Η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο τεσαρακοστό δεύτερο
-λυπάμαι πάρα πολύ που τα ακούω όλα αυτά. Όταν σε είδα πίστεψα πως η συμμετοχή σου δε θα ήταν τόσομεγάλη. Αυτή η Άννα είναι επικίνδυνη. Το ξέρεις πως ίσως κάνει κι άλλο κακό σε κάποιον; Η άρτεμη ήρθε στο νου της ασυναίσθητα αλλά δεν είχε πολλά στοιχεία για να συνδέσει τα πράγματα.
-Κι εγώ λυπάμαι. Δεν ξέρω τι να σου πω.
-Τι ξέρει για όλα αυτά ο άνδρας σου; Ξέρει που είσαι μπλεγμένη; Ξέρει πως δούλευες σε κείνο το μπαρ;
-Όχι, δεν ξέρει τίποτα. Δε βρήκα το θάρρος να του πω την αλήθεια ποτέ.
-γιατί; Τον φοβάσαι;
-Όχι, καθόλου. αλλά τον αγαπάω. Είμαστε ευτυχισμένοι μαζί. Αν του έλεγα κάτι για το παρελθόν μου τότε θα έχανα την αγάπη και την εκτίμησή του.
-πού τη συναντούσες την Άννα;
Η αντωνία το σκέφθηκε για μια στιγμή.
-σε κάποια καφετέρια που δεν είχε πολύ κόσμο. Που και που πηγαίναμε και σε ένα σπίτι. Στο σπίτι μιας φίλης της, δεν ξέρω πιο πολλά.
-δεν το θυμάσαι αυτό το σπίτι;
-όχι καθόλου.
-Καλά, εντάξει. Η ενριέτα σηκώθηκε. Ήταν ώρα να φύγει από κείνο το σπίτι. Αν έμενε εκεί λίγο ακόμη τότε θα έβαζε τα κλάματα. Ήθελε να γυρίσει στην Αθήνα για να σκεφθεί με την ησυχία της τι θα έκανε με την Αντωνία και πως θα ανακάλυπτε την Άννα. Να είχε γυρίσει άραγε από το Παρίσι και να είχε κάποια σχέση με την εξαφάνιση της Άρτεμης;
Η Αντωνία σηκώθηκε να τη συνοδεύσει. Τα μάτια της την κοιτούσαν διεσταλμένα, γεμάτα προσμονή.
Όταν έφτασαν στην πόρτα δεν άντεξε και τη ρώτησε.
-τι θα κάνεις τελικά με εμένα;
-δεν ξέρω, αντωνία. Απογοητεύτηκα πάρα πολύ. Πίστευα πως είχες κάνει ελάχιστα αλλά βλέπω πως είσαι βουτηγμένη ως το λαιμό στην ιστορία. Είσαι άπληστη κι αδίστακτη τελικά. Κι εγώ είχα σχηματίσει άλλη εικόνα για σένα μέσα από την κατάθεσή σου. Τέλοσπάντων, δεν πειράζει. Όπως και να’χει θα λάβεις σύντομα νέα μου. Η Αντωνία κόλλησε την πλάτη στον τοίχο ζαρώνοντας από φόβο.
-τι θα γίνει αν με συλλάβουν; Θα τα χάσω όλα και το παιδί μου…
-δεν τα υπολόγισες καλά τα πράγματα δυστυχώς. Ωστόσο δεν ξέρω τι θα κάνω, θα εξαρτηθεί από πολλά. Λοιπόν, αντίο για την ώρα.
Της έσφιξε το χέρι άτονα για μια στιγμή κι ύστερα βγήκε από το σπίτι.
Η Αντωνία κάθισε στον καναπέ κι άρχισε να κλαίει σιγανά. Όλα είχαν χαθεί πια.
-δηλαδή η ιστορία είναι τόσο σοβαρή; Ο άρης μίλησε πάλι με κείνο το θυλυπρεπή τόνο που του ξέφευγε καμιά φορά.
-Ναι, κι ακόμη πιο σοβαρή.
-Και πώς…
-σε παρακαλώ, να μην λέμε πάλι τα ίδια. Δεν το αντέχω. Το ξέρω πως δε φέρθηκα καθόλου καλά αλλά είδα τα λάθη μου και θα κάνω ό,τι μπορώ για να επανορθώσω.
-πρέπει να κάνεις πολλά για να επανορθώσεις.
-το ξέρω. Το σκέφτομαι συχνά τις τελευταίες ώρες. Κι έχω βρει και τον τρόπο.
-Να τον ακούσω;
Η Ναταλία ανασήκωσε τους ώμους.
-Αύριο το πρωί θα πάμε στο γραφείο εκείνης της επιθεωρήτριας. Όση δουλειά κι αν έχει θα δεχθεί να μας ακούσει. Είμαι σίγουρη πως η εξαφάνιση της άρτεμης θα την έχει αναστατώσει.
-Φυσικά. Αλλά τα λόγια που είπες και σε μένα δε θα της φτάνουν. Θα σε ρωτήσει που είναι η Άννα.
-κι εγώ θα της πω.
Την κοίταξε ανήσυχος.
-Ξέρεις που είναι;
-Ξέρω.
-πού;
-Η άννα είχε μια φίλη στην αθήνα. Την έλεγαν ηρώ. Γνωρίστηκαν τότε που έκανε μπαλέτο για λίγο.
-μια τρελή που σκοτώνει κόσμο να μαθαίνει χορευτικές φιγούρες. Ο άρης κάγχασε.
-εχει ωραίο σώμα, άρη.
-Α μάλιστα. Και λοιπόν;
-Η ηρώ ήταν μοναχοκόρη. Ύστερα από λίγα χρόνια έφυγε από την αθήνα για να σπουδάσει κάπου στην επαρχία. Κι έμεινε εκεί. Τώρα έχει παντρευτεί. Η Άννα έχει τα κλειδιά του σπιτιού της.
-πωπω, πολλά σπίτια αυτό το κορίτσι. Ο άρης πήγε και κάθισε κοντά της.
-Πιστεύεις πως εκεί είναι τώρα με την άρτεμη;
-Ναι. Όσο σίγουρα μπορώ να μιλήσω.
-τότε πάμε αμέσως εκεί.
Η ναταλία τον κοίταξε.
-φοβάσαι για κείνη.
-ναι, βέβαια. Είναι συμπαθητική.
-για να το λες έτσι θα είναι. Δεν το αμφισβητώ. Αλλά ακόμη κι αν δεν ήταν δε θα ήθελα να της συμβεί κακό. Δεν είναι σωστό να πάμε μόνοι εκεί απόψε.
-Γιατί;
-θα πρέπει να είναι μαζί μας και η επιθεωρήτρια. Ξέρεις πόσον καιρό την ψάχνει.
-κι αν της κάνει κακό;
-δε θα της κάνει, την ξέρω. Βάζω στοίχημα πως τούτη τη στιγμή μιλάνε για όλα όσα έγιναν. Δε θα την πειράξει γιατί δε θέλει να μπει στη φυλακή. Ξέρει πως αν κάτι συνέβαινε στην Άρτεμη εκείνη θα υποψιαζόμουν.
Τον άγγιξε στον ώμο συνοδεύοντας τα λόγια της.
-Σε παρακαλώ, εμπιστέψουμε και κάνε υπομονή. Κι άλωστε λίγες ώρες έμειναν ως το πρωί. Σχεδόν ξημέρωσε πια. Δε θέλεις να ξεκουραστείς λίγο;
-όχι, δε θα κοιμηθώ καθόλου λόγω της υπερέντασης. Αλλά εσύ να ξαπλώσειςήσουν κι άρρωστη. Ακούμπησε το χέρι του στο δικό της. Η Ναταλία δεν έκανε καμιά προσπάθια να το τραβήξει. Αντίθετα, πήρε ανάσα και είπε.
-μήπως θα μπορούσες να μείνεις εδώ σήμερα;
-γιατί;
-σε λίγο θα πάμε στο γραφείο της κυρίας Χατζηπέτρου. Ως τότε έλεγα να μείνουμε μαζί, αν το θέλεις. Θα ξαπλώσω στον καναπέ, δε θα σε ενοχλώ.
Ο άρης την αγκάλιασε πολύ χαλαρά από τους ώμους.
-Πάντα η ίδια, δειλή μα δοτική. Θα μείνω, το θέλω, έγιναν πολλά μα μου έχεις λείψει.
Η ναταλία ήρθε πιο κοντά του.
-ευχαριστώ, πουμε άκουσες, που θα έρθεις μαζί μου…
Ο Άρης δεν είπε τίποτα, μόνο άρχισε να την κουνάει ρυθμικά.
Η ναταλία προσπάθησε να χαλαρώσει. Είχε πολύ καιρό να γίνει αυτό, χρόνια ολόκληρα.
-θυμάσαι πόσες νύχτες έχουμε περάσει έτσι;
-φυσικά. Δεν ξέχασα καμιά.
-πόσο όμορφες ήταν αυτές οι νύχτες…
-ήταν, Ναταλία, πολύ όμορφες.
-Άρη, δεν ξέρω τι θα γίνει αύριο, δεν ξέρω πόσο συχνά θα σε βλέπω πια αλλά θέλω να ξέρεις πως δεν είμαι ψεύτικη. Δεν ήξερα ακριβώς τι σκάρωνε η Άννα. Καταλάβαινα αλλά δεν ήθελα να παραδεχτώ την αλήθεια, ώσπου άρχισα να διαβάζω όλες εκείνες τις καταθέσεις. Και τότε δεν άντεξα, τα παράτησα όλα κι ορκίστηκα πως δε θα την αφήσω να κάνει κακό. Δεν έχω αμφιβολία πως σκότωσε τη Λίντα. Θα τα πω όλα στην επιθεωρήτρια. Κι ύστερα ας γίνει ό,τι είναι να γίνει.
Ο άρης συνέχισε να την κουνάει απαλά.
-Ηρέμησε, Ναταλία, το ξέρω πως δεν είσαι ψεύτικη. Έκανες αυτό που έπρεπε και μου θύμισες γιατί αποφάσισα τότε να ζήσω μαζί σου.
Η κοπέλα θέλησε να κλάψει μα τα λόγια του την πρόλαβαν.
-δε θέλω να κλαις και να φοβάσαι. Γιατί δεν ήρθες πιο νωρίς να με βρεις;
-δεν ξέρω, φοβόμουν, Άρη. Μα το ήθελα πολύ.
-Κι εγώ ήθελα να με βρεις. Και να που το έκανες. Η κοπέλα ανασηκώθηκε για να τον κοιτάξει.
-Λες να μένει τίποτα για μας; Της ανταπέδωσε το βλέμμα.
-Ναταλία, έγιναν πολλά λάθη.
-Το ξέρω, έκανα τα περισσότερα.
-δεν τα μετράμε πια αυτά.
-τότε;
-Ας πάνε όλα καλά αύριο και τότε… θα έχουμε χρόνο να το συζητήσουμε. Τη βοήθησε να ξαπλώσει ξανά. Για λίγο δε μίλησε κανείς αλλά τελικά ο Άρης κατάλαβε πως δεν είχε ικανοποιηθεί από την απάντησή του.
-κοιμίσου ήρεμα. Ίσως να μην έχεις αργήσει τελικά.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: