Η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο τεσαρακοστό τέταρτο..
Η ενριέτα άκουγε τη Ναταλία και τον άρη για δυο ώρες τουλάχιστον. Στην αρχή είχε θελήσει να κρατήσει κάποιες σημειώσεις αλλά γρήγορα τα παράτησε για να μη χάσει ούτε λέξη από ΄σα της έλεγαν. Πολλά ερωτήματα έβρισκαν τις απαντήσεις τους. Αυτή η κοπέλα τα ήξερε καλά τα πράγματα και δε δίσταζε να αποκαλύψει τα πάντα στην επιθεωρήτρια. Ο άρης μιλούσε λίγο αλλά κάθε φορά που το έκανε ήταν για να προσθέσει κάτι σημαντικό.
Κάποτε η Ναταλία σταμάτησε για να πιεί μια γουλιά νερό και η επιθεωρήτρια το εκμεταλεύτηκε για να μιλήσει κι εκείνη.
-Κάνατε πολύ καλά που ήρθατε ως εδώ. Δεν ξέρω πως θα τα κατάφερνα χωρίς τη βοήθιά σας. Ομολογώ ότι σας χρωστάω. Την κοίταξαν και οι δυο κι εκείνη συνέχισε.
-Χρόνια με στοίχιωνε αυτή η υπόθεση, δε φανταζόμουν πως θα έβρισκα τη λύση. Την άρτεμη την ξέρω όπως υποθέτετε. Κάθε φορά που μιλούσαμε μου αποκάλυπτε λίγα στοιχεία με το σταγονόμετρο. Αυτό δε μου άρεσε αλλά δε μπορούσα να κάνω τίποτα καλύτερο από το να περιμένω. Μα τώρα η αναμονή έφτασε στο τέλος της. Στράφηκε στη Ναταλία που την κοιτούσε στα μάτια.
-πιστεύεις δηλαδή πως θα τις βρούμε και τις δυο στο σπίτι της Ηρώς;
-Ναι. Έτσι νομίζω, εντάξει πάντα υπάρχει η πιθανότητα να κάνω λάθος. Κατέβασε το κεφάλι θλιμμένη ξαφνικά.
-μακάρι να μπορούσα να βοηθήσω πιο πολύ.
-μα τι λες; Βοηθάς ήδη πάρα πολύ. Μακάρι να είχες έρθει πιο νωρίς. Πιστεύεις πως θα της έχει κάνει κακό; Σηκώθηκε από το γραφείο πλησιάζοντάς τους.
-όχι, δεν το νομίζω. Δεν έχει ουσιαστικό πρόβλημα μαζί της. Τη Λίντα τη μισούσε επειδή πίστευε πως έκλεβε την αγάπη της μητέρας της αλλά εκείνη έχει πεθάνει.
-σωστά! Η επιθεωρήτρια έγνεψε καταφατικά. Λοιπόν, τι θα λέγατε να πάμε όλοι εκεί; Θα έχουμε μαζί μας κι ένα υπηρεσιακό αυτοκίνητο βέβαια με κάποιους άνδρες. Την κοίταξαν ανήσυχοι.
Εκείνη έσπευσε να συνεχίσει.
-έχω ήδη το ένταλμα σύλληψης της άννας. Πήρε από το γραφείο έναν κλειστό φάκελο και τον κούνησε προς το μέρος τους. Έχω κι άλλα στοιχεία, πράγματι η άννα σκότωσε τη Λίντα, δεν υπάρχει αμφιβολία.
-Πώς είστε τόσο σίγουρη; Ήταν ο άρης που έκανε την ερώτηση.
-Θα σας πω στο δρόμο. Στράφηκε προς την πόρτα. Δεν πρέπει να καθυστερούμε. Τέλοσπάντων, μίλησα χθες με την αντωνία, την κοπέλα που δούλευε στο σπίτι κι ήταν με τη Λίντα λίγο πριν πεθάνει. Τα παραδέχτηκε όλα.
-τότε έχουμε καθυστερήσει ήδη. Η ναταλία σηκώθηκε με τη σειρά της και χαμογέλασε πάλι στην επιθεωρήτρια.
-ό,τι έκανα ήταν για τη Λίντα και την άρτεμη. Δε θέλω να πάθει τίποτα.
-δε θα πάθει κορίτσι μου, την καθησύχασε εκείνη και πρόσθεσε.
-Θα με περιμένετε για λίγα λεπτά; Πρέπει να οργανώσω την επιχείρηση. Εκείνοι συμφώνησαν και η ενριέτα βγήκε βιαστική.
-τελικά είναι καλη, έτσι δεν είναι; Η Ναταλία άγγιξε το χέρι του άρη που άρχισε να της χαιδεύει τα δάκτυλα.
-ναι, είναι εντάξει. σΟυ το είπα εγώ ναμην ανησυχείς.
-Σε λίγο θα φύγουμε. Μακάρι να είναι εκεί η άρτεμη… Η Άννα δε θα το πιστεύει πως τη βρήκαμε. Θα τη συλλάβουν κι εμείς θα πάρουμε την άρτεμη από εκει.
-Ναι, έτσι ακριβώς θα γίνει, θα το δεις.
Η ενριέτα επέστρεψε στο γραφείο δεκα λεπτά αργότερα.
-όλα έτοιμα, είπε παίρνοντας το παλτο και την τσάντα της. Πόση ώρα θα μας πάρει να φτάσουμε ως εκεί;
-Κάπου μιάμιση, νομίζω. Την πλησίασαν.
-ωραία, να φεύγουμε τότε. Λέω να πάμε όλοι μαζί με το αυτοκίνητό σας, αν δεν έχετε πρόβλημα και το υπηρεσιακό να έρθει χωρίς εμένα.
-καλύτερα, έτσι θα μιλήσουμε λίγο ακόμη. Βγήκαν και η επιθεωρήτρια κλείδωσε. Ένιωθε και πάλι την παλιά γνώριμη έξαψη να την κυριεύει. Κάτι μέσα της της φώναζε πως σε λίγο θα έβλεπε την άννα. Φτάνει να είχε δίκιο η ναταλία.
Μπήκαν όλοι στο αυτοκίνητο και η Ναταλία έριξε από το παράθυρο μια κλεφτή ματιά στο υπηρεσιακό που τους περίμενε, Μα τράβηξε σχεδόν αμέσως τα μάτια της όταν διασταυρώθηκαν με αυτά των άλλων ανδρών. Ο άρης που κατάλαβε αμέσως το φόβο της την αγκάλιασε προστατευτικά.
-δεν πιστεύω να χάσεις το θάρρος σου τώρα; Τώρα που τα καταφέρνουμε;
-όχι, εντάξει. Αφού με κρατάς… η ενριέτα τους χαμογέλασε καθώς έβαζε μπροστά.
-λοιπόν, Ναταλία, θα με καθοδηγείς;
-Βέβαια. Η κοπέλα άρχισε να δίνει οδηγίες και σιγά σιγά ηρέμησε με την κουβέντα και το άγγιγμα του φίλου της.
-Γιατί δεν ήρθες όταν πέθανε η μαμά; Ο λαιμός της άρτεμης είχε κλείσει. Όλη τη νύχτα κάθονταν στην ίδια θέση σε κείνο το καταραμένο σαλόνι. Δεν είχαν φάει τίποτα,μόνο χυμούς και νερό έπιναν αλλά δεν ένιωθε καμιά πείνα. Το μόνο που ευχόταν ήταν να βρει κάποιον τρόπο να ειδοποιήσει την ενριέτα. Πότε πότε έφερνε στο νου της τον ανδρέα και τον άρη. Σίγουρα θα είχαν ανησυχήσει πολύ. Ο ανδρέας μάλιστα θα άρχιζε να την ψάχνει, ήταν βέβαιη. Η άννα δίπλα της εξακολουθούσε να κάθεται στητή, χαλαρή, ανεπηρέαστη από τις συνθήκες.
-δε μπόρεσα, άρτεμη. Ήξερα πως με παρακολουθούσες, πως με περίμενες να έρθω. Πες μου, γι’αυτό δε μίλησες τώρα στην επιθεωρήτρια; Επειδή η μαμά πέθανε και δε θα μάθαινε τίποτα για μένα;
-ακριβώς. Δεν ήθελα να τη σκοτώσω εγώ, ξέρεις πως αυτό δε θα το άντεχε. Δεν έχεις ιδέα πόσες φορές την άκουγα να κλαίει και να προσεύχεται για τη λίντα.
Η άννα γέλασε σαρκαστικά.
-να, το βλέπεις, γι’αυτό τη σκότωσα.
-είσαι απαίσια, θέλω να φύγω. Σηκώθηκε όρθια κι άρχισε να χτυπάει την πόρτα με μανία. Μα η άννα δεν κουνήθηκε από τη θέση της.
-κάνε ό,τι θέλεις. Θα φύγεις όταν το αποφασίσω εγώ.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ο ήχος αυτοκινήτων που σταματούσαν έξω από την πόρτα. Τότε μετακινήθηκε η Άννα για να βρεθεί κοντά στο παράθυρο.
-δεν είναι δυνατόν! Η άρτεμη έτρεξε δίπλα της για να δει, και είδε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ξέφρενα.
-επιτέλους, φώναξε, μας βρήκαν. Η άννα την έπιασε από το λαιμό οργισμένη.
-Πώς μου το έκανες εμένα αυτό; Θα σε σκοτώσω κι εσένα. Τύληξε τα χέρια της γύρω από την άρτεμη πιο σφιχτά. Εκείνη άρχισε να κλοτσάει με όση δύναμη είχε και να φωνάζει. Αλλά η άννα της βούλωσε γρήγορα το στόμα.
-δεν ήθελα να σε πειράξω, σου τα είπα όλα, αλλά δεν το άξιζες. Θα το πληρώσεις.
Τότε ήταν που ακούστηκε το πρώτο χτύπημα στην πόρτα. Η Άρτεμη έβγαλε ένα πνιχτό βογκητό και κατάφερε να γραντζουνίσει το δεξί χέρι της άννας.
-Κάτι γίνεται εκεί μέσα, η Ναταλία άρπαξε το μπράτσο του άρη. Στέκονταν μαζί με την επιθεωρήτρια έξω από την κλειστή πόρτα ενώ οι υπόλοιποι αστυνομικοί έστεκαν γύρω τους.
-χτύπα πιο δυνατά! Η ενριέτα που είχε ακούσει κι εκείνη το θόρυβο πήρε φόρα και χτύπησε.
-δε θα σου ανοίξει κανείς, μούγκρισε η άννα μέσα από τα δόντια της. Είχε δεχτεί άλλη μια κλοτσιά στο στομάχι από την άρτεμη.
-Κάντε κάτι, ήταν ο άρης που μίλησε αυτή τη φορά.
-Κάντε στην άκρη σας παρακαλώ! Αυτός που είχε μιλήσει ήταν ένας νέος μελαχρινός αστυνομικός. Θα τη σπάσουμε αν χρειαστεί.
Ο άρης τράβηξε τη Ναταλία κι έβαλε το χέρι του μπροστά στα μάτια της.
Η Άρτεμη εξακολουθούσε να παλεύει όταν έπεσε η πόρτα. Η άννα είχε λαχανιάσει από την προσπάθια αλλά η δύναμη της αδερφής της πολαπλασιαζόταν ταχύτατα τώρα που καταλάβαινε πως θα της ξέφευγε.
Ο ήχος ήταν πολύ δυνατός. Μπήκαν όλοι μαζί σχεδόν. Μόνο δυο στέκονταν απ’έξω.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: