Archive for Νοέμβριος 2010

η άρπα της Αμάντας

Νοέμβριος 26, 2010

Τα πνεύματα συγκεντρώθηκαν γύρω από την αρχηγό. Κανένα δε μίλησε πρώτο αν κι όλα ήθελαν να το κάνουν. Εκείνη έπαιρνε τις αποφάσεις κι εκείνη κρατούσε τα κλειδιά της επικοινωνίας μαζί τους. Όταν μίλησε στην άηχη γλώσσα τους κατάλαβαν πως οι χειρότεροι φόβοι τους επαληθεύονταν ήδη.
-ο νεαρός δάλκιρ δεν επικοινωνεί μαζί μου. Δεν ανταποκρίνεται σε κανενός είδους ερέθισμα. Εσεις; Κάνατε όλοι την προσπάθειά σας;
Ένα ένα τα πνεύματα το επιβεβαίωσαν.
-τότε είναι φανερό πως κάτι κακό του συνέβη. Πριν λίγο μίλησα και με τη μεγάλη θεά των ξωτικών. Δυστυχώς ούτε εκείνη είναι σε θέση να επικοινωνήσει μαζί του για να τον βοηθήσει.
-και τι κάνουμε τώρα; Ήταν το πνεύμα ενός άνδρα που είχε πεθάνει πολεμώντας σε μια επιδρομή ληστών στο βασίλειο τριάντα χρόνια πριν.
-μόνο μια λύση βλέπω, αποκρίθηκε η αρχηγός σκορπώντας κύματα γλυκιάς γαλήνης τριγύρω. Μόνο η αγάπη μπορεί να βοηθήσει, αν δεν είναι ήδη αργά δηλαδή.
-αναφέρεσαι στην προικισμένη νεαρή ραλκ; Μίλησε ξανά το πνεύμα του άνδρα.
-ακριβώς. Το ξέρω βέβαια πως είναι παντρεμένημα όλοι γνωρίζετε πως έχει χαρίσει την καρδιά της στο Δάλκιρ.
-Αναμφίβολα οι μοίρες την προίκισαν με όλα όσα της χρειάζονται για να παίξει το δικό της ρόλο στη διαμόρφωση της νέας πραγματικότητας αλλά τι θα μπορούσε να κάνει από το παλάτι της; Είναι σχεδόν φυλακισμένη εκεί κάτω. Αν είναι να βοηθήσει το νεαρό τότε θα πρέπει να δραπετεύσει, έτσι δεν είναι;
-ακριβώς έτσι είναι, έχω ένα σχέδιο. Εγώ δε μπόρεσα να ζήσω όσα ήθελα, εκείνη όμως πρέπει να τα καταφέρει. Και με αυτά τα λόγια διέλυσε την ομάδα.
Ο δάλκιρ άνοιξε τα μάτια του και προσπάθησε να προσανατολισθεί. Του πήρε ελάχιστες στιγμές να καταλάβει πως ήταν ακόμη στο ίδιο δωμάτιο εκεί όπου τον είχε αφήσει η γυναίκα. Ανασηκώθηκε κι άρχισε να ντύνεται. Το μόνο που ήθελε ήταν να τρέξει στο δωμάτιο του βασιλιά, είχε χάσει βέβαια την αίσθηση του χρόνου πιστεύοντας πως είχαν περάσει μόλις λίγα λεπτάαπό την αναχώρησή της. Έτοιμος πια, ζώστηκε το σπαθί και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Δοκίμασε να την ανοίξει αλλά εκείνη ήταν κλειδωμένη και το κλειδί έλειπε από την κλειδαριά. Ωστόσο αυτό δεν τον ανησηχούσε ιδιαίτερα αφού γνώριζε το κόλπο της συρίκνωσης. Γονάτισε κι έπιασε με προσοχή το φυλαχτό της μεγάλης μητέρας. καθώς το χάιδευε τα μαγικά λόγια έρχονταν στο νου του. Σιγά σιγά ένιωσε το σώμα του να συρικνώνεται και σύντομα είχε το μέγεθος του χεριού ενός παιδιού. Αλλά ξαφνικά το ξόρκι σταμάτησε κι ο Δάλκιρ έμεινε εκεί ασάλευτος σε αυτό το μέγεθος. Μια βρισιά ξέφυγε από τα χείλη του κι αυτό τον έκανε να θυμώσει με τον εαυτό του. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που έβριζε με τέτοιον τρόπο. Μα ποιος είχε τη δύναμη να σταματήσει το ξόρκι; Τότε ένιωσε κάποιον να τον σηκώνει και να τον ρίχνει σε ένα σκοτεινό μέρος.
-Μη φοβάσαι και μη φωνάζεις, ήταν η φωνή της. Θα πάμε ένα ταξίδι πολύ μακρινό αλλά θα περάσουμε πολύ όμορφα.
-τι έκανες στο βασιλιά;
-ο βασιλιάς μας μόλις πέρασε στη σφαίρα της ανυπαρξίας.
-πώς τόλμησες; Άρχισε να χοροπηδάει μέσα από το πέπλο της νεράιδας αλλά εκείνη το συγκράτησε.
-Ήθελες να φύγεις από εμένα; Πού θα πήγαινες; Στους φίλους σου; Θα αποκτήσεις άλλους, πιο ισχυρούς.
-δε θέλω, άφησε με… Η φωνή του πνίγηκε καθώς εκείνη του έκλεινε το στόμα.
-Μη φοβάσαι, θα δεις τι ωραία θα περάσουμε. Βγήκε από το παλάτι και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα άρχισε την κάθοδό της. Η Στρίλντα την περίμενε.
Η ραλκ ξύπνησε το επόμενο πρωί με το σώμα της μουδιασμένο. Το κεφάλι της πονούσε και τα μάτια της ήταν υγρά όταν τα άνοιξε. Προσπάθησε να ανακαθίσει στο κρεβάτι αλλά δεν τα κατάφερε. Ήταν πολύ αδύναμη. Έφερε στο νου της τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας και τότε τα θυμήθηκε όλα καθαρά. Έκανε έρωτα με τον άνδρα της όταν τη συγκλόνισε εκείνη η καταραμένη αίσθηση του κινδύνου. Κι αυτός που κινδύνευε ήταν ο δαλκιρ. Η σκέψη της έφερε πόνο και σύντομα άρχισε να κλαίει. Αφού όλα αυτά έγιναν χθες τη νύχτα τώρα ήταν πολύ αργά για να επέμβει με κάποιο τρόπο. Παρόλ’αυτά πίεσε τον εαυτό της και τελικά κατόρθωσε να ανασηκωθεί στο κρεβάτι. Ένωσε τα χέρια της και προσπάθησε να εστιάσει στα γεγονότα που είχε δει.
Ωστόσο λίγο αργότερα διαπίστωσε πως ένα παράξενο πέπλο κάλυπτε τον αγαπημένο της κι αυτό την παραξένεψε αφού ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν αντιμετόπιζε τέτοιου είδους προβλήματα μαζί του. τώρα ο Δάλκιρ φαινόταν απρόσιτος, δε μπορούσε να τον δει σχεδόν καθόλου. Η τελευταία φορά που τον είχε δει καθαρά ήταν χθες το βράδυ όταν ακόμη βρισκόταν στην αγκαλιά του άνδρα της. Η ανάμνηση την τάραξε ακόμη περισσότερο. Ο δάλκιρ ήταν καθισμένος ανάμεσα σε δυο γυναίκες μέσα σε κείνο το καράβι, κι άλλες σκηνές έρχονταν τώρα στο νου της αλλά όλα αυτά αφορούσαν τη νύχτα που μόλις είχε περάσει.
Οποιαδήποτε προσπάθεια να μεταφερθεί στο παρόν ή στο μέλλον έπεφτε στο κενό κι αυτό τη βύθισε σε μαύρη θλίψη.
Το πνεύμα αρχηγός διάλεξε αυτή ακριβώς τη στιγμή για να της μιλήσει. Η ραλκ που πάντα τα πήγαινε περίφημα με τα πνεύματα σταμάτησε να κλαίει και προσπάθησε να συγκεντρωθεί σε όσα της έλεγε.
Το πνεύμα ανέφερε την ταυτότητά του κι ύστερα της μίλησε για τους προστάτες του δάλκιρ. Η ραλκ είχε ακούσει από τη μεγάλη μητέρα για την ύπαρξη αυτής της ομάδας αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά που δεχόταν την επίσκεψη ενός τέτοιου είδους πνεύματος. Όταν κατάλαβε πως κανείς δε μπορούσε να επικοινωνήσει με το δάλκιρ χλώμιασε κι άρχισε και παλι να τρέμει αλλά το πνεύμα τη διαβεβαίωσε πως αν ο δάλκιρ δε βρισκόταν πια στη ζωή και η ίδια θα το έβλεπε ολοκάθαρα και η δική του ομάδα θα είχε διαλυθεί αυτόματα αφού δε θα υπήρχε πια λόγος να υπάρχει. Αυτό καθησύχασε κάπως το ξωτικό. Αφού ζούσε, θα τον έβρισκε.
Τότε ήταν που ρώτησε το πνεύμα αν είχε κάποιο σχέδιο δράσης κι αυτό άρχισε να της εξηγεί. Κάθε τόσο εκείνη επιδοκίμαζε και το συμπλήρωνε όσο καλύτερα μπορούσε. Δε χρειάστηκε να τη ρωτήσει το πνεύμα αν θα δεχόταν να ρισκάρει τη ζωή της προκειμένου να σώσει τον αγαπημένο της. Θα έφευγε αμέσως μόλις ρύθμιζε όλες τις λεπτομέρειες. Το μόνο που ήθελε πριν, ήταν να συναντηθεί για μια τελευταία φορά με τη μεγάλη μητέρα. Αυτή θα είχε να της δώσει πολλές συμβουλές και θα την εφοδίαζε και με κάποιο καλό ξόρκι. Η ίδια δε γνώριζε και πολλά από αυτά. Είχε μάθει να στηρίζεται κυρίως στις πνευματικές τις ικανότητες. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους όλοι στον κόσμο των ξωτικών τη θεωρούσαν πολύτιμη.
Το πνεύμα την άφησε μόνη όταν βεβαιώθηκε πως είχε καταλάβει αυτά που είχε έρθει να της πει.
Όταν έμεινε μόνη η ραλκ άρχισε να υφαίνει το πρώτο της ξόρκι. Ήξερε καλά πως δεν υπήρχαν πολλές πιθανότητες να φτιάξει γύρω της μια προστατευτική ασπίδα αλλά έπρεπε να προσπαθήσει, αλλιώς δε θα μάθαινε ποτέ να το κάνει αυτό.
Τότε ήταν που η πόρτα πίσω της άνοιξε και στο δωμάτιο μπήκε ο σύζυγός της. Η ραλκ τον χαιρέτισε χαμογελώντας και σηκώθηκε για να τον καλοδεχθεί. Δεν έπρεπε να υποψιασθεί τίποτα για τα σχέδιά της διαφορετικά δε θα την άφηνε στιγμή μόνη.
-καλημέρα της είπε φιλώντας τη τρυφερά στο μέτωπο. Είσαι καλά σήμερα;
-ναι, ακόμη λίγο αδύναμη αλλά καλά. Σεανησύχησα χθες ε;
-πΟλύ, ακόμη δεν το έχω συνηθίσει εντελώς αυτό που γίνεται… καταλαβαίνεις αλλά έπραξα το σωστό. Σου έδωσα το φίλτρο. Κι έτσι κοιμήθηκες.
-σε ευχαριστώ, αν δεν το έκανες δε θα έκλεινα μάτι. Κάθισε δίπλα της.
-Κι αφού είσαι καλύτερα πες μου, ποιος είναι αυτός ο δαλκιρ;

Advertisements

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξειδευτής

Νοέμβριος 22, 2010

-Πότε θα φύγεις, Ομάρ;
-Πριν την αβγή.
-Πού θα πας;
-Με περιμένει η τελευταία περιπέτεια. Η τελευταία μα και πιο μεγάλη. Θα μου πάρεικάποιο χρόνΟ αλλά αν βγω νικητής θα είμαι πολύ πλούσιος.
-Και τι τα θέλεις εσύ τα λεφτά; Δε φαίνεσαι άνθρωπος που τα υπολογίζει.
-Δεν έχεις κι άδικο, πριγκίπισσα των ρόδων, δεν τα υπολογίζω καθόλου. Δεν τα θέλω για μένα αλλά για σένα.
-για μένα;
-Ναι, θέλω όταν γυρίσω ξανά να σε ντύσω με χρυσάφι κι ασήμι.
-Μα εγώ δεν τα χρειάζομαι όλα αυτά. Δεν έχω μάθει να ζω μαζί τους.
-εγώ θα σε μάθω, και τότε θα γίνεις αληθινή πριγκίπισσα κι ίσως και βασίλισσα με στέμμα.
Η Μέριλιν σηκώθηκε απότομα.
-όλα αυτά που λες είναι αλλόκοτα. Δεν τα καταλαβαίνω, κι ούτε ξέρω γιατί ήρθανα σε βρω.
-Ξέρεις καλά γιατί ήρθες, πρέπει να κλείσει ο κύκλος. Σηκώθηκε κι εκείνος και τη στιγμή αυτή της φάνηκε ευλύγιστος και νέος. Την πλησίασε γοργά και την έπιασε από το χέρι.
-έχουμε μια νύχτα, μην τη σπαταλάς, θα αργήσω να σε ξανααγγίξω. Έκανε να τραβηχτεί μα τη συγκράτησε εύκολα.
-Βγάλε τα παπούτσια σου και πάμε μια βόλτα.
-Πού;
-εδώ, στην άκρη της ακτής. Πάντα το λαχταρούσα αυτό. Τόσα χρόνια πήγαινα βαθιά μέσα της, την εξερευνούσα και τη θαύμαζα. Κι από αύριο πάλι αυτό θα κάνω. Τη φύλαγα για μας αυτή τη βόλτα. Σκέψου το, δεν είναι υπέροχο; οΙ άκρες των ποδιών σου να αγγίζουν το νερό, κι όλο το υπόλοιπο σώμα σου να βρίσκεται στη γη…
Η μέριλιν το σκέφθηκε για λίγο εξτασιασμένη από την περιγραφή του.
-είναι αλήθεια πως εγώ την κάνω συχνά αυτή τη βόλτα που περιγράφεις. Έβγαλε τα παπούτσια της και τα ακούμπησε στο πιο κοντινό βραχάκι. Ύστερα τον ακολούθησε βιαστικά. το νερό ήταν δροσερό και γαλήνιο και η άμμος μαλακή, κολλούσε στα γυμνά τους πέλματα.
Για λίγο δε μίλησαν αλλά τελικά ο Ομμάρ έσπασε τη σιωπή.
-δεν είναι πολύ όμορφα;
-είναι, αλήθεια.
-το ήξερα πως θα την απολάμβανα την αίσθηση αυτή μαζί σου. Της έσφιξε πιο δυνατά το χέρι.
-Πού θα πας όταν φύγεις;
-Στην αφρική.
-τόσο μακριά;
-ναι τόσο.
-έχεις ξαναπάει;
-άλλες δυο φορες. Έλεγα πως δε θα γύριζα ποτέ από εκεί, μα ο κύκλος με βοήθησε ννα βρω το δρόμο μου.
-Μα τώρα, σε λίγο δηλαδή, θα φύγεις ξανά κι ο κύκλος θα σπάσει. Η σκέψη της έφερε πόνο κι απόρησε μα δεν είπε τίποτα γι’αυτό σε κείνον.
-Για σένα θα το κάνω το ταξίδι, μη με κάνεις να λέω τα ίδια ξανά. Δε μας φτάνει ο χρόνος.
-Μα εγώ δε… τα σκληρά του δάχτυλα ακούμπησαν στα χείλη της που ήταν ζεστά κι απαλά.
-έχεις ωραίο δέρμα, μουρμούρισε διατρέχοντας όσο πιο απαλά μπορούσε το πρόσωπό της. Εκείνη ρίγησε μα δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει.
-Μα τι περίμενα; Πριγκίπισσα των ρόδων δεν είσαι; Γέλασε κοφτά και την έφερε πιο κοντά του.
-με φοβάσαι;
-δεν είμαι σίγουρη, ομολόγησε εκείνη τρέμοντας.
-να μη με φοβάσαι. Το ξέρω πως όλα τούτα είναι καινούρια για σένααλλα κάθε αλλαγή είναι για καλό. Ήρθε και για σένα η ώρα να μεγαλώσεις, δεν το θέλεις;
-το θέλω, πολύ.
-τότε μην αρνείσαι τη φύση και τα σημάδια. Άρχισαν και πάλι να περπατούν.

Η άρπα της Αμάντας

Νοέμβριος 20, 2010

Ο δάλκιρ και η Λίγκρα ήταν ξαπλωμένοι ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Ήταν σίγουρο πως ο νεαρός πολεμιστής δενη ΄ταν σε θέση να υπολογίσει πόση ώρα είχε περάσει μαζί της. Πάντως, αυτό που μπορούσε να πει με βεβαιότητα ήταν πως εκείνη τη στιγμή ένιωθε σωματικά τουλάχιστον απόλυτα ικανοποιημένος. Προφανώς το ίδιο ίσχυε και για εκείνη. Του χαμογελούσε δείχνοντας έτοιμη να κοιμηθεί.
-δεν ήταν πολύ όμορφα; Τον ρώτησε καθώς ανασηκωνόταν ύστερα από λίγο. Η νύστα είχε χαθεί από τα μάτια της. Τη μιμήθηκε προσπαθώντας να επανέλθει στην πραγματικότητα και να θυμηθεί που βρισκόταν.
Τώρα που η ερωτική επιθυμία είχε κορεσθεί, ήταν πολύ πιο εύκολο για τη μνήμη να κάνει τη δουλειά της. Όλα ήρθαν στο νου του αυτόματα. Τα μάτια του άστραψαν καθώς πεταγόταν όρθιος.
-θέλησες να με αποπλανήσεις, γρύλισε τραβώντας τη να σηκωθεί κι εκείνη.
-ήξερες πως ο βασιλιάς κινδύνευε, σίγουρα ήσουν μέσα στο σχέδιο και θέλησες να εμποδίσεις εμένα που ερχόμουν για τη σωτηρία του. Ποιος σε έστειλε; Και ποια είσαι επιτέλους;
-πρέπει να νιώθεις χαρούμενος για τις στιγμές που πέρασες μαζί μου. Η λίγκρα άπλωσε το χέρι της κι άγγιξε το κεφάλι του.
-Ξέχνα το βασιλιά σου τώρα, μια νέα ζωή αρχίζει από σήμερα για σένα.
-τι μου λες; Έσκυψε να πάρει το σπαθί του. Αλλά εκείνη τη στιγμή, ένιωσε κάτι μεταλικό και κρύο να ακουμπά το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Την επομενη στιγμή έπεφτε στη γή, πάνω στο σπαθί του, το οποίο ευτυχώς ήταν ακόμη αχρησιμοποιήτο μέσα στη θήκη του, έχοντας χάσει τις αισθήσεις του.
Η λίγκρα έσκυψε από πάνω του και του χάιδεψε ξανά τα μαλλιά. Δε θα μπορούσε πια να ζήσει χωρίς αυτή τη μυρωδιά. Τον σκέπασε με τα ρούχα του κι ύστερα άρχισε να φοράει και το δικό της πέπλο. Τώρα άρχιζε το δεύτερο και κρισιμότερο μέρος της δικής της αποστολής.
Η μεγάλη μητέρα των θεών ένιωσε το πνεύμα προτού καλά καλά ακούσει τα λόγια του. Είχε πάρει και πάλι τη μορφή του ξωτικού για να μπορεί να κινείται πιο ελεύθερα κι έτσι το πνεύμα τη βρήκε μέσα στο δάσος. Το καλωσόρισε αμέσως και του ζύτησε να της μιλήσει. Το πνεύμα συστήθηκε κι εξήγησε πως ήταν η ψυχή ενός κοριτσιού που είχε πεθάνει μερικά χρόνια πριν, προσπαθώντας να σώσει τον αγαπημένο της. Κι ύστερα όταν εκείνη έδειξε πως το καταλάβαινε συνέχισε λέγοντας πόσο πολύ έμοιαζε στο δάλκιρ ο αγαπημένος της. Το ξωτικό τινάχτηκε, κάνοντας τα φύλλα γύρω του να αρχίσουν έναν τρελό κυκλικό χορό. Μόλις κατάλαβε πως το πνεύμα εκείνο ανήκε στην ομάδα προστασίας του νεαρού. Προσπάθησε να ηρεμήσει, καθώς ζητούσε από το πνεύμα να συνεχίσει να μιλάει στη γλώσσα του κι εκείνο το έκανε πρόθυμα. Εξήγησε πως η επιβίωση του δάλκιρ αποτελούσε το λόγο της ύπαρξής του και πως κάθε φορά που αυτό ήταν δυνατό, τον ακολουθούσε για να τον προστατεύει. Το ίδιο είχε κάνει κι αυτό το βράδυ μόνο που συνέβαιναν πολύ περίεργα πράγματα. Ως τη στιγμή που ο δάλκιρ μπήκε στο παλάτι όλα είχαν κυλήσει φυσιολογικά. Τα ξόρκια και το φυλαχτό της θεάς δεν τους είχαν απογοητεύσει. Ωστόσο από τη στιγμή που πλησίασε τα βασιλικά διαμερίσματα το πνεύμα άρχισε να χάνει επαφή μαζίτου. Όχι πως ο πολεμιστής γνώριζε πως ήταν εκεί και τον πρόσεχε, πόσο μάλλον τώρα που ήταν άνθρωπος αλλά ήθελε να τον προστατεύει.
Ωστόσο μια γυναίκα πανέμορφη κι αποφασιστική τον είχε πλησιάσει κι από εκείνη τη στιγμή ο,τι κι αν έκανε το πνεύμα για να βρεθεί κοντά του δεν έφερνε αποτέλεσμα. Λες και κάποια δύναμη το εμπόδιζε. Κάθε φορά που τον εντόπιζε κάτι το απωθούσε, διώχνοντας το προς τα πίσω. Κι αυτό ήταν παράξενο αφού οι δυνάμεις του συγκεκριμένου πνεύματος ήταν μεγάλες.
Η μεγάλη μητέρα άκουγε χωρίς να τολμά να διακόψει αλλά το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς. Μόνο μια θεά θα μπορούσε να κρύβεται πίσω από όλα αυτά. Μόνο η στρίλντα γνώριζε την κάθε τους κίνηση.
Ευχαρίστησε το πνεύμα δίνοντας του την υπόσχεση πως θα φρόντιζε το δάλκιρ, αλλά πριν φύγει από το δάσος του ζήτησε να συγκεντρώσει όλη την ομάδα των προστατών του. Θα τους χρειαζόταν όλους.
Μπήκε πιο βαθιά στο δάσος κι άρχισε να υφαίνει τα ξόρκια της. Η λίγκρα, γιατί αναμφίβολα για αυτήν επρόκειτο, δεν ήταν καθόλου εύκολος αντίπαλος. Μισή ώρα αργότερα ένιωθε εντελώς αποκαμωμένη αλλά γνώριζε πως είχε κάνει ο,τι καλύτερο μπορούσε. Το μόνο που της έμενε τώρα, ήταν να περιμένει.
Δυο ελαφρά χτυπήματα στην πόρτα του δωματίου έκαναν το βασιλιά να πεταχθεί όρθιος. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να αρπάξει ένα ξιφίδιο που βρισκόταν στο κομοδίνο δίπλα στο ρολόι. Έτρεξε προς την πόρτα.
-Ποιος είναι; Η φωνή του ακουγόταν τραχιά από τις τόσες ώρες της αγρύπνιας.
-Άνοιξέ μου, είπε η λίγκρα μιμούμενη τέλεια τη φωνή της μάρλα. Τα γόνατα του βασιλιά λύθηκαν και το ξιφίδιο έπεσε από τα χέρια του κάνοντας έναν ξερό κρότο.
-δεν τα χρειάζεσαι τα όπλα, τον διαβεβαιώσε η νεράιδα μισοχαμογελώντας.
-Ποια είσαι;
-Ξέρεις πολύ καλά ποια είμαι. Άνοιξέ μου λοιπόν, δε θέλεις να με δεις; Δεν είναι κρίμα να ζω μόνο στις αναμνήσεις σου;
-μάρλα; Δεν υπάρχεις, δεν υπάρχεις. Η φωνή του ανέβηκε κάμποσους τόνους καθώς ανασηκωνόταν.αΚούμπησε το χέρι του στο χερούλι της πόρτας παραλείποντας να πιάσει το ξιφίδιο.
-αν θέλεις μπορείς να με δεις, να με αγγίξεις, μα δε θα περιμένω για πολύ. Ήρθα για λίγο από το δικό μου κόσμο και σε λίγες ώρες θα πρέπει να επιστρέψω εκεί. Σκέψου κι αποφάσισε.
Ο βασιλιάς ξεκλείδωσε σαν υπνοτισμένος και την είδε να διασχίζει το δωμάτιο. Έπεσε στην αγκαλιά του πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη.
Τα χέρια του τυλήχθηκαν γύρω στη λεπτή της μέση κι άρχισαν να τη σφίγγουν δυνατά. Η ανάσα της νεράιδας κόπηκε αλλά το απόλαυσε. Τώρα την καταλάβαινε τη στρίλντα που για χατίρι του πρόδωσε τους άλλους θεούς.
Είσαι στ’αλήθεια εσύ; Χαλάρωσε το σφίξιμο και πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του.
-Βέβαια, εγώ. Δε με βλέπεις;
-είσαι πανέμορφη. Τη φίλησε σχεδόν βίαια.
-Μα από πού έρχεσαι; Γιατί με εγκατέλειψες;
-από έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από το δικό σου μα μη ρωτάς πιο πολλά. Έχουμε στη διάθεσή μας μόλις μισή νύχτα, δε θέλεις να την εκμεταλευτούμε; Χώθηκε πιο βαθιά στην αγκαλιά του. Λϊγες στιγμές αργότερα ο βασιλιάς τη μετέφερε στο μεγάλο κρεβάτι.
Λίγο πριν την ξαπλώσει στα πουπουλένια σκεπάσματα η Λίγκρα άπλωσε το χέρι κι άρπαξε το πεταμένο ξιφίδιο. Τότε ένιωσε για πρώτη φορά τονπόνο. Ήταν βαθύς, το στήθος της συνθλιβόταν. Έσφιξε τα δόντια κι έκρυψε το όπλο κάτω από το μαξιλάρι. Ο βασιλιάς ξάπλωσε δίπλα της και την τράβηξε ξανά πάνω του.
-πόσο σου έλειψα;
-πολύ, πάρα πολύ. Άρχισε να χαιδεύει την πλάτη της. Ο πόνος στο στήθος της όλο και δυνάμωνε, αυτό δεν ήταν φυσιολογικό. Κάποιος την είχε αντιληφθεί και προσπαθούσε να την εμποδίσει.
Έπρεπε λοιπόν να δράσει γρήγορα, αυτή τη φορά δεν υπήρχε χρόνος για απόλαυση. Πήρε το ξιφίδιο ενώ με το ελεύθερο χέρι της αγκάλιαζε το βασιλια.
-κι εμένα μου έλειψες πολύ. Άγγιξε με τα χείλη της τα δικά του, πολύ τρυφερά ενώ ακουμπούσε τη λάμα στην πλάτη του. Εκείνος δεν ένιωσε το κρύο άγγιγμα του θανάτου, η μάρλα ήταν εκεί, θα περνούσε μαζί της κάποιες ώρες, μόνο αυτόείχε σημασία.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Νοέμβριος 15, 2010

8.
-εκείνος ήταν πολύ ορμητικός.
Η γριά γυναίκα ακούμπησε απαλά το άλλο της χέρι πάνω στην κοιλιά της κοπέλας.
-Κι εδώ μέσα φωλιάζει η απόδειξη της αμαρτίας σου, έτσι δεν είναι;
Η μέριλιν τρόμαξε για μια στιγμή μα ύστερα ησύχασε και πάλι.
-ναι, δεν ξέρω τι να κάνω. Σκέφθηκα να πάω στην πρωτεύουσα, τώρα το σκεφτόμουν καθώς ερχόμουν δηλαδή.
-για να απαλαγείς από αυτό; Η φωνή βρόντηξε ξανά στους τοίχους πιο δυνατή.
-Ναι.
-και τολμάς να μιλάς για τέτοια πράγματα εδώ μέσα; Δεν το περίμενα από σένα τέτοιο πράγμα.
-Μη με μαλώνεις, νάνση. Δεν έχω κανέναν, πώς θα τα καταφέρω; Δεν είναι τα χρήματα που μου λείπουν, ο πατέρας άφησε αρκετά και για μένα και για το παιδί κι αν χρειαζόταν θα δούλευα κι εγώ για να το ζήσω. Μα είναι η ντροπή που με κάνει να μιλάω έτσι.
-η ντροπή, δεν έχεις να ντραπείς κανέναν.
-θα με κοιτάνε όλοι παράξενα, θα λένε λόγια πίσω από την πλάτη μου.
-θα τους περάσει κόρη μου. Κι έπειτα, αν κάποιος θέλει να θυμώσει και να οργισθεί, ας το κάνει. Δεν είναι δικό σου το πρόβλημα. Πιστεύεις πως η ανζελίν θα σε αφήσει μόνη;
-Όχι, αν και δεν ξέρει τίποτα για όλα αυτά.
-πήγαινε να της μιλήσεις και σαν δεις τη χαρά της τότε θα τα ξεχάσεις όλα. Το παιδί θα το φέρεις στον κόσμο κι όλες μαζί θα το μεγαλώσουμε. Θα φροντίσεις να εξοπλίσεις την ψυχή το νου και το σπίτι σου με όλα τα απαραίτητα και θα ατσαλώσεις τα νεύρα σου. Για πες μου, δε βαρέθηκες τη μοναξιά, εσύ δεν το έλεγες λίγο πριν;
Η Μέριλιν χαμογέλασε ξαφνικά.
-ναι, έτσι είναι. Λες το σπίτι να γεμίσει;
-θα το δεις πως έτσι θα γίνει.
-μα δε θα παντρευτώ ποτέ;
-αυτό δεν το ξέρει κανείς, ο χρόνος και η ζωή θα σου το πουν. Σηκώθηκε με προσοχή.
-θα σε περιμένω αύριο εδώ είπε βγαίνοντας.
Η μέριλιν άρχισε να περπατάει όλο και πιο γρήγορα από τη στιγμή που ήρθε ως αυτή το τραγούδι των κοχυλιών. Η καρδιά της χτυπούσε κι εκείνη όλο και πιο γρήγορα κι αυτό της άρεσε πολύ, δε θυμόταν να το είχε ξαναζήσει ποτέ. Μόνο όταν τα πόδια της πάτησαν στην άμμο κι άρχισαν να βουλιάζουν μέσα της έκοψε το βήμα της. Άρχισε να στρέφει το κεφάλι δεξιά κι αριστερά, προσπαθώντας να τον εντοπίσει και λίγες στιγμές αργότερα τον είδε. Στεκόταν όρθιος εκεί όπου έσκαγε το κύμα. Ήταν ξιπόλητος. Χαμογελούσε και φαινόταν να μιλάει με το νερό. Τον πλησίασε αθόρυβα και μόνο όταν στάθηκε δίπλα του άνοιξε το στόμα της, απορώντας και η ίδια με την αποφασιστηκότητά της.
-Τι σου λέει;
Στράφηκε να την κοιτάξει αργά αργά. Ένα χαμόγελο φάνηκε στις άκρες των χειλιών του, μα ήταν κάπως σκληρό κι απαίδευτό.
-Για σένα μου μιλάει, μετρούσε τις στιγμές ώσπου να έρθεις. Χρόνια τα λέμε,με γαληνεύει , με προστάζει και με καθοδηγεί. Την κοίταξε πιο προσεκτικά.
-είσαι όμορφη, πολύ όμορφη, τόσο που πληγώνεις τα μάτια μου και δε μπορώ να τα κρατώ άλλο ανοιχτα. Γονάτισε στην άμμο κι εκείνη τον μιμήθηκε στη στιγμή. Το ρούχο της γέμισε με κείνους τους κόκκους αλλά ούτε που το πρόσεξε. Ξαφνικά ένιωθε μαγνητισμένη.
-το ξέρεις πως σεπερίμενα από το πρωί;
-μα πώς, εσύ δεν είχες πει πως με περίμενες το βράδυ;
-ναι μα για μένα ο χρόνος δεν έχει καμιά σημασία. Ήρθα σαν άνεμος και θα ξαναφύγω. Τα μάτια της άστραψαν ξαφνικά.

Η άρπα της αμάντας

Νοέμβριος 13, 2010

Ο νεαρός πολεμιστής έφτασε επιτέλους έξω από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας του βασιλιά. Θα είχε χαθεί το δίχως άλλο αν η μεγάλη μητέρα δεν του έδινε νοερές οδηγίες. το παλάτι ήταν τεράστιο και τουθύμιζε έντονα λαβύρινθο. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε εδώ μέσα. Είχε ακούσει πολλά από τα μέλη της αδελφότητας της οποίας μέλος ήταν κι ο ίδιος βέβαια αλλά δεν είχε χρειασθεί να πάρει μέρος σε κάποια αποστολή μέσα στο παλάτι.
Στο παρελθόν μια ομάδα 5 ανδρών από το γειτονικό βασίλειο είχε επιχειρήσει να δολοφονήσει το βασιλιά αλλά η προσωπική του φρουρά τους είχε εξολοθρεύσει έναν έναν. Μα τότε εκείνος ήταν πολύ μικρός και δε γνώριζε καλά την τέχνη του πολέμου. Σπούδαζε ωστόσο και μελετούσε για να γίνει «άγγελος της αλήθειας». Κι όταν τελικά λίγα χρόνια πριν η μεγάλη μητέρα του χάρισε το πρώτο του αληθινό σπαθί, η ραλκ το είχε κοσμήσει με ένα κατακόκκινο ρουμπίνι το οποίο είχε πλήθος μαγικών ιδιοτήτων. Έφερε αυθόρμητα το χέρι του πάνω του και το έσυρε κατά μήκος της επιφάνειας του ώσπου το άγγιξε. Αυτό το άγγιγμα είχε σαν αποτέλεσμα να αρχίσει να χαλαρώνει, πράγμα ανεπίτρεπτο για έναν πολεμιστή.
Η νεράιδα λίγκρα κοιτάχτηκε στο μικροσκοπικό καθρέφτη που κουβαλούσε μαζί της. Αυτό που είδε της άρεσε, ήταν ίδια με εκείνη, ο βασιλιάς δε θα υποπτευόταν τίποτα. Η σκέψη της έφερε γέλια αλλά κατόρθωσε να τα καταπνίξει. Δεν ήταν ώρα για τέτοια τώρα. Έστριψε στον επόμενο διάδρομο κρύβοντας πάλι τον καθρέφτη και τότε τον είδε. Ο πολεμιστής στεκόταν ακριβώς έξω από την πόρτα χαιδεύοντας απαλά το σπαθί του. Κι αυτή η κίνηση της άρεσε γιατί έκρυβε μέσα της κάποιου είδους τρυφερότητας. Τον πλησίασε χαμογελώντας, ήξερε τι ακριβώς έπρεπε να κάνει. Σίγουρα η στρίλντα θα ήταν στο πλευρό της.
Ο βασιλιάς είχε ξαπλώσει εδώ και πολλές ώρες αλλά ο ύπνος δεν ερχόταν. Κι αυτό δεν ήταν ασυνήθιστο αφού ανήκε στην κατηγορία των ανθρώπων που σκέφτονταν πολύ κι ενεργούσαν μετά από περίσκεψη και σύμφωνα με τις επιταγές της λογικής και του συμφέροντος. Ωστόσο το βράδυ εκείνο ο ύπνος είχε καθυστερήσει υπερβολικά να έρθει. Αναρωτήθηκε τι ώρα να ήταν κι άπλωσε το χέρι να πιάσει το χρυσό του ρολόι. Το πήρε και κοίταξε κάπως αφηρημένα τους δείκτες. Το ρολόι εκείνο, ήταν δώρο της πρώτης του γυναίκας, της μάρλα. Το κράτησε για λίγες στιγμές ακόμη κι ύστερα το ακούμπησε με προσοχή δίπλα του. Κάτι του έλεγε πως ο ύπνος δε θα ερχόταν εύκολα, πόσο μάλλον τώρα που στη μνήμη του είχε εμφανισθεί εκείνη. Είχε καιρό να τον επισκεφθεί.
Ο δάλκιρ είδε τη γυναίκα να τον πλησιάζει αλλά όπως ήταν φυσικόδεν την αναγνώρισε, αφού δεν είχε δει ποτέ τη βασίλισσα μάρλα. Τράβηξε γρήγορα αλλά αθόρυβα το υπέροχο σπαθί και το έστρεψεπρος εκείνη. Η «μάρλα» γέλασε σιγανά κι ο πολεμιστής το κατέβασε αυτόματα. Μόνο τώρα που ήταν τόσο κοντά του παρατήρησε πόσο όμορφη ήταν. Μελαχρινή, λεπτή με μάτια που άστραφταν καταπράσινα. Ήταν τυληγμένη μέσα σε ένα γαλάζιο πέπλο που τη σκέπαζε από πάνω ως κάτω.
-ποια είσαι; Ρώτησε προσπαθώντας να κάνει τη φωνή του ουδέτερη. Τι θέλεις εδώ τέτοια ώρα; Ξέρεις που βρίσκεσαι;
Η «μάρλα» τον πλησίασε κι άλλο αλλά πριν κάνει τα τελευταία βήματα που τους χώριζαν σταμάτησε. Μια γαργαλιστική, υπέροχη μυρωδιά έφτανε στα ρουθούνια της. Δεν της πήρε παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα να καταλάβει τι ήταν.ο νεαρός αυτός δεν ήταν ενάς κοινός θνητός, πριν τη μεταμόρφωσή του ζούσε στον κόσμο των ξωτικών. Ήταν καταπληκτικό το πόσο γρήγορα ένιωσε το σώμα της να ανταποκρίνεταιστις σκέψεις της. Τελικά ο πολεμιστής ήταν τυχερός, αφού η επιθυμία της για το κορμί του θα του χάριζε τη ζωή. Η μυρωδιά του την τρέλαινε
-Ξέρω που βρίσκομαι, νεαρέ μου, ξέρω και τι ώρα είναι. Όσο για το όνομά μου… τι να το κάνεις; Τον πλησίασε κάνοντας τα τελευταία βήματα που τους χώριζαν κι άπλωσε το χέρι να αγγίξει τα μαλλιά του. Ήταν απαλά, σχεδόν μεταξένια κι αυτό ενίσχυσε την αποφασιστικότητά της. Τον τράβηξε απαλά προς το μέρος της αλλά ο Δάλκιρ θέλησε να την απωθήσει.
-δε μου είπατε ποια είστε και τι κάνετε εδώ, σας παρακαλώ, αφήστε με. Η νεράιδα Λίγκρα δεν έδωσε καμία σημασία στα λόγια του. Αντίθετα, άπλωσε το χέρι της στη μέση του, τραβώντας τη θήκη με το σπαθί. Ο πολεμιστής έκανε να αρπάξει το χέρι της αλλά η κίνηση δεν ολοκληρώθηκε. Το χέρι του κρεμόταν παράλυτο από τον ώμο του. Η Λίγκρα γέλασε ξανά και τον αγκάλιασε ορμητικά. Το άρωμά της είχε την ίδια καταλυτική επίδραση πάνω του. ΆΛωστε δεν θα ήταν ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που μαγευόταν από τα κάλη και θέλγιτρά της.
-δεν το βλέπεις κι εσύ πως δεν οφελεί να αντιστέκεσαι;
-έχω μια αποστολή να φέρω εις πέρας. Η φωνή του βγήκε πνιχτή καθώς η νεράιδα πίεζε ελαφρά το πρόσωπό του στο στήθος της.
-τι αποστολή; Κινδυνεύει κανείς ή μήπως ετοιμαζόμαστε για πόλεμο;
-όχι από όσο ξέρω, αλλά έχω ένα μήνυμα για το βασιλιά.
-Τι μήνυμα; Θα του το δώσεις αργότερα. Το δεξί της χέρι γλίστρησε μέσα από τα ρούχα του άνδρα κι ένα βαθύ βογκητό ξέφυγε μέσα από τα χείλη του τα οποία η νεράιδα έσπευσε να κλείσει με τα δικά της. Το πρόσωπο της ραλκ εμφανίσθηκε ξαφνικά μπροστά του αλλά εκείνη το αντικατέσθησε με το δικό της.
-είμαι… προσπάθησε να πει ο δάλκιρ όταν το φιλί έφτασε στο τέλος του!
-ναι, ξέρω, είσαι πολεμιστής, μα ταυτοχρόνως είσαι κι ένας πολύ πολύ όμορφος άνδρας. Φίλησε τρέμοντας τα μαλλιά του. Να μύριζαν άραγε έτσι τα ξωτικά πάντα;
-λοιπόν είπε παλεύοντας να ανακτήσει έστω και για λίγο ένα μέρος της χαμένης της ψυχραιμίας. έλα μαζί μου.
-πΟύ;
-θα δεις, μη ρωτάς.
-Ξέρεις το παλάτι;
-πολύ καλά.
-και πού θα πάμε;
-κάπου ήσυχα, κάπου πολύ όμορφα μα μη ρωτάς.
-πρέπει… τον φίλησε ξανά.
-όλα θα γίνουν όπως πρέπει μα μη μιλάς άλλο. Τον παρέσυρε μακριά από το δωμάτιο του βασιλιά χαμογελώντας. Τι πείραζε να το διασκεδάσει λίγο; Τα τόσα χρόνια της απομόνωσης κοντά στη στρίλντα είχαν κι αυτά τις συνέπειές τους πάνω της. Σίγουρα εκείνη θα τον ήθελε νεκρό αλλά η νεράιδα είχε μια καλύτερη ιδέα.
Αλήθεια, πόσα χρόνια να είχαν περάσει από τότε που τον είχε επισκεφθεί ξανά στη μνήμη του, έστω και για λίγο; Πέντε, έξι; Δε μπορούσε να θυμηθεί με σιγουριά. Κατέβασε τα πόδια του από το κρεβάτι κι ακούμπησε την πλάτη του σε ένα μαξιλάρι παίρνοντας καθιστή στάση. Τα τελευταία λεπτά είχε αρχίσει να νιώθει κάπως παράξενα. Η θύμιση της μάρλα είχε αρχίσει να τον κυριεύει. Ήρθαν όλα στο νου του αρχίζοντας από εκείνη τη μέρα που την είδε στο ναό. Ήταν η γιορτή προς τιμήν της θεάς στρίλντας. Το άγαλμά της δέσποζε ολόχρυσο στο κέντρο του ναού, ενώ μια ομάδα από 15 κορίτσια, παρθένες σίγουρα, έψαλε έναν υπέροχο ύμνο για κείνη.
Την ξεχώρισε αμέσως τη μάρλα, ήταν η πιο όμορφη. Την είχε κοιτάξει με λαχτάρα κι εκείνη δεν είχε διστάσει στιγμή να του ανταποδώσει το βλέμμα. Εκείνη ήταν η πιο όμορφη νύχτα της ζωής του. Δε θυμόταν πόσο χρυσάφι είχε απλώσει τους επόμενους μήνες στα πόδια της θεάς για να την πείσει να του την παραχωρήσει. Μα αλίμονο, ήταν για τόσο λίγο… Ωστόσο μπορεί η ευτυχία του να μην είχε κρατήσει πολύ αλλά ήταν από τους τυχερούς που την είχαν αισθανθεί.
Κι όταν εκείνη είχε φύγει, του είχε χαρίσει την αΜάντα.

Η άρπα της Αμάντας

Νοέμβριος 6, 2010

Η ραλκ αφέθηκε με προσπάθεια στα χάδια του άνδρα της. Ήταν οπωσδηποτε πολύ δυνατός, και πώς να μην ήταν αφού κυβερνούσε όλη τη θάλασσα; Αν δεν υπήρχε ο δάλκιρ στο νου της τώρα θα έλιωνε ευτυχισμένη στην αγκαλιά του. Ο δάλκιρ, προσπάθησε να διώξει τη σκέψη του γιατί αυτή θα την πρόδιδε στο θεό σύζυγό της. Έκλεισε τα μάτια και συγκεντρώθηκε στο φιλί του που βάθαινε όλο και περισσότερο. Σιγά σιγά ένιωθε το σώμα της να χαλαρώνει στα χέρια του κι η εικόνα του αγαπημένου προσώπου άρχισε να ξεθωριάζει.
-πες μου πως με αγαπάς, απαίτησε ο θεός με το στόμα του κολλημένο πάνω στο δικό της.
-ναι, σε αγαπάω, πολύ, αποκρίθηκε στη στιγμή η ραλκ κολλώντας το σώμα της στο δικό του. Δεν ήθελε να σκέφτεται, δεν έπρεπε.
Ο δάλκιρ πλησίαζε όλο και περισσότερο το παλάτι. Δεν ένιωθε φόβο ούτε ταραχή. Το μόνο που τον κυρίευε ήταν η ακράτητη επιθυμία να σώσει το βασιλιά του και να αποδείξει στη μεγάλη μητέρα τη χρησιμότητά του. Αν όλα πήγαιναν καλά, τότε τα νέα θα έφταναν ως το παλάτι του θεού της θάλασσας,ως τα αφτιά της λατρεμένης του Ραλκ. Ένα ρίγος τον διαπέρασε στη σκέψη της κι ασυναίσθητα έσφιξε στο χέρι τη λαβή του σπαθιού του. Λίγο αργότερα έφτανε μπροστά από την κεντρική πύλη την οποία φρουρούσαν δυο οπλισμένοι στρατιώτες. Σταμάτησε λίγα βήματα μακριά για να μπορέσει να θυμηθεί καθαρά τα λόγια της μεγάλης μητέρας. Κι όταν αυτό έγινε χαμογέλασε ικανοποιημένος. Άρχισε να περπατάει και πάλι ενώ σκεφτόταν τη μαγική φράση που θα τον έκανε αόρατο για τα μάτια των θνητών. Έφτασε κοντά τους και κράτησε την ανάσα του. Εκείνοι φλυαρούσαν μεταξύ τους εντελώς ατάραχοι, ήταν φανερό πως το ξόρκι έκανε τη δουλειά του.
Πέρασε λοιπόν από μπροστά τους και συγκέντρωσε όλες του τις δυνάμεις, θα του χρειάζονταν για να μπορέσει να περάσει την πύλη. Με δάχτυλα που έτρεμαν άγγιξε το φυλαχτό της μεγάλης μητέρας και γονάτισε.
Απ’το φεγγάρι ζήτησα να’ρθει στο προσκεφάλι σου… Η αμάντα ξύπνησε και τέντωσε τα αφτιά της. Ήταν δυνατό;
Να σου χαρίσει όνειρα… Αυτό ήταν το τελευταίο τραγούδι που της έμαθε η ρέλια! Λϊγο πριν αποκοιμηθεί προσπαθούσε να το φέρει στο νου της χωρίς όμως αποτέλεσμα εξαιτίας της μεγάλης κούρασης και της έντονης νύστας αλλά τώρα που το άκουγε… Γιατί το άκουγε, δεν υπήρχε αμφιβολία και τη φωνή αυτή θα την αναγνώριζε πάντα, ήταν η ρέλια! Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι της προσπαθώντας να καθαρίσει το μυαλό της. Το τραγούδι συνεχιζόταν κι όταν τέλειωνε άρχιζε ξανά από την αρχή πλησιάζοντάς την. Μόνο όταν άκουσε ένα ελαφρύ χτύπημα στο τζάμι του παραθύρου πήρε την απόφαση να σηκωθεί από το κρεβάτι της και να πάει να δει. Με την κίνηση αυτή, η πετσέτα που την τύληγεπριν από κάποιες ώρες έπεσε στο πάτωμα κι η πριγκίπισσα έμεινε εντελώς γυμνήγια μια ακόμη φορα αλλά δε φάνηκε να το αντιλαμβάνεται. Τώρα το τραγούδι ακουγόταν πεντακάθαρα σχεδόν, η ρέλια της τραγουδούσε έξω από το παράθυρο ζητώντας να ανοίξει. Με χέρια που έτρεμαν άνοιξε το τζάμι και μια παγωμένη ριπή ανέμου μπήκε στο δωμάτιο. Μα μαζί με αυτή, μπήκε και η νεράιδα Λίγκρα την οποία φυσικά η νεαρή κοπέλα δεν ήταν σε θέση να δει. Η Λίγκρα που είχε γίνει ένα με τον άνεμο γλίστρησε κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας της και χάθηκε.Μα πριν χαθεί, πρόλαβε να ρίξει μια ματιά στο γυμνό σώμα της κοπέλας, ήταν πανέμορφο. Το χάραξε στη μνήμη της, θα ερχόταν η ώρα να ασχοληθεί και με αυτό.
Η αμάντα ανατρίχιασε από το κρύο κι έκλεισε το παράθυρο. Το τραγούδι είχε σταματήσει το ίδιο ξαφνικά όπως είχε αρχίσει. Έμεινε σαστισμένη τουρτουρίζοντας στη μέση του δωματίου προσπαθώντας να βγάλει Κάποιο νόημα χωρίς όμως να τα καταφέρνει. Όταν κουράστηκε τυλήχτηκε ξανά στη χνουδωτή πετσέτα και ξάπλωσε στο κρεβάτι ξανά. Καμιά φορά η φαντασία έπαιζε παράξενα παιχνίδια, αυτό το ήξερε κι άλωστε δεν πήγαιναν παρά λίγες μέρες από το θάνατο της ρέλιας. αΛήθεια, πόσο άδικα είχε πεθάνει, ο γιατρός του παλατιου όσες φορές κι αν την εξέτασε δε μπόρεσε να προσδιορίσει την αιτία θανάτου.
Μόνο όταν βρέθηκε μέσα στο παλάτι ο δάλκιρ πίστεψε πως τα είχε καταφέρει. Έμεινε για λίγες στιγμές ασάλευτος, κουβαριασμένος στο πάτωμα να προσπαθεί να βρει την ανάσα του. Τελικά εκείνο το φυλαχτό ήταν πολύ ισχυρό. Έπρεπε να ρωτήσει τη μεγάλη μητέρα ποιος το είχε κατασκευάσει για το χατίρι της. οΙ φήμες έλεγαν πως το φορούσε στο λαιμό της τα τελευταία εκατό χρόνια. Εκείνος πάντως δε μπορούσε να πει με σιγουριά από πότε το θυμόταν. Αμέσως μόλις ένιωσε καλύτερα στάθηκε ξανά στα πόδια του προσπαθώντας να προσανατολισθεί. Βρισκόταν στη δυτική πτέρυγα του παλατιού. Άρχισε να σκέφτεται, το δωμάτιο του βασιλιά, αυτό όπου κοιμόταν τα τελευταία χρόνια ήταν στην ανατολική πτέρυγα. Μόνο σε αυτό είχε κάνει λάθος το μαγικό φυλαχτό αλλά δεν τον πείραζε. Όλα εκεί μέσα ήταν ήσυχα, κανείς δε φαινόταν πουθενά. Σίγουρα αν υπήρχε και κάποιος άλλος πολεμιστής, εχθρός του στέμματος θα τον αντιλαμβανόταν. Η Ραλκ τον είχε διδάξει πώς να οξύνει τη διαίσθησή του κι αυτό τον είχε βοηθήσει σε πολλές και δύσκολες περιπτώσεις. Βεβαιώθηκε πως το σπαθί του κρεμόταν ακόμη στη μέση του κι άρχισε να προχωράει. Είχε διασχίσει κάμποσους διαδρόμους όταν ένιωσε την απειλή. Ωστόσο δε σταμάτησε, αυτή η αίσθηση κινδύνου τον βοηθούσε να προσανατολίζεται. Όσο πιο κοντά έφτανε στην πτέρυγα των βασιλικών διαμερισμάτων τόσο δυνάμωνε. Ήταν φανερό πως κάποιος ήταν πιο γρήγορος από αυτόν. Τάχυνε το βήμα του παρακαλώντας να μην είχε φτάσει πολύ αργά.
Η ραλκ έσφιξε τον άνδρα της στην αγκαλιά της. Ετοιμαζόταν να αγγίξει το τελευταίο όριο της υπέρτατης έξτασης. Λίγες φορές τα είχε καταφέρει να φτάσει ως το τέλος τόσο γρήγορα. Μα αυτή η φορά ήταν εντελώς ξεχωριστή. Το σώμα της ήταν υποταγμένο σε κείνον, παραδωμένο στη θέλησή του. Όχι πως δεν το απολάμβανε αλλά ένα κομμάτι της δεν ήταν εκεί. Πάντα προσπαθούσε να πείθει τον εαυτό της πως ο άνδρας εκείνος ήταν ο δάλκιρ κι αυτό δεν ήταν πάντα τόσο δύσκολο αφού μαζί του δεν είχε φτάσει τόσο μακριά. Όχι πως δεν το ήθελε αλλά γνώριζε καλά ποιες θα ήταν οι κυρώσεις μιας τέτοιας πράξης. Κανείς δε θέλει να τραβήξει πάνω του την οργή ενός θεού και μάλιστα τόσο ισχυρού.
Όταν κατάλαβε τι γινόταν ήταν αργά πια για να αντιδράσει. Ούρλιαζε το όνομά του ξανά και ξανά, έχοντας πεταχθεί από το κρεβάτι. Ένιωθε πως αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό αλλά δε μπορούσε να το σταματήσει. Το στήθος της πονούσε αφόρητα και μια εικόνα είχε παγώσει μπροστά στα μάτια της. Έβλεπε το δάλκιρ μέσα σε ένα μεγάλο,παράξενο καράβι και γύρω από το σώμα του ήταν κουλουριασμένο ένα τεράστιο φίδι.
Δάαααλκιρ!! Η κραυγή σχεδόν την ξέσχιζε κάνοντας τον πόνο στο στήθος της να δυναμώσει κι άλλο.
Δυο σιδερένια χέρια την άδραξαν βάζοντάς τη να καθίσει στο κρεβάτι και πάλι. Ύστερα ένιωσε το στόμα της να ανοίγει και λίγες σταγόνες από ένα ξανθοκόκκινο υγρό να γλιστρούν στο λαιμό της. Ο ύπνος ΄ήρθε πολύ γρήγορα.όλοι μέσα στο παό λάτι γνώριζαν τις σπάνιες ικανότητές της κι έτσι τα ουρλιαχτά της δεν τρόμαξαν κανέναν. Δε θα ξυπνούσε παρά το επόμενο πρωί.

Η πριγκίπισσα των ρόδων κι ο ταξιδευτής

Νοέμβριος 1, 2010

7.
Η Μέριλιν σηκώθηκε από το κρεβάτι λίγο πριν τις οκτώ. Έτρεξε ξιπόλητη στο μπάνιο και χώθηκε κάτω από το ζεστό νερό. Αυτή τη φορά δεν έπρεπε να το παρακάνει διαφορετικά τα ρίγη θα επέστρεφαν πιο δυνατά από πριν. Όταν ένιωσε το σώμα της να χαλαρώνει βγήκε και τυλήχτηκε πάλι με μια άλλη πετσέτα ρωζ αυτή τη φορά. Μπήκε στην κρεβατοκάμαρα για να ντυθεί. Θα πήγαινε, το είχε πια αποφασίσει.
Το φόρεμα ήταν κόκκινο και στενό, αναδείκνυε με τον καλύτερο τρόπο τις γραμμές του σώματός της.Δεν το φορούσε συχνά, αυτά δεν επιτρέπονταν εδώ. Μα για ποιον ντυνόταν έτσι; Κι αν κάποιος την έβλεπε να τρέχει προς την παραλία; Τι θα του έλεγε τότε; Η κοινωνία ήταν κλειστή σε μια τόσο μικρή πόλη. Στέναξε αγανακτισμένη κι άφησε στην άκρη το κραγιον της. Ήταν το μοναδικό της κραγιον, της το είχε χαρίσει λίγο καιρό πριν κι αυτό η καλύτερή της φίλη. Είχε χρήματα η ανζελίν μα ήταν συνετή και πήγαινε πολύ συχνά στην εκκλησία. Καθώς έβγαινε από το σπίτι άρχισε να αναρωτιέται μήπως είχε απομακρυνθεί από το θεό τον τελευταίο καιρό. Μα βέβαια, όλα είχαν αλλάξει από κείνη τη μέρα που πρωτοαντίκρυσε τον Ομάρ. Οι περισσότερες παλιές της συνήθιες είχαν παραμερισθεί, εκτός βέβαια από το διάβασμα και τη ζωγραφική. Αυτά δε θα τα εγκατέλειπε ποτέ. Μα το θεό και την εκκλησία… εκείνη πάντα εκεί έτρεχε όταν κάτι τη βασάνιζε από τότε που ήταν παιδί. Κι όταν ερχόταν σε ρήξη με τον πατέρα της, ο οποίος αν και τη λάτρευε δεν την καταλάβαινε πάντα, πάλι εκεί πήγαινε κι άδειαζε κλαίγοντας τον εαυτό της. αΛήθεια, ποια ήταν η τελευταία φορά που είχε μπει εκεί μέσα; Στάθηκε για μια στιγμή προσπαθώντας να θυμηθεί. Και πράγματι δεν άργησε να τα καταφέρει. Ήταν τότε που κατάλαβε για πρώτη φορά το παιδί μέσα της. Φόβος βαθύς την είχε κυριεύσει και τα πόδια και τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. Τα είχε παρατήσει όλα κι είχε τρέξει στο γνωστό κι αγαπημένο της καταφύγιο. Την ανζελίν δεν την είχε σκεφθεί ακόμη για να της μιλήσει, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό. Στην εκκλησία, είχε γονατίσει μπροστά από τις εικόνες κι είχε αφήσει τα δάκρυα ελεύθερα να τρέξουν μα η λύτρωση δεν είχε έρθει. Μόνο όταν ένα βαρύ κι αποφασιστικό χέρι είχε ακουμπήσει στον ώμο της είχε πεταχθεί όρθια. Μπροστά της στεκόταν μια γηραιά κυρία, η νάνση, τη γνώριζε καλά, σχεδόν την είχε μεγαλώσει μαζί με τον πατέρα της αφού η μητέρα της είχε χαθεί πολύ νωρίς. Η μέριλιν δε δίστασε καθόλου. Με μάτια υγρά ακόμη, έπεσε στην αγκαλιά της αρχίζοντας να τραυλίζει ακατάσχετα. Η νάνση την είχε βάλει να καθίσει στο πιο κοντινό κάθισμα που είδε και κάθισε κι εκείνη κοντά της. Έβγαλε από την τσέπη της ένα μεταξωτό μαντιλάκι με άρωμα λεβάντας και της το πρόσφερε ευγενικά, αφού πρώτα της σκούπισε τα μάτια με αργές και στοργικες κινήσεις.
Μόνο όταν η κοπέλα ηρέμησε κάπως άνοιξε το στόμα της να μιλήσει.
-τι είναι αυτό που σε ταράζει τόσο, κόρη μου; Η φωνή της έπεσε με βία σχεδόν πάνω στους τοίχους και η μέριλιν σκίρτησε και πάλι. Μα το χέρι αναπαυόταν ακόμη στον ώμο της. Μίλησε σιγανά ύστερα από λίγο.
-έχω μέσα μου το βάρος της αμαρτίας. Πλανεύτηκα από τη σάρκα, εγώ, που είχα ορκιστεί να μείνω αγνή ως τη μέρα του γάμου μου…
-μη σταματάς, κόρη μου, καμιά αμαρτία δεν είναι τόσο μεγάλη ώστε να μη μπορούμε να μιλήσουμε γι’’αυτήν. Πες τα μου όλα.
-ήρθε μέσα από τη θάλασσα, το ήξερα πως θα ερχόταν, φαντάσου, γνώριζα το όνομά του, αλήθεια σου λέω. Δεν ξέρω πως έγινε μα το γνώριζα. Σαν να μου το είχε πει στο αφτί ο άνεμος ένα από κείνα τα ατέλειωτα βράδια της μοναξιάς μου, όταν κοιτούσα από το παράθυρο τα κορίτσια που πήγαιναν στους χορούς. Γιατί εμένα δε με άφηνε ο πατέρας να πάω, Μόνο μια φορά ήθελα να είμαι εκεί.
-του το έλεγα κι εγώ πως έπρεπε να σε αφήσει μα δεν άκουγε. Έλεγε πως μόνο εσύ του είχες απομείνει από τότε που έχασε τη μητέρα σου. Μα τώρα πια μεγάλωσες, κι αν θέλεις μπορείς να πας στο χορό.
-τώρα είναι αργά. Η μέριλιν κούνησε το κεφάλι με πίκρα. Τώρα έκανα το σφάλμα.
-αν ήταν η αγάπη που σε οδήγησε σε αυτό, τότε δε μιλάμε για σφάλμα κόρη μου. Η γυναίκα έσφιξε τα δάκτυλά της με απόγνωση.
-όχι, καλή μου Νάνση, δεν ήταν μήτε αγάπη μήτε έρωτας αυτό που με έσπρωξε στην αγκαλιά του. Ήταν η τρέλλα, η ορμή, το κύμα, δεν ξέρω. Ίσως να έφταιγαν και τα πινέλα μου που ήταν εκεί δίπλα και με κοιτούσαν, σκέψου, ούτε αυτά δε μπόρεσαν να με συγκρατήσουν. Τα δάκρυα ανέβηκαν και πάλι στα μάτια της αλλά τα έδιωξε πιο αποφασιστικά αυτή τη φορά.