Archive for Σεπτεμβρίου 2010

Η άρπα της Αμάντας

Σεπτεμβρίου 28, 2010

Η θεά στρίλντα τέλειωσε το χτένισμά της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη χαμογελώντας. Τελικά δεν ήταν κι άσχημο που που και που μεταμορφωνόταν σε γυναίκα. Μάζεψε τα σύνεργα του βαψίματος προσπαθώντας να θυμηθεί ποια ήταν η τελευταία φορά που είχε ανέβει στον επάνω κόσμο με κείνο το πρόσωπο, σαν μια κανονική γυναίκα. Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την τελευταία φορά. Χαμογέλασε φέρνοντας στο νου της τον άνδρα εκείνον. Ήταν νέος κι όμορφος με ένα πρόσωπο σχεδόν αγγελικό. Το δέρμα του ήταν απαλό και τα χέρια του σχεδόν βελούδινα αφού δεν είχαν σκληρύνει ακόμη από τις μάχες. Η ειρήνη είχε υπό την προστασία της το βασίλειο κι οι άνδρες έρχονταν στον κόσμο για να γίνουν τεχνίτες, μουσικοί και καλλιτέχνες. Αλλά όλα αυτά πριν αρχίσει τη δράση της η θεά. Όταν τον είδε σε κείνη την αρχαία μυστηριακή τελετή, είχε πιστέψει πως το άστρο της θα έλαμπε και πως όλος ο κόσμος θα βρισκόταν στα πόδια της. Και πράγματι, έτσι έγιναν όλα.
Κανείς δεν ήξερε πως μέσα σε λίγα λεπτά είχε εξορίσει στη λήθη την ιέρια που προοριζόταν για κείνον και πως φορώντας το φόρεμά της, είχε πάρει τη θέση της. Ο βασιλιάς δεν κατάλαβε τη διαφορά, το αντίθετο μάλιστα η ικανοποίηση που τον πλημμύρισε τη στιγμή που πλάγιασε μαζί της ήταν τόσο μεγάλη που ορκίστηκε πως θα την είχε για πάντα δική του. Έτσι άρχισε να κάνει πλούσια δώρα στη θεά την οποία υποτίθεται πως υπηρετούσε η στρίλντα για να την εξευμενήσει ζητώντας τη σαν δώρο. Φυσικά δεν είχε ιδέα πως αυτή με την οποία είχε κοιμηθεί το βράδυ της γιορτής δεν ήταν ανθρώπινο πλάσμα.
Η Στρίλντα φρόντισε να ομορφαίνει όλο και περισσότερο με σκοπό να τον σαγηνεύσει και εκείνος λίγο έλειψε να τρελαθεί όταν κατάλαβε πως η θεά θα αργούσε να δώσει το σημάδι της. Χρειάστηκε να περιμένει 6 ολόκληρους μήνες ώσπου να έρθει η απάντηση. Όταν η αρχιέρια τον πληροφόρησε πως η στρίλντα θα γινόταν δική του για λίγους μήνες, κόντεψε να τρελαθεί από τη χαρά του. Φυσικά δε γνώριζε τι τον περίμενε.
Η θεά είχε ζητήσει να γίνει άνθρωπος μόνο για ένα χρόνο περίπου, ώστε να προλάβει να γεννήσει μια κόρη. Μετά, θα πέθαινε μπροστά στα μάτια θεών κι ανθρώπων για να μεταφερθεί και πάλι στο μέρος όπου κατοικούσε. Από εκεί θα συνέχιζε να υφαίνει τα σχέδιά της,ως το τέλος.
Ελάχιστοι ήξεραν για τη σύντομη παραμονή της στον επάνω κόσμο, κι ανάμεσα σε αυτούς ήταν εκείνη που τώρα περίμενε, η βασίλισσα των ξωτικών, η μεγάλη μητέρα όπως αυτά την αποκαλούσαν.
Σε κείνη δε μπορούσε να πει ψέματα γιατί γνώριζε όλα όσα επρόκειτο να γίνουν. Βέβαια δεν ήταν τόσο ισχυρή θεά όπως η ίδια αλλά σε περίπτωση που το επιθυμούσε θα μπορούσε να βλάψει ή πιο σωστά να καθυστερήσει τα σχέδιά της, κι αυτό δεν το ήθελε καθόλου. Ήδη είχε χρειασθεί να κάνει μεγάλη υπομονή και να μελετήσει για πολύ καιρό την κάθε της κίνηση. Δεν έπρεπε να βρεθεί κανένα εμπόδιο στο δρόμο της, όχι τώρα.
Πίστευε πως τα είχε όλα υπό έλεγχο και το μόνο που την προβλημάτιζε ήταν εκείνη η αδελφότητα των ξωτικών. Πώς την έλεγαν;
Προσπάθησε να θυμηθεί καθώς φορούσε μια σειρά από χρυσά βραχιόλια στα χέρια και στα πόδια της. Α ναι, οι άγγελοι της αλήθειας. Μια έντονη ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί της στη σκέψη αυτού του ονόματος. Μα ήταν τόσο έντονη λοιπόν η παρουσία τους ακόμη και στον κόσμο της τον οποίο δεν είχαν επισκεφθεί ποτέ,με μόνη εξαίρεση την αρχηγό τους; Καλά θα έκανε να τους προσέχει πιο πολύ από εδώ και μπρος.
Το γλυκό τραγούδι του ανέμου, που της θύμιζε έντονα χορωδία νεαρών και πανέμορφων αγγέλων την προειδοποίησε πως η μεγάλη μητέρα ήταν κοντά. Αυτό την έκανε να βιαστεί με τα κοσμήματά της. Ήθελε να τη μαγέψει με την ομορφιά της ξεχνώντας πως εκείνη δεν επηρεαζόταν από τέτοια πράγματα.
Η χορωδία πλησίαζε όλο και περισσότερο ώσπου ένα από τα κρυστάλινα παράθυρα άρχισε να τρίζει. Η θεά κάθισε σσε έναν καναπέ σταυρώνοντας τα χέρια της, δε μπορούσε να κάνει τίποτα. Το τζάμι έγινε χίλια κομμάτια και ο ψυχρός αέρας όρμησε στο δωμάτιο. Μαζί με αυτόν μπήκε και το ξωτικό. Η Στρίλντα χαμογέλασε αλλά έπνιξε το χαμογελο την επόμενη στιγμή. Μπορεί η μεγάλη μητέρα να ήταν μικροσκοπική αλλά μόνο εκείνη γνώριζε την ισχή της.
Η θεά στρίλντα σηκώθηκε από τον καναπέ όταν το ξωτικό την πλησίαζε.
-Σε χαιρετώ μητέρα των ξωτικών,, είπε με φωνή μελιστάλαχτη που θύμιζε στην άλλη θεά αυτή της ραλκ. Πόσος καιρός έχει περάσει άραγε από την τελευταία φορά που ανταμωθήκαμε στον κόσμο των ανθρώπων;
-Ανταποδίδω το χαιρετισμό σου, μεγάλη θεά στρίλντα, το ξωτικό, αιωρήθηκε για λίγο πάνω από το κεφάλι της γυναίκας κι ύστερα πήρε κι αυτό ανθρώπινη μορφή και στάθηκε δίπλα της. Είχε μεταμορφωθεί κι εκείνο σε γυναίκα με άσπρα μαλλιά. Η ομορφιά της δε συγκρινόταν με κείνη της στρίλντας κι αυτή που το κατάλαβε χαμογέλασε φιλάρεσκα.
-μπορείς να καθίσεις μεγάλη μητέρα είπε και την κάλεσε στον καναπέ όπου καθόταν λίγα λεπτά νωρίτερα κι η ίδια. Η άλλη γυναίκα κάθισε με προσοχή κι άρχισε να περιεργάζεται το δωμάτιο.
-βλέπω πως θυμήθηκες και πάλι τις συνήθιες των ανθρώπων, είπε συλλογισμένα.
-δίκιο έχεις.
-Κι αυτό να το λάβω ως απειλή; Η στρίλντα γέλασε και η μεγάλη μητέρα άκουσε καμπανάκια μέσα στο κεφάλι της.
-αρκετά χρόνια έμεινα μόνη, χωρίς την παρέα της κόρης μου, της πριγκιπισσας αμάντας, δε νομίζεις;
Το πρόσωπο της άλλης σκυθρώπιασε στη στιγμή.
-Ώστε λοιπόν, δεν την έχεις ξεχάσει…
Η στρίλντα γέλασε για δεύτερη φορά.
-Τα χρόνια αλλοίωσαν την εξυπνάδα σου μεγάλη μητέρα, Πώς είναι δυνατό να ξεχάσω αυτό που με συνδέει με τον επάνω κόσμο;
-κι εγώ που νόμιζα πως ήταν η αγάπη που σε ώθησε να μιλήσεις γι’αυτή.
-αγάπη; Δεν την ξέρω αυτή τη λέξη μεγάλη μητέρα. Ξεχνάς φαίνεται πως εγώ δεν ήμουν καρπός αγάπης αλλά πρωτόγονου πόθου, πως ήρθα στον κόσμο εξαιτίας της ανάγκης για επιβίωση, όταν το νερό έσμιξε με τη φωτιά.
Ήρθα στον κόσμο για να τον μεταμορφώσω κι αγάπη δεν υπάρχει μέσα μου, όχι για άνδρα αλλά ούτε και για το ίδιο μου το παιδί.το ξωτικό γυναίκα δε μίλησε. Την ήξερε καλά τη στρίλντα, ήταν αδίστακτη και τώρα είχε έρθει ο καιρός να το δείξει σε όλους.
-Κι αφού δεν το αγαπάς το παιδί σου γιατί το έφερες στη μνήμη σου;
-Γιατί το θέλω στο πλάι μου, μου χρειάζεται ένας σύμμαχος.
-πΟύ είναι η νεράιδα Λίγκρα; Την έδιωξες από κοντά σου;
-Όχι, ποτέ δε θα τη διώξω. Όλα αυτά τα χρόνια πάλευα να την πλάσω έτσι όπως ήθελα και τώρα επιτέλους τα κατάφερα. Είναι προορισμένη για μεγάλα πράγματα.
-τι θέλεις από εμένα;
-Να σου πω πως όλα τα γρανάζια είναι στη θέση τους, πως ο τροχός σε λίγο θα αρχίσει και πάλι να γυρίζει. Θέλω να αποδεσμεύσετε την κόρη μου από την προστασία σας, δεν τη χρειάζεται πια. Η μεγάλη μητέρα γέλασε.
-αυτό να το βγάλεις από το νου σου στρίλντα, η Αμάντα δε θα έρθει ποτέ κοντά σου, δε θα την αφήσουμε. Θα είμαστε όλοι κοντά της και το καλό μας το παιδί θα βασιλεύσει μια μέρα.
-Μα γι’αυτό τη θέλω, επειδή η μέρα αυτή δεν αργεί. Κι εσύ, το ξέρεις πολύ καλά αυτό.

Advertisements

Ευχές και όνειρα

Σεπτεμβρίου 26, 2010

Ευχές και όνειρα
Τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να ονειρεύονται με ανοιχτά μάτια;
Τι τους κάνει να μένουν άγρυπνοι ως το πρωί;
Τι ή μάλλον ποιος κυριαρχεί στις σκέψεις και στα όνειρα;
Τι είναι αυτό που φέρνει κοντά τους ανθρώπους; Άλλοι το βαφτίζουν συντροφικότητα, άλλη φιλία, άλλοι αγάπη κι έρωτα…
Δεν ξέρω ποια από τις λέξεις προτιμώ, η κάθε μια έχει τη δική της γοητεία.
Η κάθε μια κρατάει το κλειδί μιας όμορφης αξέχαστης στιγμής.
Τι είναι αυτό που χωρίζει δυο ανθρώπους;
Ο εγωισμός; Η έπαρση; Η επιθυμία για κάτι καινούριο;
Μάλλον όλα αυτά μαζί κι άλλα ακόμη, διαφορετικά για τον κάθε άνθρωπο.
Κάποια από αυτά ξεπερνιούνται, άλλα όχι.
Αυτό που δεν ξεπερνιέται εύκολα είναι η επιθυμία κάποιου ανθρώπου να δώσει και να πάρει, όταν αυτή δεν πραγματοποιείται.
Αυτό είναι που κάνει καμιά φορά τις ώρες της νύχτας ατέλειωτες, και τη σιωπή ανεξιχνίαστη.
Ο τρόπος που το διαχειρίζεται ο καθένας είναι διαφορετικός. Άλλοι κλείνονται στον εαυτό τους άλλοι γίνονται πιο εξωστρεφείς αναζητώντας κάπου αλλού αυτό που έχουν χάσει, κι άλλοι τέλος κάνουν ευχές.
Αυτοί οι τελευταίοι ανήκουν στη μεγάλη παρέα των ρομαντικών. Η νύχτα γι’αυτούς είναι πηγή έμπνευσης και δημιουργικότητας, σε όλους τους τομείς.
Κι όταν αυτή η δημιουργικότητα δώσει κάποιον καρπό, όταν η πληρότητα δείχνει να χαμογελάει από πολύ κοντά τότε έρχονται και οι ευχές, λίγο πριν το ξημέρωμα.
Δεν είναι όλες οι ευχές ίδιες, κάποιες γίνονται με μια ένταση σχεδόν οδυνηρή, κάποιες άλλες αγγίζουν το ανέφικτο…
Αλλά τι είναι το ανέφικτο, το άπιαστο; Μήπως αυτό που εγκαταλείφθηκε από την ελπίδα;
Το ανέφικτο δεν υπάρχει, ούτε και η λέξη ποτέ!
Και οι πρώτες ευχές, αυτές που βγαίνουν κατευθείαν από την ψυχή είναι αυτές που φτάνουν στον παραλείπτη τους.
Όσο πιο δυνατή είναι η επιθυμία, τόσο περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν να πραγματοποιηθεί η ευχή.
ΚΙ όσο πιο βαθιά είναι ριζωμένη η επιθυμία, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι η προσπάθεια για την απόκτηση του επιθυμητού.
Η ελπίδα πρέπει να υπάρχει μέσα στα πάντα. Όλα είναι δυνατά, φτάνει να έρθει η κατάλληλη στιγμή, φτάνει να περιμένουν όλοι ένα πεφταστέρι για να κάνουν την ευχή τους.
Τα αστέρια νιώθουν την ένταση των συναισθημάτων, κι ανταποκρίνονται κι αυτά στο αίτημα, συμβάλοντας όσο μπορούν με τον τρόπο τους στην πραγματοποίηση της ευχής
Να εύχεσαι, ποτέ δεν ξέρεις….
Ποτέ δεν ξέρεις πόσο απέχεις από την ευτυχία!

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Σεπτεμβρίου 23, 2010

-ακούω Ομάρ. Έτσισου είπε ο καπετάνιος;
-ναι μου είπε πως θα έκοβα το ρόδο κι εγώ δεν τον πίστεψα. Νόμιζα πως έλεγε ανοησίες εξαιτίας της κόπωσης και των τεντωμμένων τουνεύρων. Στράφηκα προς την πόρτα με σκοπό να φύγω αφού ήπια το κρασί μου αλλά εκείνος με σταμάτησε με μια φράση.
-θα κόψεις το ρόδο κι ύστερα θα το πατήσεις στη γη αφού πρώτα γευτείς ένα ένα όλα του τα πέταλα. Η μέριλιν ρίγησε άθελά της.
-κι εγώ είμαι το ρόδο; Εγώ;
-ναι εσύ. Δεν είπες πως ο πατέρας σου σε φώναζε έτσι;;
-ναι το θυμάμαι καλά. Έτσι με φώναζε από τότε που ήμουν παιδί. Στην αρχή είχα παραξενευτεί από το άκουσμα των λόγων του μα σιγά σιγά όπως τα χρόνια κυλούσαν το πίστεψα κι εγώ πως ήμουν λουλούδι.
-μα είσαι λουλούδι, είσαι.
-Και σου αρέσουν εσένα τα λουλούδια; Τον κοίταξε και πάλι. Δεν το πιστεύω. Τα λουλούδια είναι ευαίσθητα. Εσύ φαίνεσαι σκληρός άνθρωπος κι όπως κατάλαβα από τα λόγια σου είσαι ναυτικός.
-Σωστά κατάλαβες. Πέρασα όλη σχεδόν τη ζωή μου μέσα σε ένα πλοίο που λεγόταν το μαύρο μαργαριτάρι.
-το μαύρο μαργαριτάρι; Καταπληκτικό. Δικό σου ήταν αυτό το πλοίο; Ο ομάρ αναστέναξε για πρώτη φορά κι άργησε λίγο να απαντήσει.
-ήταν το μοναδικό μου στολίδι πριν τα βήματά μου με φέρουν ως εσένα. Πάλεψα πολύ για να το κρατήσω τόσα χρόνια. Κανείς δεν ξέρει πόσα πολλά έχασα για να κερδίσω εκείνο το πλοίο.
-Και πώς με βρήκες;
-γιατί θέλεις τόσο να το μάθεις;
-γιατί πέρασε πια η ηλικία που άκουγα να μου λένε παραμύθια βγαλμένα από τα σπλάχνα αυτού του τόπου. Ο ομάρ γέλασε κι αυτή τη φορα το γέλιο του θύμισε στη Μέριλιν το κύλισμα στη γη ενός μεγάλου βράχου που έπεφτε από ψηλά.
-κι έπαψες λοιπόν να πιστεύεις στα παραμύθια; Η Κοπέλα έδειξε να το σκέφτεται.
-ναι νομίζω πως ποτέ δε θα έρθει ο όμορφος πρίγγιπας που περίμενα όταν ήμουν κοριτσάκι.
-μα μήπως τώρα δεν είσαι κοριτσάκι; Μόλις 25 χρόνων.
-Κι εσύ; Πόσων χρονών είσαι;
-Έχω τα διπλά σου χρόνια. Σε λίγο τα μαλλιά μου θα γίνουν λευκά σαν το χιόνι.
-τότε δεν είσαι εσύ ο πρίγγιπάς μου.
-πώς είσαι τόσο σίγουρη;
-το ξέρω γιατί όλοι οι πρίγγιπες είναι πολύ νέοι κι έρχονται πάνω σε ένα άσπρο άλογο. Ο Ομάρ έδειξε να τα χάνει για μια στιγμή μα η απάντηση του δεν άργησε να έρθει.
-εγώ ήρθαμε ένα πλοίο που δεν είναι άσπρο αλλά μαύρο. Όμως καμιά φορά οι πρίγγιπες έρχονται και με πλοία. Η μέριλιν γέλασε κι εκείνη χαρούμενα σχεδόν.
-Δεν το ήξερα αυτό δε μου το είχε πει κανείς.
-Έτσι φαίνεται πως κάποιος παρέλειψε να σου το πει. Μάθε λοιπόν πως για να γίνει κάποιος πρίγγιπας χρειάζεται μια πριγγίπισσα. Κι εγώ τη βρήκα. Έσκυψε και χάιδεψε την άκρη του κεφαλιού της.
-μη μου πεις πως εγώ είμαι πριγγίπισσα;
-Φυσικά και ναι. Μια πριγγίπισσα ζωγράφος. Αλήθεια. Πού είναι η ζωγραφιά σου;
-μα ποια ζωγραφιά;
-αυτή που έφτιαξες σήμερα.
-δε ζωγράφισα σήμερα είπε η Μέριλιν πεισμωμένη ξαφνικά. Πώς μπορούσε κάποιος άγνωστος να ξέρει την κάθε της σκέψη; Πώς μπορούσε να ελέγχει τις σκέψεις της;
-έλα τώρα πριγγίπισσα των ρόδων. Απέδειξα νομίζω πως ξέρω καλά πότε μου λες ψέματα και πότε όχι. Κι αυτή τη στιγμή μου λες ψέματα. Ζωγράφισες σήμερα. Βάζω στοίχημα μάλιστα πως ήμουν εγώ η πηγή της έμπνευσής σου. Η μέριλιν οργισμένη τώρα ξέφυγε από τα χέρια του και πετάχτηκε όρθια.
-φεύγω. Δε μπορεί να μου συμβαίνει αυτό; Μάλλον ονειρεύομαι.
-Και δε σου αρέσει αυτό το όνειρο; Ο ομάρ σηκώθηκε με τη σειρά του με μεγαλύτερη όμως δυσκολία.
-Καθόλου.
-είσαι μεγάλη ψεύτρα. Με περίμενες χρόνια και χρόνια όπως κι εγώ. Δε με νοιάζει που δεν το παραδέχεσαι, θα έρθει η ώρα που θα μου το ομολογήσεις η ίδια κλαίγοντας. Η μέριλιν που είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται γύρισε να τον δει.
-Αν περιμένεις να ξημερώσει αυτή η μέρα θα περάσεις όλη σου τη ζωή στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας.
-το ήξερα πως θα μου έπαιρνε χρόνο για να σε κάνω να δεις την αλήθεια δε με αποθαρρύνουν λοιπόν καθόλου τα λόγια σου. Άρχισε κι εκείνος να περπατά πάνω στην άμμο.
-ελπίζω πως δε θα σε ξαναδώ του φώναξε η γυναίκα.
-θα σε περιμένω αύριο το βράδυ εδώ ήταν η απάντηση, ήρεμη και αποφασιστική.
-μην έρθεις Ομάρ. Δε θα με βρεις.
-πίστεψέμε, ακόμη κι αν ορκιστείς χιλιάδες φορές στον εαυτό σου μέσα στη νύχτα πως δε θα έρθεις τα βήματά σου θα σε φερουν εδώαύριο, οσο μακριά κι αν θελήσεις να τρέξεις. Δε μπορείς να κάνεις τίποτα για να αποτρέψεις τη θύελλα που έρχεται. Η

Η άρπα της Αμάντας

Σεπτεμβρίου 21, 2010

-ναι, τώρα που με κρατούσες είδα και κάτι άλλο.
-τι;
-δεν ξέρω ακριβώς, δεν το έχω ξαναδεί, ήταν ένα πλάσμα απίστευτης ομορφιάς γελούσε σκληρά όμως και με τρόμαξε. Κρατούσε στα χέρια του ένα κουτί, σκαλιστό και γεμάτο πετράδια νομίζω.
Είχε κι ένα κλειδί κι ετοιμαζόταν να το ανοίξει, ανατρίχιασε και τύληξε τα λεπτά της χέρια γύρω του.
-Και; Τι έγινε;
-δεν ξέρω, δεν είδα, δεν ήθελα να δω, γι’αυτό σου ζήτησα να με βοηθήσεις. Χαμογέλασε και πάλι.
-Πως ήταν, δεν το θυμάσαι;
-πανέμορφο, είχε γυναικείο πρόσωπο αλλά… το σώμα του… δεν ξέρω, δεν ήταν ανθρώπινο αλλά ούτε και σαν το δικό μας, τόσο μικρό κι αέρινο, δεν ξέρω….
-και ποιος λες να ξέρει, μήπως η μεγάλη μητέρα;
-Ω ναι, αυτή σίγουρα. Μα πού μπορεί να είναι; Εξαφανίσθηκε, το είδες, έτσι δεν είναι;
-ναι μα θα εμφανισθεί ξανά, δεν πρόλαβε να τελειώσει τη συζήτηση μαζί μας, και την ξέρουμε καλά για να μαντεύουμε πως κάποια αποστολή ήθελε να μας αναθέσει. Άλωστε δε μίλησε καθόλου με τους υπόλοιπους, οπότε μην ανησυχείς, θα την ξαναδούμε σύντομα.
Το φεγγάρι έλαμπε ασημένιο πάνω από τα κεφάλια τους κι όταν το πρόσεξε η ραλκ αναστέναξε.
-η ώρα περνάει κι εγώ πρέπει να φύγω, τον χάιδεψε στο πρόσωπο.
-δε θέλω να με αφήσεις μόνο και πάλι. Κάθε φορά που φεύγεις βυθίζομαι σε ένα σκοτάδι πολύ βαθύ από το οποίο λέω πως δε θα μπορέσω ποτέ να ξαναβγώ.
-μα θα μπορέσεις τον διαβεβαίωσε γλυκα εκείνη και σηκώθηκε. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή το κοχύλι στο λαιμό της άρχισε να παράγει έναν ήχο ο οποίος δεν απείχε πολύ από το κάλεσμα της θάλασσας.
Ο δάλκιρ σηκώθηκε με τη σειρά του αναστενάζοντας κι αυτός.
-σε καλεί ο άνδρας σου;
-Ναι. Τόςο χρόνο μου δίνει βλέπεις, μπορεί να σέβεται τη μεγάλη μητέρα αλλά με θεωρεί κτήμα του. Και ίσως να έχει και δίκιο, είπε πιο σιγά, αφού αντάλλαξα την ελευθερία μου με το γάμο μας για να κρατήσω το χάρισμά μου, τότε που κόντεψα να πεθάνω, το θυμάσαι καλά, έτσι δεν είναι;
-πΟλύ καλά, μόνο η μεγάλη μητέρα, η θεά των ξοτικών, είχε το δικαίωμα να διαπραγματευθεί με έναν άλλο θεό για τη σωτηρία σου. Την εκτιμάω, χρωστάω σε κείνη τη ζωη σου αλλά δε θα της το συγχωρήσω ποτέ που σεέδωσε σε κείνον.
-μη μιλάς με τέτοια λόγια, δεν πρέπει. Το κοχύλι στο λαιμό της άρχισε και πάλι το τραγούδι του που αυτή τη φορά ήταν πιο επιτακτικό.
Η ραλκ το πήρε με προσοχή και το άνοιξε και ο ήχος των κυμάτων δυνάμωσε μεμιας ώσπου ένας μεγάλος γλάρος βγήκε από μέσα του. Το δάσος που τους τύληγε έδωσε τη θέση του σε μια πανέμορφη παραλία κι ο δάλκιρ πήγε και κάθισε στο πιο κοντινό βραχάκι. Πόσες φορές την είχε δει αυτή τη σκηνή; Η Ραλκ γύρισε και του χαμογέλασε καθώς σκαρφάλωνε στην πλάτη του γλάρου.
-να προσέχεις φώναξε πάνω από τον ήχο των κυμάτων. Κι αν σκεφθείς κάτι ή αν έχεις κάποιο νέο από τη μεγάλη μητέρα στείλε μου μήνυμα. Θα σε σκέφτομαι.
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα είχε χαθεί στη γαλάζια φυλακή της.
Ο δάλκιρ αναστέναξε και σηκώθηκε. Ένιωθε την ψυχή του βαριά απ’τη θλίψη και ήξερε πως μόνο η δουλειά κι η σκέψη θα τον βοηθούσαν να συνέλθει. Ίσως περνούσαν μέρες προτού ξαναδεί την αγαπημένη του.
Καθώς πήγαινε τρέχοντας να συναντήσει τη συντροφιά που είχε σκορπίσει έδινε πάλι τον ίδιο όρκο, πως θα την έπαιρνε από κείνον. Δε θα ησύχαζε αν δεν τα κατάφερνε.
Η μεγάλη μητέρα ένιωθε να πέφτει να πέφτει χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα για να το σταματήσει. Όσες φορές κι αν γινόταν αυτό, ποτέ δε θα το συνήθιζε. Δεν της άρεσε καθόλου εκείνο το ταξίδι, μόνο εκείνη θα μπορούσε να την καλεί κοντά της. κΙ ήταν αναμενόμενο αφού η προφητεία της ίσως σύντομα να έβγαινε στο φως.

Η άρπα της Αμάντας

Σεπτεμβρίου 20, 2010

Ο δάλκιρ και η ραλκ σήκωσαν την ίδια στιγμή τα μάτια τους για να την κοιτάξουν. Ήταν η Ραλκ που μίλησε.
-για ποια προφητία μιλάς; Η σεβάσμια γυναίκα άργησε να απαντήσει. Όταν το έκανε η καρδιά όσων βρίσκονταν εκεί χτύπησε πιο δυνατά.
-είναι η προφητία της θεάς μητέρας της, βγήΚε από τα χείλη της όταν την έφερνε στον κόσμο. Δε θα την ξεχάσω ποτέ, θυμάμαι την κάθε λέξη της.
-ήσουν μπροστά;
-ναι, φυσικά. Η ίδια η αμάντα δεν το ξέρει πως στις φλέβες της κυλάει το αίμα μιας θεάς, όταν το ανακαλύψει όλα θα αλάξουν.
-Μα τι έλεγε τέλοσπάντων αυτή η προφητία; Ο Δάλκιρ μίλησε πιο δυνατά από ο,τι ήθελε χαιδεύοντας τα μακριά μεταξένια μαλλιά της Ραλκ.
-έλεγε πως όταν βρει τον έρωτα η κόρη της ο κόσμος θα ενωθεί.
-Δηλαδή;
-ο κόσμος μας δε θα κυβερνιέται πια από τεσσερις βασιλιάδες αλλά από έναν.
Τεσσερα ζευγάρια μάτια στραφηκαν προς το μέρος της με απορία.
-μίλα πιο καθαρά μητέρα, Η ραλκ αποτραβήχτηκε μαλακά από την αγκαλιά του δάλκιρ και κάθισε στην προηγούμενη θέση της.
-ο έρωτας θα έρθει από το σπίτι του θανάτου και θα είναι πιο γλυκός κι από το μέλι. Η αμάντα θα κάνει ο,τι μπορεί για να του αντισταθεί αλλά… δε θα είναι εύκολο.
-Δεν καταλαβαίνω λέξη, ο δάλκιρ κούνησε με απόγνωση το κεφάλι του.
-δώδεκα στρατιώτες θα τον συνοδεύουν, συνέχισε ατάραχη τώρα η μεγάλη μητέρα. Το δώρο… θα είναι διαβολικό, αν η πριγκίπισσα δε φερθεί έξυπνα η δύναμη θα φτάσει στα χέρια ενός ανθρώπου ή ενός θεού.
Ξαφνικά το γερασμένο ξωτικό άρχισε να συρικνώνεται ώσπου χάθηκε από μπροστά τους. Η ραλκ άρχισε να ουρλιάζει πανικόβλητη κι αυτή τη φορά η αγκαλιά του δάλκιρ δεν ήταν αρκετή για να τη συνεφέρει.
Τα άλλα δυο μέλη της παρέας σηκώθηκαν βιαστικά και χάθηκαν μέσα στο δάσος από όπου είχαν έρθει.
Ο Δάλκιρ την έσφιγγε πάνω του όλο και περισσότερο αλλά εκείνη έτρεμε αρχίζοντας να ψελίζει κάτι ακατάληπτα λόγια που του πάγωναν την ψυχή.
-Σε παρακαλώ, αγάπη μου, έλεγε ξανά και ξανά παλεύοντας να την ησυχάσει. Μην ταράζεσαι τόσο, δε θέλω να σε χάσω από τώρα, δε θέλω να γυρίσεις στο δικό σου κόσμο.έπλεξε τα χέρια του γύρω από τα μακριά της μαλλιά αλλά καταλάβαινε πως αν εκείνη αποφάσιζε να φύγει όλα θα ήταν μάταια.δε θα μπορούσε να την κρατήσει ό,τι κι αν έκανε.Η θάλασσα ήταν ο πιο ισχυρός μαγνήτης για τη Ραλκ.
Δε θέλω να δω τίποτα άλλο, ξεχώρισε κάποτε μέσα από τα αναφιλητά της τη φράση της κοπέλας. Κάνε με να μη βλέπω, αλλιώς θα φύγω, και δεν το θέλω ούτε εγώ, όχι ακόμη, όχι πριν μιλήσουμε. Ο δάλκιρ έσκυψε από πάνω της και τη φίλησε πιέζοντας με δύναμη τα χείλη του στα δικά της. Σιγά σιγά το βλέμμα της ραλκ καθάρισε κι άρχισε να ανασαίνει πιο αργά και ρυθμικά. Τα χειρότερα είχαν περάσει.
Όταν σταμάτησε να τη φιλάει τραβήχτηκε λίγο προς τα πίσω για να μπορέσει να την κοιτάξει. Τώρα του χαμογελούσε και τα μάτια της άστραφταν.
-πες μου ένα πράγμα, αγαπημένη μου, είδες κι άλλα που δεν αποκάλυψες στη μεγάλη μητέρα; Την τράβηξε ξανά πάνω του. Θέλω να ξέρω, αφού εκείνη εμπιστεύεται τόσο την κρίση σου τότε κάτι σημαντικό διαφαίνεται. Πες μου, μα μίλα μου αργά, δε θέλω να ταραχθείς πάλι.

Η άρπα της αμάντας

Σεπτεμβρίου 18, 2010

Το παλάτι ήταν βυθισμένο στη σιωπή αφού η ώρα ήταν προχωρημένη. Η αμάντα άνοιξε με προσοχή την πόρτα των διαμερισμάτων της και μπήκε νυχοπατώντας. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κλείδωσε την πόρτα πίσω της. Ύστερα πατώντας ακόμη στις μύτες των ποδιών της κάθισε στο κρεβάτι της κι άρχισε να ξεντύνεται. Το μεταξωτό ύφασμα πάνω από το ολοπόρφηρο φόρεμά της κολλούσε στο λεπτοκαμωμένο της σώμα αναδεικνύοντας τις γραμμές της. Το τράβηξε προσεκτικά αφού πρώτα έβγαλε τη γεμάτη πετράδια ζώνη της, είχε αρχίσει να την ενοχλεί αλλά δυστυχώς δε μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Το πρωτόκολο έπρεπε να ακολουθηθεί αλλιώς θα υπήρχαν προβλήματα. Το φόρεμα βγήκε μετά τη ζώνη κι η κοπέλα έμεινε μόνο με τα εσώρουχά της. Αναστέναξε και σηκώθηκε παίρνοντας μαζί τα ρούχα της. Τα κρέμασε στις κρεμάστρες και ξιπόλητη καθώς ήταν μπήκε στο λουτρό. Το μόνο που ήθελε εκείνη τη στιγμή ήταν να χαλαρώσει.
Το νερό κυλούσε γλυκά, μελωδικά τόσο που μόνο οι σιγανές και πανέμορφα απόκοσμες φωνές των ξωτικών που κάθονταν ολόγυρα στην πηγή μπορούσαν να το συναγωνισθούν. Ήταν τεσσερα που είχαν πάρει για λίγο ανθρώπινη μορφή,, τρεις γυναίκες κι ένας άνδρας. Η μια φαινόταν αρχηγός της μικρής ομάδας επειδή ήταν φανερό πως αμέτρητα χρόνια είχαν περάσει από πάνω της. Τα μαλλιά της όπως και των υπολοίπων ήταν κατακόκκινα και γύρω στο λαιμό της κρεμόταν ένα μενταγιον. Ήταν χρυσό, στρογγυλό και μεγάλο. Τα άλλα μέλη της συντροφιάς το κοιτούσαν με θαυμασμό προσμονή και δέος. Η γυναίκα που καθόταν δίπλα της φορούσε ένα κατάλευκο φόρεμα και ήταν τυληγμένη σε μια αύρα γλυκιάς γαλήνης. Όταν άνοιξε το λεπτό καλοσχηματισμένο της στόμα για να μιλήσει, το κελάρισμα του νερού σταμάτησε μεμιάς.
-μεγάλη μητέρα, είπε, με μια φωνή σοπράνο, λεπτή και δροσερή, ήρθαμε όπως μας πρόσταξες κι είμαστε έτοιμοι να εκτελέσουμε τις επιθυμίες σου. Τι μπορούμε να κάνουμε για εσένα;
Η αρχηγός στράφηκε να την κοιτάξει φέρνοντας το δεξί της χέρι στο λαιμό της. Αργά αργά τράβηξε το χρυσό μενταγιον και το άνοιξε. Μέσα υπήρχε μια φωτογραφία αλλά κανείς δεν έκανε τον κόπο να την κοιτάξει. Όταν μίλησε το τραγούδι του νερού έσπευσε να τη συνοδεύσει.
-Κυρά της θάλασσας είπε με μια φωνή γερασμένη αλλά επιβλητική, καλά το κατάλαβα πως θα σπεύσετε κοντά μου και μόνο με το κάλεσμα της σκέψης μου. Έχω πολλά να σας πω, μπαίνουμε σε μια νέα εποχή, ο κόσμος μας θα αλλάξει αν δεν κάνουμε τίποτα για να τον σώσουμε. Δυστυχώς σε λίγες ώρες θα τελεστούν πράγματα που κανείς μας δε θα μπορέσει να σταματήσει από μόνος του.
Η κυρά της θάλασσας μίλησε σε λίγο, όταν έγινε φανερό πως η αρχηγός την περίμενε να κάνει την ερώτησή της.
-Μήπως ο φοβος σου είναι για κείνο το παλάτι; Μήπως αυτά που πρόκειται να τελεστούν εκεί μέσα γεμίζουν την καρδιά σου με θλίψη κι αγωνία;
-Καλά το κατάλαβες κόρη μου. Η αρχηγός της έδωσε το μενταγιον και πρόσθεσε.
-Η πριγκίπισσα κινδυνεύει, το νιώθω, είναι λίγα τα χρόνια που βαραίνουν την πλάτη της και πολλή η απερισκεψία που φωλιάζει μέσα της.
-Μα γιατί το λες αυτό μητέρα; Όλα τα πλάσματα ετούτου του τόπου έχουν να το λένε πως η Αμάντα είναι προικισμένη με την αρετή της σύνεσης και της σοφροσύνης μέσα στα άλλα της ταλέντα.
-μη βιάζεσαι κόρη μου. Άνοιξε το νου και τα ματια σου και πες μου τι βλέπεις γύρω σου; Μίλα μου για την αμάντα, τι την τριγυρίζει;
Η κυρά της θάλασσας έσφιξε το μενταγιον αποφεύγοντας να το κοιτάξει κι έκανε αυτό που της ζύτησαν. Έκλεισε τα μάτια της κι έφερε το δεξί της χέρι στο στήθος της για να αγγίξει το δικό της πανίσχυρο φυλαχτό που δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα υπέροχο κοχύλι, δώρρο του θεού. Όταν ξαναμίλησε η γλυκιά σαν μέλι φωνή της παλλόταν από κάτι πρωτόγνωρο.
-Φοβάμαι μητέρα, φοβάμαι. Το μέλλον είναι… αβέβαιο, απειλητικό. Ασυναίσθητα τα χέρια της σφίχτηκαν γύρω από το φυλαχτό και λίγες στιγμές αργότερα η αύρα της γαλήνης που είχε χαθεί ξαναγύρισε κοντά της πιο έντονη και πιο ζεστή.
Το μέλλον ανοίγει σα βεντάλια μπροστά σου κόρη μου, μη διστάζεις να το καλωσορίσεις, άφησε το να σε αγκαλιάσει δίνοντάς σου τα δώρα του και μοιράσου τα μαζί μας. Είσαι δυνατή ραλκ, οι μοίρες σε φίλησαν στο μέτωπο όταν ήρθες στον κόσμο, μην το ξεχνάς ποτέ! Η φωνή της έγινε επιτακτική μα η νέα κοπέλα άκουσε κι ένιωσε μέσα της τη μητρική αγάπη αν και δεν ήταν εκείνη η γυναίκα που την έφερε στον κόσμο.
Έκλεισε για δεύτερη φορά τα μάτια της και προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Τα αφτιά της άρχισαν να βουίζουν κι ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη της. Η αίσθηση αυτή ήταν τόσο γνώριμη, τόσο ποθητή!
Ξαφνικά βρέθηκε μέσα στο παλάτι, το παλάτι ετούτο όμως… δεν ήταν της αμάντας, εκείνο το γνώριζε πολύ καλά κι ας ήταν τόσο μεγάλο.
Το είχε περπατήσει τόσες φορές αθέατη μεσα στο σκοτάδι της νύχτας.
Αυτό εδώ ήταν εντελώς διαφορετικό, φτιαγμένο από κάποιο παράξενο υπέροχο κρύσταλο. Προσπάθησε να προσανατολισθεί και σύντομα κατάλαβε πως στεκόταν στην είσοδο. Μια ομάδα πάνοπλων στρατιωτών την πλησίασε και μια κραυγή τρόμου ξέφυγε από τα μισάνοιχτα χείλη της. Δίπλα της η μεγάλη μητέρα σάλεψε ανήσυχη.
-σε καλώ πίσω, βροντοφώναξε και την επόμενη στιγμή το παλάτι και οι στρατιώτες χάθηκαν από μπρος της.
-λοιπόν, τι είδες; Η Ραλκ είχε χάσει το χρώμα της.
-Μεγάλη μητέρα, ψέλισε, εσύ δεν ήσουν που με έστειλες να δω το μέλλον της αμάντας;
-ναι, φυσικά, γιατί το ρωτάς;
-Κάποιο λάθος φαίνεται πως έγινε γιατί βρέθηκα κάπου αλλού.
-πΟύ;
-δεν ξέρω, δεν το αναγνωρίζω εκείνο το μέρος, ήταν ένα παλάτι… ένα παλάτι φτιαγμένο από κρύσταλο..
Η άλλη γυναίκα της έπιασε το χέρι.
-Μίλα καθαρά, Ραλκ, πες τα μας όλα. Ξέρεις καλά τι σημαίνει το κρύσταλο.
-Φυσικά και το ξέρω, αποκρίθηκε η νέα. Ξαφνικά άρχισε να τρέμει σύγκορμη.
Τότε ήταν που ο Δάλκιρ, ο μόνος άνδρας της συντροφιάς σηκώθηκε και την πλησίασε αθόρυβα. Κανείς δεν τον πρόσεξε. Την αγκάλιασε αποσπώντας την από τη λαβή της αρχηγού.
Την ένιωσε να τρέμει και την έσφιξε προστατευτικά πάνω του. Κι ύστερα έσκυψε και της μίλησε στη γλώσα των ξωτικών εγκαταλείποντας αυτή των ανθρώπων την οποία χρησιμοποιούσαν ως εκείνη τη στιγμή στη συζήτηση. Εκείνη έγνεψε καταφατικά και στράφηκε ξανά προς τη μεγάλη μητέρα που την κοιτούσε επιτιμητικά.
-είμαι σίγουρη πως ήταν από κρύσταλο. Ο θάνατος κρυβόταν εκεί μέσα άλωστε είδα και πάνοπλους στρατιώτες…
-πόσου;
-δεν είμαι σίγουρη, ίσως δώδεκα.
Η αρχηγός της πήρε το μενταγιον από τα χέρια.
Το κράτησε ανάμεσα στα δάχτυλά της για μια σύντομη στιγμή αλλά την επόμενη το πέταξε έντρομη στη γη. Μια κόκκινη φλόγα ξεπήδησε από μέσα του. Η ραλκ άρχισε να κλαίει, αλλά το κλάμα εκείνο θύμιζε πιο πολύ τραγούδι. Ο δάλκιρ την έσφιξε ακόμη πιο πολύ πάνω του ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο μενταγιον. Η φλόγα είχε αρχίσει να τρεμοσβήνει και σύντομα είχε χαθεί . τότε η μεγάλη μητέρα το πήρε και το πέρασε ξανά στο λαιμό της , χωρίς να το κλείσει με τη φωτογραφία να ακουμπά στο στήθος της.
-δώδεκα στρατιώτες είπε, απευθυνόμενη κυρίως στον εαυτό της, να’ναι άραγε η αρχή της προφητίας;

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Σεπτεμβρίου 7, 2010

Ο άντρας κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και μίλησε ξανά.
-είδες λοιπόν που το ξέρω κι αυτό;
-Και γιατί δεν ήρθες τη μέρα των γενεθλίων μου; Ο κύκλος δεν έκλεισε τότε;
-όχι ο κύκλος θα κλείσει σήμερα τώρα ή το πολύ σε λίγες ημέρες.
-μα πώς θα κλείσει;
-Θα κλείσει όταν εμείς οι δυο θα γίνουμε ένα. Η γυναίκα έπνιξε ένα βογκητό που απειλούσε να την κόψει στα δυο.
-εμείς οι δυο; Μα πώς το λες αυτό; Δε σε ξέρω καθόλου. Σε είδα χτες το βράδυ για πρώτη φορά κι ήταν μόνο για λίγο. Πώς λοιπόν θα γίνουμε ένα;
-είμαστε ήδη ένα, μέριλιν, το μόνο που μένει είναι να το αποδεχτείς κι εσύ. Τύληξε το χέρι του στους ώμους της. Εκείνη έκανε να τραβηχτεί αλλά αυτό κράτησε μόνο για μια στιγμή γιατί την επόμενη βρέθηκε να σφίγγει το χέρι της στην πλάτη του.
-είδες λοιπόν που με περίμενες; Πες το μου κι εσύ, θελω να το ακούσω ξέρεις πόσα χρόνια το σκεφτόμουν αυτό;
-Πώς σε λένε;
-δεν ξέρεις;
-όχι πώς να το ξέρω; Πες μου πως σε λένε.
-δε σου το έλεγε ο άνεμος τις νύχτες του χειμώνα; Δε σου το τραγουδούσε η θάλασσα κάθε φορά που πετούσες μέσα εκεί κάποιο κοχύλι;
-δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρη πρόφερε διστακτικά μα στις άκρες των χειλιών της είχε ήδη αρχίσει να σχηματίζεται ένα αντρικό όνομα.
-σκέψου σε παρακαλώ ξαφνικά η φωνή του ράγισε. Την έσφιξε όμως πάνω του με μια άγνωστη δύναμη που τη συγκλόνισε. Σκέψου, δε μπορεί θα πρέπει να το ξέρεις αλλιώς…
-αλλιώς τι;
-αλλιώς δεν θα κλείσει ο κύκλος ποτέ. Αλλιώς τόσα χρόνια πήγαν χαμένα.
-όχι δεν πήγαν χαμένα. Δεν ήταν εκείνη που μιλούσε, μια άλλη γυναίκα είχε γεννηθεί εκείνο το βράδυ.
-Ξέρεις λοιπόν ποιο είναι το όνομά μου; Τώρα ο άντρας είχε αρχίσει να τρέμει.
-ναι το ξέρω. Σε λένε.. τη σταμάτησε αγγίζοντας τα χείλη της με το δάχτυλό του.
-περίμενε μια στιγμή. Θέλω να γίνει όπως ακριβώς το είχα ονειρευτεί. Πήρε το πρόσωπό της μέσα στα χέρια του και το έφερε κοντά στο δικό του.
-πες μου το όνομά μου είπε κοιτώντας τη μέσα στα μάτια.
-σε λένε Ομάρ. Η φωνή της ήχησε σίγουρη γεμάτη αυτοπεποίθηση. Σε λένε ομάρ δεν είναι έτσι; Ο άντρας τραντάχτηκε ολόκληρος από ένα δυνατό σπασμό κάνοντάς τη να κλιδωνιστεί επικίνδυνα.
-Ναι μουρμούρισε, με λένε ομάρ. Άρπαξε το χέρι της και το φίλησε. Το ήξερα καλά πως δεν είχα κάνει λάθος. Το είχα μαντέψει πως ήσουν εσύ εκείνη η γυναίκα για την οποία μου μίλησε εκείνος ο σοφός καπετάνιος. Η φωνή του παλλόταν από τον ακράτητο ενθουσιασμό και άθελά της η μέριλιν ένιωθε να συγκλονίζεται όλο και περισσότερο από τη φωνή αυτή. Ένιωθε πως σιγά σιγά γινόταν και εκείνη κομμάτι της.
-Αυτός ο γέρος συνέχισε ο ομάρ κρατώντας πάντα το χέρι της μου το είχε πει τότε που δεν έλεγε να φυσήξει ο άνεμος. Μέρες και νύχτες περιμέναμε να φυσήξει μέριλιν. Οι άντρες είχαν αρχίσει να χάνουν την υπομονή τους και να γίνονται νευρικοί και οξύθυμοι. Ο άνεμος δεν έλεγε να φυσήξει κι εμείς μέναμε κολλημένοι σε κείνο το λιμάνι. Κι εγώ κόντευα να τρελαθώ από την απραξία. Δεν ξέρω πως το έκανα και πήρα από το κελάρι ένα μπουκάλι ιαπό το καλύτερο γαλλικό κρασί του καπετάνιου. Εγώ που δεν είχα πιεί ποτέ θέλησα να μεθύσω εκείνο το βράδυ και θα το έκανα αν δε με σταματούσε ο καπετάνιος. Ήρθε οδηγημένος από την καταπληκτική του διαίσθηση και με βρήκε να κρατάω το μπουκάλι στα χέρια μου. Το πήρε χωρίς να μου μιλήσει και αφού το άνοιξε γέμισε δυο ποτήρια. Μου πρόσφερε το ένα και αφού ήπιε κάμποσο από το κρασί του κάθισε κοντά μου.
-Δε χρειάζεται να μεθύσεις ομάρ είπε, φτάνει η ώρα που θα κόψεις το πιο όμορφο ρόδο ενός μακρινού υπέροχου τόπου. Ακούς μέριλιν; Την τράνταξε σχεδόν βίαια.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Σεπτεμβρίου 3, 2010

3.
Ξύπνησε όμως λίγο αργότερα ιδρωμένη και ανήσυχη για μια ακόμη φορά. Δυσκολευτηκε να φορέσει το φόρεμά της αφού τα χέρια της έτρεμαν. Στάθηκε στα πόδια της κι ετοιμάστηκε να πάρει το δρόμο της επιστροφής όταν τον είδε. Ερχόταν προς το μέρος της με μεγάλα σίγουρα βήματα, ήταν ολοφάνερο πως την είχε δει. Και η μέριλιν παρέλυσε και πάλι και γλίστρησε στην άμμο. Αυτή τη φορά δεν έκανε καμιά προσπάθια να σηκωθεί είχε καταλάβει επιτέλους πως δε θα ωφελούσε σε τίποτα. Κι ο άντρας πλησίαζεόλο πλησίαζε. Τώρα μπορούσε να τον δει καθαρά, ήταν όπως ακριβώς τον είχε ζωγραφίσει λίγο πριν. Αλήθεια; Πού ήταν το μπλοκ με τις ζωγραφιές; Συνήθως το έκρυβε κάτω από εκείνο το βραχάκι για να μη μπορεί κανείς να δει τι φώλιαζε μέσα στην ψυχή της αλλά δεν ήταν σίγουρη πως είχε κάνει και σήμερα το ίδιο. Μα πώς τα κατάφερνε ένας άγνωστος άντρας να εξουσιάζει το μυαλό της; Δεν έμενε παρα να δει αν θα μπορούσε να την υποτάξει ολοκληρωτικά, θα το μάθαινε πολύ σύντομα.
Κάποτε ο άντρας την έφτασε και χωρίς λέξη κάθισε δίπλα της στην άμμο. Εκείνη δε στράφηκε να τον κοιτάξει, τον φοβόταν εκείνη τη στιγμή.
-πού είναι η ζωγραφιά σου; Η φωνή του βαθιά με μια προφορά κάπως ξενική κι αλλόκοτη την τάραξε.
-Ποια ζωγραφιά;
-αυτή που έκανες σήμερα το πρωί. Ζωγράφιζες όλη τη μέρα, δε μπορεί να μην την ολοκλήρωσες. Το σάστισμα της μεγάλωνε με κάθε του λέξη.
-πώς ξέρεις πως ζωγραφίζω; Δεν το ξέρει κανείς. Κι εκείνος γέλασε κι ήταν άγριο το γέλιο του άγριο και σαγηνευτικό μαζί. Δεν πίστευε πως κάποιος θα μπορούσε να γελάσει έτσι.
-Όλα τα ξέρω εγώ, μην απορείς. Ξέρω αυτά που γίνονται κι αυτά που θα γίνουν. Ξέρω τις πιο κρυφές σου σκέψεις, τα όνειρά σου τους φόβους σου. Θέλησε να τον αγγίξει να βάλει το χέρι στο στόμα του μα τα δάχτυλά της δεν την υπάκουαν έμεναν εκεί μουδιασμένα κι άπρακτα.
-ξέρω ακόμη πως με περίμενες χρόνια ολόκληρα, ή μήπως δεν είναι έτσι.
-όχι δεν είναι έτσι ούρλιαξε σχεδόν μα τίποτα δεν ακούστηκε. Δεν είναι έτσι δεν.. μα ποιον προσπαθούσε να κοροοιδέψει, τον εαυτό της ή εκείνον;
-Ξέρω το όνομά σου, σε λένε μέριλιν κι είσαι ένα από τα φρέσκα ρόδα αυτού του τόπου. Μια νεκρική χλωμάδα απλώθηκε στα δυο της μάγουλα. Ο πατέρας της δεν την έλεγε συχνά έτσι πριν πεθάνει;
-Ποιος είσαι; Ποιος; Τραύλισε μη μπορώντας να αρθρώσει καθαρά τις λέξεις.
-δεν ξέρεις στ’αλήθεια ποιος είμαι; Ακούμπησε το χέρι του στα μαλλιά της όπως ακριβώς είχε κάνει και στον ύπνο της το προηγούμενο βράδυ.
-πες μου λοιπόν δεν ξέρεις ποιος είμαι; Είχεέρθει ακόμη πιο κοντά της και τώρα το πρόσωπό του κόντευε να αγγίξει το δικό της.
-ξέρω μουρμούρισε προτού καλά καλά το καταλάβει. Ναι, ξέρω. Κι ο άντρας απομακρύνθηκε λίγο για να μπορέσει να την κοιτάξει στα μάτια. Τώρα χαμογελούσε πονηρά.
-είδες λοιπόν πόσο καλά σε ξέρω; Δε χρειάζεται να λες ψέματα ούτε στον εαυτό σου ούτε σε μένα. Τα πάντα στη ζωή είναι προδιαγεγραμμένα. Όταν γεννήθηκες ήρθα και χάραξα έναν ασημένιο κύκλο πάνω από το κεφάλι σου. Κανείς δε με είδε μέριλιν. Δε φαντάζεσαι πόσο περίμενα να περάσουν τα χρόνια και να κλείσει ο κύκλος.
-΄Και τώρα; Έκλεισε; Το τραύλισμα είχε αρχίσει ευτυχώς να υποχωρεί.
-έτσι νομίζω μα θα το επιβεβαιώσεις η ίδια. Δεν είχες τα γενέθλιά σου πριν ένα μήνα ακριβώς;
-ναι… πράγματι.. γεννήθηκα λίγες μέρες πριν τα χριστούγεννα.

Η πρώτη υπόθεση

Σεπτεμβρίου 1, 2010

Κεφάλαιο τεσαρακοστό πέμπτο.
Αμέσως μόλις έπεσε η πόρτα η άννα άφησε την άρτεμη και στράφηκε να αντιμετοπίσει αυτούς που έμπαιναν στο σπίτι. Δεν αναγνώρισε κανέναν. Μα δε συνέβη το ίδιο και με την άρτεμη. Είδε τον άρη και την επιθεωρήτρια κι έτρεξε κατευθείαν προς το μέρος τους. Μα λίγο πριν τους συναντήσει, παραπάτησε ξεσπώντας σε κλάματα. Ο άρης την έπιασε και την κράτησε κοντά του προστατευτικά ενώ η ενριέτα έδινε κοφτές οδηγίες.
Η άννα στο μεταξύ στεκόταν εντελώς ακίνητη, κοιτώντας μια την αδερφή της και μια τους αστυνομικούς. Όταν την πλησίασε ο μελαχρινός άνδρας που είχε πει πως θα έσπαγε την πόρτα δεν είπε τίποτα. Μόνο γονάτισε κι άρχισε κι εκείνη να κλαίει μα πολύ πιο σιγανά.
Η ενριέτα μίλησε ακόμη λίγο μαζί τους κι ύστερα πλησίασε τους υπόλοιπους.
-πάμε έξω, σας παρακαλώ, δε θέλω να το δει αυτό η άρτεμη. Εκείνοι κούνησαν το κεφάλι και βγήκαν, κρατώντας την κοπέλα που έτρεμε ανεξέλεγκτα. Ήταν στα πρόθυρα του σοκ και το ήξεραν. Μπήκαν στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν γρήγορα.
Η άρτεμη έκλαιγε σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Μόνο όταν έφτασαν στο γραφείο της επιθεωρήτριας και την ξάπλωσαν στον καναπέ των επισκεπτών, κατόρθωσε να σταματήσει και να την κοιτάξει.
-Με βρήκατε, μουρμούρισε απαλά, σαν να το έλεγε στον εαυτό της.
-Φυσικά, άρτεμη. Η επιθεωρήτρια κάθισε κοντά της ενώ ο άρης και η ναταλία γονάτισαν μπροστά από τις δυο γυναίκες.
-Η αδερφημου, τραύλισε πάλι η άρτεμη, αυτή τη σκότωσε.
-το ξέρουμε γλυκιά μου, ηρέμησε. Η ενριέτα άπλωσε το χέρι και της χάιδεψε τα μαλλιά.
-τι θα της κάνουν; Η κοπέλα τινάχτηκε αλλά οι υπόλοιποι τη συγκράτησαν εύκολα.
-Αυτή τη στιγμή την έχουν ήδη συλλάβει. Άρτεμη έχει κάνει έναν φόνο, θα πρέπει να πληρώσει.
-Όχι έναν, όχι, δυο φόνους.
-Τι; Μίλησαν και οι τρεις μαζί.
-Δυο, σκότωσε και την κόρη της, μόλις λίγων ημερών. Η Άρτεμη πήρε βαθιά ανάσα.
-φέρε της λίγο νερό σε παρακαλώ! Η επιθεωρήτρια στράφηκε στη Ναταλία που σηκώθηκε στη στιγμη.
-Ξέρω τι σας λέω, μου τα είπε όλα. Έχω τα απαραίτητα στοιχεία. Κοιταξε τη Ναταλία παίρνοντας το ποτήρι.
-εσύ κάτι μου θυμίζεις.
-είμαι η Ναταλία, η φίλη της Άννας.
-τότε ίσως ξέρεις το Ζαν.
-φυσικά. Η κοπέλα ανασήκωσε τα φρύδια.
-είχε μαζί του ένα παιδί, τον παντρεύτηκε κρυφά. Οι γονείς του ήθελαν να αποφύγουν το σκάνδαλο.
Η Ναταλία γονάτισε ξανά.
-έχει δίκιο είπε απευθυνόμενη στην ενριέτα. Τον ξέρω το ζαν. Μα δε γνώριζα τίποτα για το παιδί και το γάμο.
-τελικά ήταν πιο επικίνδυνη από ό,τι περίμενα. Θα μας τα πεις όλα αργότερα αφού ηρεμήσεις. Στο μεταξύ πες μου, θέλεις να δεις κανέναν; Να ειδοποιήσουμε κάποιον;
Η άρτεμη στράφηκε στον άρη. Εκείνος της χαμογέλασε συγκρατημένα.
-Ξέρεις τη Ναταλία;
-ναι, άρτεμη. Είμαστε μαζί πριν χρόνια. Ήρθε στο μαγαζί που δουλεύω χθες. Κι έτσι σας βρήκαμε σήμερα. Συγκεντρώναμε στοιχεία.
-Κατάλαβα. Η φωνή της χαμήλωσε και πάλι.τους κοίταξε για λίγο πριν μιλήσει ξανά.
-είστε ωραίο ζευγάρι, να μείνετε μαζί και να προσέχετε ο ένας τον άλλον. Οι δυο νέοι την κοίταξαν κι έπειτα κοιτάχτηκαν και μεταξύ τους.
-αυτό σκοπεύουμε να κάνουμε, άρτεμη. Ο άρης έπιασε το χέρι της Ναταλίας και το έσφιξε τρυφερά.
-εμείς οι τρεις, άρτεμη, θα κάνουμε την καλύτερη παρέα. Η Ναταλία της χαμογέλασε.
-τέσσερις, θα είναι κι ο ανδρέας μαζί μας. Μήπως μπορώ να του στείλω ένα μήνυμα;
Ο ανδρέας κοίταξε το κινητό του. Δεν είχε κλείσει μάτι το προηγούμενο βράδυ. Έψαχνε την Άρτεμη παντού, στη δουλειά στις καφετέριες… είχε πάει στη γύρω περιοχή με το αυτοκίνητο αναζητώντας τη αλλά μάταια. Όταν ήρθε το μήνυμα η απελπισία του είχε κορυφωθεί.
«είμαι καλά, αγάπη μου. Έγιναν πολλά, θα σου τα πω όλα σε λίγο κι ελπίζω να με καταλάβεις και να μη μου κρατήσεις κακία πια. Δε σου φέρθηκα καλά αυτόν τον καιρό, μα να ξέρεις πως σε αγαπάω. Θα σου τηλεφωνήσω, σε λίγο».
Ήταν καλά και τον αγαπούσε. Αυτό του έφτανε για την ώρα. Όλα τα υπόλοιπα θα τα έβρισκαν αργότερα, μαζί.
-Θέλεις να σε πάμε στο σπίτι; Ο άρης σηκωνόταν αργά αργά από τη θέση του. Είχαν περάσει ώρες καθισμένοι εκεί. Η άρτεμη τους τα είχε πει όλα όπως επίσης και η ενριέτα. Ο καθένας συμπλήρωνε το κομμάτι που γνώριζε ώσπου όλη η ιστορία συμπληρώθηκε τελικά.
-Ναι, αν σας είναι εύκολο. Δεν έχω το κουράγιο να περπατήσω. Θέλω να δω τον ανδρέα. Η Άρτεμη σηκώθηκε κι εκείνη προσεκτικά.
Η ενριέτα τους πλησίασε χαμογελώντας.
-ελπίζω σε κείνη την παρέα που λέγατε να υπάρχει θέση και για μένα. Εκτός αν με θεωρείτε πολύ μεγάλη. Γέλασαν όλοι.
-είσαι ευπρόσδεκτη ενριέτα.
-ωραία, χαίρομαι γι’αυτό. Θα έχουμε πολλή δουλειά αυτές τις μέρες αλλά αμέσως μόλις ηρεμήσουμε όλοι θα τα ξαναπούμε από κοντά, σε καλύτερες συνθήκες ελπίζω. Πάντως, σας ευχαριστώ όλους πολύ. Άρχισε να τους σφίγγει τα χέρια.
Κάποτε έφτασε στην άρτεμη. Ήταν δακρυσμένες και οι δυο.
-θα βγει ποτέ από τη φυλακή;
-δεν ξέρω καλή μου, έκανε πολλά. Πήγαινε να ξεκουραστείς κι εγώ θα σου τηλεφωνήσω αμέσως μόλις έχω κάποιο νέο για κείνη. Δε θέλω να στενοχωριέσαι αν και ξέρω πως αυτό δε γίνεται. Σκέψου όμως πως αν η άννα δεν είχε τόσο διεστραμμένο νου, η Λίντα θα ζούσε σήμερα.
-το ξέρω. Η Άρτεμη έσκυψε το κεφάλι.
-Και η Λίντα και το κοριτσάκι της. Μα τώρα δε θα κάνει κακό σε κανέναν. Άρχισε πάλι να κλαίει κι ο άρης την έπιασε από το μπράτσο για να την απομακρύνει.
-θα τα πούμε σύντομα, φώναξε στην ενριέτα.
Εκείνη έκλεισε την πόρτα αμέσως μόλις χάθηκαν. Η πλάτη της άρχιζε πάλι να πονάει και σε αυτόν τον πόνο ερχόταν να προστεθεί κι ακόμη ένας. Αυτός του κεφαλιού της. Μα αυτό ήταν λογικό. Ήταν πολλά αυτά που έγιναν, κι έμεναν κι άλλα ακόμη. Ωστόσο είχε τώρα την εικόνα της υπόθεσης ολόκληρη.
Ο ήχος του κινητού της την έκανε να τιναχθεί.
-ναι;
-αγάπη μου, πώς είσαι; Η φωνή του Αλέξανδρου έφτασε ως εκείνη γλυικιά και θερμή.
-Αλέξανδρε, επιτέλους. Είχα αρχίσει να ανησυχώ. Δε με πήρες όλο το πρωί.
-συγνώμη κυρία επιθεωρήτρια, είπε εκείνος απολογητικά. Μα ξέρεις τώρα, γιατροί χαρτιά…
-τι γίνεται με την αδερφή σου;
-Είναι καλά. ΟΙ γιατροί είπαν πως έφταιγε η κούραση και το στρες. Θα αναπαυθεί για λίγο και θα της περάσει. Ήδη νιώθει πολύ καλύτερα. Της έδωσαν και κάποιες βιταμίνες. Εσύ πες μου, πως είσαι; Τι έγινε με τη δουλειά;
-όλα καλά, βρήκαμε μια άκρη.
-αλήθεια; Χαίρομαι. Έτσι θα κοιμηθείς απόψε.
-τι θέλεις να πεις;
-Μη νομίζεις πως δεν αντιλήφθηκα τα τελευταία σου ξενύχτια. Η ενριέτα γέλασε.
-κι εγώ που νόμιζα πως σε ξεγελούσα…
-Αυτό δε θα γίνει ποτέ.
-τέλοσπάντων. Πότε έρχεσαι;
-μόλις ξεκίνησα.
-τι;;; αλήθεια;
-ναι, ήθελα να σου κάνω έκπληξη αλλά δε μπόρεσα να αντισταθώ στη γλυκιά φωνή σου.
-αλέξανδρε, κλείσε γρήγορα αφού οδηγείς.
-έλα τώρα…
-Αν κλείσεις αμέσως σου υπόσχομαι πως θα σε περιμένεις μια έκπληξη αμέσως μόλις γυρίσεις.
-τι;
-δε σου λέω.
-Καλά λοιπόν, εκβιάστρια, θα το πληρώσεις όμως. Κλείνω, σε αγαπώ πολύ. Έκλεισε και η ενριέτα ξέσπασε σε γέλια. Αυτό ακριβώς χρειαζόταν, την παρουσία του. Εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε να σκέφτεται τίποτα άλλο. Θα έφευγε αμέσως από το γραφείο. Θα πήγαινε για ψώνια. Θα αγόραζε υλικά για ένα υπέροχο δείπνο, το πιο ακριβό κρασί που θα έβρισκε και βέβαια πάμπολλες σοκολάτες. Κι όταν το βράδυ θα ήταν ξαπλωμένη στην αγκαλιά του, θα του τα έλεγε όλα. Κι εκείνος θα είχε τον τρόπο να την κάνει να νιώσει καλύτερα.
Πήρε το παλτό της και βγήκε από το γραφείο ξεχνώντας να κλειδώσει. Θα της έπαιρνε ώρες να μαγειρέψει, κι επιπλέον ήθελε να τηλεφωνήσει και στη σαρα. Αν μάθαινε πως της είχε κρύψει τόσα πολλά, δε θα της ξαναμιλούσε ποτέ!
Τέλος!

Η πρώτη υπόθεση

Σεπτεμβρίου 1, 2010

Κεφάλαιο τεσαρακοστό τέταρτο..
Η ενριέτα άκουγε τη Ναταλία και τον άρη για δυο ώρες τουλάχιστον. Στην αρχή είχε θελήσει να κρατήσει κάποιες σημειώσεις αλλά γρήγορα τα παράτησε για να μη χάσει ούτε λέξη από ΄σα της έλεγαν. Πολλά ερωτήματα έβρισκαν τις απαντήσεις τους. Αυτή η κοπέλα τα ήξερε καλά τα πράγματα και δε δίσταζε να αποκαλύψει τα πάντα στην επιθεωρήτρια. Ο άρης μιλούσε λίγο αλλά κάθε φορά που το έκανε ήταν για να προσθέσει κάτι σημαντικό.
Κάποτε η Ναταλία σταμάτησε για να πιεί μια γουλιά νερό και η επιθεωρήτρια το εκμεταλεύτηκε για να μιλήσει κι εκείνη.
-Κάνατε πολύ καλά που ήρθατε ως εδώ. Δεν ξέρω πως θα τα κατάφερνα χωρίς τη βοήθιά σας. Ομολογώ ότι σας χρωστάω. Την κοίταξαν και οι δυο κι εκείνη συνέχισε.
-Χρόνια με στοίχιωνε αυτή η υπόθεση, δε φανταζόμουν πως θα έβρισκα τη λύση. Την άρτεμη την ξέρω όπως υποθέτετε. Κάθε φορά που μιλούσαμε μου αποκάλυπτε λίγα στοιχεία με το σταγονόμετρο. Αυτό δε μου άρεσε αλλά δε μπορούσα να κάνω τίποτα καλύτερο από το να περιμένω. Μα τώρα η αναμονή έφτασε στο τέλος της. Στράφηκε στη Ναταλία που την κοιτούσε στα μάτια.
-πιστεύεις δηλαδή πως θα τις βρούμε και τις δυο στο σπίτι της Ηρώς;
-Ναι. Έτσι νομίζω, εντάξει πάντα υπάρχει η πιθανότητα να κάνω λάθος. Κατέβασε το κεφάλι θλιμμένη ξαφνικά.
-μακάρι να μπορούσα να βοηθήσω πιο πολύ.
-μα τι λες; Βοηθάς ήδη πάρα πολύ. Μακάρι να είχες έρθει πιο νωρίς. Πιστεύεις πως θα της έχει κάνει κακό; Σηκώθηκε από το γραφείο πλησιάζοντάς τους.
-όχι, δεν το νομίζω. Δεν έχει ουσιαστικό πρόβλημα μαζί της. Τη Λίντα τη μισούσε επειδή πίστευε πως έκλεβε την αγάπη της μητέρας της αλλά εκείνη έχει πεθάνει.
-σωστά! Η επιθεωρήτρια έγνεψε καταφατικά. Λοιπόν, τι θα λέγατε να πάμε όλοι εκεί; Θα έχουμε μαζί μας κι ένα υπηρεσιακό αυτοκίνητο βέβαια με κάποιους άνδρες. Την κοίταξαν ανήσυχοι.
Εκείνη έσπευσε να συνεχίσει.
-έχω ήδη το ένταλμα σύλληψης της άννας. Πήρε από το γραφείο έναν κλειστό φάκελο και τον κούνησε προς το μέρος τους. Έχω κι άλλα στοιχεία, πράγματι η άννα σκότωσε τη Λίντα, δεν υπάρχει αμφιβολία.
-Πώς είστε τόσο σίγουρη; Ήταν ο άρης που έκανε την ερώτηση.
-Θα σας πω στο δρόμο. Στράφηκε προς την πόρτα. Δεν πρέπει να καθυστερούμε. Τέλοσπάντων, μίλησα χθες με την αντωνία, την κοπέλα που δούλευε στο σπίτι κι ήταν με τη Λίντα λίγο πριν πεθάνει. Τα παραδέχτηκε όλα.
-τότε έχουμε καθυστερήσει ήδη. Η ναταλία σηκώθηκε με τη σειρά της και χαμογέλασε πάλι στην επιθεωρήτρια.
-ό,τι έκανα ήταν για τη Λίντα και την άρτεμη. Δε θέλω να πάθει τίποτα.
-δε θα πάθει κορίτσι μου, την καθησύχασε εκείνη και πρόσθεσε.
-Θα με περιμένετε για λίγα λεπτά; Πρέπει να οργανώσω την επιχείρηση. Εκείνοι συμφώνησαν και η ενριέτα βγήκε βιαστική.
-τελικά είναι καλη, έτσι δεν είναι; Η Ναταλία άγγιξε το χέρι του άρη που άρχισε να της χαιδεύει τα δάκτυλα.
-ναι, είναι εντάξει. σΟυ το είπα εγώ ναμην ανησυχείς.
-Σε λίγο θα φύγουμε. Μακάρι να είναι εκεί η άρτεμη… Η Άννα δε θα το πιστεύει πως τη βρήκαμε. Θα τη συλλάβουν κι εμείς θα πάρουμε την άρτεμη από εκει.
-Ναι, έτσι ακριβώς θα γίνει, θα το δεις.
Η ενριέτα επέστρεψε στο γραφείο δεκα λεπτά αργότερα.
-όλα έτοιμα, είπε παίρνοντας το παλτο και την τσάντα της. Πόση ώρα θα μας πάρει να φτάσουμε ως εκεί;
-Κάπου μιάμιση, νομίζω. Την πλησίασαν.
-ωραία, να φεύγουμε τότε. Λέω να πάμε όλοι μαζί με το αυτοκίνητό σας, αν δεν έχετε πρόβλημα και το υπηρεσιακό να έρθει χωρίς εμένα.
-καλύτερα, έτσι θα μιλήσουμε λίγο ακόμη. Βγήκαν και η επιθεωρήτρια κλείδωσε. Ένιωθε και πάλι την παλιά γνώριμη έξαψη να την κυριεύει. Κάτι μέσα της της φώναζε πως σε λίγο θα έβλεπε την άννα. Φτάνει να είχε δίκιο η ναταλία.
Μπήκαν όλοι στο αυτοκίνητο και η Ναταλία έριξε από το παράθυρο μια κλεφτή ματιά στο υπηρεσιακό που τους περίμενε, Μα τράβηξε σχεδόν αμέσως τα μάτια της όταν διασταυρώθηκαν με αυτά των άλλων ανδρών. Ο άρης που κατάλαβε αμέσως το φόβο της την αγκάλιασε προστατευτικά.
-δεν πιστεύω να χάσεις το θάρρος σου τώρα; Τώρα που τα καταφέρνουμε;
-όχι, εντάξει. Αφού με κρατάς… η ενριέτα τους χαμογέλασε καθώς έβαζε μπροστά.
-λοιπόν, Ναταλία, θα με καθοδηγείς;
-Βέβαια. Η κοπέλα άρχισε να δίνει οδηγίες και σιγά σιγά ηρέμησε με την κουβέντα και το άγγιγμα του φίλου της.
-Γιατί δεν ήρθες όταν πέθανε η μαμά; Ο λαιμός της άρτεμης είχε κλείσει. Όλη τη νύχτα κάθονταν στην ίδια θέση σε κείνο το καταραμένο σαλόνι. Δεν είχαν φάει τίποτα,μόνο χυμούς και νερό έπιναν αλλά δεν ένιωθε καμιά πείνα. Το μόνο που ευχόταν ήταν να βρει κάποιον τρόπο να ειδοποιήσει την ενριέτα. Πότε πότε έφερνε στο νου της τον ανδρέα και τον άρη. Σίγουρα θα είχαν ανησυχήσει πολύ. Ο ανδρέας μάλιστα θα άρχιζε να την ψάχνει, ήταν βέβαιη. Η άννα δίπλα της εξακολουθούσε να κάθεται στητή, χαλαρή, ανεπηρέαστη από τις συνθήκες.
-δε μπόρεσα, άρτεμη. Ήξερα πως με παρακολουθούσες, πως με περίμενες να έρθω. Πες μου, γι’αυτό δε μίλησες τώρα στην επιθεωρήτρια; Επειδή η μαμά πέθανε και δε θα μάθαινε τίποτα για μένα;
-ακριβώς. Δεν ήθελα να τη σκοτώσω εγώ, ξέρεις πως αυτό δε θα το άντεχε. Δεν έχεις ιδέα πόσες φορές την άκουγα να κλαίει και να προσεύχεται για τη λίντα.
Η άννα γέλασε σαρκαστικά.
-να, το βλέπεις, γι’αυτό τη σκότωσα.
-είσαι απαίσια, θέλω να φύγω. Σηκώθηκε όρθια κι άρχισε να χτυπάει την πόρτα με μανία. Μα η άννα δεν κουνήθηκε από τη θέση της.
-κάνε ό,τι θέλεις. Θα φύγεις όταν το αποφασίσω εγώ.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ο ήχος αυτοκινήτων που σταματούσαν έξω από την πόρτα. Τότε μετακινήθηκε η Άννα για να βρεθεί κοντά στο παράθυρο.
-δεν είναι δυνατόν! Η άρτεμη έτρεξε δίπλα της για να δει, και είδε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ξέφρενα.
-επιτέλους, φώναξε, μας βρήκαν. Η άννα την έπιασε από το λαιμό οργισμένη.
-Πώς μου το έκανες εμένα αυτό; Θα σε σκοτώσω κι εσένα. Τύληξε τα χέρια της γύρω από την άρτεμη πιο σφιχτά. Εκείνη άρχισε να κλοτσάει με όση δύναμη είχε και να φωνάζει. Αλλά η άννα της βούλωσε γρήγορα το στόμα.
-δεν ήθελα να σε πειράξω, σου τα είπα όλα, αλλά δεν το άξιζες. Θα το πληρώσεις.
Τότε ήταν που ακούστηκε το πρώτο χτύπημα στην πόρτα. Η Άρτεμη έβγαλε ένα πνιχτό βογκητό και κατάφερε να γραντζουνίσει το δεξί χέρι της άννας.
-Κάτι γίνεται εκεί μέσα, η Ναταλία άρπαξε το μπράτσο του άρη. Στέκονταν μαζί με την επιθεωρήτρια έξω από την κλειστή πόρτα ενώ οι υπόλοιποι αστυνομικοί έστεκαν γύρω τους.
-χτύπα πιο δυνατά! Η ενριέτα που είχε ακούσει κι εκείνη το θόρυβο πήρε φόρα και χτύπησε.
-δε θα σου ανοίξει κανείς, μούγκρισε η άννα μέσα από τα δόντια της. Είχε δεχτεί άλλη μια κλοτσιά στο στομάχι από την άρτεμη.
-Κάντε κάτι, ήταν ο άρης που μίλησε αυτή τη φορά.
-Κάντε στην άκρη σας παρακαλώ! Αυτός που είχε μιλήσει ήταν ένας νέος μελαχρινός αστυνομικός. Θα τη σπάσουμε αν χρειαστεί.
Ο άρης τράβηξε τη Ναταλία κι έβαλε το χέρι του μπροστά στα μάτια της.
Η Άρτεμη εξακολουθούσε να παλεύει όταν έπεσε η πόρτα. Η άννα είχε λαχανιάσει από την προσπάθια αλλά η δύναμη της αδερφής της πολαπλασιαζόταν ταχύτατα τώρα που καταλάβαινε πως θα της ξέφευγε.
Ο ήχος ήταν πολύ δυνατός. Μπήκαν όλοι μαζί σχεδόν. Μόνο δυο στέκονταν απ’έξω.