η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο τεσαρακοστό τρίτο.
Η ενριέτα έκλαιγε σιγανά σε όλη τη διάρκεια της επιστροφής. Δε μπορούσε να κάνει τίποτα για να εμποδίσει τα δάκρυα, ούτε και το ήθελε. Ήξερε πως θα γινόταν από τη στιγμή που άφησε την αντωνία. Λίγο πριν τη συναντήσει έψαχνε να βρει τα κατάλληλα λόγια για να την κάνει να νιώσει καλύτερα, για να της δείξει πως δεν ήθελε το κακό της, πως ήταν γυναίκα. Κι όταν νόμιζε πως τα είχε βρει η αντωνία της είχε αποκαλύψει το αληθινό της πρόσωπο. Καταλάβαινε πως έπρεπε να τη συλλάβει μα ουσιαστικά ούτε και τώρα το ήθελε. Και να σκεφτεί κανείς πως πολλοί συνάδελφοι έλεγαν πως ήταν σκληρή. Σταμάτησε για λίγο να κλαίει. Γιατί όλοι την καταλάβαιναν τόσο λίγο; Μόνο η σάρα την εκτιμούσε αληθινά, μόνο εκείνη κι ο αλέξανδρος. Τινάχτηκε καθώς τον έφερε στο νου της. Είχαν περάσει ώρες από την τελευταία φορά που του είχε μιλήσει. Έβγαλε βιαστικά το κινητό από την τσάντα κι έριξε μια ματιά στην οθόνη. Δεν υπήρχε καμιά ένδειξηγια κλήση ή μήνυμα. Να ήταν καλό ή κακό αυτό; Ετοιμάστηκε να του τηλεφωνήσει για να καταπραύνει τους φόβους της, αλλά την τελευταία στιγμή σκέφθηκε πως αμέσως μόλις άκουγε τον τόνο της φωνής της θα καταλάβαινε πως κάτι δεν είχε πάει καλά και οι ερωτήσεις δε θα είχαν τέλος. Θα ήταν ανόητο να προσπαθήσει να τον ξεγελάσει, την ήξερε όσο κανείς. Έτσι, προτίμησε να του στείλει ένα γραπτό μήνυμα με την ευχή να ήταν καλά η αδερφή του. Όσο περίμενε την απάντηση ο νους της επέστρεψε στη Λίντα. Με πόσο άδικο τρόπο είχε πεθάνει, πόσο εύκολο ήταν για την άννα να τη σκοτώσει αν και ήταν τόσο μικρή. Η άννα! Τα δάκρυα στέγνωσαν στη στιγμή στη σκέψη της. Έπρεπε να κάνει τα πάντα για να την εντοπίσει. Υπήρχαν πολλές πιθανότητες η άρτεμη να ήταν μαζί της. Κι αυτή η σκέψη την έκανε να πιάσει ξανά το κινητό. Τηλεφώνησε πρώτα στην άρτεμη κι όταν και πάλι δεν πήρε καμιά απάντηση, έψαξε και βρήκε τον τηλεφωνικό αριθμό από το κοράλι. Σύντομα έμαθε πως δεν την είχε δει κανείς εκεί σε όλη τη διάρκεια εκείνης της μέρας.
Ναι, η άρτεμη ήταν με την άννα. Θα την έβρισκε ωστόσο, κάτι θα σκεφτόταν. Και θα τη ρωτούσε αμέσως δυο πράγματα. Το πρώτο που ήθελε να μάθει ήταν γιατί επέλεξε εκείνη τη στιγμή για να της αποκαλύψει την αλήθεια για τη δολοφονία. Όσο για το δεύτερο που ήθελε να μάθει… Ο διαπεραστικός ήχος του κινητού διέκοψε τις σκέψεις της. Το μήνυμα προερχόταν από τον αΛέξανδρο. Έλεγε πως η αδερφή του ήταν καλά και πως το πρωί θα πήγαιναν προληπτικά για κάποιες εξετάσεις. Στη συνέχεια τη ρωτούσε τι γινόταν με τη δουλειά της και τελείωνε λέγοντας πόσο πολύ ήθελε να τη σφίξει στην αγκαλιά του. Κι αυτό της έφερε κι άλλα δάκρυα τα οποία όμως έσπευσε να σκουπίσει. Του απάντησε γρήγορα λέγοντάς του πόσο σημαντικός ήταν για κείνη και πόσο τον λάτρευε ευχόμενη να μην έβλεπε ένα μέρος της αλήθειας πίσω από τα γράμματα.
Όταν έφτασε στο σπίτι όλα ήταν βυθισμένα στο σκοτάδι. Δεν ενδιαφερόταν ωστόσο να μάθει τι ώρα ήταν. Αμέσως μόλις ήρθε σε επαφή με τα αγαπημένα της αντικείμενα το μυαλό της καθάρισε και ένα αχνό χαμόγελο εμφανίσθηκε στα λεπτά της χείλη. Έκανε ένα ζεστό μπάνιο διώχνοντας από πάνω της το άρωμα και την κούραση του ταξιδιού, βάζοντας σε σειρά τις επόμενες της ενέργειες. Πρώτα απ’όλα θα μαγείρευε κάτι κι ύστερα θα τηλεφωνούσε σε κάποιον συνάδελφό της. Έπρεπε να ετοιμαστούν όσο το δυνατό πιο άμεσα δυο εντάλματα σύλληψης. Η Αντωνία θα πλήρωνε για αυτό που είχε κάνει, όσο για την άννα… κανείς δε θα τη γλίτωνε ζωντανή από τα χέρια της.
Βγήκε από το μπάνιο με κάμποση σαπουνάδα ακόμη στο σώμα της. Ξαφνικά βιαζόταν πολύ. Μπήκε στην κουζίνα κι άρχισε να ετοιμάζει μια πλούσια ομελέτα, ρίχνοντας μέσα ό,τι υπήρχε μέσα στο ψυγείο. Κι όταν έγινε κι αυτό, πριν καλά καλά αρχίσει το φαγητό της πήρε στο χέρι το τηλέφωνο του σπιτιού κι άρχισε να πληκτρολογεί πυρετωδώς, ενώ επιτέλους σωριαζόταν σε μια πολυθρόνα.
Το φαγητό είχε αρχίσει ήδη να κρυώνει αλλά εκείνη δε νοιαζόταν. Μιλούσε διαδοχικά με κάμποσους αστυνομικούς διάφορων βαθμίδων, δίνοντας στοιχεία κι εξηγώντας τι έπρεπε να γίνει. Μόνο όταν ενημέρωσε που θα έβρισκαν κάποια απαραίτητα έγγραφα σχετικά με την υπόθεση, μόνο όταν βεβαιώθηκε πως αύριο το πρωί θα είχε στο γραφείο της το ένταλμα σύλληψης της Άννας και τέλος, μόνο όταν κανόνισε την αποστολή που θα πήγαινε στο σπίτι της Αντωνίας ηρέμησε κάπως κι έκλεισε το τηλέφωνο. Και τότε αναστέναξε βαθιά κι άρχισε να τρώει με όρεξη.
Θα χρειαζόταν να περάσουν κάμποσες ώρες ώσπου να μάθει η ενριέτα πως βρήκαν την αντωνία νεκρή, ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Δίπλα της υπήρχε ένα σημείωμα, το οποίο προφανώς προοριζόταν για τον άνδρα της, και μέσα εκεί του έγραφε τα πάντα. Αυτό θα τη γέμιζε πρόσκαιρες τήψεις τις οποίες θα έδιωχνε μακριά ο αλέξανδρος όταν επέστρεφε αλλά τίποτα από όλα αυτά δε θα συνέβαινε πριν από την επόμενη μέρα.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι της σχεδόν ήρεμη, με το μυαλό της άδειο. Η πλάτη της δεν πονούσε ευτυχώς κι όταν το συνειδητοποίησε κατάλαβε πως θα κοιμόταν καλά. Μετά από πολύ καιρό, απέφυγε να διαβάσει κάτι σχετικό με το θάνατο της Λίντας. Δε διάβασε ούτε όσα είχε γράψει στο σπίτι της Αντωνίας. Είχε ήδη στείλει με φαξ αυτά που έπρεπε στους αρμόδιους. Κι έτσι, τα μάτια της έκλεισαν με τη σκέψη της στον αλέξανδρο.
Η Ναταλία κι ο άρης έφυγαν από το σπίτι την άλλη μέρα, ακριβώς στις οκτώ. Η κοπέλα ένιωθε το σώμα της πιασμένο εξαιτίας της άβολης μα τόσο αγαπημένης στάσης στην οποία είχε κοιμηθεί. Όταν ο Άρης τη ρώτησε αν φοβόταν εκείνη του είχε χαμογελάσει εξηγώντας πως ένιωθε ήρεμη, πιο ήρεμη από ποτέ. Εκείνος είχε κουνήσει το κεφάλι. Δεν της το είχε ομολογήσει αλλά χαιρόταν για την ξαφνική μα ολοκληρωτική της μεταστροφή. Ήξερε πως ήταν καιρος να πάρει κι εκείνη πρωτοβουλίες αφού ήταν τόσο μπλεγμένη σε κείνη την ιστορία. Θα έκαναν μαζί μια καλή πράξη, προσπαθώντας να βοηθήσουν την επιθεωρήτρια κι ίσως να έβλεπαν και την άρτεμη πολύ σύντομα.
Στο δρόμο για το γραφείο της ενριέτας χατζηπέτρου δε μιλούσαν πολύ. Αναρωτιόνταν τι είδους υποδοχή τους περίμενε κι αν θα τους πίστευε. Μα τι σκέφτονταν, είχαν αποδείξεις, θα της μιλούσαν όσο πιο πειστικά μπορούσαν, είχαν επαρκή στοιχεία, δε θα τους αγνοούσε.
-λες να είναι καλή; Ρώτησε κάποια στιγμή η ναταλία, λίγο πριν φτάσουν.
-το εύχομαι, μα ακόμη κι αν δεν είναι θα μαλακώσει όταν μάθει όσα έχουμε να της πούμε.
Η ενριέτα μπήκε στο γραφείο της λίγο μετά τις οκτώ. Ένιωθε ξεκούραστη κι ανανεωμένη. Σήμερα θα έβρισκε την Άρτεμη, ήταν βέβαιη πως κάτι καλό θα συνέβαινε. Κρέμασε το παλτό της κι ετοιμάστηκε να ανοίξει τον υπολογιστή της, όταν άκουσε ένα ελαφρύ χτύπημα στην πόρτα.
-εμπρός! Η πόρτα άνοιξε και στην είσοδο εμφανίστηκαν δυοάγνωστοι άνθρωποι, ένας άνδρας και μια γυναίκα. Φαίνονταν πολύ νέοι. Τους κοίταξε ερωτηματικά και τότε πήρε το λόγο ο άνδρας.
-καλημέρα, η κυρία χατζηπέτρου;
-ναι, εγώ είμαι. Κι εσείς;
-Με λένε Άρη, κι από εδώ η Ναταλία. Ήρθαμε να σας μιλήσουμε για το φόνο της Λίντας αλεξάνδρου.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: