Η πρώτη υπόθεση

Κεφάλαιο τεσαρακοστό πέμπτο.
Αμέσως μόλις έπεσε η πόρτα η άννα άφησε την άρτεμη και στράφηκε να αντιμετοπίσει αυτούς που έμπαιναν στο σπίτι. Δεν αναγνώρισε κανέναν. Μα δε συνέβη το ίδιο και με την άρτεμη. Είδε τον άρη και την επιθεωρήτρια κι έτρεξε κατευθείαν προς το μέρος τους. Μα λίγο πριν τους συναντήσει, παραπάτησε ξεσπώντας σε κλάματα. Ο άρης την έπιασε και την κράτησε κοντά του προστατευτικά ενώ η ενριέτα έδινε κοφτές οδηγίες.
Η άννα στο μεταξύ στεκόταν εντελώς ακίνητη, κοιτώντας μια την αδερφή της και μια τους αστυνομικούς. Όταν την πλησίασε ο μελαχρινός άνδρας που είχε πει πως θα έσπαγε την πόρτα δεν είπε τίποτα. Μόνο γονάτισε κι άρχισε κι εκείνη να κλαίει μα πολύ πιο σιγανά.
Η ενριέτα μίλησε ακόμη λίγο μαζί τους κι ύστερα πλησίασε τους υπόλοιπους.
-πάμε έξω, σας παρακαλώ, δε θέλω να το δει αυτό η άρτεμη. Εκείνοι κούνησαν το κεφάλι και βγήκαν, κρατώντας την κοπέλα που έτρεμε ανεξέλεγκτα. Ήταν στα πρόθυρα του σοκ και το ήξεραν. Μπήκαν στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν γρήγορα.
Η άρτεμη έκλαιγε σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Μόνο όταν έφτασαν στο γραφείο της επιθεωρήτριας και την ξάπλωσαν στον καναπέ των επισκεπτών, κατόρθωσε να σταματήσει και να την κοιτάξει.
-Με βρήκατε, μουρμούρισε απαλά, σαν να το έλεγε στον εαυτό της.
-Φυσικά, άρτεμη. Η επιθεωρήτρια κάθισε κοντά της ενώ ο άρης και η ναταλία γονάτισαν μπροστά από τις δυο γυναίκες.
-Η αδερφημου, τραύλισε πάλι η άρτεμη, αυτή τη σκότωσε.
-το ξέρουμε γλυκιά μου, ηρέμησε. Η ενριέτα άπλωσε το χέρι και της χάιδεψε τα μαλλιά.
-τι θα της κάνουν; Η κοπέλα τινάχτηκε αλλά οι υπόλοιποι τη συγκράτησαν εύκολα.
-Αυτή τη στιγμή την έχουν ήδη συλλάβει. Άρτεμη έχει κάνει έναν φόνο, θα πρέπει να πληρώσει.
-Όχι έναν, όχι, δυο φόνους.
-Τι; Μίλησαν και οι τρεις μαζί.
-Δυο, σκότωσε και την κόρη της, μόλις λίγων ημερών. Η Άρτεμη πήρε βαθιά ανάσα.
-φέρε της λίγο νερό σε παρακαλώ! Η επιθεωρήτρια στράφηκε στη Ναταλία που σηκώθηκε στη στιγμη.
-Ξέρω τι σας λέω, μου τα είπε όλα. Έχω τα απαραίτητα στοιχεία. Κοιταξε τη Ναταλία παίρνοντας το ποτήρι.
-εσύ κάτι μου θυμίζεις.
-είμαι η Ναταλία, η φίλη της Άννας.
-τότε ίσως ξέρεις το Ζαν.
-φυσικά. Η κοπέλα ανασήκωσε τα φρύδια.
-είχε μαζί του ένα παιδί, τον παντρεύτηκε κρυφά. Οι γονείς του ήθελαν να αποφύγουν το σκάνδαλο.
Η Ναταλία γονάτισε ξανά.
-έχει δίκιο είπε απευθυνόμενη στην ενριέτα. Τον ξέρω το ζαν. Μα δε γνώριζα τίποτα για το παιδί και το γάμο.
-τελικά ήταν πιο επικίνδυνη από ό,τι περίμενα. Θα μας τα πεις όλα αργότερα αφού ηρεμήσεις. Στο μεταξύ πες μου, θέλεις να δεις κανέναν; Να ειδοποιήσουμε κάποιον;
Η άρτεμη στράφηκε στον άρη. Εκείνος της χαμογέλασε συγκρατημένα.
-Ξέρεις τη Ναταλία;
-ναι, άρτεμη. Είμαστε μαζί πριν χρόνια. Ήρθε στο μαγαζί που δουλεύω χθες. Κι έτσι σας βρήκαμε σήμερα. Συγκεντρώναμε στοιχεία.
-Κατάλαβα. Η φωνή της χαμήλωσε και πάλι.τους κοίταξε για λίγο πριν μιλήσει ξανά.
-είστε ωραίο ζευγάρι, να μείνετε μαζί και να προσέχετε ο ένας τον άλλον. Οι δυο νέοι την κοίταξαν κι έπειτα κοιτάχτηκαν και μεταξύ τους.
-αυτό σκοπεύουμε να κάνουμε, άρτεμη. Ο άρης έπιασε το χέρι της Ναταλίας και το έσφιξε τρυφερά.
-εμείς οι τρεις, άρτεμη, θα κάνουμε την καλύτερη παρέα. Η Ναταλία της χαμογέλασε.
-τέσσερις, θα είναι κι ο ανδρέας μαζί μας. Μήπως μπορώ να του στείλω ένα μήνυμα;
Ο ανδρέας κοίταξε το κινητό του. Δεν είχε κλείσει μάτι το προηγούμενο βράδυ. Έψαχνε την Άρτεμη παντού, στη δουλειά στις καφετέριες… είχε πάει στη γύρω περιοχή με το αυτοκίνητο αναζητώντας τη αλλά μάταια. Όταν ήρθε το μήνυμα η απελπισία του είχε κορυφωθεί.
«είμαι καλά, αγάπη μου. Έγιναν πολλά, θα σου τα πω όλα σε λίγο κι ελπίζω να με καταλάβεις και να μη μου κρατήσεις κακία πια. Δε σου φέρθηκα καλά αυτόν τον καιρό, μα να ξέρεις πως σε αγαπάω. Θα σου τηλεφωνήσω, σε λίγο».
Ήταν καλά και τον αγαπούσε. Αυτό του έφτανε για την ώρα. Όλα τα υπόλοιπα θα τα έβρισκαν αργότερα, μαζί.
-Θέλεις να σε πάμε στο σπίτι; Ο άρης σηκωνόταν αργά αργά από τη θέση του. Είχαν περάσει ώρες καθισμένοι εκεί. Η άρτεμη τους τα είχε πει όλα όπως επίσης και η ενριέτα. Ο καθένας συμπλήρωνε το κομμάτι που γνώριζε ώσπου όλη η ιστορία συμπληρώθηκε τελικά.
-Ναι, αν σας είναι εύκολο. Δεν έχω το κουράγιο να περπατήσω. Θέλω να δω τον ανδρέα. Η Άρτεμη σηκώθηκε κι εκείνη προσεκτικά.
Η ενριέτα τους πλησίασε χαμογελώντας.
-ελπίζω σε κείνη την παρέα που λέγατε να υπάρχει θέση και για μένα. Εκτός αν με θεωρείτε πολύ μεγάλη. Γέλασαν όλοι.
-είσαι ευπρόσδεκτη ενριέτα.
-ωραία, χαίρομαι γι’αυτό. Θα έχουμε πολλή δουλειά αυτές τις μέρες αλλά αμέσως μόλις ηρεμήσουμε όλοι θα τα ξαναπούμε από κοντά, σε καλύτερες συνθήκες ελπίζω. Πάντως, σας ευχαριστώ όλους πολύ. Άρχισε να τους σφίγγει τα χέρια.
Κάποτε έφτασε στην άρτεμη. Ήταν δακρυσμένες και οι δυο.
-θα βγει ποτέ από τη φυλακή;
-δεν ξέρω καλή μου, έκανε πολλά. Πήγαινε να ξεκουραστείς κι εγώ θα σου τηλεφωνήσω αμέσως μόλις έχω κάποιο νέο για κείνη. Δε θέλω να στενοχωριέσαι αν και ξέρω πως αυτό δε γίνεται. Σκέψου όμως πως αν η άννα δεν είχε τόσο διεστραμμένο νου, η Λίντα θα ζούσε σήμερα.
-το ξέρω. Η Άρτεμη έσκυψε το κεφάλι.
-Και η Λίντα και το κοριτσάκι της. Μα τώρα δε θα κάνει κακό σε κανέναν. Άρχισε πάλι να κλαίει κι ο άρης την έπιασε από το μπράτσο για να την απομακρύνει.
-θα τα πούμε σύντομα, φώναξε στην ενριέτα.
Εκείνη έκλεισε την πόρτα αμέσως μόλις χάθηκαν. Η πλάτη της άρχιζε πάλι να πονάει και σε αυτόν τον πόνο ερχόταν να προστεθεί κι ακόμη ένας. Αυτός του κεφαλιού της. Μα αυτό ήταν λογικό. Ήταν πολλά αυτά που έγιναν, κι έμεναν κι άλλα ακόμη. Ωστόσο είχε τώρα την εικόνα της υπόθεσης ολόκληρη.
Ο ήχος του κινητού της την έκανε να τιναχθεί.
-ναι;
-αγάπη μου, πώς είσαι; Η φωνή του Αλέξανδρου έφτασε ως εκείνη γλυικιά και θερμή.
-Αλέξανδρε, επιτέλους. Είχα αρχίσει να ανησυχώ. Δε με πήρες όλο το πρωί.
-συγνώμη κυρία επιθεωρήτρια, είπε εκείνος απολογητικά. Μα ξέρεις τώρα, γιατροί χαρτιά…
-τι γίνεται με την αδερφή σου;
-Είναι καλά. ΟΙ γιατροί είπαν πως έφταιγε η κούραση και το στρες. Θα αναπαυθεί για λίγο και θα της περάσει. Ήδη νιώθει πολύ καλύτερα. Της έδωσαν και κάποιες βιταμίνες. Εσύ πες μου, πως είσαι; Τι έγινε με τη δουλειά;
-όλα καλά, βρήκαμε μια άκρη.
-αλήθεια; Χαίρομαι. Έτσι θα κοιμηθείς απόψε.
-τι θέλεις να πεις;
-Μη νομίζεις πως δεν αντιλήφθηκα τα τελευταία σου ξενύχτια. Η ενριέτα γέλασε.
-κι εγώ που νόμιζα πως σε ξεγελούσα…
-Αυτό δε θα γίνει ποτέ.
-τέλοσπάντων. Πότε έρχεσαι;
-μόλις ξεκίνησα.
-τι;;; αλήθεια;
-ναι, ήθελα να σου κάνω έκπληξη αλλά δε μπόρεσα να αντισταθώ στη γλυκιά φωνή σου.
-αλέξανδρε, κλείσε γρήγορα αφού οδηγείς.
-έλα τώρα…
-Αν κλείσεις αμέσως σου υπόσχομαι πως θα σε περιμένεις μια έκπληξη αμέσως μόλις γυρίσεις.
-τι;
-δε σου λέω.
-Καλά λοιπόν, εκβιάστρια, θα το πληρώσεις όμως. Κλείνω, σε αγαπώ πολύ. Έκλεισε και η ενριέτα ξέσπασε σε γέλια. Αυτό ακριβώς χρειαζόταν, την παρουσία του. Εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε να σκέφτεται τίποτα άλλο. Θα έφευγε αμέσως από το γραφείο. Θα πήγαινε για ψώνια. Θα αγόραζε υλικά για ένα υπέροχο δείπνο, το πιο ακριβό κρασί που θα έβρισκε και βέβαια πάμπολλες σοκολάτες. Κι όταν το βράδυ θα ήταν ξαπλωμένη στην αγκαλιά του, θα του τα έλεγε όλα. Κι εκείνος θα είχε τον τρόπο να την κάνει να νιώσει καλύτερα.
Πήρε το παλτό της και βγήκε από το γραφείο ξεχνώντας να κλειδώσει. Θα της έπαιρνε ώρες να μαγειρέψει, κι επιπλέον ήθελε να τηλεφωνήσει και στη σαρα. Αν μάθαινε πως της είχε κρύψει τόσα πολλά, δε θα της ξαναμιλούσε ποτέ!
Τέλος!

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: