή μήπως τα λεφτά έφταναν; Και ποιον να κάλυπτε; Να ήταν σωστές οι υποψίες που τη βάραιναν;
-Κάθισε. Θα με περιμένεις ένα λεπτό; Η φωνή της ήταν πολύ σταθερή όταν μίλησε. Θα ντυθώ και θα είμαι εδώ σε ένα λεπτό.
-Φυσικά, κανένα πρόβλημα.
Η αντωνία βγήκε από το σαλόνι και μόλις τότε είδε η επιθεωρήτρια πως ήταν έγκυος. Η εγκυμοσύνη δε διακρινόταν εύκολα βέβαια γιατί ήταν ακόμη στα πρώτα στάδια. Μα αυτή η διαπίστωση έκανε τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα για κείνη.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: