Archive for Οκτώβριος 2010

Η άρπα της αμάντας

Οκτώβριος 29, 2010

Η Αμάντα βγήκε από το λουτρό μισή ώρα αργότερα. Ήταν τυληγμένη σε ένα πορφυρό χνουδωτό ύφασμα ενώ τα μαλλιά της ήταν βαλμένα μέσα σε ένα βελούδινο εφαρμοστό σκουφάκι. Ξάπλωσε στο κρεβάτι της χωρίς να μπει στον κόπο να φορέσει το νυχτικό της. Ποιος θα την έβλεπε; Άλωστε κρύωνε πολύ και νύσταζεακόμη περισσότερο. Η μέρα εκείνη ήταν δύσκολη και γεμάτη. Είχε σηκωθεί πολύ νωρίς το πρωί όπως συνήθως κι αφού είχε ντυθεί με τη βοήθθια της υπηρέτριάς της, της Ραλτίνας,είχε πάει να γνωρίσει την καινούρια δασκάλα της μουσικής. Σπούδαζε αυτή την τέχνη από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Είχε ξεκινήσει μαθαίνοντας να γράφει και να διαβάζει τις νότες κι ύστερα είχε αρχίσει να μελετάει ιστορία της μουσικής. Αυτό της άρεσε πολύ, και σύντομα είχε στην κατοχή της ορισμένα από τα πιο σπάνια βιβλία του είδους. Ο βασιλιάς πατέρας της ήταν εκείνος που την ενθάρρυνε να ασχοληθεί με αυτήν, δίνοντάς της την υπόσχεση πως θα τη στήριζε πάντα με ο,τι χρειαζόταν και πως θα της έφερνε τους καλύτερους δασκάλους. Και πράγματι κράτησε την υπόσχεσή του. Λίγα χρόνια αργότερα ήρθε στο παλάτι η ρέλια, που υποσχέθηκε να διδάξει στη νεαρή πριγκίπισσα όλα τα μυστικά της τέχνης του τραγουδιού. Της είπε ακόμη πως αν οι επιδόσεις της ήταν οι αναμενόμενες τότε σύντομα θα μπορούσε να επικοινωνεί με τα πουλιά. Αυτό της άρεσε αμέσως κι έτσι διπλασίασε τις προσπάθιές της.
Είχαν περάσει 3 χρόνια από κείνη τη μέρα που η Αμάντα μίλησε για πρώτη φορά με εκείνο το πουλί. Η εμπειρία ήταν συγκλονιστική, δε θα την ξεχνούσε ποτέ. κι όσο περνούσε ο καιρός τόσο πλήθαιναν αυτές οι εμπειρίες κι η κάθε μια της χάριζε κάτι εντελώς διαφορετικό. Σϋντομα η ρέλια ήταν περήφανη για τη μαθήτριά της.
Μα μια εβδομάδα πριν λίγο καιρό, μετά το τέλος του μαθήματος εκείνης της μέρας η δασκάλα αισθάνθηκε μια ξαφνική αδιαθεσία κι αποσύρθηκε στο διαμέρισμά της για να ξεκουραστεί. Αυτό ανησύχησε πολύ την Αμάντα που ζήτησε και πήρε άδεια από το βασιλιά για να περάσει τη νύχτα κοντά στη δασκάλα της. Εκείνη δεν έκλεισε μάτι όλο το βράδυ, της μιλούσε αδύναμα με μια φωνή που εξασθενούσε όλο και περισσότερο, δίνοντας της χίλιες συμβουλές για να τελειοποιήσει την τέχνη της. Η κοπέλα την άκουγε πολύ προσεκτικά, μην καταλαβαίνοντας το λόγο αυτού του νυχτερινού μαθήματος που έμελε να είναι και το τελευταίο τους. Κάποια στιγμή κοντα στα χαράματα τα μάτια της έκλεισαν κι όταν ξύπνησε λίγες ώρες αργότερα διαπίστωσε πως η Ρέλια ήταν νεκρή. Όλοι στο παλάτι είχαν ξυπνήσει από τους θρήνους της και μόνο ώρες αργότερα κατόρθωσαν να την απομακρύνουν από τη νεκρή γυναίκα. Ο βασιλιάς πρόσταξε να της φορέσουν ακριβά ρούχα και κοσμήματα και να χαράξουν πάνω στον τάφο της την ίδια στην αγκαλιά ενός πουλιού. Η Αμάντα έμεινε για πολύ μετά το τέλος της τελετής να κοιτάει το πουλί και να κλαίει. Δε μπορούσε να βγάλει από το νου της το τελευταίο τραγούδι που της έμαθε η Ρέλια. Ήταν ένα νανούρισμα, πολύ αργό μα και πολύ τρυφερό που λίγο απείχε από το να γίνει κλάμα. Τώρα,
προσπαθούσε να θυμηθείτα λόγια αλλά αντί γι’αυτό στο νου της ήρθαν τα γεγονότα των τελευταίων ημερών.
Μετά την κηδία δε δοκίμασε πια να τραγουδήσει παρά τα επίμονα παρακάλια του βασιλιά. Την επόμενη μέρα δεν έφαγε τίποτα και πέρασε το απόγευμα και το βράδυ δίπλα στον τάφο της αγαπημένης της δασκάλας.
Τότε ήταν που ο βασιλιάς αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Γνώριζε πολύ καλά την κόρη του για να καταλάβει πως δε θα δεχόταν πια να διδαχθεί τραγούδι από κανέναν άλλο δάσκαλο. Άλωστε η φωνή της άγγιζε σχεδόν την τελειότητα, το παραδέχθηκε μάλιστα και η ρέλια ένα βράδυ που εκείνη κοιμόταν αποκαμωμένη. Το σκεφτόταν λοιπόν ο βασιλιάς προσπαθώντας να βρει την πιο σωστή λύση. Και την επόμενη μέρα είχε την απάντηση, ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Η κόρη του θα μάθαινε άρπα. Όσο το σκεφτόταν τόσο του άρεσε η ιδέα. Έστειλε λοιπόν έναν από τους πιο έμπιστους άνδρες του να αναζητήσει μια δασκάλα έμπειρη καιι κκανή κι όχι πολύ μεγαλύτερη από την πριγκίπισσα.
Όταν έκανε την εμφάνισή της ηνέα δασκάλα η αμάντα άρχισε να γκρινιάζει και να διαμαρτύρεται. Δεν θα ξεκινούσε μαθήματα, δεν τα χρειαζόταν, δεν είχε ανάγκη από καινούρια δασκάλα. Κανείς ωστόσο δεν της έδωσε σημασία. Όλοι ήξεραν το πάθος της για τη μουσική. Η νέα δασκάλα ήταν πιο μικρή από τη ρέλια κι έτσι ήταν σε θέση να γίνει φίλη της πριγκίπισσας. Την πρώτηεκείνη λοιπόν μέρα την κρατούσε σε απόσταση αλλά η δασκάλα διέθετε πείσμα κι έτσι λίγο αργότερα την είχε κάνει να χαμογελάσει.
Ο βασιλιάς ευχαρίστησε τον άνδρα που την είχε διαλέξει και τον αντάμειψε με πλούσια δώρα. Η κόρη του ήταν καλά. Εξακολουθούσε βέβαια να επισκέπτεται τον τάφο αλλά τώρα πια έμενε λιγότερες ώρες εκεί.
Η αμάντα ένιωσε τα μάτια της να κλείνουν αλλά έκανε μια τελευταία προσπάθεια να τα κρατήσει ανοιχτά. Μετά το πρώτο τους μάθημα είχαν πάει στη δεξίωση την οποία είχε οργανώσει ο ίδιος ο βασιλιάς για να την καλοσωρίσει κι επίσημα στο παλάτι. Πόσο ωραία είχαν περάσει κι αύριο θα της έδιναν την πρώτη της άρπα… Τα μάτια της έκλεισαν για δεύτερη φορά και τώρα δεν έκανε καμιά προσπάθια να τα ανοίξει.
Η Στρίλντα άνοιξε το παράθυρο ενός μεγάλου δωματίου κι έβγαλε το κεφάλι της έξω. Η νύχτα εκείνη ήταν γεμάτη αστέρια, όπως ακριβώς το ήθελε. Τι να συνέβαινε άραγε ετούτη τη στιγμή μέσα στο παλάτι; Σϊγουρα η μεγάλη μητέρα θα προσπαθούσε να ματαιώσει τα σχέδιά της αλλά εκείνη είχε μεθοδεύσει τα πάντα. Και η καλή της η νεράιδα τη στήριζε χρόνια τώρα, ζούσε πια μέσα στο παλάτι κι ήταν πανέτοιμη να δράσει.
Έκλεισε το παράθυρο και μπήκε ξανά στο δωμάτιο. Είχε πάρει πάλι την όψη γυναίκας, έτσι ένιωθε μέρος της δράσης, γυναίκα δεν ήταν η κόρη της; Γυναίκα δεν είχε αγαπήσει κι ο τωρινός μεγάλος βασιλιάς;
Έδιωξε αυτές τις σκέψεις συγκεντρώνοντάς τες πάνω στη νεράιδα. Προσπαθούσε να της στείλει κάποιο μήνυμμα, ήθελε να βεβαιωθεί πως όλα ήταν καλά. Μόνο όταν έλαβε την απάντηση που επιθυμούσε βγήκε από κείνο το δωμάτιο. Η ενέργειά του ήταν πολύ ισχυρή και κύματα την κατέκλειζαν από παντού κάθε φορά που άνοιγε εκείνη την πόρτα. Ακόμη και τώρα, οι θεοί του πάνω κόσμου προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν μαζί της για να την αποτρέψουν από όσα σχεδίαζε. Ωστόσο η Στρίλντα είχε κόψει κάθε γέφυρα επικοινωνίας μαζί τους, δεν τους χρειαζόταν, και μια μέρα θα τους κατατρόπωνε. Την είχαν περιφρονήσει και θα το πλήρωναν ακριβά όλοι.
-παίρνει τα μηνύματα μα δεν ανταποκρίνεται, όπως πάντα. Αυτή που μίλησε ήταν η θεά της ειρήνης. Δεν ξέρω πια τι άλλο να κάνω.
Ο πατέρας των θεών που έμενε σιωπηλός για ώρα πολλή όσο γίνοντανο ι προσπάθειες επικοινωνίας μίλησε επιτέλους.
-σταματήστε κάθε προσπάθια. Τα πάντα για κείνον τον κόσμο είναι προαποφασισμένα. Δε θα επέμβω παρά μόνο αν κινδυνεύσει η πριγκίπισσα. Έρχονται ωστόσο μεγάλες αλλαγές, να είστε έτοιμοι. Έχουμε στείλει κοντά τους κάποιους από εμάς, όπως τη μεγάλη μητέρα και το θεό της θάλασσας.
Όσο για τη στρίλντα, θα αναμετρηθούμε μαζί της αν γίνει πραγματικά απειλητική, αλλά μέχρι τότε αγνοήστε την!!!
Και με αυτά τα λόγια έδωσε τέλος στο συμβούλιο.

Advertisements

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Οκτώβριος 22, 2010

6.
Η ματιά του έπεσε και πάλι στον άλλο φάκελο που του έφερε ο τσαρλς. Τον πήρε αποφασιστικά στα χέρια του και με ένανμικρό χαρτοκόπτη τον άνοιξε και τράβηξε από μέσα μια και μόνο καλοδιπλωμένη σελίδα. Διάβασε βιαστικά τις λίγες γραμμές και η μέχρι εκείνη τη στιγμή γαλήνια έκφρασή του άλλαξε. Το πρόσωπό του μετατράπηκε σε μια μάσκα πόνου και η κατάπληξη καθρεφτίστηκε στα μάτια του. Διάβασε άλλες δυο φορές την σύντομη επιστολή για να συλλάβει το περιεχόμενό της κι ύστερα τσαλάκωσε το ακριβό χαρτί και το πέταξε στο καλαθάκι για τα σκουπίδια. Έπρεπε να διατηρήσει την ψυχραιμία του και να υποταχτεί στη θέληση του προισταμένου του. Άλωστε πάντα το ίδιο έκανε. Ότι κι αν του ζητούσε ο αλμπέρτο το πραγματοποιούσε χωρίς καθυστέρηση. Στη διάρκεια της μακρόχρονης συνεργασίας τους είχε δεχτεί να κάνει μερικά από κείνα τα πράγματα που ο ίδιος δε θα έκανε ποτέ με δική του θέληση. Είχε εκβιάσει, είχε απειλήσει, μα τούτο εδώ ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτό που του ζητούσε ο αλμπέρτο ξεπερνούσε την πιο τρελή φαντασία, ήταν εξωφρενικό. Κάθισε πάλι στην καρέκλα του και τράβηξε μπροστά του την τηλεφωνική συσκεύη. Έπρεπε να ξεκαθαρίσει αμέσως την κατάσταση γιατί αν τελικά υπέκυπτε και πάλι στη θέλησή του έπρεπε να βιαστεί. Σήκωσε το ακουστικό και σχημάτισε τον αριθμό του. Ο ίδιος ο αλμπέρτο απάντησε στο δεύτερο κιόλας κουδούνισμα.
-γεια σου αλμπέρτο, είμαι ο Ιγνάτιο.
-ήμουν σίγουρος πως θα μου τηλέφωνούσες η φωνή του άλλου ακούστηκε γεμάτη ειλικρινή χαρά και ανακούφιση. Υποθέτω πως πήρες το γράμμα.
-ναι το πήρα απάντησε κομπιάζοντας ο Ιγνάτιο κι έσφιξε με το ελεύθερο χέρι την άκρη του γραφείου του.
-Λοιπόν; Έκανε ανυπόμονα ο άλλος. Δεν πιστεύω να έχεις καμιά αντίρρηση;
-δεν ξέρω, το σκέφτομαι, θέλω να πω… θα χρειαστώ χρόνο.
-χρόνο; Μα γιατί; Τι σε απασχολεί; Θυμάμαι καλά πως λίγο καιρό πριν μου μιλούσες για την επιθυμία σου να αποδράσεις για λίγο από τούτη τη χώρα.
-ναι μα…
-Κι επιπλέον εσύ δεν έλεγες πως ήθελες να αλάξεις για λίγο εργασιακό περιβάλλον; Ορίστε λοιπόν, να η ευκαιρία που έψαχνες. Σου παρουσιάστηκε την πιο κατάλληλη στιγμή.
-Δεν ξέρω τι να πω.. μια τόσο μεγάλη αλλαγή με τρομάζει. Ο άλλος γέλασε μα βιάστηκε να σοβαρευτεί ξανά.
-ένας άνθρωπος σαν κι εσένα δε νομίζω πως έχει κανένα λόγο να φοβάται. Άλλωστε ο σκοπός του ταξιδιού σου νομίζω πως είναι από μόνος του ισχυρότατο κίνητρο ή μήπως κάνω λάθος; Ο ιγνάτιο ξεροκατάπιε πριν απαντήσει. αυτός ο άνθρωπος τον ήξερε τόσο καλά. Ήταν φανερό πως θα τα κατάφερνε και πάλι να τον πείσει χωρίς να πολεμήσει.
-ναι αλμπέρτο ο σκοπός αυτός αποτελεί ισχυρό κίνητρο. Το ξέρεις καλά πως σε όλη μου τη ζωή ήθελα να βοηθάω τους ανθρώπους, να τους καθοδηγώ χωρίς να με απασχολεί το κέρδος.
-γι’αυτό ακριβώς διάλεξα εσένα Ιγνάτιο. Το ξέρω πως μόνο εσύ θα πετύχεις αναμφίβολα το στόχο σου. Λοιπόν; Θα πας;
-το ξέρεις πως γεννήθηκα σε αυτο το νησί;
-για να είμαι ειλικρινής όχι αυτό δεν το γνώριζα μα δε φταίω εγώ γι’αυτό. Δε μιλάς ποτέ για τα παιδικά σου χρόνια.
-είναι γιατί έζησα μέσα στη φτώχεια και τη μιζέρια και προσπαθώ να τα σβήσω από τη μνήμη μου. Ο Αλμπέρτο μίλησε και ένας τόνος ανησυχίας φάνηκε στη φωνή του.
-Και πιστεύεις πως θα σου κάνει κακό η επιστροφή σου εκεί; Δε θέλω σε καμιά περίπτωση να σου δημιουργήσω πρόβλημα.
-Όχι, βιάστηκε να τον καθησυχάσει ο άλλος. Δεν πρόκειται να μου δημιουργήσεις κανένα πρόβλημα, άλωστε υπάρχει πάντα η σκέψη να επιστρέψω εκεί έστω και για λίγο. Φαίνεται πως ήρθε η ώρα.
-πολύ καλά λοιπόν. Νομίζω πως όλα τακτοποιήθηκαν.
-Πότε θέλεις να φύγω;
-το συντομότερο δυνατό.
-σύμφωνοι. Θα τακτοποιήσω τις εκρεμότητες μου εδώ κι όταν είμαι έτοιμος θα επικοινωνήσω ξανά μαζί σου για τις τελευταίες οδηγίες.
-περίφημα, θα περιμένω. Η γραμμή έκλεισε.

η άρπα της αμάντας

Οκτώβριος 16, 2010

-το ξέρω πολύ καλά, όπως το λες, το έβλεπα να έρχεται μα δε μπορούσα να κάνω τίποτα για να το σταματήσω. Βλέπεις στον επάνω κόσμο τα πράγματα εσύ τα έχεις γνωρίσει καλύτερα από εμένα. Αλλά σε παρακαλώ, μην το κάνεις. Άσε το χρόνο να κάνει τη δουλειά για σένα. Είναι μικρή, δεν έχει ιδέα πώς να κυβερνήσει, δε γνωρίζει από διπλωματία πολιτική και στρατηγηκή.
-ανοησίες, ποιος τα χρειάζεται όλα αυτά εκτός από τους θνητούς; Η δική μου η κόρη είναι θεά, κι ας μην το ξερει. Θα κυβερνησει με ή χωρίς τη βοήθιά μου.
-θα κάνω ο,τι μπορώ για να το καθυστερήσω αυτό, σου δίνω το λόγο μου.
-τα πράγματα έχουν ήδη δρομολογηθεί. Απορώ γιατί δεν το βλέπεις, αλήθεια, δε ρωτάς την προστατευόμενη των μοιρών; Εκείνη σίγουρα κάτι θα έχει δει.
-ναι, πριν λίγο την κάλεσα κι εκείνη άφησε το παλάτι της στη θάλασσα και ήρθε σε μένα.
-Και λοιπόν; Τι είδε;
-είδε το θάνατο μέσα από τα κρύσταλα, είδε τους δώδεκα στρατιώτες κι ακόμη…
-Κι ακόμη;
-είδε και κάτι άλλο μα δε μπόρεσα να της το αποσπάσω γιατί την τάραξε πολύ. Είναι ευαίσθητο πλάσμα, οι μοίρες τη διάλεξαν κι έκαναν το σωστό.
Η άλλη θεά γέλασε.
-Πολύ καλά, είδε το μέλλον με καταπληκτική ακρίβεια αλλά δεν είδε το παρόν.
-τι θέλεις να πεις;
-δεν είδε αυτό που γίνεται τώρα στο μεγάλο παλάτι.
-τι γίνεται δηλαδή; Ήταν κοι οι δυο σκυθρωπές και χλωμές. Μια μια σηκώθηκαν από τον καναπέ με πρώτη τη μεγάλη μητέρα.
-Θα μάθεις σύντομα.
Στρίλντα, μην παίζεις με την υπομονή μου, σταμάτα τα όλα εδώ. οΙ θεοί σε βλέπουν.
-χα, κι εγώ τι είμαι;
-Στα μάτια τους είσαι μια ξεπεσμένη με ελάχιστη δύναμη. Στρίλντα έχεις υποπέσει στο αμάρτημα της σαρκικής απόλαυσης, έγινες άνθρωπος κι έχασες τα πιο πολλά από τα προνόμιά σου, μην ξεγελάς τον εαυτό σου, δε θα σε αφήσουν να κάνεις τίποτα από όλα όσα επιθυμείς.
-Κάνεις λάθος, είμαι θεά και σύντομα όλα θα περάσουν στα δικά μου χέρια είτε το θέλεις είτε όχι. Δεν πρόλαβε να αποσώσει την κουβέντα της κι ένα ένα τα βραχιόλια άρχισαν να πέφτουν από πάνω της. Το ξωτικό κατάλαβε πως οι προσποιήσεις είχαν τελειώσει κι άπλωσε τα χέρια, ήταν ώρα να πάρει ξανά την κανονική του μορφή.
Τότε ήταν που η γη από κάτω τους άρχισε να τρέμει. Το βουητό ήταν υπόκωφο και δυνάμωνε απίστευτα γρηγορα.
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα η στρίλντα είχε πάρει την κανονική της μορφή.
-τρέξε όσο πιο γρήγορα μπορείς ανόητο ξωτικό, φώναξε για να ακουστεί πάνω από το βουητό. Αυτή τη στιγμή η κόρη μου ετοιμάζεται να γίνει βασίλισσα. Η μεγάλη μητέρα άρχισε να συρικνώνεται και λίγα δευτερόλεπτααργότερα είχε εξαφανισθεί.
Ο δάλκιρ περπατούσε μόνος μέσα στο δάσος παλεύοντας να διώξει τον πόνο που δεν έλεγε να υποχωρήσει. Στα αφτιά του έρχονταν οι κουβέντες των ζώων, των άγριων πουλιών και των άλλων πλασμάτων που φιλονικούσαν ή φλέρταραν σε τούτον τον τόπο. πολλές φορές, όταν δεν είχε δουλειά να κάνει, ή όταν περίμενε την αγαπημένη του καθόταν και τα άκουγε συμβουλεύοντάς τα πότε πότε. Αυτό το βράδυ όμως δεν είχε όρεξη για τέτοια. Έψαχνε τους συντρόφους του, ήθελε να τον παρηγορήσουν και να του αναθέσουν κάποια δουλειά.
Δεν άργησε να τους βρει, κάθονταν γύρω από μια μεγάλη φωτιά και συζητούσαν χαμηλόφωνα. Εντόπισε αμέσως τη γυναίκα που ήταν μαζί τους λίγες ώρες πριν, όταν η ραλκ μίλησε για το κρυστάλινο παλάτι. Την πλησίασε και τη χαιρέτισε ευγενικά. Εκείνη ανταπέδωσε το χαιρετισμό και τον κάλεσε να καθίσει κοντά της.
-είχες κανένα νέο από τη μεγάλη μητέρα;
-όχι, δυστυχώς, κανένα. Προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί της μα δεν ανταποκρίνεται σε οποιοδήποτε ρεύμα δόνησης.
-Λες να της συνεβη κάτι κακό;
-δε νομίζω, είναι θεά και μάλιστα πολύ ισχυρή, ας μην το ξεχνάμε. Θα το δεις, οπου να’ναι θα επικοινωνήσει μαζί μας ή θα εμφανισθεί.
Σταμάτησε να μιλάει και άρχισε να τον παρατηρεί πιο προσεκτικά.
-τι σου συμβαίνει; Εκείνος χαμήλωσε το κεφάλι χωρίς να απαντήσει.
-Ξέρω, έφυγε, έτσι δεν είναι;
-ναι, δυστυχώς, για μια ακόμη φορά.
-καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι για εσένα, νιώθω το πόσο υποφέρεις, μακάρι να μπορούσα να σε βοηθήσω αλλά… Ξέρω πως δε θα μυ το επέτρεπες ποτέ, πως η καρδιά σου είναι δωσμένη στη ραλκ. Αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά θα μπορούσαμε να γίνουμε ζευγάρι εμείς οι δυο.
-το ξέρεις πως δε γίνεται.
-Το ξέρω κι ούτε σου ζητάω τίποτα, μόνο να είσαι καλά και να μην υποφέρεις, αυτό θέλω. Τα λόγια της διέκοψε ένα θεσπαίσιο τραγούδι που λες και ξεχυνόταν από τον ουρανό και κατέβαινε κατακόρυφα. Τα μέλη της συντροφιάς κάθισαν πιο κοντά το ένα στο άλλο. Ο δάλκιρ ήταν που μίλησε.
-Λέτε να είναι η μεγάλη μητέρα;
-Χωρίς αμφιβολία, το ξωτικό δίπλα του κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Σου το είχα πει να μην ανησυχείς.
Καθώς το ουράνιο τραγούδι πλησίαζε ένωσαν όλοι τις φωνές τους με αυτό. Ο δάλκιρ το ένιωσε πρώτος κι ανασηκώθηκε.
-είναι το κάλεσμα του κινδύνου, ακούστε καλά, νιώστε τις δονήσεις. Κάτι θα συμβεί από στιγμή σε στιγμή, ετοιμαστείτε.
Η μεγάλη μητέρα τους πλησίασε λίγες στιγμές αργότερα. Η συντροφιά σχημάτισε έναν κύκλο ώστε να μπορεί εκείνη να καθίσει στο κέντρο.
-τι συμβαίνει; Είπε ο δάλκιρ που ένιωθε βαρύ πάνω του το βλέμμα της.
Δάλκιρ, καθώς ερχόμουν συμβουλεύτηκα τα πνεύματα. Τους μίλησα για σένα. Μου αποκάλυψαν πως είσαι ο εκλεκτός. Θα έχεις καταλάβει πως κάτι σοβαρό συμβαίνει.
-ναι μητέρα, νιώθω τις δονήσεις. Μάλιστα κάποιο πνεύμα θέλησε να μου μιλήσει πριν λίγο μα εγώ το έδιωξα, η μάλλον το αγνόησα, έτσι το μήνυμά του δεν έφτασε ποτέ ως εμένα.
-αχ δάλκιρ, πόσες φορές θα σου το πω αυτό ακόμη; Μην αφήνεις τη θλίψη να σου δημιουργεί εμπόδια.
Το ξέρεις πως ο βασιλιάς μας κινδυνεύει;
-τι; Ο δάλκιρ πετάχτηκε όρθιος κι άνοιξε τα χέρια και τα πόδια διάπλατα. Η μεγάλη μητέρα που κατάλαβε τι σκόπευε να κάνει δεν τον εμπόδισε, άλωστε γι’αυτό τον εκπαίδευε.Ο δάλκιρ άρχισε να προφέρει κάποια λόγια τόσο σιγά πουυ κανείς σχεδόν δεν τον άκουγε εκτός από εκείνη που του τα υποδείκνυε. Λίγο αργότερα ένιωσε αίμα να ρέει ζεστό στις φλέβες του. Αυτό ήταν, είχε μεταμορφωθεί σε ένα νεαρό πανέμορφο πολεμιστή, οπλισμένο μέχρι τα δόντια.
Ένα επιφώνημα θαυμασμού ξέφυγε από τα μέλη της συντροφιάς αλλά η μεγάλη μητέρα μίλησε διαλύοντας τις επιδοκιμασίες.
-Δεν έχουμε χρόνο για αυτά τώρα, κάποιος ετοιμάζεται να δολοφονήσει το βασιλιά μας μέσα στο ίδιο του το παλάτι. Η Ραλκ δεν το είδε επειδή ήταν πολύ κοντά. Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, έτσι δεν είναι;
-Φυσικά αρχηγέ, ξέρω πολύ καλά. Τράβηξε το σπαθί του που άστραψε στο φως του φεγγαριου. Είμαι έτοιμος να ξεκινήσω αν δεν έχεις τίποτα άλλο να μου πεις.
-Να έχεις το νου σου στα πνεύματα, το πλάσμα με το οποίο πρόκειται να αναμετρηθείς δεν είναι κοινός θνητός. Αν νιώσεις εξασθενημένος δεν έχεις παρά να αγγίξεις το φυλαχτό μου, αυτό θα βοηθησει τις δυνάμεις σου να επιστρέψουν σε σένα, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Το έβγαλε από το λαιμό της και του το έδωσε. Ο δάλκιρ το πήρε και το κρέμασε στο δικό του λαιμό. Στράφηκε να φύγει όταν η φωνή εκείνης της γυναίκας με την οποία μιλούσε λίγο πριν τον σταμάτησε.
Να προσέχεις, θυμάσαι καλά πώς να μπεις στο παλάτι;
-ναι, δάρκα, μην ανησυχείς, την έκοψε ανυπόμονα ο πολεμιστής. Ξέρω. Λοιπόν, αντίο σας, όλα θα πάνε καλά, είπε κι απομακρύνθηκε με μεγάλα αποφασιστικά βήματα.
Κανένας από την παρέα δεν σάλεψε ώσπου χάθηκε. Μόνο τότε η δάρκα άρχισε να κλαίει σιγανά.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Οκτώβριος 10, 2010

5.
Ο Ιγνάτιο αναστέναξε και ανασηκώθηκε αργά αργά. Πήρε στο χέρι του τη χρησή εικόνα και την έφερε στα στεγνά σκασμένα του χείλη. Μετά, με περίσια προσοχή την τοποθέτησε στη θέση της και κάθισε αποκαμωμένος πίσω από το γραφείο του. Άνοιξε το πάνω συρτάρι κι έβγαλε από μέσα μια μεγάλη καφετιά δερμάτινη θήκη. Πήρε από μέσα τα γυαλιά του και τα στερέωσε πίσω από τα αφτιά. Χωρίς αυτά δε μπορούσε να διαβάσει ούτε μια γραμμή. Μετά, τράβηξε μπροστά του ένα καινούριο μπλοκ και παίρνοντας το ασημένιο του στυλό άρχισε να γράφει. Στην αρχή το χέρι του έτρεμε ελαφρά και κάθε τόσο σταματούσε για να σκεφθεί την επόμενη φράση του μα καθώς οι γραμμές διαδέχονταν η μια την άλλη το χέρι του έγινε πιο σταθερό και όλο και σπανιότερα σταματούσε για να σκεφτεί. Τα γράμματα γέμισαν σύντομα την πρώτη σελίδα κι ο ιγνάτιο γύρισε το φύλλο από την άλλη πλευρά. Έμεναν ακόμη πολλά να γράψει.Πάρα πολλά για την ακρίβεια, τόσα που θα γέμιζαν ένα βιβλίο αλλά το ήξερε πως δεν είχε έρθει η ώρα γι’αυτό. Ωστόσο η θύμιση εκείνης της γυναίκας ήταν που τον έσπρωχνε να σχηματίζει τις προτάσεις. Κάθε φορά που άρχιζε μια παράγραφο αναρωτιόταν πως η επιθυμία του να την προστατεύσει την είχε οδηγήσει στην πρόωρη καταστροφή. Ποιος θα τον πίστευε αν ορκιζόταν πως την είχε αγαπήσει; Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε έννα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα.
-περάστε είπε χωρίς να σταματήσει ούτε στιγμή το γράψιμο. Η πόρτα άνοιξε και στο κατώφλι εμφανίστηκε ο γραμματέας του ο Τσαρλς.
-συγνώμη για την ενόχληση, το ξέρω πως ζήτησες να μη σε απασχολήσει κανείς μα έφεραν αυτό για σένα πριν λίγο. Έδειξε έναν λεπτό άσπρο φάκελο.
-Τι είναι και ποιος τον έφερε; Ο ιγνάτιο άπλωσε το χέρι για να πάρει το φάκελο. Ο γραμματέας ανασήκωσε τους ώμους απορημένα.
-δεν ξέρω, τον έφερε ένας άντρας πριν δέκα λεπτά.
-δεν είπε ποιος τον στέλνει;
-όχι δεν είπε τίποτα. Έφυγε αμέσως μόλις μου παρέδωσε το φάκελο.
-παράξενο μουρμούρισε εξετάζοντας εξωνυχηστικάτο φάκελο.
-δεν έχει καμιά σφραγίδα ούτε και όνομα του αποστολέαυπάρχει.
-ναι το βλέπω τσαρλς. Τέλοσπάντων σε ευχαριστώ. Ο γραμματέας βγήκε χωρίς να προσθέσει τίποτα άλλο.
Μόνος ο ιγνάτιο έμεινε για λίγο ακόμη να περιεργάζεται το λεπτό φάκελο. Μα ύστερα τον ακούμπησε πάνω στο γραφείο χωρίς να τον ανοίξει. Είχε δουλειά, ο φάκελος θα μπορούσε να περιμένει για λίγο. Άλωστε αν αυτός που τον έστελνε βιαζόταν θα έγραφε το όνομά του χωρίς αμφιβολία. Έπιασε λοιπόν ξανά το στυλό κι άρχισε πάλι να γράφει. Μόνο όταν γέμισε και η δεύτερη σελίδα σταμάτησε για να ξεκουραστεί και να σκεφτεί την επόμενη παράγραφο. Άρχισε να διαβάζει την επιστολή από την αρχή, από φόβο μήπως είχε κάνει κανένα λάθος. Ήθελε να είναι απόλυτα σίγουρος πως όλα είχαν γραφτεί σωστά και διεξοδικά. Έκανε κάποιες μικροδιορθώσεις και συνέχισε. Ήταν ικανοποιημένος όλα εξηγούνταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Κάποτε τέλειωσε και άφησε κάτω το στυλό. Έβγαλε τα γυαλιά του και τα έβαλε ξανά στη δερμάτινη θήκη τους. Κι ύστερα σηκώθηκε και πήρε στα χέρια του το μπλοκ. Έσχισε τις γραμμένες σελίδες κι αφού τις δίπλωσε τις έβαλε μέσα σε έναν φάκελο παρόμοιο με αυτόν που είχε λάβει λίγη ώρα πριν. προχώρησε προς τη βαρυφορτωμένη βιβλιοθήκη και τράβηξε έξω ένα βαρύ δερματόδετο τόμο. Ο τίτλος του βιβλιου ήταν η παρουσία της χριστιανικής μουσικής στην ευρωπαική τέχνη. Άνοιξε το βιβλίο κι όταν έφτασε στη μέση περίπου έβαλε ανάμεσα στις πυκνογραμμένες σελίδες το γράμμα που μόλις είχε γράψει. Μετά τοποθέτησε το βιβλίο πίσω στηθέση του. Τώρα ένιωθε πολύ καλύτερα. Όλαή σχεδόν όλα είχαν ειπωθεί. Τι κι αν αυτό το γράμμα θα το άνοιγε κάποιος πολύ αργότερα εκείνος είχε αποτινάξει το βάρος που τον πίεζε τόσο τα τελευταία χρόνια.
Κάθισε και πάλι στο γραφείο του.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Οκτώβριος 6, 2010

4.
Ημέριλιν άρχισε να τρέχει με όλητης τη δύναμη. Δε σταμάτησε παράμόνο όταν έφτασε στο σπίτι της.έπεσε ξέπνοη στο κρεβάτι της. Τοφόρεμα κολλούσε πάνω της καιτο σώμα της ήταν σκεπασμένο με μια λεπτή κρυσταλική κρούστα αλατιού. Έμεινε πολλή ώρα εκεί με τα χέρια πάνω στα γόνατά της, προσπαθώντας να πάρει ανάσα και να συνέλθει. Όλα γύριζαν γύρω της κι είχε την εντύπωση πως έπαιζεσε ταινία μιας περασμένης εποχής. Μόνο όταν η ζάλη αρχισε να υποχωρεί σηκώθηκε και πέταξε το λερωμένο της ρούχο. Μπήκε στο μπάνιο και κλείδωσε την πόρτα.
Λίγο αργότερα κάτω από το ζεστό αρωματισμένο νερό θυμήθηκε τα πινέλα και το μπλοκ της. Τα είχε ξεχάσει όλα, τα άφησε πίσω της στην ακρογιαλιά στην προσπάθειά της να φύγει όσο μπορούσε πιο γρήγορα. Τόση ήταν η επιθυμία της να απομακρυνθεί από τον παράξενο εκείνο άνθρωπο που τα εγκατέλειψε όλα. Ούτε η σκέψη πως θα μπορούσε κάποιος να τα ανακαλύψει τυχαία δε στάθηκε ικανή να την κάνει να τα πάρει μαζί της. Μπήκε πιο βαθιά στο νερό και αναστέναξε με αγαλίαση. Πώς στην ευχή είχε βρει το όνομα του; Είχε ανεβεί στα χείλη της χωρίς να το καταλάβει. Ποιος της το είχε πει και τι άλλο να γνώριζε για αυτόν; Κι εκείνος; Πώς τα ήξερε όλα γι’αυτήν; Ποιος θα μπορούσε να τον έχει πληροφορήσει για την ίδια και τη ζωή της; Το νερό άρχισε να κρυώνει αλλά εκείνη ούτε που το πρόσεξε. Η ώρα πέρασε και κάποια στιγμή οι σκέψεις της έγιναν όνειρα. Δεν ξύπνησε παρά μόνο την αυγή. Ήταν παγωμένη και πιασμένη παντού. Δεν πίστευε πως της είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Βγήκε από τη μπανιέρα παραπατώντας. Τυλήχτηκε μέσα σε μια κατάλευκη πετσέτα και ξάπλωσε στο ζεστό της κρεβάτι. Το πιθανότερο ήταν πως θα ανέβαζε πυρετό σε λίγες ώρες. Και τότε; Πώς θα πήγαινε στο βραδινό ραντεβού; Μα δε θα πήγαινε αυτό το είχε αποφασίσει από το προηγούμενο κιόλας βράδυ. Άλωστε του το είχε φωνάξει λίγο πριν εξαφανιστεί. Κι εκείνος την είχε διαβεβαιώσει πως θα την περίμενε ο,τι κι αν γινόταν. Ένας ξερός δυνατός βήχας τράνταξε το στήθος της και κατάλαβε πως το κακό είχε γίνει. Πέταξε τα σκεπάσματα από πάνω της κι έτρεξε προς την κουζίνα. Έπρεπε να κάνει κάτι έγκαιρα. Έτσι χωρίς χρονοτριβή έλιωσε δυο παυσίπονα σε ένα ποτήρι και τα ήπιε μαζί με λίγο νερό. Μετά έφτιαξε ένα σαντουιτς και με το δίσκο στα χέρια μπήκε ξανά στην κρεβατοκάμαρά της. Ο Βήχας συνέχιζε κι όσο περνούσε η ώρα γινόταν όλο και πιο ενοχλητικός. Μετά, ήρθαν τα ρίγη που τη διαπερνούσαν κάθε λίγο. Τώρα είχε τυληχτεί μέσα στο βαρύ πουπουλένιο της πάπλωμα και περίμενε να δράσουν τα παυσίπονα. Κάποτε, την πήρε και πάλι ο ύπνος σημάδι πως η δράση των χαππιών είχε επιτέλους αρχίσει
Ξύπνησε πολύ μετά το μεσημέρι από τον ήλιο που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο. Ο λαιμός της ήταν στεγνός και το στόμα της κολλούσε τόσο ώστε δεν της επέτρεπε να μιλήσει. Ήπιε λίγο νερό κι αισθάνθηκε αμέσως καλύτερα. Έφερε το χέρι στο μέτωπό της. Ο πυρετός είχε αρχίσει να πέφτει διαπίστωσε εμφανώς ανακουφισμένη.
Έριξε μια ανήσυχη ματιά στο ρολόι που βρισκόταν στο διπλανό κομοδίνο. Ήταν μόλις τεσσερις και τέταρτο. Ευτυχώς δεν κοιμήθηκε παρά πάνω από ο,τι έπρεπε. Έμεναν ακόμη αρκετές ώρες ως το βράδυ. Θα διάβαζε λοιπόν για να κάνει το χρόνο να κυλήσει πιο γρήγορα. Πήρε στα χέρια της το βιβλίο της και το άνοιξε αργά αργά. Ήτανη Τζέην έηρ. Της το είχε χαρίσει η καλύτερή της φίλη στα γενέθλιά της αλλά δεν είχε τολμήσει ακόμη να το ξεκινήσει. Τώρα τα γράμματα χόρευαν σαν τρελά μπροστά στα μάτια της αλλά η μέριλιν πίεζε τον εαυτό της να συνεχίσει. Αν δεν το έκανε, αν παραδινόταν στις σκέψεις της ίσως και να μην πήγαινε στο ραντεβούτης. Η λογική ήταν πάντα εκεί να παραμονεύει την κάθε της λάθος κίνηση κι έτσι τώρα δεν έπρεπε να της αφήσει χώρο για να δράσει. Διάβαζε λοιπόν προσπαθώντας να γίνει ένα με τη μικρή τζέυν που τόσα βασανιστήρια περνούσε κοντά σε κείνη τη σκλήρή γυναίκα. Σιγά σιγά τα γράμματα έγιναν πιο σταθερά και οι προτάσεις είχαν μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ τους. Ίσως ήταν από τον πυρετό, ίσως επειδή ήταν ευαίσθητη, κάποια στιγμή άρχισε να κλαίει σιγανά. Δεν άφησε ωστόσο το βιβλίο παράμόνο όταν είδε πως άρχιζε να σκοτεινιάζει.