Η άρπα της Αμάντας

Η θεά στρίλντα τέλειωσε το χτένισμά της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη χαμογελώντας. Τελικά δεν ήταν κι άσχημο που που και που μεταμορφωνόταν σε γυναίκα. Μάζεψε τα σύνεργα του βαψίματος προσπαθώντας να θυμηθεί ποια ήταν η τελευταία φορά που είχε ανέβει στον επάνω κόσμο με κείνο το πρόσωπο, σαν μια κανονική γυναίκα. Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την τελευταία φορά. Χαμογέλασε φέρνοντας στο νου της τον άνδρα εκείνον. Ήταν νέος κι όμορφος με ένα πρόσωπο σχεδόν αγγελικό. Το δέρμα του ήταν απαλό και τα χέρια του σχεδόν βελούδινα αφού δεν είχαν σκληρύνει ακόμη από τις μάχες. Η ειρήνη είχε υπό την προστασία της το βασίλειο κι οι άνδρες έρχονταν στον κόσμο για να γίνουν τεχνίτες, μουσικοί και καλλιτέχνες. Αλλά όλα αυτά πριν αρχίσει τη δράση της η θεά. Όταν τον είδε σε κείνη την αρχαία μυστηριακή τελετή, είχε πιστέψει πως το άστρο της θα έλαμπε και πως όλος ο κόσμος θα βρισκόταν στα πόδια της. Και πράγματι, έτσι έγιναν όλα.
Κανείς δεν ήξερε πως μέσα σε λίγα λεπτά είχε εξορίσει στη λήθη την ιέρια που προοριζόταν για κείνον και πως φορώντας το φόρεμά της, είχε πάρει τη θέση της. Ο βασιλιάς δεν κατάλαβε τη διαφορά, το αντίθετο μάλιστα η ικανοποίηση που τον πλημμύρισε τη στιγμή που πλάγιασε μαζί της ήταν τόσο μεγάλη που ορκίστηκε πως θα την είχε για πάντα δική του. Έτσι άρχισε να κάνει πλούσια δώρα στη θεά την οποία υποτίθεται πως υπηρετούσε η στρίλντα για να την εξευμενήσει ζητώντας τη σαν δώρο. Φυσικά δεν είχε ιδέα πως αυτή με την οποία είχε κοιμηθεί το βράδυ της γιορτής δεν ήταν ανθρώπινο πλάσμα.
Η Στρίλντα φρόντισε να ομορφαίνει όλο και περισσότερο με σκοπό να τον σαγηνεύσει και εκείνος λίγο έλειψε να τρελαθεί όταν κατάλαβε πως η θεά θα αργούσε να δώσει το σημάδι της. Χρειάστηκε να περιμένει 6 ολόκληρους μήνες ώσπου να έρθει η απάντηση. Όταν η αρχιέρια τον πληροφόρησε πως η στρίλντα θα γινόταν δική του για λίγους μήνες, κόντεψε να τρελαθεί από τη χαρά του. Φυσικά δε γνώριζε τι τον περίμενε.
Η θεά είχε ζητήσει να γίνει άνθρωπος μόνο για ένα χρόνο περίπου, ώστε να προλάβει να γεννήσει μια κόρη. Μετά, θα πέθαινε μπροστά στα μάτια θεών κι ανθρώπων για να μεταφερθεί και πάλι στο μέρος όπου κατοικούσε. Από εκεί θα συνέχιζε να υφαίνει τα σχέδιά της,ως το τέλος.
Ελάχιστοι ήξεραν για τη σύντομη παραμονή της στον επάνω κόσμο, κι ανάμεσα σε αυτούς ήταν εκείνη που τώρα περίμενε, η βασίλισσα των ξωτικών, η μεγάλη μητέρα όπως αυτά την αποκαλούσαν.
Σε κείνη δε μπορούσε να πει ψέματα γιατί γνώριζε όλα όσα επρόκειτο να γίνουν. Βέβαια δεν ήταν τόσο ισχυρή θεά όπως η ίδια αλλά σε περίπτωση που το επιθυμούσε θα μπορούσε να βλάψει ή πιο σωστά να καθυστερήσει τα σχέδιά της, κι αυτό δεν το ήθελε καθόλου. Ήδη είχε χρειασθεί να κάνει μεγάλη υπομονή και να μελετήσει για πολύ καιρό την κάθε της κίνηση. Δεν έπρεπε να βρεθεί κανένα εμπόδιο στο δρόμο της, όχι τώρα.
Πίστευε πως τα είχε όλα υπό έλεγχο και το μόνο που την προβλημάτιζε ήταν εκείνη η αδελφότητα των ξωτικών. Πώς την έλεγαν;
Προσπάθησε να θυμηθεί καθώς φορούσε μια σειρά από χρυσά βραχιόλια στα χέρια και στα πόδια της. Α ναι, οι άγγελοι της αλήθειας. Μια έντονη ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί της στη σκέψη αυτού του ονόματος. Μα ήταν τόσο έντονη λοιπόν η παρουσία τους ακόμη και στον κόσμο της τον οποίο δεν είχαν επισκεφθεί ποτέ,με μόνη εξαίρεση την αρχηγό τους; Καλά θα έκανε να τους προσέχει πιο πολύ από εδώ και μπρος.
Το γλυκό τραγούδι του ανέμου, που της θύμιζε έντονα χορωδία νεαρών και πανέμορφων αγγέλων την προειδοποίησε πως η μεγάλη μητέρα ήταν κοντά. Αυτό την έκανε να βιαστεί με τα κοσμήματά της. Ήθελε να τη μαγέψει με την ομορφιά της ξεχνώντας πως εκείνη δεν επηρεαζόταν από τέτοια πράγματα.
Η χορωδία πλησίαζε όλο και περισσότερο ώσπου ένα από τα κρυστάλινα παράθυρα άρχισε να τρίζει. Η θεά κάθισε σσε έναν καναπέ σταυρώνοντας τα χέρια της, δε μπορούσε να κάνει τίποτα. Το τζάμι έγινε χίλια κομμάτια και ο ψυχρός αέρας όρμησε στο δωμάτιο. Μαζί με αυτόν μπήκε και το ξωτικό. Η Στρίλντα χαμογέλασε αλλά έπνιξε το χαμογελο την επόμενη στιγμή. Μπορεί η μεγάλη μητέρα να ήταν μικροσκοπική αλλά μόνο εκείνη γνώριζε την ισχή της.
Η θεά στρίλντα σηκώθηκε από τον καναπέ όταν το ξωτικό την πλησίαζε.
-Σε χαιρετώ μητέρα των ξωτικών,, είπε με φωνή μελιστάλαχτη που θύμιζε στην άλλη θεά αυτή της ραλκ. Πόσος καιρός έχει περάσει άραγε από την τελευταία φορά που ανταμωθήκαμε στον κόσμο των ανθρώπων;
-Ανταποδίδω το χαιρετισμό σου, μεγάλη θεά στρίλντα, το ξωτικό, αιωρήθηκε για λίγο πάνω από το κεφάλι της γυναίκας κι ύστερα πήρε κι αυτό ανθρώπινη μορφή και στάθηκε δίπλα της. Είχε μεταμορφωθεί κι εκείνο σε γυναίκα με άσπρα μαλλιά. Η ομορφιά της δε συγκρινόταν με κείνη της στρίλντας κι αυτή που το κατάλαβε χαμογέλασε φιλάρεσκα.
-μπορείς να καθίσεις μεγάλη μητέρα είπε και την κάλεσε στον καναπέ όπου καθόταν λίγα λεπτά νωρίτερα κι η ίδια. Η άλλη γυναίκα κάθισε με προσοχή κι άρχισε να περιεργάζεται το δωμάτιο.
-βλέπω πως θυμήθηκες και πάλι τις συνήθιες των ανθρώπων, είπε συλλογισμένα.
-δίκιο έχεις.
-Κι αυτό να το λάβω ως απειλή; Η στρίλντα γέλασε και η μεγάλη μητέρα άκουσε καμπανάκια μέσα στο κεφάλι της.
-αρκετά χρόνια έμεινα μόνη, χωρίς την παρέα της κόρης μου, της πριγκιπισσας αμάντας, δε νομίζεις;
Το πρόσωπο της άλλης σκυθρώπιασε στη στιγμή.
-Ώστε λοιπόν, δεν την έχεις ξεχάσει…
Η στρίλντα γέλασε για δεύτερη φορά.
-Τα χρόνια αλλοίωσαν την εξυπνάδα σου μεγάλη μητέρα, Πώς είναι δυνατό να ξεχάσω αυτό που με συνδέει με τον επάνω κόσμο;
-κι εγώ που νόμιζα πως ήταν η αγάπη που σε ώθησε να μιλήσεις γι’αυτή.
-αγάπη; Δεν την ξέρω αυτή τη λέξη μεγάλη μητέρα. Ξεχνάς φαίνεται πως εγώ δεν ήμουν καρπός αγάπης αλλά πρωτόγονου πόθου, πως ήρθα στον κόσμο εξαιτίας της ανάγκης για επιβίωση, όταν το νερό έσμιξε με τη φωτιά.
Ήρθα στον κόσμο για να τον μεταμορφώσω κι αγάπη δεν υπάρχει μέσα μου, όχι για άνδρα αλλά ούτε και για το ίδιο μου το παιδί.το ξωτικό γυναίκα δε μίλησε. Την ήξερε καλά τη στρίλντα, ήταν αδίστακτη και τώρα είχε έρθει ο καιρός να το δείξει σε όλους.
-Κι αφού δεν το αγαπάς το παιδί σου γιατί το έφερες στη μνήμη σου;
-Γιατί το θέλω στο πλάι μου, μου χρειάζεται ένας σύμμαχος.
-πΟύ είναι η νεράιδα Λίγκρα; Την έδιωξες από κοντά σου;
-Όχι, ποτέ δε θα τη διώξω. Όλα αυτά τα χρόνια πάλευα να την πλάσω έτσι όπως ήθελα και τώρα επιτέλους τα κατάφερα. Είναι προορισμένη για μεγάλα πράγματα.
-τι θέλεις από εμένα;
-Να σου πω πως όλα τα γρανάζια είναι στη θέση τους, πως ο τροχός σε λίγο θα αρχίσει και πάλι να γυρίζει. Θέλω να αποδεσμεύσετε την κόρη μου από την προστασία σας, δεν τη χρειάζεται πια. Η μεγάλη μητέρα γέλασε.
-αυτό να το βγάλεις από το νου σου στρίλντα, η Αμάντα δε θα έρθει ποτέ κοντά σου, δε θα την αφήσουμε. Θα είμαστε όλοι κοντά της και το καλό μας το παιδί θα βασιλεύσει μια μέρα.
-Μα γι’αυτό τη θέλω, επειδή η μέρα αυτή δεν αργεί. Κι εσύ, το ξέρεις πολύ καλά αυτό.

Advertisements

Ετικέτες:

Ένα Σχόλιο to “Η άρπα της Αμάντας”

  1. Νυχτερινή Πένα Says:

    Πολύ ωραία, μάθαμε και περισσότερο και τις πιθανές πλευρές στην επερχόμενη αντιπαράθεση. Άραγε πόσα από αυτά ξέρει η Αμάντα;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: