η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο τεσαρακοστό πρώτο
Η αντωνία επέστρεψε στο μεγάλο σαλόνι δέκα λεπτά αργότερα. Ήταν ντυμένη με ένα ριχτό κόκκινο φόρεμα και στα χέρια της κρατούσε έναν ασημένιο δίσκο. Τον ακούμπησε στο τραπεζάκι μπροστά στην επιθεωρήτρια και της έγνεψε να σερβιριστεί. Εκείνη την ευχαρίστησε κι άρχισε να γεμίζει ένα ψηλό ποτήρι με κάποιο αρωματικό τσάι. Όσο έκανε αυτό άρχισε και πάλι να μιλάει.
-Λοιπόν, για να συνεχίσω τη συζήτηση μας να σου πω πως ονομάζομαι ενριέτα χατζηπέτρου. Ήρθα εδώ για κάποιο υπηρεσιακό θέμα το οποίο ωστόσο με ενδιαφέρει και προσωπικά. Εδώ και κάποια χρόνια ασχολούμαι με την εξιχνίαση μιας δολοφονίας. Η κοπέλα που δολοφονήθηκε λεγόταν λίντα αλεξάνδρου. Ήπιε μια γουλιά από το τσάι της και στράφηκε προς την αντωνία για να δει την αντίδρασή της. Τα μάτια της γυναίκας πέταξαν από την επιθεωρήτρια στο δίσκο κι ύστερα καρφώθηκαν στο παχύ χαλί στα πόδια της.
Η ενριέτα ακούμπησε το ποτήρι πάνω στο δίσκο και συνέχισε με έναν τόνο ελάχιστα πιο αυστηρό.
-έχω την αίσθηση πως την ήξερες εκείνη την κοπέλα, έτσι δεν είναι;
-ναι την ήξερα πράγματι. Η Αντωνία σταύρωσε τα χέρια της και τα ακούμπησε στα γόνατά της. Δούλευα στο σπίτι της για κάποιο διάστημα. Υποθέτω πως αυτό το γνωρίζατε ήδη αφού ήρθατε ως εδώ.
Η επιθεωρήτρια έγνεψε καταφατικά.
-ναι, βέβαια. Όπως φαντάζεσαι έχω διαβάσει ήδη την αρχική σου κατάθεση, Όταν έγινε η δολοφονία άρχισαν να ασχολούνται με αυτή ορισμένοι αστυνομικοί περισσότερο ειδικευμένοι στο θέμα από εμένα. Τώρα την έχω αναλάβει εγώ αλλά ομολογώ πως αυτή είναι η δεύτερη φορά που προσπαθώ να βγάλω κάποια άκρη.
Πήρε ξανά το ποτήρι κι ήπιε για να δώσει λίγο χρόνο και στις δυο τους. Προσπαθούσε να αποφασίσει τι στάση θα κρατούσε ενώ άφηνε την αντωνία να ζυγίσει την κατάσταση, όταν πήρε την απόφασή της μίλησε ξανά, κάπως πιο μαλακά αυτή τη φορά.
-Την τελευταία φορά που ασχολήθηκα με το θάνατο της Λίντας η έρευνα έγινε για μένα πραγματική εμμονή και λίγο έλειψε να χωρήσω. Η Αντωνία άλλαξε θέση και ήρθε να καθίσει πιο κοντά της. Αυτό την ικανοποίησε καταλαβαίνοντας πως σύντομα θα έρχονταν πιο κοντά. Η διαίσθησή της την είχε βοηθήσει και πάλι.
-γιατί; Η αντωνία μίλησε όσο πιο ήρεμα μπορούσε.
-επειδή ένιωθα πως κάτι μου ξέφευγε και παραμελούσα τον εαυτό μου, το φίλο μου, τους γονείς μου. Ξενυχτούσα πάνω από τα ιατρικά πορίσματα και τις καταθέσεις, κάνοντας σενάρια και γεμίζοντας σελίδες ολόκληρες με σκέψεις και εικασίες.
-Αν είναι έτσι, τότε έχεις διαβάσει και τη δική μου κατάθεση.
-περισσότερες από μια φορές. Την έχω μάθει απ’έξω.
-Και τότε, γιατί βρίσκεσαι εδώ;
-γιατί ξέρω πως δεν τα είπες όλα. Η Αντωνία έφερε τα χέρια στην κοιλιά της αλλά η ενριέτα δεν έχασε την ψυχραιμία της και δεν κάμφθηκε. Ήξερε πως ήταν ο φόβος που οδηγούσε την άλλη γυναίκα σε τέτοιες κινήσεις.
-είσαι έγκυος, συγχαριτήρια. Είναι το πρώτο σου;
-ναι.
-ωραία, εύχομαι όλα να πάνε καλά.
-ευχαριστώ για τις ευχές. Μα πραγματικά πιστεύω πως άδικα ήρθες ως εδώ. Πραγματικά δεν έχω να σου πω κάτι άλλο.
-Η Ντανιέλα δε συμφωνεί με αυτό. Μίλησε γλυκά, σαν να τη χάιδευε αλλά ήξερε πως αυτό ήταν αρκετό.
-Η Ντανιέλα; Για ποια μιλάς; Η Αντωνία γούρλωσε τα μάτια της. Ήταν φάνερο πως δε γνώριζε το παιχνίδι της προσποίησης.
-Μιλάω για τη φίλη σου, την κοπέλα που δούλευε μαζί σου στο μπαρ.
-Ποιο μπαρ; Η φωνή της υψώθηκε τρεις τόνους.
-ηρέμησε σε παρακαλώ. Δε θέλω να σου συμβεί κάτι κακό εξαιτίας μου. Ξέρω πιο πολλά από όσα πιστεύεις. Αν το θελήσω μπορώ να σε συλλάβω, αλλά δεν το θέλω. Γι’αυτό φρόντισε να με διευκολυνεις.
-Γιατί μίλησε η ντανιέλα; Η Αντωνία έκρυψε το κεφάλι στα χέρια της.
-σε αγαπάει πολύ. Ο μόνος λόγος που το έκανεήταν για να βοηθήσει να βρεθεί η αλήθεια. Της πρότεινα να τη βοηθήσω να φύγει από τη χώρα αλλά δε δέχτηκε αν και έχει πολλά προβλήματα.
-Πώς έφτασες ως εκείνη;
-δύσκολα αλλά έφτασα. Αυτό δεν πρέπει να σε απασχολεί. Ξέρεις πόσο σοβαρό είναι αυτό που έκανες, έτσι δεν είναι;
-Ναι.
-Μίλησέ μου λοιπόν.
Η αντωνία φάνηκε έτοιμη να ξεσπάσει σε κλάματα αλλά η επιθεωρήτρια την πρόλαβε.
-Σε παρακαλώ, μην το κάνεις στον εαυτό σου αυτό. Προσπάθησε να με καταλάβεις. Θέλω το παιδί σου να μεγαλώσει κοντά σου. Βοήθησέ με να βρω έναν τρόπο να σε προστατεύσω κι εσένα κι αυτό.
-εντάξει, θα μιλήσω. Πήρε βαθιά ανάσα. Τα λεφτά τα είχα ανάγκη. Έπρεπε να φύγω για να έρθω εδώ. Αν δεν το έκανα θα με χώριζε κι αυτό δεν το άντεχα. Δεν ήθελα να ζήσω μόνη. Βαθιά μέσα μου ήξερα πως κάποιος θα με ανακάλυπτε αλλά προσπαθούσα να τη διώξω αυτή τη σκέψη. Τελικά ευτυχώς ήσουν εσύ, καλύτερα γυναίκα. Με καταλαβαίνεις όπως είπες.
-ναι, την αλήθεια σου είπα.
-σε πιστεύω. Γνώρισα την Άννα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Μάλλον με περίμενε γιατί αμέσως μόλις με ίδε να βγαίνω άρχισε να μου μιλάει. Με κοιτουσε διερευνητικά. Φαινόταν έξυπνη. Την ακολούθησα χωρίς δεύτερη σκέψη. Για τις επόμενες μέρες βρισκόμαστε πολύ αλλά κρυφά. Πηγαίναμε για καφέ και μιλούσαμε η μια στην άλλη. Σε μια από αυτές τις εξόδους μου αποκάλυψε πως η μαμά της είχε αρχίσει να την παραμελεί τα τελευταία χρόνια και πως γι’αυτό έφταιγε η Λίντα. Φυσικά δεν την πίστεψα αλλά εκείνη μου εξομολογήθηκε πως κάποτε της είχε πει πως δεν την αγαπούσε όσο εκείνη την κοπέλα.
Σταμάτησε για να πιεί από το δικό της ποτήρι.
-κι εσύ την πίστεψες;
-Μου φαινόταν παράλογο και παράδοξο αλλά όταν κατάλαβα πως μου πρότεινε ένα είδος συνεργασίας τα απομακρυνα όλα.
-Δηλαδή πήρες λεφτά για να την καλύψεις. Δεν τη σκέφτηκες καθόλου τη Λίντα;
-πίστεψέ με, δεν ήξερα πως θα τη σκότωνε. Αν το ήξερα δε θα το άφηνα να γίνει. Το μόνο που μου είπε ήταν πως θα την τρόμαζε λίγο, πως θα την έκανε να φοβηθεί.
-γιατί; Για να μη μιλάει στη μαμά της;
-δεν ξέρω, έτσι μου είπε.
-Κι όσο ανόητο κι αν ήταν το πίστεψες.
-Ήθελα να το πιστέψω.
-και γιατί περίμενε να φύγουν όλοι για να την επισκεφθεί;
Η αντωνία κατέβασε το κεφάλι.
-Μου λες ψέματα και το ξέρεις, αλλά συνέχισε.
-πήρα λεφτά για να της βγάλω κλειδιά από το σπίτι κι από την κρεβατοκάμαρα της λϊντας. Μου είχε πει πως αν τη βοηθούσα θα μου έδινε χρήματα κάθε χρόνο και πως πολύ σύντομα θα έφευγε από την ελλάδα. Τη ρώτησα πως θα έβγαζε τόσα λεφτά αλλά δε μου έδωσε καμιά απάντηση. Κι ούτε κι επέμενα πιο πολύ.
-στην κατάθεση είπες πως όταν ρώτησες τη λίντα αν είχε φάει κάτι άλλο εκτός από τα σοκολατάκια εκείνη το αρνήθηκε.
-ναι. Ξέρω πως τη δηλητηρίασε γιατί όταν πέθανε μέσα στη γενική αναστάτωση έψαξα να τη βρω και μου είπε πως έγινε. Είχε δώσει στη λίντα κάποια άλλα γλυκά τα οποία ύστερα τα είχε εξαφανίσει.
-κανονικά πρέπει να ζήσεις μακριά από τούτο το σπίτι.
Η Αντωνία βούρκωσε.
-όχι, σε παρακαλώ.
-Πώς όχι; Ξέρεις πως λέγεται αυτό που έκανες ή θέλεις να σου το πω εγώ;
-το ξέρω καλά.
-πόσα λεφτά σου έδωσε η Άννα για τη σιωπή σου εκείνο το χρόνο;
-τρεις χιλιάδες. Όπως σου είπα δεν έμαθα ποτέ που τα βρήκε.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: